σαν Κέρουακ των πτωχών

stand-by-me1

Στα διόδια

Ο ένας ξεκίνησε χαράματα απ’ το τέρμα της ηπειρωτικής χώρας, νότια. Δυο καφέδες και ένα κατούρημα μετά, σταμάτησε στη μεγάλη πόλη και πήρε τον δεύτερο, που μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο έστειλε sms στην κόρη του «ο μπαμπάς θα λείψει ταξίδι για δουλειές». Τρυφερό. Αν και αχρείαστο, δεν γεννήθηκαν -ακόμη- παιδιά που μπορούν να διαβάζουν πριν καν χρονίσουν. Μετά από πέντε διόδια, τρεις καφέδες και δυο εκκενώσεις κύστης, έβαλαν στο αυτοκίνητο και τον τρίτο που περίμενε καρτερικά -με ένα σακ βουαγιάζ Brooks Brothers- σε μια Shell, στα σύνορα της μικρής πόλης που τον φιλοξενούσε προσωρινά, μαζί με τα Corneliani του. Ο τέταρτος είχε φύγει νωρίς το πρωί από βορά, δεν ξέρουμε πολλές λεπτομέρειες για την διαδρομή του, ο βοράς είναι ακόμη αχαρτογράφητος και διόλου φιλικός για τις γεμάτες κύστεις. Κατόρθωσε, πάντως, να φτάσει στεγνός.

Στα μισά της διαδρομής -κάπου δέκα διόδια νότια και έξη προς βορά- διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους. Οι τρεις (που είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα γιατί είχαν καλύτερο αυτοκίνητο και λιγότερα διόδια), παίξαν συνθηματικά τους προβολείς και ανάψαν τα αλάρμ όταν τον είδαν. Ήταν -άλλως τε- από τις φυσιογνωμίες που δεν μπορείς εύκολα να ξεχάσεις, έστω και εν κινήσει, έστω και πίσω από ένα παρμπρίζ που είχε να πλυθεί από τον Δεκαπενταύγουστο. Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Αφού βεβαιώθηκαν πως βρέθηκαν (μετά από τόσες αποτυχημένες προσπάθειες, ήταν λογικό να αμφιβάλλουν ακόμη και για τα αυτονόητα) και μετά την ολοκλήρωση των διαδικαστικών εναγκαλισμών της συνάντησης σε ένα πάρκινγκ με WC που έζεχνε σαν ακατάστατη Κόλαση, συνέχισαν για τον τελικό τους προορισμό. Πρώτα όμως κατούρησαν ομαδικά σε ένα σιτοχώραφο, για να σημαδέψουν τη στιγμή. Το είχαν δει, και οι τέσσερις, σε ταινίες και ήταν αναμφίβολα εντυπωσιακό.

Ήταν στην είσοδο του χωριού -μεσημέρι πια- που τους περίμενε η καλλίπυγη ξενοδόχα. Βάσω. Για τους φίλους Σήλια. Τους είχε πει «θα φοράω την τοπική μεσημεριανή ενδυμασία για να με γνωρίσετε, εσάς θα σας γνωρίσω εύκολα, τέσσερα αγόρια μοναχά τους στην ερημιά πώς να τα μπερδέψεις;». Το θέαμα μιας σαρανταπεντάρας με 12ποντα, ανακατεμένο ψευτοκόκκινο μαλλί (πιασμένο πίσω με διάφανο κλάμερ), στενό μαύρο –τρεις σπιθαμές πάνω απ’ το γόνατο- φόρεμα και ντεκολτέ κατακρήμνισης ίσως να ξένισε αρκετούς περαστικούς (δυο γριές συγκεκριμένα, στο δρόμο για τα νεκροταφεία) όχι όμως εκείνους. Που ήταν γνώστες κάθε τοπικής ενδυμασίας σε όλη την επικράτεια. Το μόνο, άλλωστε, που άλλαζε ήταν οι  πόντοι στο τακούνι. Και η θέση των συνώνυμών τους στο καλσόν.

Στα δωμάτια

Ακολουθώντας το X5 της καλλίπυγης και σχολιάζοντας «να μαλάκα πού πάνε τα λεφτά απ’τα ΕΣΠΑ, o Λιάπης μας μάρανε μετά» φτάσαν σε ένα πλάτωμα απ’ όπου θα ‘πρεπε να συνεχίσουν με τα πόδια. Παλιό δοκιμασμένο κόλπο που δίνει εξτρά εικοσάρικο ανά διανυκτέρευση σε «παραδοσιακό οικισμό». Κομμάτια να γίνει. Με ένα πενηνταπεντάρι τη βραδιά το δίκλινο, μέσα και το πρωινό, ήταν σίγουροι πως τσίμπησαν λαβράκι. Όχι υδατοκαλλιέργειας. Δεν πέσαν και πολύ έξω, σαν αντίκρισαν τον ξενώνα -μόλις η σαρανταπεντάρα τους είπε «εδώ απέναντι αγόρια, φτάσαμε»– κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και γνέψαν «καλά είμαστε» ανακουφισμένοι. Πολλές φορές είχε καεί η γούνα τους από ωραίες φωτοσοπιές, τώρα όλα φαινόταν -απ’ έξω τουλάχιστον- μια χαρά. Μια χαρά.

Την πρώτη από τις δυο τρομάρες (αν εξαιρέσεις δηλαδή αυτήν ότι η σαρανταπεντάρα θα γκρεμοτσακιστεί απ’ τα 12ποντα πάνω στα καλντερίμια) την πήραν με το που άνοιξε η ξύλινη εξώπορτα που οδηγούσε στη μικρή αυλή με τον κήπο, δυόμισι παρτέρια και ένα πηγάδι ψεύτικο. «Αυτό» που ντάνιαζε τα κούτσουρα σε μια γωνιά της αυλής το ξέραν. Και οι τέσσερις. Για μια στιγμή τους κόπηκαν τα πόδια σαν τους πέρασε -ταυτόχρονα- απ το μυαλό ότι θα γυρίσει, θα τους χαμογελάσει και θα τους καλωσορίσει με ένα «I put a spell on you μανίτσες», μα ούτε καν γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος τους. Ευτυχώς δηλαδή. Όλα τα περιμένεις σ’ αυτόν τον κόσμο αλλά να σε καλωσορίζει ο Μέριλιν Μάνσον σε ένα κολοχώρι στα όρη, τα άγρια βουνά, ποτέ. «Ρε μαλάκα», είπε ψιθυριστά ο πολύ νότιος στον πολύ βόρειο, «αυτός δεν είναι;». «Λέτε μαλακίες άμουσοι», απάντησε ο Brooks Brother που είχε κάνει μεταπτυχιακό πάνω στα ορφανά του Robert Smith, «ο δικός μου φοράει το Russian Red της ΜAC με λίγο Rebel, αυτός απ΄τα καλάθια του Hondos το πήρε το κραγιονάκι». Ο τέταρτος δεν πήρε θέση, ξανάστελνε sms ενθουσιασμένος στην κόρη του «δεν μπορείς να φανταστείς ποιος είναι εδώ». Εντάξει, ποζέρι. Πολλά έχουν δει τα μάτια μας αλλά εννιαμηνίτικο να ξέρει τον Μέριλιν όχι.

H δεύτερη τρομάρα ήταν όταν τους έδωσε τα κλειδιά για το «Μπλε Δωμάτιο» και το «Ροζ Δωμάτιο». Το «βεραμάν», το «μαβί» και το «γαλάζιο» ήταν κλεισμένα (του είχε πει) από καιρό. O βόρειος και ο χαζομπαμπάς – που τράβηξαν κλήρο να μείνουν μαζί- και πήραν το κλειδί του «Ροζ», κοιτάχτηκαν με νόημα αλλά κανείς δεν μίλησε, φορτώθηκαν τα μπαγκάζια κι ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα. Ξεκλείδωσαν και αντίκρισαν ένα διπλό κρεβάτι. Όχι δυο μονά. Ούτε καν ένα μονό κι έναν καναπέ. Ένα μονό και μια πολυθρόνα, έστω. Εμφατικά διπλό, εναμισάρι πλας. Ξανακοιτάχτηκαν με νόημα και απελπισία, χωρίς να μπουν στο δωμάτιο. O χαζομπαμπάς που ήταν βαριά σινεφίλ γύρισε και είπε του βόρειου -που τα ΄χε στο μεταξύ φτύσει με δέκα σκαλιά ανηφόρα-  «You know I ain’t queer», ο άλλος τον έσπρωξε άσχημα για να παραμερίσει και του ‘πε «Me neither ρε μαλάκα, άντε άσε με να μπω στο μπάνιο γιατί με μια αλλαξιά ήρθα εδώ, μη το κάνω το βρακί σφουγγαρίστρα» κι έτρεξε στο WC.  Οι άλλοι δυο βολεύτηκαν γρήγορα στο Μπλε, που το χώριζε το Βεραμάν από το Ροζ. Όποιος ήταν ανάμεσά τους, το βράδυ θα άλλαζε χρώμα. Αν μπορούσε και δωμάτιο.

 Στο χωριό

Σαβούρντισαν τα σακκίδιά τους όπου βρήκαν, δεν βγάλαν τίποτε από μέσα, δεν είχαν και καμιά ξινή δίπλα τους να μουρμουρίζει «βάλ’τα στις κρεμάστρες μη γίνουν γουμίδια», μερικές απουσίες είναι ανόθευτη ευτυχία. Ρίξαν μια στάλα νερό στις όμορφες μούρες τους και κατέβηκαν. Ο βόρειος διαπίστωσε ότι οι άλλοι δυο είχαν πάρει το καλό δωμάτιο, το γωνιακό και ετοιμάστηκε για άσχημο καυγά με την ξενοδόχα αφού δέκα φορές της είχε πει στα τηλέφωνα και στα μέιλ «εκείνο το γωνιακό με θέα βουνά και βουνά και λίγα βουνά ακόμα θα το κρατήσεις για μένα, το άλλο που βλέπει κεραμίδια και ένα γκρεμούλι απέναντι να το δώσεις στους άλλους δυο». Ο καυγάς αναβλήθηκε, ξενοδόχα δεν υπήρχε κάτω, ψυχή, ούτε ο Μέριλιν στοίβιαζε κούτσουρα έξω, τόση τραγανιστή σιωπή ούτε το Overlook αξιώθηκε στις καλύτερες μέρες του. Ο νότιος είπε «μη χασομεράμε, γουργουρίζει το στομάχι μου» και βγήκαν απ’ την μεγάλη ξύλινη εξώπορτα σε αναζήτηση τροφής. Ταβέρνα ή κάτι σαν κι αυτό δεν υπήρχε, το ξέραν από πριν έρθουν. Στο καφενείο όμως -του είχε πει η μιλφίτσα- κάνουν ομελέτες, λουκάνικα και άμα έχει όρεξη ο καφετζής βγάζει και κανένα λάχανο τουρσί. Δεν θέλαν και παραπάνω.

