one of these days

34222840

Δεν ξέρω τι καιρό έκανε στην Πομπηία λίγο πριν τον μεγάλο χαμό. Τέλος Αυγούστου ήταν, Μεσόγειος είναι, μπορείς βάσιμα να υποθέσεις πως έκανε ζέστη, ο κόσμος έπινε, έτρωγε, φιλούσε, υπέφερε, κοιμόταν, έχυνε, μάλωνε, χάιδευε τα μαλλιά των παιδιών του, έπαιζε με τα ζωντανά του, μετρούσε δηνάρια και τα κιλά της σοδειάς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.

Ο φετινός Ιούνιος είναι μαλωμένος με το θέρος. Βρέχει καθημερινά. Ζέστη δεν ξέρουμε ακόμη τι θα πει εδώ στα βόρεια, οι μπαλκονόπορτες τα βράδια σχεδόν σφαλίζουν, η ψύχρα και η υγρασία τις νύχτες δεν χαμπαριάζουν από ημερολόγια. Κατά τα άλλα η ζωή μας κυλάει κανονικά. Πίνουμε, τρώμε, φιλάμε, υποφέρουμε, κοιμόμαστε, χύνουμε, μαλώνουμε, χαϊδεύουμε τα μαλλιά των παιδιών μας, την κοιλιά των ζωντανών μας, μετράμε ευρώ, μετράμε τα τελευταία κέρματα, μετράμε ώρες και πληρώνουμε λογαριασμούς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.

Υποθέτοντας ότι δεν υπάρχει κάποιος κρυμμένος Βεζούβιος κάτω απ΄ τα πόδια μας ή μέσα μας, υπάρχει αύριο. Όχι για όλους, μέχρι να γράψω αυτές τις δέκα γραμμές τρεις άνθρωποι θα έχουν πεθάνει σ’ αυτή τη χώρα, αν χτυπήσει κάποιο τηλέφωνο και καθυστερήσω να βάλω τελεία μπορεί να γίνουν και πέντε, έξη, αλλά εξόν απ’ τους διακόσιους ενενήντα που μας αποχαιρετούν δια παντός καθημερινά, οι υπόλοιποι θα είναι εδώ και αύριο. Το πώς, άλλη ιστορία.

Θέλω να καταλήξω πως ο,τι και να αποφασιστεί εκεί στα κατωχωρικά γαλατικά εδάφη της κάποτε Germania Inferior των Ρωμαίων, κάποιοι θα θυσιαστούν -αν και εξ όσων θυμάμαι δεν είχε Μινώταυρο στα στενά της Πομπηίας μα σήμερα θα βρεις κάμποσους πρόθυμους μακελάρηδες εδώ και παραέξω-, κάποιοι θα μείνουν πίσω ανέστιοι, κάποιοι θα πλουτίσουν πάνω στις στάχτες, κάποιοι θα έχουν προλάβει να φύγουν μακριά, πάντα έτσι γίνεται στις κάθε λογής Πομπηίες. Δεν είναι ντε και καλά history repeating, δεν είναι κισμέτ μα ούτε και save & restart παιχνιδάκι.

Μα το χειρότερο  για μένα, τον ενίοτε εκτός τόπου και χρόνου (αυτοπροστασία για να μη σκάσει ο Βεζούβιος μέσα μου) είναι πως κανένα live δεν θα γίνει πάνω στα ερείπιά μας. Το πολύ πολύ να εμφανιστεί κανείς Παντελίδης. Live at Grecaei.

…..

Advertisements

weird fishes

34189992

Στο νησί απέναντι, σαράντα -και βάλε – χρόνια πριν.

