Over?

peter_hammill_london_2018_2_photo_credit_james_sharrock

 

 

On Fridays I used to make up stories

One Friday they went away

 

Περάσαν σαρανταένα χρόνια από το Over. Kοντά δεκαπέντε χιλιάδες μέρες. Nights included.

Ο Μ αγάπησε τρία χρόνια αργότερα. Πολύ. Δεν μίλησε ποτέ, δεν χρειάστηκε. Στα είκοσι ή μιλάς πολύ ή τρώγεσαι με τα ρούχα σου, τουλάχιστον έτσι κάναμε τότε.

Δεν τον αδικώ που δεν είπε λέξη για κείνην που τον γάμησε ερήμην του, δεν την είδα ποτέ, δεν έμαθα καν το όνομά της. Υποθέτω πως υπήρχε, τουλάχιστον. Το ’χα από τότε το χούι, αν ο άλλος θέλει να μιλήσει ακούς, αν δεν θέλεις ν’ ακούσεις δεν ρωτάς, εύκολο, βολικό. Και τι γλώσσα να λυθεί άλλωστε άμα πίνεις ρόσο αντίκο με πορτοκαλάδα ή Βότρυς με παγάκια σε νεροπότηρο. Με μπίρες και ρετσίνες δεν μαγάριζε τον Θεό του.

Το πρωί με ξύπναγε -ναι, έριξα αμέτρητες κατάρες, από μέσα μου- με το Time heals, το βράδι ή τα ξημερώματα που γύριζα με υποδεχόταν με το Betrayed. Ενδιάμεσα δεν ξέρω τι έκανε. Πεταγόταν, μάλλον, ως το περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα. Δεν είμαι σίγουρος αν έτρωγε, δεν τον ρώτησα ποτέ, ήταν κλειστές και οι συρόμενες πόρτες, “όταν είναι κλειστές δεν μπαίνεις, δεν χτυπάς, δεν ρωτάς, δεν μιλάς”. “Kι αν έχεις πεθάνει ρε μαλάκα;”. “Θα μυρίζω άσχημα, τότε μπες”.  Η Σχολή δεν τον είδε για ένα μήνα, μπορεί και παραπάνω. Αυτόν που μια παράδοση να έχανε, έτρεχε για εξομολόγηση.

Το δισκάκι έλιωσε. Έγινε ένα με το πλατό. Πιο πολλές φορές μπήκε η βελόνα μέσα του παρά στο χέρι της Τζάνις, του Jimbo και του Χέντριξ μαζί. Έμαθα τα στιχάκια απ’ έξω. Ένα προς ένα. Λέξη προς λέξη, παύση προς παύση. Ήξερα πότε θα πάρει ανάσα ο Χάμιλ, πότε θα ουρλιάξει, πότε θα ψιθυρίσει, πότε θα κλαίει, πότε θα θυμώσει, ποια μέρα έκανε yoga, ποια στιγμή θα φωνάξει “I love you, I love you!”, ποιάν ακριβώς ώρα τον άφησε εκείνη η καργιόλα η Alice, ό,τι όνομα και να ΄χε. Όλες έχουν όνομα.

Τη μέρα που ξύπνησα κι άκουσα John Mayall (ναι, ήμασταν άλλης ράτσας μαλακισμένα) κατάλαβα πως τέλειωσε το πένθος. Το ίδιο βράδι, επιστρέφοντας από μπίρες στην Aγία πλατεία του Αγίου Θωμά, άνοιξαν και οι συρόμενες.

Ελπίζω (δεν τα συζητάμε αυτά στα -άντα και στα -ήντα) κάποια στιγμή, στα χρόνια που ακολούθησαν -παντρεύτηκε, ήρθαν παιδιά, κοντεύουν και εγγόνια-, να τις ξανάκλεισε λίγο.

Advertisements

καισαρικές

IMG_2065

 

Πρωί χωρίς μεγάλες ζέστες, δυο Κυριακές, δυο βουτιές, ήδη. Πρώτη φορά Μάιο μετά από αιώνες, o βορράς δεν είναι παίξε-γέλασε. Παραδίπλα ψυχή, μπλε, αέρας και τσιγάρα μόνο. Ζήτημα να βγήκαν απ΄το στόμα μας τρεις κουβέντες, καλό ήταν αυτό. Όχι γιατί ξεχάσαμε να συζητάμε αλλά γιατί, επιτέλους, αγαπήσαμε την σιωπή την ώρα που ακούγεται το καλύτερο σάουντρακ στον κόσμο. Ως και οι ανομολόγητες σκέψεις μας έκαναν τη χάρη και το βούλωσαν.