Το χωριό είχε δεκαπέντε σπίτια και μια εκκλησία όλα κι όλα, τόσα μετρήσαν.. Τα άλλα ή ήταν καλά κρυμμένα ή τα χτίσαν υπόγεια. Για να γλιτώνουν από περίεργους σαν κι αυτούς τους τέσσερις. Που δεν συνάντησαν ούτε απλωμένο σώβρακο μέχρι που βρήκαν το καφενείο στο πάνω πλάτωμα -πρέπει να ‘σουν πολύ πονόψυχος για να το πεις πλατεία-  πόσο μάλλον άνθρωπο. Τρομαχτικό, αν αναλογιστείς πως σ’ αυτό τον τόπο χωριό δίχως γριά στους δρόμους του δεν θα βρεις. Σαν μαύρα χορτάρια είναι αυτές, φυτρώνουν παντού. Εκτός από δω. Εξόν κι αν ήταν κι αυτές σαν τις τρούφες, φυτεμένες ανάποδα.

Στο καφενείο «Λιβόρνο» -την ώρα που το ρολόι στον τοίχο απέναντι απ΄την πόρτα έδειχνε 5 παρά 10- μπήκε πρώτος ο Brooks Brother, με τον αέρα του κοσμοπολίτη άθρωπα που έχει πάρε-δώσε με κόσμο και κοσμάκη, με κάθε καρυδιάς καρύδι, σε palazzo και σε τρύπες. Αυτός ήταν ο φίλος τους και γι αυτό τον αγαπούσαν, τακίμιαζε και με τους Τζέκιλ και με τους Χάιντ. Έριξε μια χαιρετούρα με ανάταση χεριού στους τέσσερις -πέντε με τον καφετζή- που παίζαν πρέφα (μπορεί και ξερή, αποκλείεται μπιρίμπα, τόσο φλώροι δεν μοιάζαν οι ημιγέροντες, όλοι τους ανάμεσα εξηνταπέντε κι εβδομήντα) και με το άλλο χέρι έδειξε «εκεί καλά είναι». «Εκεί» ήταν ένα τραπέζι στα όρια της κατάρρευσης αλλά πλάι στην ξυλόσομπα, σε λίγη ώρα θα ‘πεφτε ο ήλιος -έστω αυτό που παράσταινε τον ήλιο κει πάνω-  και τις νύχτες στα βουνά καλό είναι να φυλάς τα νώτα σου.

Ήρθε ο καφετζής, ούτε «καλώς τους» ούτε «γεια», ούτε τίποτε, μπούχτισαν τα μάτια του από βολταδόρους του σαββατοκύριακου, ρώτησε κάργα βαριεστημένα «να φέρω κάτι;», ο βόρειος του είπε «πεινάμε, φέρε ότι έχεις», έκανε μεταβολή και χάθηκε πίσω από μια πόρτα γεμάτη με φωτογραφίες από ελαφριά ντυμένα κορίτσια που αν ζούσαν σήμερα θα είχαν περάσει την δέκατη πέμπτη εμμηνόπαυση. Ο χαζομπαμπάς γύρισε και είπε του βόρειου «κακώς του μίλησες στον ενικό», ο άλλος απάντησε «καλά έκανα, εδώ ζουν απλοί άνθρωποι, όχι λόγιοι, άμα μίλαγα στον πληθυντικό θα νόμιζε ότι ήρθαμε να τους ληστέψουμε και τους πέντε», οι άλλοι τρεις μαζί του είπαν «πολύ μαλάκας είσαι ρε άνθρωπε» και μετά από την πόρτα με τις ημίγυμνες θείτσες βγήκε ο καφετζής με τέσσερα νεροπότηρα που τα ακούμπησε στο τραπέζι και ρώτησε -κοιτάζοντας τη σόμπα πίσω τους- «τι θα πιείτε;», ο Brooks Brother απάντησε «τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο» για να πάρει απάντηση «μόνο με γλυκάνισο, το άλλο τέλειωσε», οι δυο γνέψαν κάτι σαν «δε γαμιέται, φέρε, τσίπουρο να ‘ναι κι ας είναι και με χλωρίνη», πήγε ξανά πίσω απ την πόρτα, γύρισε με ένα μπουκάλι Metaxa τριάστερο με διάφανο περιεχόμενο, το ακούμπησε με γκντουπ στο τραπέζι –που το πιάσαν ενστικτωδώς και οι τέσσερις για να μη φύγουν τα ποδάρια του δεξιά κι αριστερά- λέγοντας «άμα το καταφέρετε, φέρνω κι άλλο». Πολύ προσβλήθηκαν μ΄αυτό το «άμα το καταφέρετε», ο νότιος τόλμησε να πει «αλλά φέρε και ποτήρια» πριν ακούσει ένα απότομο «κι αυτά που έφερα τι είναι; φλιτζανάκια;» και βγάλουν όλοι μαζί το σκασμό γιατί όταν πέφτει η νύχτα στα βουνά καλό είναι να προσέχεις και τα λόγια σου άμα θες να μη πεθάνεις απ΄την πείνα και τη δίψα και άλλες ανείπωτες κακουχίες.

Πέντε τηγανιές λουκάνικα μ’αβγά και παστουρμά, ενάμιση προχτεσινό ψωμί και δυο μπουκάλια αργότερα, το ρολόι στον τοίχο απέναντι εξακολουθούσε να δείχνει 5 παρά 10. Παραγγείλαν μια γύρα τσίπουρο ακόμη, αφού ούτε τσόφλι είχε μείνει κι απ’ τον παστουρμά μόνο δυο δράμια τσιμένι κολλημένο στο χαρτί, που αν δεν ντρεπόντουσαν θα του ‘λεγαν «φέρε να το γλείψουμε μάστορα» αλλά δεν το είπαν. Είπαν άλλα. Πολλά. Πάρα πολλά. Που δεν είναι της παρούσης. Παραλίγο θα τραγούδαγαν κιόλας κανένα κεφλίδικο αλλά ο Brooks Brother  είπε «άμα δεν είναι the boy with the arab strap εγώ δεν τραγουδάω τίποτε», κι άμα έχεις τέτοιους στην παρέα όσο και να τους αγαπάς θες να τους κρεμάσεις ανάποδα μέχρι να βγει το «white collar boy» από μέσα τους και τελικά οι άλλοι τρεις είπαν μια στροφή απ΄το μερτικό μου απ΄τη χαρά για να του τη σπάσουν και ο ταβερνιάρης έκανε νόημα «σους» γιατί δεν βγαίναν οι ξερές και μετά γαμωσταυρίζαν και οι τέσσερις από μέσα τους και κάποιος ρώτησε «Τι ώρα είναι ρε μαλάκες;», «δες το κινητό σου» απάντησε ένας άλλος, «δεν έχει σήμα το κινητό» είπε ο τρίτος, «τι μαλάκες είστε» ανακάλυψε όψιμα ο νότιος, ζήτησαν λογαριασμό, πληρώσαν, δεν είπαν καληνύχτα σε κανένα γιατί τα πήραν άσχημα στο κρανίο με το λογαριασμό, ούτε πλατινένια να ήταν τα γαμωαβγά, βγήκαν έξω, πήγαν στο πλάι του «Λιβόρνο», λύσαν τις ζώνες, κατεβάσαν τα παντελόνια και σημάδεψαν τη στιγμή. Μια αχνιστή στιγμή. Μια μεγάλη στιγμή.

Μετά βρήκαν το δρόμο για τα δωμάτιά τους τραγουδώντας Στράτο Διονυσίου. Εκείνο για τα φτωχά τα νιάτα τους, που πήγαν άκλαυτα. Aυτά τα βουνίσια τσίπουρα σε κάνουν drama queen ώσπου να πεις «κατουριέμαι». Μέχρι να ανοίξουν την ξύλινη εξώπορτα, σημαδέψαν άλλες δυο στιγμές. Λίγο ακόμη και μια πηχτή ζεστή ομίχλη θα κάλυπτε όλο το χωριό.

Την ώρα που ο βόρειος έπεσε σα βόδι -ντυμένο- στο κρεβάτι γιατί δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες μεγάλες στιγμές, άκουσε τον χαζομπαμπά που έπλενε τα δόντια να μονολογεί «μα Λιβόρνο ο μαλάκας; εδώ, στα γκράβαρα;» κι ευτυχώς αποκοιμήθηκε χωρίς να τον ακούσει να μιλάει στην κόρη του, «κάτι αβγουλάκια μωρό μου, ολόφρεσκα, δίκροκα, όχι σαν αυτά τα άνοστα κλωβοστοιχίας που σου κάνει η μαμά».

