O εφιάλτης του κυρίου Ιλό (μια ώρα στην ξαπλώστρα σε μιαν ακτή όχι πολύ μακρινή από δω)

17850202

 

 

Kαταλαβαίνεις ποιοι παραδίπλα σου λιώνουν ως το μεδούλι από πάθος και καύλα -άσε τον έρωτα, άσε τις αγάπες, αυτά είναι complicated issues, δεν καταπιάνεσαι μαζί τους όταν φοράς μπανιερά-.

Καταλαβαίνεις ποιοι έρχονται για τελευταία φορά μαζί. Για τους μπροστά και δεξιά μου, σήμερα είναι H Τελευταία.

Καταλαβαίνεις ποιοι θα ξανάρθουν μεν μαζί αλλά το  mind the gap  όταν περνάς ανάμεσα από τις ξαπλώστρες τους για να βουτήξεις, ακούγεται τόσο καθαρά και με τέτοιο αξάν που κάνει το λονδρέζικο ξαδερφάκι του να νιώθει μπασκλασαρία.

Επανασυνειδητοποιείς πόσο προβλέψιμοι, αστείοι και σαφλαμάδες είμαστε τα αρσενικά. Ο,τι αλλότριο κινείται τριγύρω, μας σέρνει. Πανεύκολο, δεν είμαστε δα και πλεούμενα περιωπής.

Τόσες μέρες, τόσες ώρες, δεν είδα ούτε μια γυναίκα μα ούτε μια -ακόμη και δεκαοκτάχρονα, ειδικά αυτά- χωρίς εμφανείς ατέλειες. Γι αυτό και επιστρέφω σ’ αυτή την ακτή, οι Photoshop beaches δεν με συναρπάζουν.

Υπάρχουν παιδιά που κοιτάζονται στα μάτια -κι ας φοράνε μαύρα γυαλιά, τους βλέπω- και πηδιούνται εκεί δίπλα μας κι ας μη μιλάνε, ας μη βογκάνε, ας μην αγγίζονται. Αγόρι με κορίτσι, αγόρι και αγόρι, δυο κορίτσια. Η τέλεια ομορφιά, παπάρα Σορεντίνο.

Τα μαγιώ σλιπ -και ο,τι άλλο φοριέται σαν δεύτερο δέρμα- είναι για σώματα Φελπς, Μπιόντι, Σπιτς. Ή για το σπίτι, σε βρακί. Δίπλα στο κύμα ματώνουν τα μάτια.

Χαίρομαι σαν βλέπω παντρεμένες γυναίκες να ανάβουν το τσιγάρο, να παίρνουν μια τζούρα χορταστική και μετά να το δίνουν σ’ αυτόν που είναι μαζί τους. Υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Χαμογελάω κάτω από τα μαύρα μου γυαλιά όταν βλέπω κάποιους της κλάσης μου να μη παραδίδονται στον χρόνο. Ένα χτυπηματάκι στον κώλο της όταν ξεκινάνε να βουτήξουν παρέα, ένα φιλί -πεταχτό, έστω- στη βρεμένη γραμμή ανάμεσα στα στήθια της, είμαστε αλμπάνηδες οι αρχαίοι παντρεμένοι αλλά κάπου κάπου ξαναθυμόμαστε την παλιά μας τέχνη. Εν δήμω, έχει άλλη χάρη αυτό. Τα εν οίκω χλόμιασαν και θέλουν ξεπόρτισμα για να τα δει ο ήλιος, που και που.

Άντρες με ανοιχτά ποδάρια και μαγιώ ρεμάλι Reiser. Aυτή η Μάστιγα, η ενδέκατη πληγή του Φαραώ.

Δεν θα πω το Ψέμα, η πολλή -και περισσότερη από πολλή- παραπανίσια σάρκα πάνω στο σώμα δεν το κάνει ελκυστικότερο. Ειδικά σαν το αντικρίζεις σχεδόν γυμνό, ή τυλιγμένο σε άσχημα πανιά. Δεν παύει όμως να είναι μια σάρκα που πάλλεται και ζητάει να την ανατριχιάσεις, με τον ίδιον ακριβώς τρόπο που ανατρίχιαζε δεκαπέντε και είκοσι κιλά πριν.