Διακόσια μέτρα μακριά μας, άλλοι δυο. Κι άλλοι τρεις, μπορεί και τέσσερις, ποιος φοράει μυωπικά γυαλιά εκεί, από την άλλη πλευρά. Κανείς μόνος. Κρίμα αλλά καταλαβαίνω το γιατί. Κάποτε πήγαινα μόνος και μίλαγα ασταμάτητα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι έσερνα κι άλλους πολλούς μαζί. Τώρα δεν χωράμε απέναντι απ’ το μπλε.

Δυο νησιά απέναντι. Δεξιά κι αριστερά, ακίνητα. Τόσα χρόνια εκεί, άγκυρα, μουλαρωμένα. Ανάθεμά με κι αν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν φουρφούρισε το μέσα τους να πάνε λίγο μακρύτερα. Δεν λαχταράει η ψυχή τους να δουν κι άλλα μέρη; Ή φοβούνται μη τα ξεχάσουμε; Και στου διαόλου τη μάνα να πήγαιναν, πάλι θα τα βρίσκαμε. Αμέτρητα ’πρώτη φορά’ μας πάνω τους τα ζήσαμε, αλάθητο στίγμα, καρβουνάκια, λουμίνια, θυμίαμα, μνημόσυνα. Φτάνει.

Φυσάει και το τσιγάρο ανάβει με την τρίτη, την τέταρτη, την έκτη. Μόνο φτηνιάρικους αναπτήρες εκεί. Για την κάβλα της αναμονής της αναμμένης κάφτρας και της πρώτης ρουφηξιάς βρεμένος. Φτηνές ιεροτελεστίες, αυτές μας πλούτισαν όμως.

Αύριο πρωί πετάω, ξανά. Δεν αντίκρυσα ούτε ένα γλάρο σήμερα.

 

 

The Great Comeback

 

Looking for inspiration

 

 

Δέκα μήνες μετά, συνειδητοποίησε οτι οι τσαλακωμένες σελίδες δεν είχαν καν μια τόση δα μουτζούρα πάνω τους.

sealed with a hiss

Cigarette_ash

 

 

 

Το είχα κρατημένο αυτό το μισοκλεμμένο τιτλάκι. Το ΄χω συνήθεια, όπως κάναν κάποιοι παλιοί που γράφαν δυο στιχάκια (που ίσως αυγατίζαν, ίσως όχι) πάνω σε τσιγαρόκουτα. Τα πλακέ. Ποια σμάρτφον και ποια τάμπλετ. Δεν βγάζεις τσιγάρα μέσα από κινέζικα και κορεάτικα μαραφέτια. Κι ας νομίζεις ότι βρίσκονται σεκλέτια και ρουφήγματα και φυσήματα κρυμμένα κει μέσα. Τίποτε δεν βρίσκεται.

 

Το είχα, λοιπόν, κρατημένο αυτό. Για να βρω δέκα λέξεις να αραδιάσω από κάτω. Τέσσερα χρόνια πάνε, δεν βρήκα. Πέμπτο δεν περιμένω, ας τις γράψει κανένας άλλος. Ή ας ξεφυσήξει, από ανακούφιση, από στούμπωμα, από ουφλάντισμα έστω.

 

 

(5/6/2013)

casting lazy shadows

97090030

 

 

 

Tα παιδιά ήταν, ακόμη, budget size. Τέσσερα, ούτε καν, ο ένας, είχε χρονίσει το μικρό. Είπαμε να τολμήσουμε να τα αφήσουμε πίσω, σε σίγουρα χέρια, για δυο νύχτες. Να ξαναδούμε πώς είναι, πλέον, το ‘μόνοι’ πάνω σε ξένα σεντόνια.

Οικογένειες. Σίγουρα ξενοδοχεία, για τους πιο τυχερούς. All inclusive, καλό και κακό μαζί. Ο Λάνθιμος μας τα μπέρδεψε πολύ αργότερα.