 Στο δάσος, I

Περασμένες δέκα κατέβηκαν οι τρεις -όλοι πλην του Brooks Brother- για πρωινό, να στυλωθούν μια στάλα μετά τα τρία λίτρα που έβαλαν (και τα τέσσερα που έβγαλαν) την νύχτα που πέρασε. Κοιτάχτηκαν απορημένοι όταν δεν είδαν κανέναν τριγύρω, ούτε στα πέντε τραπέζια, ούτε στην -θεός να την κάνει- ρεσεψιόν, ούτε καν στην αυλή έξω. Ο πιο παρατηρητικός, που ήταν ο νότιος, πρόσεξε ένα κομμάτι χαρτί αφημένο σε ένα από τα τραπέζια. Το πήρε και διάβασε (ορθογραφημένα) :

Παντρεύετε ο Κουτρούλης σήμερα. Σερβιριστείται μόνοι σας

Τον Κουτρούλη δεν τον ξέραν και δεν πληγώθηκαν που όλοι ήταν καλεσμένοι στο γάμο του εκτός απ’ αυτούς τους τρεις που ψάχναν να βρουν πού είναι οι καφέδες, τα βούτυρα, οι μαρμελάδες και τα μέλια και τον τέταρτο, που στεκόταν στην άκρη της ξύλινης σκάλας. Φορώντας ένα κόκκινο αδιάβροχο πανωφόρι, πιο κόκκινο κι απ’ το 485C της Pantone, τόσο κόκκινο που όλες οι ντροπές του κόσμου μαζί θα μοιάζαν χλωμά ροζάκια μπροστά του.

“Τι κοιτάτε ρε σαψάληδες;” τους είπε, όταν αντίκρισε τα απελπισμένα βλέμματά τους. “Στο δάσος δεν είπαμε ότι θα πάμε;”

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απελπισμένοι. Ο βόρειος θα έσκαγε από τη ζήλια του, το τελευταίο κόκκινο που είχε φορέσει κατάσαρκα ήταν η γάζα μετά τη λαπαροσκόπηση, δέκα χρόνια πριν. Ο χαζομπαμπάς είπε αθώα «έχει και η κόρη μου ένα τέτοιο παλτουδάκι, χωρίς κουκούλα όμως». Ο νότιος τον ρώτησε «καλαθάκι έχεις ή ημιτελές θα μείνει το άουτφιτ;». Τους απάντησε «άει ρε παρτάλια, δε κοιτάτε που είστε σα δειγματολόγια απ’ τα κινέζικα, έχετε και άποψη από πάνω» και αφού φάγαν λίγες φρυγανιές με μέλι (το βούτυρο το είχαν κρύψει καλά οι καλεσμένοι του Κουτρούλη) και ήπιαν μια γουλιά χλιαρό καφέ με γεύση νερού, πήραν λίγο μουτρωμένοι το δρομάκι που οδηγούσε στο δάσος, στο τέλος του χωριού. Για να χωθούν μέσα σε δέντρα, μονοπάτια, πευκοβελόνες, υγρασία, χώμα, να μη δουν πατημασιά ανθρώπου, να μυρίσουν ξύλο, βρύα και ψιλοβρόχι, να ξεχαστούν μια στάλα, να κρυφτούν για λίγο από αυτά που τους μασούλαγαν -όπως τις τσίχλες η Νίτσα Μαρούδα και οι ύαινες τα παϊδάκια- τα μυαλά και την ψυχή κάθε μέρα, κάθε νύχτα.

Φτάσαν στην άκρη του δάσους, δεν ήταν ακριβώς και το Schwarzwald αλλά με ένα πενηντάρικο τη διανυκτέρευση τέτοιο βουνό αγοράζεις. Είπαν «τραβάμε το μονοπάτι και όταν βαρεθούμε γυρνάμε», ήταν πρωί, δεν θα σκοτείνιαζε γρήγορα, ούτε πυξίδες πήραν μαζί, ούτε φακούς, ούτε νερά, ούτε πακοτίνια, τίποτε, πολύ χάρηκαν γι αυτή τους τη γενναιότητα και αφού λύσαν τις ζώνες τους και κατεβάσαν τα παντελόνια, σημαδέψαν κι αυτή τη στιγμή. Τέτοιας ποιότητας χαρτογράφηση ούτε o Kλαύδιος Πτολεμαίος.

Με το που ξανακουμπώθηκαν, πήραν την ανηφόρα. Άγνωστης ράτσας δέντρα και πουρνάρια ολόγυρα, κανείς τους δεν ήταν πολύ διαβαστερός στα δασολογικά. Ρώτα τους να σου πουν όλα τα στιχάκια απ’ το Nadir’s big chance και το Over, βάλε τεστ για το τι γράφει για την καρδιά στιφάδο στην σελίδα 84 ο Milad Doueihi, ζήτα να σου πουν τι χρώμα βρακί φορούσε ο Κάφκα όταν έγραφε τον Πύργο, τριπλό Α θα παίρναν μαζί με υποτροφία. Ρώτα για τη διαφορά ανάμεσα σε πεύκο και βελανιδιά, θα αγκομαχούσαν. Εκτός κι αν βλέπαν κανα σκίουρο πάνω στη βελανιδιά και ξυπνούσε ο Walt Disney μέσα τους. Mετά από μισό χιλιόμετρο ανάβαση -με μια μοβόρα κλίση 5%, κι αν- ο βόρειος είπε «στάση πέντε λεπτά για να μη χρειαστώ απινιδωτή». Οι άλλοι τρεις πολύ ενοχλήθηκαν μ’ αυτή του την αγυμνασιά, αν συνεχιζόταν κάθε τρεις και λίγο αυτή η κατάσταση θα φτάναν στο μεγάλο ξέφωτο (που είχαν τσεκάρει στο google map πριν ξεκινήσουν) το επόμενο χάραμα. Και όσο φλώρικα κι αν είναι τα ντόπια βουνά, σε σχέση με τα ξαδέρφια τους της Τρανσυλβανίας, ένα ρίγος όσο να ‘ναι θα στο κεράσουν άμα έχει πανσέληνο. Σήμερα θα είχε.

 Στο δάσος, II

Σαράντα λεπτά μετά και αφού μεσολάβησαν τρεις στάσεις δίχως απινιδωτή, είχαν αφήσει πίσω τους ενάμιση χιλιόμετρο. Με τέτοιο ρυθμό το ξέφωτο θα ξαναγινόταν δάσος πριν προλάβουν να το αντικρίσουν. Ο νότιος ψιθύρισε στο αυτί του Brook Brother «λέω να τον αφήσουμε εδώ, τον παίρνουμε ξανά στο γυρισμό αλλιώς θα τον χτυπήσω άσχημα την επόμενη φορά που θα πει στάση» αλλά δεν βρήκε συμπαράσταση, «ούτε να το σκέφτεσαι, παρέα ξεκινήσαμε, παρέα θα φτάσουμε. Όταν γυρίσουμε τον χτυπάμε όλοι μαζί, μην είσαι μοναχοφάης». Ο τρίτος δεν είπε τίποτε αφού προσπαθούσε απεγνωσμένα να στείλει ένα mms στην κόρη του, με ένα μανιτάρι. Δεν είχε σήμα, δεν τα κατάφερε, έσκυψε, το έκοψε. Όπου αποτυγχάνει η τεχνολογία, θριαμβεύει ο μπαμπάς. Κοριτσάκια που δεν χρόνισαν ακόμη ούτε με Μπάρμπι χαίρονται, όχι με συλλογή μανιταριών. Ποιος θα τολμούσε να του το αποκαλύψει όμως;

Μετά από λίγο ξαναξεκίνησαν, στόχος η επόμενη στροφή, διακόσια μέτρα μπροστά. Για καλή τους τύχη ο δρόμος κατηφόριζε, αν το ‘λεγες ανηφόρι αυτό το πέντε στα εκατό. Ούτε στάση χρειάστηκε, ούτε ζώνες λύθηκαν, ούτε μανιτάρι δολοφονήθηκε, ούτε κουβέντα βγήκε απ’ τα στόματά τους, ούτε κιχ. Μέχρι που πήραν τη στροφή. Και ένα «μάγκες τη γαμήσαμε» ακούστηκε μέχρι την κορφή των έλατων δεξιά κι αριστερά. Που μπορεί να ‘ταν και οξιές. Αν δεν μοιάζαν τόσο με σφενδάμια.

Αυτό το «μάγκες τη γαμήσαμε» πρέπει να ακούστηκε πολύ δυνατά. Καθαρά, σχεδόν χορωδιακά. Και κυρίως σαν δηλωτικό ενοχής. Γιατί τριάντα κεφάλια με κράνη γυρίσαν μονοκοπανιά προς το μέρος τους και τα πάντα πάγωσαν για δευτερόλεπτα. Που -κατά τα γνωστά- ήταν σαν να διαρκέσαν μισή αιωνιότητα. Με το που πέρασε το διάστημα του pause, είδαν και τις στολές και τις επιγονατίδες και τα άρβυλα και τις ασπίδες και τα λοιπά παρελκόμενα, σε χέρια και σε ζώνες. Και ένα αγριεμένο μεγάφωνο που ξεπρόβαλε ανάμεσα στα κράνη.

Μπρρ..χρρ…«Εσείς οι τέσσερις, χέρια πίσω απ’ τα κεφάλια και ελάτε σιγά σιγά προς τα δω»..μπρρ..χρρ..κλικ

Το σιγά-σιγά ήταν πλεονασμός. Ομοίως και το «προς τα δω». Ο φόβος μονόδρομους γεννάει, μόνο.

«Πάλι καλά που δεν μας ζήτησαν και να γονατίσουμε», ψέλλισε ο χαζομπαμπάς μόλις ξαναβρέθηκε μια στάλα σάλιο στο στόμα του.

μπρρ..χρρρ.. «Χέρια πίσω απ’ τα κεφάλια και γονατίστε»..μπρρ..χρρ..κλικ

«Eσένα θα σε γαμήσω μόλις ξεμπερδέψουμε», γύρισε και του είπε ο νότιος, «βγάλε και καμιά αναμνηστική τώρα να τη στείλεις στην κόρη σου»

«Καλή ιδέα, δεν έχει δει τόσα πολλά στρουμφάκια μέσα σε δάσος, θα τρελλαθεί απ’ τη χαρά της». Το ‘πε και έβαλε το χέρι στην τσέπη να πιάσει το κινητό.