O πατέρας μου -δεινός ψαροφάγος- διάλεγε πάντα το ψάρι που θα τρώγαμε. Μια-δυο φορές τις δέκα μέρες που κρατούσαν οι διακοπές μας, η ίδια ιεροτελεστία. Αν τύχαινε να βρεθεί συναγρίδα ήταν ευτυχισμένος, δεν είχαμε καλές σχέσεις με ψαροκόκαλα και αυτή η άσπρη σάρκα ήταν λαχείο. Τότε τις κόβαν και φέτες, χωρίς πολλές πολλές γκρίνιες. Πήγαινε στην κουζίνα, τις επιθεωρούσε στο ψυγείο, έδειχνε «αυτήν», έμενε πλάι στη ζυγαριά για να αποφύγει τα απρόοπτα και δεν επέστρεφε στο τραπέζι παρά μόνο τη στιγμή που οι μερίδες μας ακουμπούσαν πάνω στη σχάρα και δίπλα τους περίμενε η πιατέλα με το χαρτάκι που ΄χε πάνω σημειωμένο το ζύγι. Εκείνος έτρωγε πάντα κάτι άλλο, μπορεί ένα γιουβέτσι, μια μακαρονάδα, γεμιστά πιπέρια, μπριάμ. Ο προϋπολογισμός των διακοπών άρχιζε και τέλειωνε στα παιδιά του και στη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς διάλεγε. Μάλλον να είναι ο μπαμπάς μας. Τότε δεν καταλάβαινα τι μπορεί να σημαίνει αυτό, τώρα πια -που μπήκα κι εγώ στο πετσί του ρόλου- ξέρω καλά.

Μετά τα δεκαεφτά, τα καλοκαίρια μας δεν ξανασυναντήθηκαν σε τραπέζια παρά μόνο μετρημένες φορές, εθιμικά, γρήγορα και συνήθως με το βλέμμα στο ρολόι. Έτσι γίνεται, καθένας στη ζωή του. Birds fly.

Όταν όμως τις λιγοστές και σπάνιες πια μέρες των διακοπών μας βγαίνουμε έξω, μόνοι ή με παρέες (χωρίς τα παιδιά πλέον, ήρθε αναπόφευκτα η σειρά μας), όπου κι αν καθίσω και πριν καν προλάβω να παραγγείλω, τον βλέπω σαραντάρη να μπαίνει φουριόζος στην κουζίνα για να προλάβει να διαλέξει τα καλύτερα κομμάτια για μας. Κρέας να παραγγείλουμε, συναγρίδα διαλέγει. Παράξενα πράγματα, αυτονόητα για τους μπαμπάδες.

Kι ύστερα τον βλέπω να δείχνει με καμάρι στο σερβιτόρο το τραπέζι μας. Λέγοντάς του, λάμποντας, «εκεί, σ’ αυτούς». Μόνον εγώ τον βλέπω και με βλέπουν οι άλλοι να χαμογελώ και κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει γιατί, είναι σπάνιο σήμερα να βλέπεις ανθρώπους να χαμογελούν έτσι, στα καλά του καθουμένου, γιατί το μυαλό τους ξαφνικά πλημμύρισε από ευτυχία.

Να ‘σαι καλά ρε μπαμπά, σ’ ευχαριστώ για όλα. Και για τα καλοκαίρια μαζί σου, που αντέχουν ακόμη.

….

η μεγάλη ανατριχίλα

34158159

Άλματα η ιατρική επιστήμη, λέει.

Κολοκύθια.

Μια μέρα μπαίνει ένα πράμα σαν βρεμένη πατσαβούρα στο στομάχι σου και ούτε αξονική, ούτε μαγνητική, ούτε ακτίνες, ούτε γαστροσκόπηση το βρίσκουν. Με το που καταλαβαίνει η πατσαβούρα ότι έρχεται να την αναζητήσει άλλος εισβολέας  -τι θράσος, να σκέφτεται έτσι ο ένας εισβολέας για τον άλλον-  φεύγει απ΄ το στομάχι και τρέχει να τρυπώσει στο κεφάλι, στα πλευρά, στα πνευμόνια, στα γόνατα, στα μάτια, σε όποια κύστη βρει πρόχειρη. Δεν είναι παρείσακτος πλέον αλλά ένοικος. Αφεντικό. Έραψε το ενοικιοστάσιο στα μέτρα του. Σαράντα ειδικότητες να επιστρατεύσεις, σε εκατό μηχανήματα να μπεις, ανάθεμά με κι αν βγάλουν άκρη. Κρυφτό, κανονικό. Πώς να βρουν κάτι ανύπαρκτο; άυλο;

Κι έχεις και τους shrinks να αποφαίνονται «δεν είναι τίποτε, έχεις έναν άνθρωπο κολλημένο πάνω σου».

