29/7/2011

Ο τρόπος που ξεψυχάει ο Ιούλιος μου φαινόταν ανέκαθεν ανατριχιαστικός. Χτες, για παράδειγμα. Με τριανταέξη βαθμούς έξω, όπου κι αν έσταζε ο ιδρώτας, σε ρούχο, σε μάρμαρα, σε μπαλκόνια, σε ξαπλώστρες, στο στήθος της , σε χαρτί, στην πάνω πλευρά της παλάμης σου, τον άκουγες να εξατμίζεται σε δευτερόλεπτα, τον άκουγες, σαν ρόγχο. Όχι τελευταίο όμως, γιατί δεν τελειώνει εύκολα ο ιδρώτας. Ούτε κι ο Ιούλιος. Ώσπου να βγει η ψυχή του θέλει να πάρει και τη δική μας μαζί. Το σώμα δεν του φτάνει.

Είναι ωραίος ο Ιούλιος. Χρόνια έχουμε να πάμε κάπου μαζί εγώ κι αυτός αλλά την τελευταία φορά δεν την ξέχασα, έστω κι αν ξεθώριασε λιγάκι ακόμη. Σαν ρολερκόστερ είναι, ανεβαίνεις, ανεβαίνεις, ανεβαίνεις κρατώντας σφιχτά το χέρι του και ξέρεις πως όταν το στομάχι σου ανέβει στον οισοφάγο και το πάρεις στα χέρια για να το παρηγορήσεις και να του πεις να μη φοβάται, θα βουτάς με φόρα προς τον Αύγουστο. Όπισθεν δεν έχει.

Το πήρα απόφαση φέτος, ακόμη κι αν με γαμήσει ωραία ο Αύγουστος, θα του πω την αλήθεια. «Εγώ ψυχή και σώμα τα παράδωσα στον προηγούμενο, για σένα μόνο λεφτά περίσσεψαν, βολέψου μ΄ αυτά».

rehab

 

Ι died a hundred times..

Στην προσπάθεια υπ’ αριθμόν εκατόν ένα τα κατάφερες να σε πιστέψουμε μικρή. Το κατατρόπωσες το μάρκετινγκ.

 

 

screw you and your deep blue sea *

Η ώρα ήταν εφτά. Μαξιλάρι, σεντόνι, ως και το μέσα μου είχαν γίνει μουσκίδια. Απ’ έξω ακουγόταν ένα πάρα πολύ θλιβερό «σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία» παρέα με ένα λιγοθυμισμένο πνευστό, έβαζα στοίχημα ένα εκατομμύριο κλιματιστικά ότι η φωνή έβγαινε από ένα γυναικείο κεφάλι με τραγική χρωμοβαφή και ντύσιμο απ’ τους κινέζους. Σύρθηκα ως το μπαλκόνι για να δω, άλλωστε δεν μπορείς να κυλιέσαι με τις ώρες πάνω σε πλημμυρισμένο στρώμα. Τους είδα και τους δυο, αυτός τρία βήματα μπροστά, αυτή πίσω, περιμένοντας το μάνα απ’ τα μπαλκόνια, πάνω στην άσφαλτο που έλιωνε. Κέρδισα. Αλλά με γάμησαν οι κακές σκέψεις μετά.

Είναι ανακουφιστικό να μη γράφεις λέξη για όσα βλέπεις, για τα πεθαμένα καλοκαίρια κάποιων που κάνουν παρέλαση στο δρόμο από κάτω σου. Να μη βρίσκεις ούτε μισή λέξη, καλύτερο κι από δέκα εκατομμύρια κλιματιστικά κι ανεμιστήρες μαζί. ‘Ηρθε ο καιρός για λίγη πολύτιμη σιωπή λοιπόν..

* Chris Rea

ασέληνος

Αν με πίστευες λιγάκι, θα σου ‘λεγα πως προτιμώ να βλέπω μια πίσσα σκοτάδι θάλασσα απέναντι ακούγοντας την Ορνέλα Βανόνι να τραγουδάει περπατώντας πάνω στα κύματα «senza fine». Ή να κάνω ντουέτο με τον Billy McKenzie στο «Μοοn on ice» με τα πόδια μας κρεμασμένα στη χαράδρα στο Mονοδέντρι.  Ή να χαζεύω τα φώτα της πόλης από ψηλά να κάνουν παιδιάστικες κόντρες με το φως που πέφτει από πάνω και τους Μarconi Union στο cd του αυτοκίνητου. Ή να είμαι πάνω σε ένα καράβι, μόνος ανάμεσα σε άγνωστους, με το φεγγάρι να κάνει τα νερά αλουμινόχαρτο και να του τραγουδάω εντελώς μα εντελώς φάλτσα το «my ever changinmoods». Aπό μέσα μου. Για να μη φοβηθεί η πανσέληνος και βάλει τα κλάματα που απ’ όλους τους γνωστικούς της γης βρέθηκε να  την αγαπήσει ένα βλαμμένο…

(παλιό. όσο και η πανσέληνος)