‘Σκόνη κι αλάτι: ψόφα καλοκαίρι’ γράφει ο άλλος. Περιττή προτροπή. Αυτό πρόλαβε να αυτοκτονήσει με τον πρώτο ορυμαγδό που ξεχύθηκε   από τα ηχεία που ατενίζουν ξεδιάντροπα τη θάλασσα. Έκτοτε περιφέρεται απέθαντο ανάμεσα στον ιδρώτα και στη γύμνια μας.

Όσοι κι όσες έρχονται ως εδώ μόνο για να ποζάρουν (σελφιτζήδες και σελφιτζούδες πριν καν εφευρεθούν τα σμαρτφόουνς), έχουν την απεριόριστη σιχαμάρα μου. Χωρίς ελαφρυντικά.

Για τα παιδάκια που χώνονται ολόκληρα μέσα στις τζαμποσακούλες για να βγάλουν μπάλες, νερομπίστολα, καραβάκια, κουβαδάκια, παπάκια, απόχες, μπρατσάκια, σωσίβια, τζουγκράνες, φουσκωτούς χαρχαρίες και την ψυχή της μάνας τους, δεν έχω λέξη. Συμπόνια για τους τζαμποκουβαλητές μόνο.

Καταραμένες πωλήτριες μαγιώ. Πόσον κόσμο πήρατε στον  “μια χαρά στρώνει πάνω σας”  λαιμό σας για να ξεμπερδεύετε μιαν ώρα αρχύτερα. Καταραμένες.

τα αποθαμένα λάστιχα

IMG_0854

 

H συναρπαστικότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού ήταν εκείνο το Σάββατο που χωθήκαμε ανάμεσα στους πάγκους στο παζάρι απ’ τις εννιάμιση το πρωί, αφήσαμε πίσω μας δυο κιλά ιδρώτα αλλά πήραμε τρεις σακούλες με γιαρμάδες, κοντούλες, ντομάτες, μελιτζάνες φλάσκες και ντοματοπιπεριές (συν μια σακούλα με υπέροχα βρακιά για μένα), στο δρόμο για το αυτοκίνητο καθίσαμε μπαϊλντισμένοι από τη ζέστη κάτω από τα πλατάνια για καφέ ανακουφισμένοι που δεν μας ανήκε κανένα από το παιδομάνι που έτρεχε ντοπαρισμένο τριγύρω μας, πήγαμε στο μπακάλικο της γειτονιάς για ρώσικο σαλάμι αέρος, λίγα ντενεκεδάκια μπίρες και τσιγάρα κι όταν γυρίσαμε στο σπίτι πετάξαμε τα ρούχα μένοντας με τα βρακιά, μόνοι οι δυο μας, οι κατεβασμένες τέντες, τα μισοκατεβασμένα στόρια και το κλιματιστικό. Συγκρατήθηκα και δεν άνοιξα το φέισμπουκ για να δω την ωραιότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού των άλλων αλλά φαντάζομαι πως με διαφορετικά υλικά πολλές φορές καταλήγεις στο ίδιο αποτέλεσμα κι αν δεν καταλήγεις τόσο χειρότερο για τους άλλους. Όσην ώρα έπλενε τις ντομάτες, έκοψα τρυφερά μια καφτερή πιπεριά και έβγαλα τρία αβγά από κει που είχαν κρυφτεί, άγνωστο γιατί ποτέ δεν βρίσκονται εκεί που τα έβαλα αλλά με τα αβγά άκρη δεν βγάζεις. Δεν ήθελε, είπε, καγιανά γιατί μετά την ενοχλεί η ανύπαρκτη χολή της, ζήτησε να της κάνω ένα σάντουιτς με το ρώσικο σαλάμι, δυο φέτες ντομάτα και μια μπίρα και τα έφτιαξα όλα στην εντέλεια, ακόμη και τον αφρό στο ποτήρι. Τις υπόλοιπες ντομάτες και δυο ντενεκεδάκια τα περιποιήθηκα αυτοπροσώπως. Ενδιάμεσα ελήφθη μήνυμα από την μικρή “μη με ξαναπάρετε τηλέφωνο πριν τις 12, κοιμάμαι”, από τον μεγάλο ’κάνε δουλειά σου’ ως απάντηση στο ’να σου βάλω λεφτά σήμερα;’ Κι αφού τακτοποιήθηκαν όλα χωρίς άγχος και ρολόγια να μας καταδιώκουν, χωθήκαμε ο καθένας στον καναπέ του με τα πιάτα στο χέρι ζώντας μεγάλες στιγμές που ολοκληρώθηκαν με κλειστή τηλεόραση, μουγκά ηχεία, ξεφόρτιστα κινητά και μια λίγο καργιόλα σκέψη στο πίσω πίσω του μυαλού (χωμένη πιο βαθιά απ΄τα αβγά στο ψυγείο), ότι τριάντα χρόνια πριν (δεν) θα φοράγαμε βρακιά δυο νούμερα μικρότερα και ότι θα είχαμε αναβάλει το φαΐ προκειμένου να φάμε πρώτα ο ένας τον άλλον.