Δεν πρόλαβε. Δέκα οκάδες δακρυγόνα χυμήξαν κατά πάνω τους, εμπροσθοφυλακή. Κι από πίσω ακουγόταν το ποδοβολητό. Τριάντα εναντίον τεσσάρων.

«Θα σε γαμήσω τώρα γιατί δεν θα υπάρξει μετά» πήγε να πει ο νότιος αλλά πριν τον πιάσει απ’ το λαιμό τον έπιασε ένας βήχας, πνίγηκε, μπλάβιασε και δεν μπόρεσε ν’ ακούσει το «από δω, τρεχάτε προς τα δω» που ακούστηκε από κάτι γκρέμουλα δεξιά, ανάμεσα σε κορμούς, θάμνους και κοτρώνες. Το ακούσαν όμως οι άλλοι τρεις, τον αρπάξαν απ’ το μπράτσο και χύμηξαν με μάτια βρύσες προς τα κει απ’ όπου ακούστηκε η φωνή. Και ο διάολος να ήταν που τους φώναζε, πάλι με το μέρος τους ήταν οι πιθανότητες.

Δεν ήταν ο διάολος. Ο Μέριλιν του χωριού ήταν. Βαμμένος, σινιαρισμένος, σπιντάτος, σα να ετοιμαζόταν να ρίξει το ρεφρέν απ’ το Eat me, Drink me. Άμα ήταν ο ορίτζιναλ, αλλά δεν ήταν. Μάλλον. Ίσως δηλαδή.

«Aπο δω, πίσω μου, δεν ξέρουν τα μονοπάτια αυτοί, χαμουτζήδες είναι όλοι, γρήγορα»

Το γρήγορα κι αν ήταν πλεονασμός.

Ο βόρειος το πήρε πατριωτικά, ξεπέρασε και τον Μέριλιν, ούτε τσαλιά καταλάβαινε, ούτε κατηφόρες, ούτε ανηφόρες, «θα τον χτυπήσω πολύ άσχημα αυτόν μετά» είπε αγκομαχώντας ο νότιος στον χαζομπαμπά, «να συμμαζέψεις την επιθετικότητά σου» απάντησε κείνος, «εμένα θα με γαμήσεις, τον άλλον θα τον χτυπήσεις, πες καμιά κουβέντα στον άλλον τον παπάρα με το κόκκινο, να γλιτώσουμε θέμε, όχι να τρέχουν ξοπίσω μας οι ταύροι», προσβλήθηκε ο Brooks Brother, «μπουφάν δεν βγάζω που να μου ματώσεις τα δόντια, πέντε κατοστάρικα έδωσα, ούτε κάθομαι να με φωτογραφίζουν μετά στα κρατητήρια με hoodies κι ας είναι και Αbercrombie & Fitch», ο Μέριλιν τους άκουγε πολύ απελπισμένος και σκεφτόταν «καλύτερα με τον αντίχριστο παρά με δαύτους» αλλά ήταν αργά πια για να μετανοήσει, ο βόρειος είχε εξαφανιστεί εντελώς, ο νότιος φώναζε «πιο σιγά ρε μαλάκες, αν είναι να πάμε από έμφραγμα καλύτερα από Δένδια», πρέπει να ακούστηκε δυνατά αυτό γιατί αυτοί που τρέχαν ξοπίσω τους βαρέσαν προσοχές, από πολύ μπροστά ακούστηκε μια φωνή -μάλλον του βόρειου- «ρε μαλάκες, ξέρει κανείς γιατί μας κυνηγάνε; δεν μπορούμε να το διαπραγματευθούμε;», «σκάσε και τρέχε» φώναξε ο Αbercrombie, «παιδιά έπεσε το μανιτάρι μου» ακούστηκε η πονεμένη φωνή του χαζομπαμπά, «προχωράτε κι έρχομαι», «δεν μπορεί να μου συμβαίνουν όλα αυτά» σκέφτηκε συντετριμμένος ο νότιος, «ασυζητητί με τον αντίχριστο» είπε –φωναχτά πια- ο μπουχτισμένος Μέριλιν κι ο Abercrombie έβαλε το κερασάκι στην μπλακ φόρεστ ρωτώντας «ρε μαλάκες, καμιά ταινία με ΜΑΤ να κυνηγάνε άθρωπες μέσα σε δάσος έχει δει κανείς σας; πώς τελειώνει;».

Τέλειωσε μέσα σε ένα ρυάκι. Που έπρεπε να το περάσουν για να φτάσουν στη σωτηρία. Πις οφ κέικ. Για όλους.

Εκτός του Abercrombie.

«Eγω τα nubuck δεν τα βάζω σε νερά, θα ΄ρθω από άλλον δρόμο»

Ξαφνικά και οι τρεις θέλαν να τον χτυπήσουν άσχημα, ο Μέριλιν δεν ήθελε γιατί φοβόταν μη του κάνει καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά και μετά αφήσει απλήρωτο το δωμάτιο και του είπε «τότε βγάλτε τα και περάστε ξυπόλητος» και έτσι έγινε και σε δέκα λεπτά ανοίξαν τη  μεγάλη ξύλινη εξώπορτα και μετά την πιο μικρή και σωριάστηκαν στους καναπέδες και ουφλάντισαν και ένας μάλιστα (δε λέμε ποιος) έκανε και το σταυρό του που δεν θα τους δείχναν στις ειδήσεις, στα φέισμπουκ και στα τουίτς σήμερα.

Ήπιαν από μια κανάτα νερό ο καθένας για να στανιάρουν. Ο βόρειος που δίψαγε ακόμη είπε «πάω να δω για καμιά μπίρα, κάπου θα ‘χουν κρυμμένες, δε μπορεί», ο νότιος που ήταν πολύ περίεργος άνθρωπος ρώταγε τον Μέριλιν «εσένα γιατί δεν σε κάλεσε ο Κουτρούλης;» και ο Abercrombie έσκυψε στο αυτί του χαζομπαμπά και του είπε πάρα πολύ προβληματισμένος «γιατί μου μίλησε στον πληθυντικό το φρικιό; τόσο πολύ άρχισα να μεγαλοδείχνω;».

Όταν ο άλλος γύρισε με τρεις μπίρες αγκαλιά, ο Μέριλιν  έδινε -σε απλά ελληνικά- τη λύση στο μυστήριο. Σε όλα τα δάση και ξέφωτα της περιοχής είχαν αμολύσει (εδώ και μήνες) κι από μια διμοιρία, έτσι για να βρίσκεται, just in case. Από βίτσιο, μπας και βρεθεί κανένας επενδυτής και τον αγριοκοιτάξουν οι ντόπιοι και χαλάσει το προξενιό. Παπάρια προξενιό. Τόσους μήνες εδώ πάνω μόνο αυτό του Κουτρούλη ευοδώθηκε.

Καπνίσαν δυόμισι πακέτα τσιγάρα, το άλλο μισό το δώσαν στον Μέριλιν που ήταν καλό παιδί και διηγήθηκε όλη την ιστορία του –μέσα σε πέντε λεπτά- στον Abercrombie γιατί κατάλαβε ότι από τους τέσσερις αυτός ήτανε ο πιο πονόψυχος κι ανθεκτικός σε εξομολογήσεις, μετά τους χαιρέτησε έναν έναν γιατί θα πήγαινε σε μια θειά του στην πόλη να της κάνει βεντούζες και να πάρει κανένα χαρτζιλίκι γιατί άμα περίμενε μόνο απ’ τα θελήματα εδώ πάνω όχι MAC αλλά ούτε ρίμελ θ’ αγόραζε, του είπαν «στο καλό να πας» και όσο κι αν ρώτησαν τον εξομολογητή, λέξη δεν του πήραν για το ποιόν του ανδρός.

Στο καφενείο

Το μεσημέρι -κόντευε μιάμιση- πήγαν ξανά στο καφενείο για δυο λόγους. Ο ένας ήταν ότι τους έκατσε βαρύς ο λογαριασμός απ’ τα αβγά και θα ζητούσαν το λογαριασμό, για το λογαριασμό, εν ολίγοις. Ο δεύτερος η απορία για το «Λιβόρνο». Συν το ότι πείναγαν σαν αρκούδια κιόλας και δεν το ρίσκαραν να πάνε στο παραδιπλανό χωριό (δεκαεφτά χιλιόμετρα μακριά) όπου είδαν στο google  ότι υπήρχε μια ταβέρνα που έσφαζε κουνέλια, κοκόρους και τέτοια αθώα πλάσματα για να τα κάνει στιφάδα και σαλμιά. Και δεν το ρίσκαραν γιατί εύκολα δίνει στόχο ένα αυτοκίνητο με –πολύ- νότιες πινακίδες και τέσσερις περίεργους μέσα άμα διασταυρωθεί με κανένα μπλόκο κι αρχίσουν τα ποιός και που και γιατί και πότε κι άμα συνυπολογίσεις ότι ο μανιταροσυλλέκτης είχε την κοψιά αξιοθαύμαστου ακτιβιστή -που είναι άλλη κοψιά απ’ αυτή των υποταγμένων νοικοκυραίων- καλύτερα να κάτσεις στ’ αβγά σου. Ή να πας να τα βρεις, εν πάση περιπτώσει.

Με το που μπήκαν τους χτύπησε η ζέστη απ΄την ξυλόσομπα. Παχιά ζέστη, γαλαντόμα. Στρώθηκαν στο καλό τραπέζι, εκείνο που προχτές φιλοξενούσε τους πρεφαδόρους. Ο καφετζής -που είχε την κρυφή ελπίδα να μη ξαναδιασταυρωθούν τα χνώτα τους- τους κοίταξε λοξά και είπε «αυτό θα το χρειαστώ σε μιαν ώρα, κανονίστε». Δεν του δώσαν σημασία, απλώσαν τις αρίδες τους και τράβηξαν -με θόρυβο- κι άλλη μια καρέκλα κοντά για να βάλουν πάνω κινητά, τα γάντια του Abercrombie (ακριβά δερμάτινα, που είχαν χρώμα κανέλλας και μυρωδιά πούδρας) και τα πούρα του νότιου -κάτι δομινικάνικα, μηχανής- που κόντεψαν να πάθουν ασφυξία στη θήκη τους.