Μιλώντας στην πατσαβούρα.

Αλμπάνηδες.

….

pet stories

463245213_5425a2712c

 

Τα πράγματα που δεν ήταν καλά, ολισθαίνουν προς το ακόμη λιγότερο καλά. Από πείσμα αγκαλιάζω την περιφραστικότητα και  δεν χρησιμοποιώ λέξεις όπως «άσχημα» ή «κακά». Από πείσμα και από συναίσθηση του τι γίνεται γύρω, αν εγώ είμαι άσχημα τότε τι είναι οι διωγμένοι, οι ισοπεδωμένοι, οι ακρωτηριασμένοι, οι δαρμένοι;

Χτες βράδυ στο μπαλκόνι, σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα του σπιτιού, πέφτει ξώφαλτσα το μάτι μου στα πολεμικά ανακοινωθέντα. Ασυναίσθητα μου ξεφεύγει ένα αχνό «ωχ»,  χαμηλόφωνο, σχεδόν ουδέποτε ειπωθέν.  Ακούει και τις σιωπές μου όμως.  «Άσχημα;»,  με ρωτάει, μαζεύοντας τα λερωμένα ποτήρια του αργοπορημένου απογευματινού καφέ. «Μάλλον όχι καλά»,  απαντώ. Εκεί, γινάτι. Δεν έχεις καρκίνο, την κακιά αρρώστια έχεις. Κορόιδευα τους παλιούς, τα λουζόμαστε τώρα εμείς οι σπουδαγμένοι, οι ορθολογιστές. Ρίχνοντας στο μαυροζούμι κι ένα «μάλλον», για να κατεβαίνει ευκολότερα.

Βάζω  jazz radio για να αποκτήσει τεατράλε υπόσταση το σκηνικό, μετά καθόμαστε και κάνουμε υπολογισμούς στα μουγκά. Όχι με λάδι και ξύδι, με αμόλυβδες και διόδια. Με θέα άδεια, σκοτεινά μπαλκόνια ολόγυρα. Mα πού πήγαν όλοι;

Είχαμε, έχουμε ακόμη δηλαδή, πέντε ευρώ στην άκρη (ακόμη, ασυναίσθητα, πολλές φορές λέω «πέντε δραχμές», μη τυχόν και φανούν πολλά τα ευρώ και μας ματιάσει κανείς). Λίγα, ίσα για βενζίνες τριών ημερών και ένα δίκλινο για τρεις νύχτες. Τόσα αντέχουμε, με τόσα θα ποτιστούμε.

Άλλοι δεν έχουν δει σταγόνα πάνω τους εδώ και χρόνια. Μη μιλάς. Δεν μιλάω.

Σκεφτόμαστε, αν και δεν λέει κουβέντα ο ένας στον άλλον, να τα αφήσουμε κι αυτά τα πέντε ευρώ στην άκρη, να κάτσουμε στον κώλο μας. Απ’ το τραυματισμένο μυαλό μας (τι να πουν και τα πολτοποιημένα αλλωνών) περνάνε αναπάντεχοι λογαριασμοί, κάποιο φάρμακο που δεν το καλύπτει η συνταγογράφηση και τα πλαφόν, επίσκεψη σε ιατρεία που οι πινακίδες τους γράφουν εξωτικές ειδικότητες που τις αγνοεί το νοσοκομείο μας, κανένα μερεμέτι στο μπάνιο που άρχισε να μας κάνει νερά και θα βουλιάξουμε μαζί του στο τέλος, τέτοιες τρύπες, τέτοια βουλώματα.

Την ακούω, αν και λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα της, να λέει «ούτε τρεις μέρες ρε πούστη μου; ούτε τρεις μέρες το χρόνο; εδώ φτάσαμε;». Την διακόπτω, χωρίς να ακουστώ. «Ας μην είμαστε αχάριστοι, πέρυσι μπήκαμε και σε αεροπλάνο, τι να πουν κι άλλοι που δεν ξέρουν τι θα πει ενοικιαζόμενο, ξενοδοχείο, αντίσκηνο έστω».