Λίγο πριν τις έξη που άνοιξα τα μάτια, ανακάλυψα με άγρια χαρά πως το βρακί ήταν κατεβασμένο χαμηλά αλλά πριν προλάβω να θυμηθώ αν ξαναγίναμε για λίγο εικοσικάτι θυμήθηκα πως το λάστιχο χαλάρωσε. Και τα πάθη μας επίσης αλλά ούτε μ΄αυτά βγάζεις άκρη,

Ήταν ένα ωραίο χαλαρό Σάββατο. Προς στιγμήν σκέφτηκα (αυτές οι ανόητες παρορμήσεις δεν εννοούν να με εγκαταλείψουν) να γράψω κάτι λιγότερο ’στο πόδι’, πιο πιασάρικο, πιο βαθύ και ψαγμένο σε νοήματα, πιο ποιητικό, πιο δουλεμένο, αλλά ακόμη και οι λέξεις μου ξεχείλωσαν και πέφτουν απ’ το πληκτρολόγιο στο πάτωμα και ποιός έχει μετά το κουράγιο και την υπομονή – και γιατί άλλωστε; – να σκύβει και να τις συμμαζεύει για να καλύψει τη γύμνια του..

η τελευταία φορά

 

 

13453654_1615417585439326_1608921754_n(2)

 

Παλιές φωτογραφίες δεν κατεβάζουμε από το πατάρι, δεν βγάζουμε απ’ τα κουτιά τους, ούτε σκαλίζουμε. Δεν τις αντικρίζουμε κατάματα, αυτό κυρίως.

Τέτοιες αποκοτιές έκανε η Πανδώρα (κι ας το ξέρουμε όλοι πως δεν ψαχούλευε για φωτογραφίες) και τα ’δαμε τα χαΐρια μας εξ’ αιτίας της.

Αν δεν σε φοβίζει η Πανδώρα, θυμήσου τη γυναίκα του Λωτ.

Έχω και μια μικρή ιστοριούλα πιο πρόσφατη, αν δεν σε συγκινούν οι παλιοκαιρίσιες μεταχειρισμένες.

 

……

 

‘Αυτή δεν είμαι γω‘, του είπε.

Ήταν καθισμένη με το μπουρνούζι στον καναπέ, είχε βαμβάκια ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών, μύριζε βρεμένη πετσέτα, σαπούνι και νωπό -ακόμη- μανό. Δεν του άρεσε καθόλου το χρώμα, του φάνηκε υπερβολικό μα ήταν λάθος στιγμή για να εκφράσει άποψη. Σε γυναίκα περιτριγυρισμένη από φωτογραφίες δεν αντιμιλάς, διαλέγεις προσεκτικά τις λέξεις και προσεύχεσαι βουβά.

Άπλωσε το χέρι της κρατώντας ένα τόσο δα κομμάτι από τυπωμένο χαρτί, ‘για δες‘.

Είδε. Αυτή δεν ήταν εκείνη. Της την έδωσε πίσω, καμώθηκε τον αδιάφορο.

‘Λοιπόν;‘

‘Λοιπόν τι; σίγουρα δεν είσαι εσύ; αν δεν είσαι, πώς βρέθηκε μέσα στις δικές μας;‘

Aυτό ρωτάω κι εγώ. Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας;‘. Άφησε τη φωτογραφία ανάμεσα στα πόδια της και έβαψε -με χέρι τόσο σταθερό που τον τρόμαξε- το τελευταίο νύχι.