Μετά από πέντε λεπτά ήρθε στο τραπέζι ο καφετζής. «Άμα τελειώσετε σε μια ώρα έχει καλώς, αν όχι θα σας σηκώσω και δεν θέλω μουρμούρες. Αυτό είναι τραπέζι για χαρτιά, όχι για πιάτα και πηρούνια». Δεν γύρισαν καν να τον κοιτάξουν, ο νότιος τον ρώτησε μόνο -με το βλέμμα στραμμένο στο παράθυρο δίπλα του- «τι μπορείς να μας φτιάξεις;». «Θα δούμε» απάντησε, «τι θα πιείτε;». Ο μανιταροσυλλέκτης κρατήθηκε να μη ρωτήσει «γιατί; για να φέρεις τα σωστά ποτήρια;» την ώρα που ο άλλος με τα τρυφερά πόδια του είπε «θα δούμε». Τα πράγματα αρχίσαν να φουρτουνιάζουν.

Έφυγε και γύρισε με τέσσερα ποτήρια, απ’ αυτά τα χαμηλόκωλα για τσίπουρα και ούζα. Και για ρετσίνες αλλά εδώ δεν σκαμπάζαν από ακριβά αποστάγματα.

Ο βόρειος σκάλισε την μέσα τσέπη απ΄το μπουφάν του κι έβγαλε ένα μεταλλικό φλασκί. Το τρυφερό πόδι τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. «Μη μου πεις!». Tου έγνεψε «σου λέω». Δέκα χρόνια μετά το πρώτο mail που αντάλλαξαν, σε ένα καφενείο στη μέση του πουθενά, απέναντι από ένα ρολόι που έδειχνε 5 παρά 10, δίπλα σε μια σόμπα που τσιτσίριζε, ανάμεσα στα επιδοκιμαστικά βλέμματα των άλλων δυο -που ήδη ξέραν οι σουπιές, τους το’χε πει ο βόρειος απ΄την αρχή- ήρθε η ώρα γι αυτό το γαμημένο το Lagavulin. Που και σε κρυστάλλινη καράφα να το είχε φυλαγμένο, λιγότερο αγίασμα θα ήταν απ’ αυτό που μοιράστηκαν περίπου ακριβοδίκαια οι τέσσερις. Τσιμπολογώντας φέτες αβγοτάραχου, τις οποίες είχε προνοήσει να φέρει μαζί του ο χαζομπαμπάς, τιμαρεμένες σε μια ταμπακέρα. Κειμήλιο παππού. Που ζούσε στιγμές δόξας. Ή ατίμωσης, όπως το δει κανείς.

«Ευτυχώς έφερε τα κατάλληλα ποτήρια», σάρκασε ο νότιος βγάζοντας επιδεικτικά τον κόφτη. Αυτό το παιδί ήταν γεννημένο για μεγάλες στιγμές. Από Gran Corona και πάνω.

Πέρασαν τρεις ώρες και γλώσσα μέσα δεν βάλαν. Αναγούλα του ΄ρθε του καφετζή. Μόνον όταν καταπίναν τον καγιανά και το ψωμί και τη φρεσκοβρασμένη λαχανίδα και λίγο τυρί γίδινο (που έκανε τα μούτρα του βόρειου να ξινίσουν άσχημα γιατί ήταν μαλωμένος με τα γίδια) το βουλώναν λίγο, εξ ανάγκης, αλλιώς ο πνιγμός παραμόνευε. Απ’ το τραπέζι δε σηκώθηκαν γιατί ψυχή δε μπήκε στο καφενείο κι ας ήταν κιόλας 5 παρά 10. «Λιβόρνο», τους είπε, το βάφτισε γιατί όταν ήταν ναυτικός –πριν καταλήξει καφετζής- εκεί είχαν δέσει όταν του ‘πε ο ασυρματιστής πως έχει γιο. Και το ‘ταξε. Ένα από τα μυστήρια του σύμπαντος είχε λυθεί. Το δεύτερο, πόσα τηγανητά αβγά δηλαδή μπορεί να φάει στην καθισιά του ο άνθρωπος, έμενε ακόμη θεοσκότεινο.

Μετά την πέμπτη μπίρα ο νότιος τον ρώτησε «εσένα γιατί δεν σε κάλεσε ο Κουτρούλης;» αλλά απάντηση δεν πήρε, σηκώθηκαν να φύγουν λίγο πριν βγάλουν ρίζες οι κώλοι τους, όταν έξω είχε σκοτεινιάσει. Τους είπε «δώστε ένα εικοσάρικο, οι μπίρες κερασμένες» ανακουφισμένος που θα του αδειάζαν την -καλή- γωνιά. Καλός ο τουρισμός αλλά άμα είσαι παλιός ναυτόπαις καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που αγάπησες και σε βάλαν σώγαμπρο σε καφενείο και μετά η άλλη χόντρυνε κι άρχισε να αντιμιλάει και όλα και όλοι σε φταίνε μετά. Του αφήσαν εικοσπέντε γιατί μέσα στο γκράντε κέφι σπάσαν δυο ποτήρια και την πιατέλα με τις λαχανίδες (χωρίς περιεχόμενο) και την ώρα που ανοίγαν την πόρτα και ήταν ακριβώς 5 παρά 10, ο μανιταροσυλλέκτης του είπε «κακώς το ‘βγαλες Λιβόρνο, Μαρμότα έπρεπε να το βγάλεις». Εκατό λιμάνια είχε πιάσει ο καφετζής, με τέτοιο όνομα κανένα δεν θυμόταν. Και ήρθαν τα μαλακισμένα τα στεριανά να του πουλήσουν πνεύμα. Σαράντα έπρεπε να τους πάρει…

Πίσω

Στον ξενώνα δεν υπήρχε κανείς εξόν απ’ αυτούς τους τέσσερις, η ξενοδόχα του ‘χε πουλήσει παραμύθι, «δυστυχώς γεμάτοι, ξαναπάρτε σε μισή ώρα να δω αν μπορώ να σας βολέψω». Άμα ήταν έτσι τα γεμάτα, στα άδεια θα πέθαινες απ’ την τρομάρα σου με μια άσχημη λάμψη στα μάτια. Ψυχή, πουθενά. Σαν έχεις γάμο δεν τρέχεις στα πουρνάρια, καλή η επιχειρηματικότητα αλλά καλύτερες οι χαρές, ειδικά αν σε λεν Βασίλω, τι Βάσω και Σήλια και Βίκυ και χαζά. Ανέβηκαν και ετοιμάσαν τα πράγματά τους. Τι ετοιμάσαν δηλαδή, βάλαν μέσα οδοντόβουρτσες, είδαν για κανένα ξεχασμένο λερωμένο βρακί -μη ρεζιλευτούν στην ξενοδόχα- και σε πέντε λεπτά ξαναβρεθήκαν κάτω. Αφήσαν τα λεφτά σε έναν φάκελο, γράψαν απ’ έξω «ευχαριστούμε», τον ακούμπησαν πάνω στην τηλεόραση, άφησαν κι ένα χαρτί που έγραφε -ιδέα του νότιου κι αυτή- «θα ρχόμασταν στο γλέντι για να φέρουμε τα λεφτά αλλά δεν ήμασταν καλά ντυμένοι και δεν πήραμε και δώρο του Κουτρούλη και ντραπήκαμε» και τους έκανε τη μούρη κρέας νόμισε, ανοίξαν την μεγάλη ξύλινη πόρτα, κατηφορίσαν ως το πλάτωμα, μπήκαν στα αυτοκίνητα και ξεκινήσαν.

Τρία χιλιόμετρα μετά, ο νότιος που πήγαινε μπροστά με συνοδηγό τον Abercrombie άναψε τα αλάρμ και πάρκαρε δεξιά. Τους έκανε νόημα να βγουν έξω, βγήκαν, τον ρώτησαν «τι συμβαίνει;», «ξεχάσαμε να σημαδέψουμε τη στιγμή», απάντησε.

Το φεγγάρι ήταν 100/100. Τόσο πηχτό, φρεσκοπλυμένο φως είχαν καιρό να δουν, παιδιά της πόλης όλοι τους.

«Εδώ είδα ένα σικαλοχώραφο ανεβαίνοντας χτες», τους είπε ο νότιος. «Ας το κάνουμε με στυλ αυτή τη φορά, μη μας πουν και ακαλλιέργητους».

Οι άλλοι τρεις δεν είχαν ιδέα για το πώς μοιάζει ένα σικαλοχώραφο αλλά ο νότιος ήταν ξεφτέρι στα σιτηρά και μετά από τριάντα μέτρα κατέβασε το φερμουάρ του λέγοντας «εδώ». Οι τοκάδες απ’ τις ζώνες που λύθηκαν λάμψαν κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο.

 

Λοιπόν, δεν ξέρω αν ο Σάλιντζερ ή όποιος άλλος θα ήταν περήφανος γι αυτούς τους τέσσερις. Εγώ πάντως άμα με κάναν φίλο τους, θα ήμουν. Δεν ξέρω, απλά και μόνο είναι από τους τύπους που θα ‘θελα να τηλεφωνήσω να βγούμε για μπίρες, για κανένα ουίσκι και τα ρέστα ξέρω γω. Αυτό είν’ όλο.

THE END

πίσω απ΄το γυαλί

29622737

 

Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, όσο -δηλαδή- πιο ευδιάκριτη γίνεται η αρχαιΐλα του, τόσο το γκροτέσκο ζει μεγάλες στιγμές.