Αυτοί οι «άλλοι». Η, ερήμην τους, κατάρα μας.

Φέρνω δυο κουτάκια μπίρα. Δεν θέλω, μου γνέφει.  Μην πιεις κι εσύ,  λέει, μετά παραπονιέσαι για την μπάκα σου. Δέκα λεπτά σιωπής και πάντα βρίσκει τρόπο να την σπάει υποδειγματικά, ρίχνοντας κι άλλο αλάτι στις πληγές, κι άλλο κάρβουνο στο καζάνι της ενοχικότητάς μου. Των ατέλειωτων «ναι, μεν, αλλά». Των «μήπως να». Του «άσε πρώτα να δούμε». Κάποτε ζούσε μαζί μας ένας αυθορμητισμός. Κομματάκια τον κάναμε, τον λιανίσαμε, τον φάγαμε σαν κανίβαλοι, ίχνος του δεν θα βρει το CSI ακόμη κι αν κάνουν φύλο φτερό το σπίτι. Ερασιτέχνες, σκιτζήδες, δεύτεροι.

Θα βρούνε κάποιον άλλο, όμως. Δεν αντέχουμε χωρίς pet σ΄ αυτό το σπίτι.

Τώρα συζούμε με έναν Μινώταυρο. Καμιά σχέση μ’ αυτόν του Μπόρχες. Ο δικός μας δεν τρέχει να μας αγκαλιάσει από λαχτάρα και χαρά μόλις μας βλέπει,  ξέρει καλά πόσο εύθραυστοι μπορούμε να γίνουμε αν μας σφίξει εκεί που ραγίσαμε. Μας θέλει ολόκληρους, θρύψαλλα του είμαστε άχρηστοι. Τρύπωσε στο τριάρι μετά από μας, ήρθε και μας βρήκε, δεν πήγαμε εμείς απρόσκλητοι στα λαγούμια του. Δεν μιλάει ποτέ. Δεν κάνει φασαρία, ούτε άνω κάτω το σπίτι, δεν έσπασε τίποτε μέχρι τώρα, δεν ρήμαξε καμιά γωνιά. Κάθεται μόνο αμίλητος μαζί μας στο τραπέζι, στους καναπέδες, στο μπαλκόνι,  χώνεται ανάμεσά μας στο κρεβάτι, έρχεται ακόμη και στο μπάνιο. Γι αυτό δεν ρημάζει τίποτε, μόνο με το μέσα μας ασχολείται. Εκεί βρήκε σκοτάδια, γωνιές, ερημιές, φόβο. Αυτόν μυρίζει, μ’ αυτόν τρέφεται.

Όταν λείπουμε απ’ το σπίτι, μας περιμένει υπομονετικά να γυρίσουμε, πάντα γυρνάμε, πάντα είναι εκεί. Κάθεται και μας κοιτάζει στα μάτια, όσο κι αν προσπαθούμε να μη διασταυρώνονται τα βλέμματά μας. Απ’ τα ρουθούνια του τρέχουν μύξες και βγαίνει μια πηχτή, βρώμικη ανάσα. Ποτίσαν οι τοίχοι με την βαρβατίλα, κουραστήκαμε να σφουγγαρίζουμε σάλια και μύξες απ΄ τα πατώματα. Κάποιες φορές τον είδαμε να χαμογελάει σαρκαστικά, δεν ξέρω αν είδες δόντια Μινώταυρου αλλά αν δεις ποτέ δεν θα κατορθώσεις να τα ξεριζώσεις απ’ το μυαλό σου.