And you, you can be mean.“Aνάμεσά μας”. Όχι ανάμεσά “τους”, όχι “μέσα στο κουτί με τις υπόλοιπες”, όχι “εκεί”. A ναι, έχουν το χάρισμα να κάνουν τη γλώσσα τους νυστέρι, λέιζερ, να σε σκίζουν σιγά σιγά χωρίς να χυθεί αίμα στο πάτωμα με τη μια. Και κυρίως χωρίς να χρειαστεί να σε κοιτάξουν. Μυρίζουν το ψέμα σου, τους σφυγμούς σου ή την σακατλίδικη αλήθεια σου κι αυτό τους αρκεί.

 ‘Δεν ξέρω, κάπως θα βρέθηκε’. Mικρή παύση για να βρει λίγο σάλιο. ‘Δεν είναι δικιά μου, αυτό το ανακριτικό σου το υφάκι  δεν το καταλαβαίνω κι ευτυχώς που δεν είναι σπίτι τα παιδιά‘.

Ένα βουνό από ψόφια ’δεν’, τόσο σαθρό που ήταν έτοιμο με την πρώτη ψιχάλα, με την πρώτη σωστή της λέξη (το ’νιωθε πως ερχόταν) να τον θάψει ζωντανό από κάτω.

‘Το υφάκι μου είναι το θέμα σου; Την ημερομηνία την είδες;‘

Ακολούθησε μια ακόμη παύση και κατόπιν τo βουνό κουνήθηκε λίγο, μια στάλα προς το μέρος του μ’ έναν υπόκωφο θόρυβο που θαρρείς βγήκε από τα σπλάχνα του στομαχιού του. Ποιαν ημερομηνία; Γιατί να έχει πάνω ημερομηνία; Γιατί να είναι μέσα στο κουτί; Τι της ήρθε να κατεβάσει φωτογραφίες με στοίβα τα ασιδέρωτα να περιμένουν παραδίπλα; Πρώτα κατέβασε τις φωτογραφίες και μετά μπήκε για μπάνιο; Τα νύχια άρχισε να τα βάφει αφού πρώτα είδε την φωτογραφία; Γιατί να είναι μέσα στο σκατόκουτο; Γιατί να βάφει τώρα νύχια; Γιατί τέτοιο άθλιο χρώμα;

‘Πες μου μόνο ότι δεν έβγαλες εσύ την φωτογραφία. Ούτε ποια είναι θέλω να ξέρω ούτε πόσο πριν και μετά τράβηξε, πες μου μόνο ότι εκείνη τη γαμημένη μέρα δεν ήσουν εσύ αυτός που πάτησε το κουμπί‘.

To βουνό άρχισε να καταρρέει με μια βουή που ταίρι δεν είχε. Όχι πως είχε ξεχάσει κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο με εκείνη που δεν ήταν αυτή αλλά δε λένε πως λίγο πριν πεθάνεις όλη σου η ζωή περνάει καρέ καρέ, κι ας είναι άτεχνο το μοντάζ, μπρος στα μάτια σου; Κι εκείνος δεν είχε καν ζωή ολόκληρη να δει τώρα, μια μέρα μονάχα. Για να ακριβολογούμε: ένα απόγευμα, μια νύχτα και μισή μέρα. Απομεινάρια δηλαδή.

 

…..

 

’Λοιπόν;‘, του είπε ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο από το τρίτο πακέτο.

Η θάλασσα κάτω από τα πόδια τους, το μελτέμι που αγρίευε, οι μπουρδουκλωμένες σκέψεις μέσα στο κεφάλι του, ο ήλιος που αποτρελάθηκε και κόλλησε στο max (αν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει ήλιος που κάνει θόρυβο δεν έχεις δει τίποτε στη χλιαρή ζωή σου), ίσα που την άκουσε να του το φωνάζει. Δεν το φώναξε καν, πιο πολύ σα να μονολογούσε, σαν να απορούσε με τον εαυτό της ήταν.

Άπλωσε τα πόδια της στο πεζούλι μπροστά, καιγόταν και ανατρίχιαζε μαζί. Οι απέναντι θα απολάμβαναν θεσπέσια θέα αλλά μόνο το πέλαγος, κύματα, δελφίνια και γλάροι -και ίσως, ίσως ένα πολύ μακρινό καράβι άλλης γραμμής- την έβλεπαν. Το τσιγάρο είχε ήδη μείνει μισό πριν καν πάρει δυο ρουφηξιές, φύσαγε πολύ. Σε λιγότερες από τέσσερις ώρες θα ξαναμπαίναν στο πλοίο της επιστροφής. Αν τη ρώταγες δεν θα ’ταν σίγουρη για ποιο λόγο ήρθε, μπορεί κιόλας να το μετάνιωσε. Εκείνος όμως ήταν πεπεισμένος πως ήταν τα στιχάκια που έφταιγαν για όλα. Το είχε αυτό το κουσούρι, πάντα σερνόταν ξοπίσω τους, πήγαινε όπου εκείνα θέλαν να τον πάνε. We could steal time, just for one day.