Νύχτα, στο δρόμο. Πίσω η μικρή, μπρος η μάνα της. «Να βάλω μουσική;». Η μικρή αδιαφορεί, «βάλε, ακουστικά φοράω, δε με πειράζει, μη κάνετε φασαρία μόνο». Η μεγάλη το σκέφτεται. «Σαν τι δηλαδή;». Βάζω. Laura Fygi, Julie London, Tony Bennett….  «μια χαρά, κοίτα μη γλαρώσεις μόνο», σε δέκα λεπτά ομίχλη παχιά σαν Lurpak, «βγαλ’το, βάλε κάτι να ξυπνήσεις μη μας έχουν στις ειδήσεις αύριο», ψαχουλεύει στα τυφλά, ανοίγει φωτάκι συνοδηγού, «lounge snakes λέει αυτό, lizards δεν έπρεπε να λέει;», γεμίζω περηφάνια και για κείνην και για τα χειροποίητα δισκάκια μου, μου δίνει, βάζω, Montefiori Cocktail, «βγαλ’ το, θα σκοτωθούμε, κάπου είχες U-2», «χάλασε το σιντί» , δεν τον αντέχω άλλο τον μύγα, θαμπά πρασινοκόκκινα φώτα, διόδια, δυο και σαράντα, χάλασε και η διάθεση, μπήκαμε στην μεγάλη πόλη μουγκοί. Η άλλη πίσω δεν ξέρω τι άκουγε αλλά πρέπει να ‘στειλε ίσα με πέντε χιλιάδες sms μέσα στα τελευταία εβδομήντα χιλιόμετρα. Για να πει τελικά «δεν θα βγούμε, βαριούνται όλοι, πάμε να πάρουμε μια πίτσα, τρώμε και φεύγετε».

«Τσένταρ, μανιτάρια, μπέικον, τραγανή ζύμη». Ο,τι πουν μάνα και κόρη. Παρκάρω διπλή σειρά, μπαίνω, παραγγέλνω, «σε δέκα λεπτά έτοιμη», «εντάξει, περιμένω στο αυτοκίνητο». Μπαίνω, η πίσω ρωτάει «ξέρεις κανέναν Γιάννη Παλαμίδα;», «ξέρω, πώς σου ΄ρθε;», «βρήκα στο γιουτιουμπ ένα κοπερτί και μια Πτήση 201, αυτά ακούω, περίεργα πράγματα», «τέλεια είναι», «αρχαία τέλεια», «σκέτα τέλεια», βάζει κοπερτί, γκαρίζω «θ΄αρχίσει κάποτε η φθορά κι ο μαρασμός», «συγκρατήσου» μου λέει η μπροστινή με ένα χαμόγελο που είχα χρόνια να δω. Προσπαθώ αλλά ενθουσιάστηκα, σα να μου χαρίσαν στιχάκια στη γιορτή μου ήταν αυτά τα αναπάντεχα άσματα, η μικρή βλέπει τον μπαμπά της να ξεσαλώνει στα αρχαία ελληνικά, ενθουσιάζεται κι αυτή, «τα ξέρεις όλα τα λόγια!», γυρνάω στην μπροστινή και τραγουδάω παθιασμένα «θα σου τηλεφωνήσω σ’ άλλον αριθμόόόόόό», γελάνε και οι δυο με τον χλιαρό που για λίγο έμοιαζε να αγγίζει το σημείο βρασμού επιτέλους, «βάλε και το όταν η γη θα εκραγεί» λέει της μικρής, «είναι το αγαπημένο μου». Ξαφνικά το παιδί έχει ανθρώπους για γονείς, όχι δυο κρεμάστρες ρούχων. Γελάει, το βρίσκει. Η μεγάλη μου τραγουδάει -νύχτα, καταμεσής της Όλγας- «οι πτήσεις θα ΄χουνε ακυρωθεί», «και η 201;» την ρωτάω, δεν απαντά. Η Θεσσαλονίκη έχει πολλήν υγρασία τις νύχτες, ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο να είσαι, τα μάτια σου επηρεάζονται. «Πήγαινε να φέρεις την πίτσα, άντε, άντε», πάω να βγω, η μικρή με ρωτάει «τον ξέρεις αυτόν τον Παλαμίδα;», «τον ξέρω» της λέω, «είμαστε φίλοι στο φέισμπουκ». «Έλα ρε μεγάλε!». Πάω, πάω. «Και τσιγάρα απ’ το περίπτερο δίπλα». Πάω, πάω. Βρέχει. Σαν φτύσιμο. Μπίχλα μακεδονική. Ξαφνικά δεν βιάζομαι. Αντί για πράσινα και πορτοκαλιά και κόκκινα φανάρια βλέπω διακόσια μπλε φωτάκια κι ένα πορτοκαλί, διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί (η μπαλαλάικα μου ξέφυγε), πόσο εύκολο είναι να τα δεις αυτά στην Όλγας δηλαδή νυχτιάτικα; Ας περιμένουν οι γυναίκες.

Μιάμιση ώρα μετά ξανά στο δρόμο της επιστροφής, το πίσω κάθισμα άδειο πλέον. Ο περιφερειακός έρημος και δεν είναι ούτε καν έντεκα. «Γιατί της λες παραμύθια για τον Παλαμίδα;», «αλήθεια λέω, έκανα φρεντ ρικουέστ και δεν έφαγα πόρτα», «τι ψεύτης είσαι ρε παπάρα», με πληγώνει αλλά δεν επιμένω. Ψάχνω σιντί, κάπου είχα ένα παραχωμένο με John Campbell, Mayall, Green, παλιούς λαϊκούς. «Άσ’το» μου λέει, «βάλε ραδιόφωνο». Βάζω. Παίζει Αντύπα, εκείνο που για να μη τρελαθεί γυρίζει τις νύχτες και χορεύει στις πίστες, πάω ν’ αλλάξω σταθμό, μου κάνει πέρα το χέρι,  «ξέχνα το, θα το πάμε όπως παλιά, ΚΤΕΛατζίδικα». Μου αρέσει η ιδέα. Ζέστη μέσα, ψιλόβροχο έξω, νύχτα, μόνο ο οδηγός που πιάνει κουβέντα με τα εικοστριάχρονα μπροστά λείπει. Ο ραδιοκαλαμαριάς έχει σεκλέτια, ανίατη καψούρα, Καράδες, Τερζήδες, Μάκηδες, Αδαμαντίδηδες. Της τραγουδάω -με το κινητό να παριστάνει το μικρόφωνο- «Κι είπα να φύγω να σωθώ, να κάνω κάτι πια και γω για το καλό μου» , «άει ρε σαχλαμάρα, δεν έχει σωτηρία μακριά από μένα». Αυτές οι βεβαιότητες με τσακίζουν. Και τα διόδια. Δυο και σαράντα. Άλλο ένα και φτάνουμε σπίτι.

φωτογραφία : arcphotodays

more reasons to be cheerful

29550604 (1)

 

Ντριν

 

Θα έρθει η άλλη την Παρασκευή;

 

Έτσι είπε, τι την θες;

 

Κάτι δικά μας. Την παίρνω και δεν το σηκώνει η μουλάρα. Πάω σχολή. Μετά για καφέ

 

Να πάμε για μια βότκα πιο μετά;

 

Καμιά μπίρα παίζει ;

 

O,τι θες

 

Μετά τις 10, ίσως

 

Ο,τι θες

 

Και μη τολμήσεις ν’ απλώσεις χέρι να μου ανακατέψεις μαλλί. Έχω φύγει

 

Πλάτη;

 

Ένα ταπ ταπ. Όχι την ώρα που πίνω, τα συνηθίζεις τέτοια χαζά.. Φεύγω, άργησα. Θα σε πάρω τηλέφωνο αν είναι. Αν δεν σε πάρω μη μου σπάσεις τα νεύρα, «πού είσαι;», όπου θέλω είμαι

 

Ο,τι θες

 

Και όχι σχόλια για το ντύσιμο. Ναι, πάλι τα ίδια, βαριέμαι να ψάχνω ντουλάπα.

 

Ο,τι πεις

 

Κλικ

(τα «αγόρι μου» έχουν απαγορευτεί εδώ και χρόνια,  αν βάλεις χέρι στον ώμο του ρισκάρεις να μείνεις μονόχειρας, γήπεδο πήγαμε δυο φορές μαζί και χασμουριόμασταν παρέα, στο 5Χ5 δεν με παίρνει γιατί δεν μπορεί -λέει- να με τρέχει μετά στα Επείγοντα, ε δεν το λες και άσχημο σκορ τις ατάκες του House που πετάει ο ένας στον άλλον, τις τρεις μπίρες κάθε δυο μήνες, τον καναπέ και τα άπαντα του Breaking Bad  ως το πρωί μαζί και ειδικά το «τελικά δεν είσαι τόσο βαρετός όσο φαίνεσαι» την ώρα που -με κίνδυνο να χυθεί ο αφρός πάνω μου- παριστάνω ώρες ώρες τον Ritchie, ο μεσήλιξ)

reasons to be cheerful (part 1,2,3 & 4)

29535577

Εφτά φεύγουμε απ΄το σπίτι της.  «Πεινάω σα λύκος», λέει, «απ’ τις έξη σε περίμενα και είμαι με ένα κουλούρι σήμερα η αρκούδα».

Εντάξει, πενηνταένα κιλά άνθρωπο στο ένα και εξηνταεφτά δεν τον λες και λύκο, πόσο μάλλον αρκούδα αλλά αυτό το «ένα κουλούρι» (κι ας είναι θεσσαλονικώτικο, απ΄αυτά με την τρύπα στη σωστή θέση) εξηγεί πολλά για την πείνα.

Κυλικείο στη Σχολή δεν έχετε παιδί μου;

Έχουμε

Μόνο κουλούρια πουλάει;

Όχι

Tίποτε άλλο να σε ψυχοπιάσει δεν είχε;

Είχε

Σήμερα είναι η μέρα των μονολεκτικών απαντήσεων;

Έλα, κρυάδες

Δεν ήταν. Τουλάχιστον να ξέρω που βρίσκομαι ως προς το πλαφόν ερωτήσεων.

Κλειδώνει και ρωτάει «να πάρω λεφτά μαζί;», «δεν είσαι σοβαρή, είσαι μαζί μου και θα πάρεις λεφτά; άμα θες βάλε ένα τάλιρο για να μη νιώθει το πορτοφόλι μοναξιά», «τόσα έχω, να πάρω κανένα εικοσάρικο;», «σοβαρέψου». Eίπε ο Άρχων της Σωφροσύνης.