Προχτές, την ώρα που εκείνη καθάριζε μπάμιες (φρέσκα φασολάκια καθαρίζουν μόνον στα ποιήματα), ακούστηκε η φωνή του για πρώτη φορά. Της είπε ότι φέτος θέλει να ‘ρθει μαζί μας, όπου κι αν πάμε, όσο λίγο κι αν λείψουμε. Για να μη μας αφήσει λεπτό μόνους. Κόντεψε να κοπεί αλλά του είπε ναι, δεν χρειάστηκε καν να με ρωτήσει. Δεν θα πάμε πουθενά αλλά έλα μαζί μας καργιόλη, χώσου κι άλλο στο μυαλό μας και έλα. Του είπε ναι, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μη τυχόν και πάθουμε κάτι μακριά απ’ αυτόν και ξεμείνει πίσω, με τα παιδιά. Που δεν μπορούν, ευτυχώς, να τον δουν και να τον μυρίσουν. Ακόμη.

Τα παιδιά. Μεγαλώνουν, φεύγουν απ΄ το σπίτι, κι εμείς ακόμη ξυπνάμε τις νύχτες για να τα σκεπάσουμε, μη τυχόν και πουντιάσουν.

Εκείνο που με τρομάζει πολύ (δεν της είπα) δεν είναι ο φόβος μας που τον τρέφει. Είναι μη γίνουν τρεις οι μινώταυροι σ’ αυτό το σπίτι. Πρέπει να βρούμε τρόπο, μέρα θα ‘ναι, νύχτα θα ‘ναι, δεν ξέρω, να τον κάνουμε να πεθάνει από ασιτία.

 

…….

E la nave va. And the band played on.

34124879

Eννιά λέξεις, δανεικές, ούτε καν, κατακλεμμένες. Και η εικόνα το ίδιο. Το καράβι εχάθη (αν υποθέσουμε πως είχε δέσει, κάποτε), οι μουσικοί   -απλοί περαστικοί, μα ας είναι, ταιριάζει στην περίσταση η κούραση, η απορία, η ανία, η απελπισία τους-  σκέφτονται αν πρέπει να παίξουν. «Πρέπει». Για ποιόν; Aποχαιρετισμό ή σινιάλο, ελλείψει φάρου, για να επιστρέψει; Τι; Γιατί;

Κουραστήκαμε κι εμείς, κρύο, ζέστη, κρύο ξανά. Αλλά πάλι γράφουμε. Τι; Για ποιόν; Ούτε για αποχαιρετισμούς, ούτε για σινιάλα είμαστε.

 

……

τα κάλπικα 0-0

George-Best

Προχτές, την ώρα του Νειμάρ τζούνιορ, η -για εκατομμυριοστή φορά- συζήτηση για το ίδιο θέμα κατέληξε ξανά (καμία έκπληξη) στο ίδιο συμπέρασμα. Η φύση του ανθρώπου, ειδικά του άντρα, δύσκολα αλλάζει. Και στριμωγμένος σε ένα μπαλκόνι να ‘σαι, λίγο αλκοόλ παραπάνω, λίγη αλλότρια γυμνή -άσπρη, ακόμη- σάρκα παραπάνω (βλέπεις μπάλα αλλά δεν παύεις να αναγνωρίζεις και αλλού το Ωραίο και επιθυμητό), λίγη ζέστη παραπάνω (και φεγγάρι που δεν σβήνει τον Ιούνιο παρά μόνο όταν ζεματάνε οι προβολείς στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, πώς αντέχουν να ζουν οι βόρειοι με τόσες νύχτες κολλημένες τη μια δίπλα στην άλλη; ) μα κυρίως λίγη εκούσια ή ακούσια απομόνωση από την Κόλαση των άλλων (έτσι θες να νομίζεις) και όλα μοιάζουν αντιμετωπίσιμα, μαχητά, υποφερτά, έστω για πέντε-δέκα-σαρανταπέντε λεπτά. Καλύτερα από χρυσόψαρα, χειρότερα από ελέφαντα αλλά πάντοτε ελέφαντες σε γυάλα. Άγαρμποι, προβλέψιμοι, μονοκόμματοι (γιατί να είναι μεμπτό αυτό; ) κι ας βαυκαλιζόμαστε πως τα χρόνια μας κάνουν καλύτερους διαχειριστές στα πάθη, τις εμμονές και τις αδυναμίες μας.