Φύγαμε νωρίς. Είναι αλλιώς ο κόσμος στις εφτάμιση το πρωί τα καλοκαίρια. Και τα λιμάνια αλλιώς και τα καράβια και οι κάβοι, ακόμη και οι γλάροι. Και ο καφές αλλιώς, διπλός ελληνικός, την ώρα της αναμονής. Χαζεύοντας ασπροντυμένους ένστολους με αστεία μπογιαντισμένα παπούτσια και ξεφτισμένα κορδόνια.

Όχι, δεν θέλω τσιγάρο.

Η θάλασσα. Γράψαν άλλοι γι αυτήν. Δεν έμεινε λέξη. Κανένα τραγουδάκι μόνο, ίσως.

Βγαίνουμε τελευταίοι από τον καταπέλτη. Εμείς και δυο ζευγάρια με δίτροχα. Τα κορίτσια είναι ήδη μαυρισμένα. Τα τιραντάκια χαϊδεύουν τους ώμους τους, ο πρωινός ήλιος τα πόδια τους. Μετά θα αναλάβουν άλλοι. Έτσι πάνε αυτά.

Στρίβουμε δεξιά. Σιγουράντζα. Για κει που μείναμε το τελευταίο καλοκαίρι πριν. Πέντε χρόνια. ‘Πάρε λίγα νερά να ’χουμε’. Ύπουλο πράμα οι αφυδατώσεις.

Πετάω τη σακούλα με τα νερά στο πίσω κάθισμα. Πατάω το play. Θα μας πάρει ένα τέταρτο να φτάσουμε. Όσο θέλει μια ιστοριούλα να γραφτεί, πάνω κάτω.

Δώσε ένα τσιγάρο τώρα.

δυο δισκάκια τον Αύγουστο (και δώδεκα φεγγάρια μπόνους)

 

τρία, δυο, ένα, πάμε

 

 

Είναι Αύγουστος, νομίζω. Τα πάντα γύρω καίνε, το μέσα της όμως έχει λιώσει. Κι εγώ μαζί, κάνω ό,τι μπορώ αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά τα «ό,τι» δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Τριών χρόνων (ούτε καν) ο ένας, τριών μηνών η μικρή. Έχουμε ακούσει, έχουμε διαβάσει για τα μεθεόρτια της κύησης και τα -πολλές φορές- πηχτά κατακάθια που αφήνει στην ψυχή, άσε το σώμα, αυτό έπεται, ξανακαλουπώνεται, σοβαντίζεται με κάμποσους τρόπους. Για το μέσα που είναι αθέατο -κι άσε να λένε οι παπάδες, οι ποιητές και οι γιατροί- ούτε σκαλωσιές βρίσκεις εύκολα, ούτε καλά μαστόρια πάντα. Κλαίει βουβά εδώ και μέρες, βδομάδες, κάνει πως γελάει όταν είναι με κόσμο, χώνεται σε σκοτάδια όταν μένει μόνη κι ας είμαι συνέχεια δίπλα. Φοβάμαι και φοβάται και κανείς δεν μιλάει, τα κρακ ακούγονται, το τρέμεις αυτό το τσόφλι που πάει να σπάσει. Είναι Αύγουστος, νομίζω. Προσπαθούμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας, επί βδομάδες ότι φαγητό μπαίνει στο πιάτο έτσι φεύγει -άντε με δυο τρεις μπουκιές λιγότερες- για τον κάδο. Drugs don’t work. Θα φύγουμε λίγες μέρες οι δυο μας, λέμε. Kάνει καλό, μας είπαν οι άνθρωποι που τα σπουδάσαν αυτά. Και ξελέμε πριν καν στεγνώσει το νερό από το ντους πάνω μας. Δεν πάω πουθενά, λέει. Κι εγώ στο πουθενά θα μείνω, μαζί. Το μικρό είναι ήσυχο, κοιμάται νωρίς, ξυπνάει αργά, δεν μας ξενυχτάει, φοβόμαστε να το πάρουμε αγκαλιά μήπως και το μολύνουμε με το μαύρο μας, λίγων βδομάδων ψιχουλάκι. Φοβόμαστε να της χαμογελάσουμε μη τυχόν και φανούν δόντια. Είναι Αύγουστος και φοβόμαστε, τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί που φοβούνται τον Αύγουστο; Σκαλίζουμε τα πιάτα μας, μηχανικά. Κοιτάμε το κενό. Μηχανικά, συνειδητά, δεν ξέρω, περάσαν και εικοσιδυο χρόνια. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω εγώ, μόνο εγώ απαντώ πλέον, εκείνη δεν ακούει τηλέφωνα, πολλές φορές δεν ακούει και ανθρώπους να της μιλάνε. Shrinks don’t work. Ακούω, γνέφω ναι μόνος μου, κάνω υπολογισμούς μόνος μου, λέω εντάξει μόνος μου, είναι φορές που τα «μαζί» είναι αδιέξοδα και χρονοβόρα. Δεν πάω πουθενά, λέει. Νωρίς το απόγευμα ξεπαρκάρουμε. Πριν πέσει ο ήλιος φτάνουμε. Δεν πάω πουθενά, λέει όσο οδηγώ κοντά τριακόσια χιλιόμετρα. Εκεί πάμε, λέω.