Πηγαίνει προς την στάση του αστικού. Την αποπαίρνω, «έλα παιδάκι μου που θα ανεβαίνουμε στα αστικά, παίρνουμε ένα ταξί και πάμε σε δυο λεπτά, που θα περιμένω τώρα σε στάσεις». Τα παιδιά είναι σκληρά σήμερα, σεβασμός μηδέν. «Έλα ρε Άδωνι που ζορίζεσαι στα λεωφορεία». Δεν απαντώ, χαμένος θα βγω. Σηκώνω χέρι, ορμάνε προς τα πάνω μας τρία ταξί, κερδίζει ένα που παραλίγο θα μας πάταγε απ’ τη βιασύνη, μπαίνουμε, δίνουμε στίγμα, σε τρία λεπτά μας αφήνει, «τρία και είκοσι, το ελάχιστο», δίνω τρεισήμισι, άμα βγαίνεις έξω με το παιδί σου -πέντε φορές το χρόνο, κι αν- είσαι λαρτζ σε όλα. Ο Βασιλιάς του Δίνειν.

Περπατάμε και χαζεύουμε καφέ, βιτρίνες, δισκάδικα, ανάπηρους, περίπτερα, κάδους, περιστέρια, τη θάλασσα. Περπατάμε, την αγκαλιάζω, τη φιλάω στο κεφάλι, τραβάω το χέρι και πιάνεται το μανίκι στα μαλλιά της. Το ξεμπλέκω, με πολύπλοκη διαδικασία. «Μπορείς σε παρακαλώ να ελέγχεις λίγο περισσότερο τον ενθουσιασμό σου πριν μείνω εντελώς φαλακρή;». Σεβασμός υπό το μηδέν. Χαμογελάω όμως και μέσα μου βράζω, «όταν ο άλλος σε στριμώχνει και σ’αγκαλιάζει και σου κάνει το μαλλί μαντάρα, τσιμουδιά όμως, ε ; ε ;», αυτά τα σκέφτεσαι και τα θάβεις γρήγορα γιατί άμα μεγαλώσουν βγάζουν και μαχαίρι και το στρίβουν στην πληγή και τέλος πάντων, άμα έχεις κορίτσια ξέρεις, άμα δεν έχεις διάβαζε να μαθαίνεις.

Πού θα πάμε;

Δεν έχω ιδέα, αλλά με τρομάζει η ψυχραιμία μου.

Θα δεις

Να δω αλλά σήμερα. Αύριο θα είναι αργά, θα χρειάζομαι ορό

Οι εξυπνάδες της μάνας της, καρμπόν. Στη μια παίρνεις κι άλλη μια -βελτιωμένη έκδοση- δώρο.

Περνάμε ένα, δυο, τρία.

Δεν σ’ αρέσουν αυτά; καλά είναι, φάτσα Θερμαικό

Δεν έχουν κόσμο μέσα. Άρα τα φοβάμαι. Λίγο πιο κάτω πάμε.

Ξέρεις πού πάμε ρε μπαμπά;

Τrust me

Ώπα ο κέμπριτζ

Ο ποιος;

Δικά μου, άσ’το

Αριστερά ΑΤΜ. Σταματώ και βάζω κάρτα.

Είπες να μην πάρω λεφτά

Τι σχέση έχει αυτό;

Ε και τι θα βγάλεις από κει; νερό ή καφέ;

Σοβαρέψου

Εγώ;

Δρόμο έχω μετά, ας βρίσκονται στην τσέπη, δεν ξέρεις

Μα θα σου δώσω εγώ απ’ το σπίτι, μου τα δίνεις την Παρασκευή που θα ΄ρθω

Σοβαρέψου

Ενώ εσύ ,ε ;

Τα ηλίθια τα ATM έχουν γεννηθεί για να σε ρεζιλεύουν στα παιδιά σου, την πιο ακατάλληλη στιγμή. Λυπόταν το γαμωμηχάνημα αλλά δεν θα μπορούσε να μου δώσει ευρώ τσακιστό εκείνη την ώρα.

Πάμε, δεν βγάζει, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς δεν τα χρειάζομαι

Και γιατί πήγες να κάνεις ανάληψη; κάνεις συλλογή από χαρτάκια;

Καρμπόν λέμε. Μια συν μια δώρο. Και το κακό –στο λένε αφού απομακρυνθείς απ’ το ταμείο – είναι ότι κρατάς την πρώτη και κάποια στιγμή σου παίρνουν την δεύτερη. Διάβαζε να μαθαίνεις.

Φτάνουμε εκεί που καφέδες ήπια, δυο τρεις φορές αλλά δεν κάθισα για φαγητό ποτέ. Κρίνοντας απ’ την τιμή του καφέ, το ψωμί πρέπει να χρεώνεται ένα δεκάρικο. Και βάλε. Κοντοστάθηκα για νανοσεκόντ έξω απ’ την πόρτα πριν πω «εδώ είμαστε». Μερικά παιδιά καταλαβαίνουν τι σκέφτεσαι πριν καν εμφανιστεί στους νευρώνες του μυαλού σου.

«Ξέ-χνα το»

«Γιατί; αφού στο έχω πει δέκα φορές ότι ήθελα να ρθουμε εδώ με την πρώτη ευκαιρία»

«Ο-χι»

«Ναι, λοιπόν, πάνω όροφο, πρώτο τραπέζι μπροστά, δρόμος και θάλασσα, τέλεια»

«Δεν θέλω ρε παιδάκι μου εδώ, πέντε ευρώ ο καφές κάνει, σου περισσεύουν εξήντα ευρώ;»

«Μπορείς για μια μέρα να αφήσεις τα κομμουνιστικά; θέλω εγώ, άσε τα πείσματα, αφού κι εσύ θες κατά βάθος»

«Δεν θα στο συγχωρήσω ποτέ αυτό, ποτέ»

«Καλά, μπορώ να ζήσω κι έτσι»

Μιλούσαμε κι έψαχνα με την άκρη του ματιού κανένα εξημερωμένο ATM. Τίποτε. Όταν τα χρειάζεσαι, έχουν πέσει όλα για ύπνο απ΄τις εφτά το απόγευμα. Το κοντινότερο σίγουρα θα ήταν κατά Χαριλάου μεριά. Αλλά δεν βλέπεις θάλασσα εκεί. Ακόμη. Με τον Μπουτάρη ποτέ δεν είσαι σίγουρος.

Μπαίνουμε, ανεβαίνουμε, πέντε παρέες, όλες για καφέ. Ωραία, και δυο τραπέζια μπροστά γεμάτα, για φαγητό. Με εμάς τρία. Στα έξη. Καλό ποσοστό εν μέσω κρίσης, καθημερινή, νωρίς. Έχει ζέστη, η θέα είναι ψυχοταίστρα, έχει ωραία μουσική, σωστό φωτισμό, η μικρή είναι δίπλα μου, έχω ξεχάσει όλα τα άσχημα, ακόμη και τα ATM. Δε γαμιέται, σκέφτομαι, γι αυτό υπάρχουν και πιστωτικές. Βολεύομαι, κάθεται πλάι μου, «ωραία είναι;», «βρε ωραία είναι αλλά δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ», χαμογελάω, θέλω να της χαϊδέψω τα μαλλιά αλλά θα μας ακούσουν μέχρι τον Εύοσμο και την Καλαμαριά μετά, δεν είναι εποχές αυτές για να ξεφτιλιζόμαστε σε δυτικές και ανατολικές συνοικίες.

Στο πορτοφόλι υπάρχουν σαρανταοκτώ ευρώ και κάτι κέρματα, λιμά. Έκπληξη ήθελα να της κάνω, να τη δω, να πιούμε έναν καφέ μαζί, να φύγω. Δεν ξεκινάς με βιβλιάριο καταθέσεων όταν πας να κάνεις έκπληξη. Τώρα σαρανταοκτώ ευρώ συν τρεις πιστωτικές. Αφού η ανάληψης δεν τα κατάφερε, θα καθαρίσουν αυτές. Βενζίνη για την επιστροφή έχω. Αλλά πρέπει να χωρίσω τέσσερα κι ογδόντα για τα διόδια. Συν τρία και είκοσι για το ταξί. Εκτός κι αν πάρουμε το 3 ή 31 ή δεν ξέρω γω πως είναι βαφτισμένο, που θα μας αφήσει εκατό μέτρα απ’ το σπίτι. Αλλά όταν τη βγάζει έξω ο μπαμπάς, δεν μπαίνουμε σε αστικό. Σκέφτεται ο μικροαστός. Που είναι ευτυχισμένος τώρα και τίποτε δεν μπορεί να του τσαλακώσει αυτή την ευτυχία.

Εκτός από τον σερβιτόρο.

Που μας αφήνει από έναν κατάλογο, συν έναν για τα ποτά, συν μια διευκρίνιση «υπάρχουν και δυο πιάτα ημέρας που δεν υπάρχουν στον κατάλογο» συν ένα κερασάκι για την τούρτα «και πρέπει να σας ενημερώσω ότι δεν δεχόμαστε πιστωτικές κάρτες».

Είναι πολύ μαλάκας ο υπεύθυνος ηλεκτροφωτισμού της πόλης τελικά. Έσβησε όλα τα φώτα στην παραλιακή απ΄τις εφτάμιση το απόγευμα. Ο βλάκας.