‘Μπορείς να μου πεις πώς διάολο βρέθηκε αυτή ανάμεσά μας;‘. Tώρα πια μιλούσε η απώλεια του ουδέποτε αποκτηθέντος, όχι εκείνη.

Δεν τον κοίταζε καν όταν το είπε, μα και να ’θελε ο ήλιος θα την τύφλωνε κι ας ήταν κρυμμένη πίσω από μαύρα γυαλιά. Αυτός την είδε, για τελευταία φορά όπως αποδείχτηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, μέσα απ’ τον φακό.

 

κλικ

 

Maybe we’re lying…then you better not stay

 

…..

 

‘Μαλάκα, πού κάηκες;‘ του ψιθύρισε ο κουμπάρος του το επόμενο απόγευμα, την ώρα που του έστρωνε το -ήδη μπαϊλντισμένο- γαμπριάτικο λουλούδι στη μπουτονιέρα. Τα μαρμάρινα σκαλιά από κάτω τους ζεματούσαν. Ένα σμήνος από φτηνές βεντάλιες made in China (προφανώς από κακοπληρωμένα China girls) πασχίζαν μάταια να δροσίσουν τον αέρα.

 

μερεμέτια

20100615-img_6661-4

 

 

Xτες βράδι δεν ονειρεύτηκα ότι κάποιος με αγαπάει, αυτά τα ψυχολογικά που βασανίζουν τους ευαίσθητους βάρδους του πλανήτη είναι από καιρό λυμένα και επιπλέον εδώ και καιρό έχει κηρυχθεί στάση ονείρων. Ούτε κακό ούτε καλό το λες, άλλωστε το τελευταίο όνειρο που θυμάμαι ήταν πολύ άνυδρο για να με συγκινήσει. Μπορεί να φταίει κι εκείνος ο ανεμιστήρας στο ταβάνι που κάνει νυχτερινές βάρδιες αδιάκοπα, αποθαρρύνοντας ο,τι πάει να προσγειωθεί στο κεφάλι μου με στόχο να τρυπώσει βαθιά μέσα και μαζί με τα ξερά την πληρώνουν και τα χλωρά.

Χτες βράδι, λοιπόν, αντί για όνειρο εμφανίστηκε μια σκιά στον τοίχο, ανάμεσα στη ντουλάπα και στην μπαλκονόπορτα, να μου γνέφει να πάω προς το μέρος της. Στην αρχή μου ’κανε νόημα ‘έλα’ με το ένα χέρι, μετά και με τα δυο. Καμιά ανατομική λεπτομέρεια πάνω της δεν πρόδιδε φύλο (δεν θυμάμαι καν να διάβασα κάπου αν οι σκιές έχουν φύλο, όπως τα αφεντικά τους), ούτε μια στιγμή γύρισε προφίλ, μόνο ένα χέρι, μετά δυο χέρια, να μου γνέφουν να πάω προς τα κει. Ψηλή ίσα με δυόμιση μέτρα, η μισή κρυμμένη πίσω απ΄ τις κουρτίνες, μετά ξεθάρρεψε και τις πέταξε από πάνω της, ύστερα ξανατρύπωσε στις δίπλες τους. Ήταν επίμονη, κάθε ’έλα’ απείχε (τα μέτρησα) δεκαπέντε δευτερόλεπτα από το άλλο. Τέσσερις προσκλήσεις κάθε λεπτό, διακόσιες σαράντα την ώρα, έχασα το λογαριασμό κατά τις τέσσερις το πρωί, έτσι τουλάχιστον έδειχνε το ρολόι δίπλα.

Δεν πήγα.

Περίμενα ακίνητος να βγει το πρώτο φως, σιγά σιγά χάθηκε.