η διαδρομή

Καίει. Πολύ. Όσο όμως τα πόδια σου νιώθουν αυτό το κάψιμο κι όσο βρίσκεις ακόμη το δρόμο για τη θάλασσα, να περπατάς πάνω της ξυπόλητος. Ένα δισεκατομμύριο μικρά σατανάκια θα σε λογχίζουν κρυμμένα κάτω από την άμμο σα να σου λένε «βάλε κάτι ανάμεσά μας, αλλιώς δεν θα ΄χεις καλό τέλος» κι εσύ θα αδιαφορείς, τόσους και τόσους μάρτυρες έχει στη λίστα της η εκκλησία, ας κάνει χώρο και για έναν ανώνυμο χωρίς σαγιονάρες. Η ηδονή την ώρα που φτάνεις στο νερό είναι μεγαλύτερη κι από εκατό αμαρτίες μαζί. Γι αυτή την ανατριχίλα το κάνεις. Δέκα, είκοσι, τριάντα βήματα πόνου για μια ατέλειωτη στιγμή εφήμερης καύλας.

Και μετά ξανά πίσω, στην πετσέτα. Με πόδια βρεγμένα, με κεφάλι άδειο, με μάτια γεμάτα. Μπλε πίσω, μπλε πάνω, άσπρο μπρος, φως ολόγυρα, σαν σε ανάκριση. Λίγος Ιούλιος ακόμη και θα τα ομολογήσεις όλα. Όσα έκανες κι όσα δεν πρόλαβες, θα μιλήσεις, ίσως γράψεις κιόλας, ακόμη και για κείνα τα αρχαία ζεστά βράδια που -όπως λέει κι ο Hannon-  the socialists taxed away from you.

Μη σκουπιστείς. Καλύτερα ν’αφήσεις μια μια τις σταγόνες να ξεψυχήσουν πάνω σου. Μέχρι να μπεις πάλι μέσα για να παραλάβεις τις επόμενες. Όλη τη μέρα θα παλεύεις να αδειάσεις τη θάλασσα, σταγόνα σταγόνα, από το κύμα στην απλωμένη πετσέτα και πάλι πίσω. Με μόνο διάλειμμα για ένα βρεγμένο τσιγάρο, με πόδια που καίνε αλλά με βήμα σταθερό, προς τα κει που ξέρεις πως όλες σου οι παλιές αγαπημένες αμαρτίες καθαρίζονται. Για να μπορέσεις -επιτέλους- να φορτωθείς τις άλλες που περιμένουν τόσα καλοκαίρια υπομονετικά τη σειρά τους.

the insiders

Σε ένα σημείο του The Trip, δεν θυμάμαι ποιό ακριβώς, είναι μαζοχιστική η εκούσια έκθεση σε 107 βασανιστικά επαναλαμβανόμενα λεπτά, ο Steve Coogan δηλώνει εμφατικά στον Rob Brydon «δεν υπάρχει τίποτε που δεν ειπώθηκε και δεν γράφτηκε, συμβιβάσου λοιπόν με την ιδέα του να πεις και να γράψεις απλώς τα ίδια διαφορετικά. Τα ίδια διαφορετικά».

Η ταινία του Γουιντερμπότομ (συμπυκνωμένα 6 επεισόδια, παραγγελία του BBC2) είναι ο ορισμός της σύγχυσης του μεσήλικα σε εμμηνόπαυση. Αυτή δεν είναι road movie, δεν είναι buddy movie, δεν είναι καν νόθο του Γούντι, που ανήκει -βέβαια- ψυχή και σώματι σε άλλη υπαρξιακή κόλαση. Οι πρωταγωνιστές είναι γεννημένοι το 1965, ο σκηνοθέτης το 1961, το ιδανικό mix & match για ένα μπλοκμπάστερ καταστροφής χωρίς ίχνος οπτικού ή ηχητικού εφέ. Ισορροπημένη κυνικότητα, ασφαλής αυτοσαρκασμός, λιγοθυμισμένη αυτοεκτίμηση, ανάπηρο θάρρος, θράσος που κλέβει στο ζύγι, φιλοσοφικές κυβιστήσεις, με και χωρίς οικογένεια, με και δίχως  αύριο, με και δίχως χτες, μια ανεμόμυλοι και μια δονκιχώτες ενώ στο βάθος του μυαλού τους παραμονεύει ο Σάντσο Πάντσα, δεμένος μαζί τους με χειροπέδες και χαμένο κλειδί. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται μερικές ηδονές του γαστήρα και της ανατομικής ζώνης κάτω από αυτόν, όπως συμβαίνει σε κάθε αρσενικό που σέβεται την καταγωγή του, τη λίμπιντό του και τα αενάως ανεξόφλητα χρέη του προς το άλλο φύλο.