Το μικρό δάσος πίσω τους ήταν φωτισμένο. Αυτοί οι τέσσερις, ίσως πέντε, αν δεν ξέχασα να μετράω, περάσαν βλέπεις και εικοσιδυο χρόνια, είχαν φως δικό τους. Για δυο, δυόμιση ώρες. Που έφτανε και περίσσεψε και για κείνην, για μας. Για τα τριακόσια χιλιόμετρα της επιστροφής, για μετά, για πολύ.

Πριν τρία χρόνια -Αύγουστος ήταν, δεν γινόταν αλλιώς- έδωσα στη μικρή δυο δισκάκια. Και μια φωτογραφία, από κείνη τη νύχτα. Με ρώτησε τι είναι αυτά και γιατί, δεν είναι πολύ μαθημένα αυτά τα μικρά με τέτοια παλιοκαιρίσια. Music works, ήθελα να της πω. Αλλά μου φάνηκε πολύ κλισέ, πολύ σλογκανίστικο, πολύ λίγο. Χαμογέλασα μόνο, άφοβα πλέον και είπα “δικά σου”. Δεν χρειάζεται να ξέρουν τα πάντα. Ίσως το μάθει τώρα, από δω.

 

 

twelve-moons1

 

1123

10898222_1566718980239980_5280041979808234369_n

a tale of two glasses

37924167

Η επικοινωνία τους στα ίνμποξ είχε ξεκινήσει πριν πέντε εβδομάδες. Τυπικά και με κάποια προσεκτικά πειράγματα στην αρχή, ζυγίζαν ο ένας τον άλλον, γρήγορα προχωρήσαν σε προσωπικά δεδομένα αφού κανείς δεν φάνηκε να  κλέβει στο ζύγι. Στις τρεις εβδομάδες αποκαλύψαν τη γύμνια τους με πίξελ, ήπια στην αρχή, χωρίς μέτρο μετά. Στις δυο εβδομάδες ανακαλύψαν ότι εδώ και χρόνια γράφαν τις ίδιες ιστορίες, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, ακριβώς με την ίδια αρχή, μέση και τέλος. Τρόμαξαν και οι δυο. Ειδικά όταν δυο ιστορίες καλά κρυμμένες μέσα στους σκληρούς τους δίσκους ήταν τόσο ίδιες όσο ούτε ο καλύτερος γενετιστής θα μπορούσε να καταφέρει. Μετά από αυτό δεν μίλησαν για μια εβδομάδα. Προχτές, μετά από πολλή σκέψη, του έστειλε μήνυμα να βρεθούν. Εκείνος δίστασε αλλά είπε εντάξει.

Οι άλλοι θαμώνες στο εστιατόριο ήταν απορροφημένοι με τα δικά τους. Όχι τόσο πολύ όμως ώστε να μη προσέξουν τον άντρα που έβαζε κρασί σε δυο ποτήρια, έγνεφε ΄ναι΄, όχι’ και ’ίσως’, μερικές φορές μιλούσε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι και στο τέλος χάιδευε ένα φανταστικό χέρι απλωμένο προς την πλευρά του.

Όταν εκείνη γύρισε σπίτι έσβησε όλους τους λογαριασμούς της. Πολλά μπορεί να αντέξει κανείς αλλά να κάθεται σε ένα τραπέζι βάζοντας κρασί σε ένα ορφανό από στόμα ποτήρι, να γνέφει ’ναι’, ΄όχι’, ’ίσως’ και ‘μάλλον’ και να μιλάει χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι όσο είχε απλώσει το χέρι της μήπως και συναντηθεί με κάποιο άλλο, όχι.

____