Καλού κακού δεν άνοιξα την ντουλάπα, βολεύτηκα με όποιο ρούχο βρήκα πρόχειρο στον καλόγερο. Ούτε τις κουρτίνες τράβηξα κι ας άρχισε να τυφλώνει ο ήλιος, είναι άτιμη φάρα οι κουρτίνες. Κι αυτή στο μπάνιο, ίδια ράτσα και χειρότερη. Μπήκα, έριξα νερό πάνω μου, άλλο τόσο στο πάτωμα, κουρτίνα πάντως δεν έκλεισα, δεν πάει να γκρινιάζει όταν ξυπνήσει. Νερό είναι, θα στεγνώσει. Με τις σκιές που ζουν πίσω απ’ τις κουρτίνες δεν παίζεις.

Αποφάσισα από σήμερα να κοιμάμαι μόνο τα απογεύματα, μέχρι την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Μια, δυο ώρες το πολύ. Το να κατεβάσω τις κουρτίνες είναι κι αυτό μια κάποια λύση. Μα δεν είμαι σίγουρος πόσο ευγενικές μπορεί να είναι οι σκιές όταν πειράζεις τις φωλιές τους.

Ευτυχώς ο ανεμιστήρας γυρνάει ασταμάτητα τις νύχτες. Αν η σκιά αποφασίσει να βγει απ΄ τη γωνιά της, ελπίζω να την κάνει χίλια κομμάτια. Μετά θα πρέπει να σφουγγαρίζω πατώματα, να βάφω δυο μέρες τοίχους και ταβάνι αλλά χαλάλι. Είμαι σίγουρος ότι θα κάνω καλή δουλειά, δεύτερο και τρίτο χέρι αν χρειαστεί. Μ’ αυτά τα ’έλα’ και τα δάχτυλα που γνέφουν δεν παίζεις.

Θα πρέπει, όμως, να την πείσω να αλλάξει και μαξιλαροθήκες και σεντόνια. Μην τύχει κι αποκοιμηθούμε καμιά μέρα με τα απομεινάρια της ανάμεσά μας. Αυτά αν ποτίσουν πάνω σου δεν ξεβάφουν με τίποτε μετά.

άνοια

IMG_0683

 

 

Κάποτε έβγαινε που και που απ΄το λιμάνι. Όχι για μακριά, μη φανταστείς πλόες άξιους περιγραφής. Την άγκυρα όμως τη σήκωνε, αν ήσουν τυχερός άκουγες το αεράκι να χτυπάει τις τέντες, ξεπήδαγε μια υποψία μουσικής απ’ τα μεγάφωνα, τα ξεθωριασμένα κάγκελα μοιάζαν ξύλο ανθεκτικό στο αλάτι, πέρναγε ένα σμάρι πουλιά από πάνω, ρούμι υπήρχε, τα τηγάνια μπαίναν -όταν ο μάγειρας είχε κέφια- πάνω στη φωτιά, φτιαχνόταν κουτσά στραβά ένα παραμύθι.

Και το ’γραφα. Ήμουν τόσο φαντασμένος, τόσο εθισμένος με τις λέξεις που -θαρρούσα ότι- έβγαζαν μπαλκόνια στα ανοιχτά. Αυτά τα ‘ταξίδια στις βεράντες’, πρώτη θέση κατάστρωμα, τότε που βρισκόμασταν ακόμη με ανθρώπους σαν και μας. Παραμυθιασμένους, και παθιασμένους, με ιστορίες που ουδέποτε απέπλευσαν.

Τώρα με φωτάκια αναμμένα μια στις τόσες, σαπίζει ακίνητο στα ρηχά. Κάθε σούρουπο μας χαζεύουν γλάροι, την ώρα που βιάζονται -πετώντας διαγώνια, νοτιοανατολικά- να πιάσουν δουλειά σε μιαν άλλη ιστορία.

 

….

ντόλμπι σαράουντ

maxresdefault

 

Όλα τα Τρινιτά τα είδα είτε στο Rex ή στο θερινό Όσκαρ.