Τη ράτσα μας, τη γενιά μας την ξέρω γι αυτό και δεν δικαιούμαι δια να ομιλώ για λογαριασμό της. Είναι ενοχλητική φτήνια να είσαι insider, λέγοντας γι αυτήν στους απ’ έξω ότι επιδιώκει με λύσσα την χρωματιστή, έστω ασπρόμαυρη επιβεβαίωση γιατί αρνείται να δεχθεί το όμορφο ξεθώριασμα. Οτι κυκλοφορεί οπλοφορώντας πάνω σε μουλάρια και Ροσινάντες με red alert στύση -κάθε λογής- γιατί στο παλιό Britannica λεξικό της δεν υπάρχει σελίδα με το λήμμα fail. Οτι συζεί με το άγχος της απόσυρσης και τρέφεται με τους τόκους της αγωνίας του όχι.  Ότι αν της αφαιρέσεις τα όποια ξέφτια εξουσίας έχει ριγμένα πάνω της, ως και ο γυμνός βασιλιάς θα έμοιαζε αρματωμένος μπροστά της.

Λοιπόν δεν έχω κακό λόγο για τους συν πλην πενήντα, τους σιχαίνομαι τους insiders, περισσότερο κι απ’ τους informers. Eκτός κι αν είναι ρουφιάνοι που καρφώνουν τη γενιά τους με την επαγγελματική συνέπεια των παραδοσιακών γενίτσαρων αλλά -όπως είπε κι ο Coogan- διαφορετικά. Πιο αγαπησιάρικα, πιο τρυφερά, πιο στρογγυλεμένα, πιο συμπονετικά. Με γλυκόπικρο σεβασμό, όχι με γλυκόξινη απαξίωση. Δεν θα βγάλουμε μόνοι τα πολύτιμα μάτια μας, πρόθυμα ξένα πληκτρολόγια, φλύαρες Δουλτσινέες  και μερικοί κουρασμένοι Γουιντερμπότομ πάντα θα υπάρχουν.

what if we live to be fifty *

Αυτό που θα πω στο τέλος είναι χλιαρή παραίνεση σε μένα, δεν αφορά τρίτους. Να μη προσβληθείς. Ας μη μυγιαστείς. Όσοι θέλουν όμως ας μυγιαστούν, οι μύγες είναι φτηνές τον Ιούλιο, τον άλλο μήνα που θα είναι υπέρβαρες θα ακριβύνουν. Είναι και λυσσασμένες φέτος. Μια ρίχνεις κάτω με τη σκοτώστρα, δέκα έρχονται για να πάρουν εκδίκηση. Πας να φας μια μπουκιά γεμιστά και το μυγαριό που σε κοιτάζει προκλητικά απ’ το πιάτο είναι περισσότερο κι απ’ το ρύζι. Πιπέρια και ντομάτες γεμιστά με μύγες δε λέει, ούτε στο Σουδάν την καταδέχονται τέτοια γκουρμεδιά. Πας να πιεις την τελευταία γουλιά της μπίρας και τη βλέπεις να μπανιαρίζεται μέσα όπως η Κλεοπάτρα, περιμένοντας -καυλωμένη και σίγουρη για τις ορμόνες της- τον Αντώνιο. Μερικές είναι καμικάζι, καπνίζεις και κόβουν βόλτες πάνω στο τσιγάρο, φτάνουν ως την κάφτρα και ξανά πίσω, στην άκρη απ’ τα χείλια σου. Νικοτίνη με μυγοχέσματα μαζί. Φτηνό drug αλλά τέτοιες εποχές όλα τα ρουφάς. Δεν ξέρω πώς ξεχωρίζεις μια αρσενική μύγα από μια θηλυκιά αν δεν τις αιχμαλωτίσεις αλλά μ’ αυτές το πρότζεκτ είναι take no prisoners. Πεθαίνουν άφυλες. Καλή μύγα είναι μόνο η πεθαμένη μύγα.

Μου έλεγα λοιπόν ότι από μια ηλικία και μετά -ίσως και πριν, απλά αν δεν χρωστάς παλιούς λογαριασμούς δεν μπορείς να ξεπληρώσεις γραμμάτια στον καιρό τους- το να κάνω μεταπτυχιακό στα fb , στα τουίτερ και τα βλογς είναι σα να κυνηγάω μύγες. Μια να σκοτώσεις, εκατό θα γεννηθούν. Aν χάσεις το μέτρο θα σε καταπιούν ζωντανό τα σοσιαλμίντια κι ας ορκίζεσαι οτι δεκάρα δε δίνεις γι αυτά. Ο φίλος μου ο Καρτέσιος (ξανα)είχε δίκιο : μακριά και αγαπημένοι. Ούτε καν το αγαπημένοι είναι ζητούμενο. Το μακριά είναι. Αυτό το παιδί έπρεπε να είναι ο πνευματικός μου, αν δεν φοβόμουν -για λογαριασμό του- ότι στο τέλος θα κατέληγα η μύγα του.

Ο τίτλος είναι περίπου άσχετος με το θέμα. Ευκαιρίας δοθείσης όμως, being fifty be wise. Not a flie. Εκτός κι αν θες να γίνεις ο Lord τους.-

 

* Tom Robinson, ήδη sixty