Λέει ο άλλος, «μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο αληθινοί, αυτό νομίζω». Μπορεί. Μπορεί να τελειοποιούμε τα ατομικά μας true lies. Ίσως. Δεν μπορώ ποτέ να τον μεταφράσω επαρκώς, πολλές φορές νομίζω πως μας περιπαίζει απολαμβάνοντάς το.

Αυθαιρετώ σκεπτόμενος πόσο ανακουφιστικό θα ήταν να μη διστάζαμε άλλο μπρος στο προφανές, ότι δηλαδή το πρώτο ημίχρονο τέλειωσε κουτσά στραβά με σκορ διαχειρίσιμο (αλλά μακριά από τις, ως και ανερμάτιστες, προσδοκίες μας όταν βγαίναμε στο γκαζόν) και ή επιτέλους παίζουμε μπάλα στο δεύτερο αδιαφορώντας για την -ως και ανύπαρκτη ή ελάχιστα φιλική- κερκίδα κι ας χάσουμε 7-0, κλείνουμε τα αυτιά στα by the book συστήματα του κόουτς-αφεντικού (πότε έβλαψε ο αυτοσχεδιασμός διάολε; πόση καύλα χάρισες στα μάτια σου ταΐζοντάς τα γερμανούς και ιταλούς να παίζουν μπάλα; ), ναι μεν δεν είναι σπριντ αλλά μαραθώνιος αλλά και πότε είχαν πλάκα οι μαραθώνιοι της υπομονής; σκέφτεσαι με τις ώρες, με τους μήνες, με τα χρόνια, δεν γίνεται να πολεμάς και με τις σκέψεις και με τους άλλους, δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από την σπάνια ράτσα των «στο τέλος νικητής»,  λασπωνόμαστε, ματώνουμε, τρώμε χόρτο, τρώμε χύμες, τρώμε γκολ αλλά τουλάχιστον βάζουμε καναδυό και μετά πάμε στα αποδυτήρια όχι για να ετοιμαστούμε για το επόμενο παιχνίδι (αργήσαμε μα το μάθαμε πως ήταν νοκ-άουτ το ματς, άσχετα αν οι παπάδες φαγώνονται επί αιώνες να μιλάνε για αέναη παράταση) αλλά για να πλυθούμε  και να φύγουμε όμορφοι με τον τρόπο μας, καθαροί και αρτιμελείς. Ας μας θυμάται κάποιος όχι ως Τζορτζ Μπεστ, σιγά. Ως Τζορτζ Σάμπαντι. Ένιμπάντι. Τζορτζ, σκέτο.

Τα (ας είναι και άδεια, ας είναι και με σβησμένους προβολείς) Ολντ Τράφορντ μας, θα μας ευγνωμονούν αν έστω μια φορά, έστω στις -αν είμαστε τυχεροί- καθυστερήσεις, μας δουν με μάτι που γυαλίζει. Ακόμη και με το σώβρακο πεσμένο ως τα γόνατα, τα κορδόνια μισολυμένα, χωρίς να υπάρχει, πλέον, μια τρίχα στο κεφάλι μας να ανεμίζει στις μνημειώδεις μας επελάσεις προς το «εκεί». Στημένοι -άθλιο, σιχαμερό κατενάτσιο- πίσω απ΄το «εδώ», ούτε μισή ιστορία επικού διασυρμού και άγριας, σχεδόν πρωτόγονης χαράς για το γκολ της τιμής θα έχουμε να διηγηθούμε. Ποιός δίνει έστω μια δεκάρα να ακούει ιστορίες για κάλπικα 0-0;

 

……………………

πουμαρό μπλουζ

 

 

A wooden spoon dropped on the floor after stirring the tomato sauce.

 

Θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

θάνατος οι τέντες που χτυπιούνται απ’ το μπουρίνι,

θάνατος οι γυναίκες που δεν αγαπιούνται πια

καθώς στραγγίζουν την τελευταία σταγόνα απ’ το χαρτόνι

αφού έχουν ψιλοκόψει τα κρεμμύδια.

«Μυρίζω;»,  λέει,  κι ύστερα «ας μυρίζω».

………