Το Όσκαρ μετά από δυο, τρία καλοκαίρια το έκλεισαν με λαμαρινοκατασκευές και συνέχισε μονοθεματικά με τσόντες, δυο έργα δυο. Δε λέω, είχε μια εναλλακτική ρομαντικότητα να βλέπεις μπουκωμένα γυναικεία στόματα, μυροβόλους θάμνους -ναι, είχαμε φαντασία- και στήθια τρισδιάστατα (τα μάτια  μας ήταν 3D γυαλιά από μόνα τους) να ξεχειλίζουν από την οθόνη όσο άκουγες τη βροχή να χτυπιέται πάνω στις λαμαρίνες αλλά τότε ήμασταν δεκατέσσερα και δεκαπέντε (μερικά δείχναμε ξετιναγμένα, παίρναμε ύφος δεκαεφτάρη μασώντας τρεις τσίχλες και μια στις τόσες άνοιγε η πύλη του παράδεισου μετά το ταμείο) και δεν πολυσκαμπάζαμε από ρομαντσάδες, μόνο αληθινές γυμνές γυναίκες, παλλόμενες, υγρές και φωνακλούδες θέλαμε να δούμε. Είχαμε στουμπώσει από τη χάρτινη μουγκή στέγνα των Playboy και των Penthouse.

Το Rex ήταν μια πορδή, χώραγε λιγότερους από εκατό ανθρώπους κάτω και πάνω. Ήταν τόσο χαμηλοτάβανο που άπλωνες το χέρι από τον εξώστη και έπαιρνες πατατάκια από το σακούλι του από κάτω, υπερβολή αλλά μια εικόνα δίνω. Αν δεν το ’λεγες κλειστοφοβικό, το ΄λεγες χουχουλιάρικο. Σήμερα δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, μάλλον αποθήκη. Πολλές καλές νύχτες μας τις ενταφιάσαμε κει μέσα και δεν ξέρω πώς καταντήσαμε τόσο χοντρόπετσοι που ούτε μια λοξή ματιά καταδεχόμαστε να ρίξουμε -σαν κεράκι, εν είδει μνημόσυνου- κάθε που περνάμε συχνά πυκνά απ΄έξω.

Σ’ αυτούς τους δυο ναούς εκκλησιαστήκαμε –πες το και κατηχητικό- με τον Tέρενς και με τον Μπαντ. Όμορφοι σαν τον γαλανομάτη δεν θα γινόμασταν ποτέ και το ξέραμε και το ξέραν και τα κορίτσια που μας περίμεναν μετά για να γκομενιάσουμε στη γειτονιά γιατί αυτές δεν καταδεχόντουσαν να σπαταλήσουν μιάμιση ώρα για ’τέτοιες αηδίες’, αλλά ελπίζαμε τουλάχιστον να μπορούσαμε να δέρνουμε κακούς σαν τον άλλον. Με κείνο το θεσπέσια χορταστικό σλαπ της σφαλιάρας και της γροθιάς (χωρίς ντόλμπι σαράουντ μάλιστα), που καμιά αληθινή σφαλιάρα και γροθιά δεν θα αξιωθεί να γεννήσει ποτέ της. Τελικά κακούς ή καλούς δεν δείραμε, οι περισσότεροι από μας. Αλλά το ρέψιμό του το τελειοποιήσαμε, μερικά skills θαρρείς και είναι έμφυτα.

Σήμερα διάβασα ότι πέθανε ο Bambino. Kάποιο απόγευμα λέω να περάσω μια βόλτα έξω από το Rex και να ρίξω μια λοξή ματιά στην πόρτα του που δεν είναι πια πόρτα αλλά τζαμαρία που πίσω της έχει παγωμένα γιαούρτια, τυρόπιτες και πίτσα στο χέρι. Αν δεν έχει πολλή φασαρία στο δρόμο πίσω μου, μπορεί και να καταφέρω ν’ ακούσω τον χοντρό να γκρινιάζει θυμωμένος και μεταγλωττισμένος Dont call me Bambino. Και μετά να μοιράζει, γαλαντόμα και  ξεκούραστα, δέκα μπουκέτα ολάνθιστες σφαλιάρες.

 

….

Ιστορίες για Αχρείους, ΙΙ

36341383

 

Για να φτιάξεις “γενιά των 700 ευρώ” χρειάζεσαι δυο. Με τρεισίμιση κατοστάρικα ο καθένας.

Βίαια αλλάζουν οι καιροί. Και οι συγγνώμες μας, αν ψελλίζονται, δεν αρκούν πια.

Τους τιμωρούμε, τους μισούμε επειδή είναι νέοι. Μεγαλύτερη ντροπή απ’ αυτήν δεν ξέρω.

….

Photo: Costas Masseras