Λέω στον σερβιτόρο «σ’ευχαριστώ, σε πέντε λεπτά θα είμαστε έτοιμοι» και χώνομαι μέσα στον κατάλογο. Πολύ μέσα. Σχεδόν κρύβομαι μέσα στις σελίδες για να μη δει η μικρή τα μούτρα μου που πάνε να σκάσουν από τα νεύρα, τα παιδιά όμως σήμερα καταλαβαίνουν το αίμα πριν καν χυθεί, το μυρίζουν όταν πηχτώνει και κυλάει πιο δύσκολα μέσα στις φλέβες και τις αρτηρίες, «σου το λεγα εγώ, θα σε φάει το πείσμα σου» , «μμμ, έχουν και ριζότο, μια χαρά, διάλεξε τι θέλεις για να δω κι εγώ τι θα πάρω», «θα σε σκοτώσω μόλις βγούμε έξω» , «ωραία αυτά τα tempura λαχανικών, να τον ρωτήσω τι είναι», «είσαι απίστευτος γαμώτο, μ΄έφερες εδώ που το μόνο μονοψήφιο είναι το κουβέρ», «σταμάτα να σκέφτεσαι τα λεφτά, άμα μας φέρει τη δραχμή ο δικός σου τότε να αρχίσεις να τα μελετάς, μάθε να ευχαριστιέσαι τα ωραία χωρίς τύψεις», «ο δικός μου σε μάρανε, όχι τα λούσα που θες, με ένα πενηντάρικο που θα δώσεις εδώ βγάζεις εισιτήριο για Ρώμη γαμώτο, θα σε σκοτώσω».

Ναι αλλά άμα βγάλεις εισιτήριο για Ρώμη, δεν θα πάμε μαζί. Οπότε θα το φάω εδώ το πενηντάρικο, μαζί σου. Οι καλές σκέψεις, οι υστερόβουλες, από μέσα γίνονται και δεν βλέπουν ποτέ το φως. Γιατί μετά θα ακουστούμε μέχρι τη Χαλκιδική. Και δε μ΄αρέσει καθόλου η Χαλκιδική, όχι να με πιάνουν και στο στόμα τους κιόλας.

Είπε «πενηντάρικο».

Γιατί είπε «πενηντάρικο» ;

Μαλακισμένα ΑΤΜ. Μαλάκες μαγαζάτορες. Δεν θα σας έδινα κάρτα του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου, απ τις καλές θα σας έδινα. Εθνικές, Alpha, τέτοιες χρυσές και ασημένιες. Ηλίθια όντα. Βλαμμένοι.

Τι σκέφτεσαι να πάρεις;

Δεν ξέρω μωρό μου, δεν πολυπεινάω κιόλας, έχω και χιλιόμετρα μετά, μια σαλάτα και ένα ποτήρι κρασί μια χαρά μου φαίνονται

Σαλάτα; με οκτώ και δέκα ευρώ σαλάτα; Από πού τα φέρνουν τα μαρούλια δηλαδή; από τα Χάροντς;

Δεν πουλάνε μαρούλια στα Χάροντς αγάπη μου

Καλά, μιάμιση φορά πήγες, μας πουλάς και μούρη

Ίδιες ρε πούστη μου. Twins. Evil.

Εγώ θα πάρω αυτά τα μπιφτεκάκια με τη μοτσαρέλα και το pesto.

Δεν θέλεις ριζότο;

Δώδεκα ευρώ για ριζότο δεν δίνω

Εγώ θα δώσω

Τότε φάε εσύ ριζότο

Δεν θέλω να φάω ριζότο. Ταλιατέλες με σύγλινο και μορέλες θα φάω

Μπλιαχ λέμε, μπλιαχ, με μορέλες μεγάλωσες εσύ; τι είναι οι μορέλες θεέ μου; ποιανού κόρη είμαι γαμώτο;

Καλά, όταν θα γίνει ο δικός σου κυβέρνηση και θα τρώμε μόνο λαχανίδες τότε ξανακάνε μπλιαχ

Be serious

Ώπα η οξφορδιανή

Με κοιτάει λοξά δολοφονικά, είναι όμορφη και όταν αγριεύει. Μη σου πω και πιο όμορφη.

Στο χρώσταγα μωρό, πάτσι, να παραγγείλουμε τώρα;

Παραγγείλαμε.

Δεν είχε το κόκκινο που ήθελε, του είπε «λευκό όχι ξηρό, τι;», της πρότεινε ο “dendexomastepistotikeskardiamou” ένα moscato d’asti, είπε «εντάξει», το τρελάθηκε. Kι εγώ μαζί. Που με κάθε μπουκιά έκανα προσθέσεις και αφαιρέσεις ανάμεσα σε κουβέντες και χαμόγελα και γέλια και ωραίες σκέψεις.

Τα σκουπίσαμε τα πιάτα μας πάντως. Και παραδέχτηκε «είχες δίκιο τελικά, όλα ήταν πολύ ωραία, η παρέα όμως περισσότερο». Και έλιωσα από ευτυχία εκεί μπροστά σε όλους αλλά συνήλθα και ξαναστερεοποιήθηκα, μη νομίζουν πως δοκιμάζω κόλπα για να εξαφανιστώ πριν έρθει ο λογαριασμός.

Που ήρθε, γύρω στις εννιά παρά και έλεγε «40». Στρόγγυλα.

Υπό άλλες συνθήκες θα ‘λεγες «ρε τους γαμιόληδες, κρίση, ξεκρίση, δεν χαμπαριάζουν τίποτε». Τώρα όμως ξεφυσάς ανακουφισμένος και σου ξεφεύγει ένα «δεν ήταν και πολλά τελικά» για να εισπράξεις το «είσαι εκτός τόπου και χρόνου εσύ, δεν πας καλά, το λέει και η μαμά». Νταξ, το εμπεδώσαμε.

Πάντως με άφησε και της έφτιαξα ένα τσουλούφι που έκρυβε το δεξί της μάτι, αδιαμαρτύρητα. Και είπε «σ’ ευχαριστώ, παραήταν όμορφα» και μετά είπαμε κι άλλα δικά μας την ώρα που σηκωθήκαμε και κατεβαίναμε τα σκαλιά και βγήκαμε στο δρόμο και με άφησε -ίσως είχε πυρετό, δεν ξέρω- να την πάρω αγκαλιά για τριάντα δευτερόλεπτα και είπε μετά «πάμε στη στάση» και είπα «δεν πας καλά, δεν τα βλέπεις τα ταξί κει πίσω; σαν την Κριστίν περιμένουν να δουν σηκωμένο χέρι για να ανάψουν φώτα και να χυμήξουν», και είπε «σαν ποιάν;» και δεν πειράζει που δεν τα ξέρουν όλα, ήδη ξέρουν πολλά και μαθαίνουν κι άλλα και μεις μαζί τους, δεκατόσα χρόνια πριν την έβαζα σε παιχνίδια στη Σαλαμίνα, τώρα πίναμε μαζί κρασιά από την άλλη πλευρά της πόλης και άμα είναι να μπορείς να αγοράζεις λίγη ευτυχία με σαράντα ευρώ, λες χαλάλι και τα σαράντα κι αν με άκουγε –ή με διάβαζε- θα έλεγε «τα καλύτερα δεν θέλουν λεφτά» και θα της έλεγα «το ξέρω παιδάκι μου, μα άλλα είπαν οι Flying Lizards » και θα ‘ λεγε «οι ποιοί;» και μετά δεν θα τελείωνε ποτέ αυτό το ποστ.

Όταν πάρκαρα στην πυλωτή, δυο ώρες και δέκα λεπτά αργότερα, είχα στην τσέπη εβδομήντα λεπτά ακριβώς. Αλλά -κοινότυπο, ξεκοινότυπο, δεν θα κάθομαι  τώρα να βρίσκω λέξεις για να βγει εντυπωσιακός ο επίλογος- καιρό είχα να νιώσω τόσο πλούσιος.

♪♫

strange museum

wet-pavement-on-manhattan-street-corner-robert-englebright

Βγήκε από κείνη τη φαρδιά γυάλινη πόρτα που έγραφε απ΄έξω «Διαγνωστικό Κέντρο». Περασμένες εννιά το πρωί. Περασμένα εξήντα. Μόνος του. Έξη μέτρα μακριά μου.

Τον είδα να ανοίγει τον μεγάλο φάκελο και να βγάζει το μόνο λευκό που υπήρχε μέσα. Εκείνο που πολλές φορές είναι πιο κατράμι κι από τα φιλμ των σωθικών σου. Το χειρότερο, ήθελα να του φωνάξω, που μπορείς να κάνεις, το χειρότερο. Δεν διαβάζεις πορίσματα στο δρόμο, μπορεί ξαφνικά να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου και να μη ξανασηκωθείς ποτέ.

Σταμάτησε στη γωνία στο πεζοδρόμιο. Ένα βήμα μακριά από τη διάβαση. Και διάβαζε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσην ώρα διάβαζε και τι καταλάβαινε, δεν ξέρω καν τι είχε μέσα αυτός ο φάκελος. Πνευμόνια, κόκκαλα, αγγεία, συκώτι, μυαλά, πάγκρεας. Αν κρίνω από το παγωμένο του πρόσωπο, όμως, κάτι βαρύ. Ήδη το δεξί χέρι κρεμόταν κάτω, ξέψυχο, κρατώντας τον φάκελο. Μόνο το αριστερό άντεχε να στέκεται στο ύψος του για να βοηθάει το σκυμμένο κεφάλι και τα μάτια να διαβάζουν.

Για μια στιγμή σκέφτηκα να κλείσω το παράθυρο, μπας και θολώσουν λίγο τα τζάμια και δεν τον βλέπω. Το χέρι αδιαφόρησε για την εντολή. Έκλεισα τη μηχανή, άγνωστο γιατί, ίσως ελπίζοντας ν’ ακούσω το ντουπ ντουπ που έβγαινε από μέσα του και μπορέσω να το μεταφράσω.

Από την ίδια πόρτα βγήκε ένα ζευγάρι, αν άθροιζες τα χρόνια και των δυο τους δύσκολα θα ξεπέρναγες τα δικά του. Κρατούσαν κι αυτοί, εκείνη δηλαδή, έναν άσπρο φάκελο στα χέρια. Δεν τον άνοιξαν καν, βγήκαν έξω, στο πεζοδρόμιο μπροστά του και φιλήθηκαν. Στόμα με στόμα. Πολύ. Και ξανά. Σχεδόν το άκουγα, σχεδόν το ζήλεψα αυτό το λυτρωτικό φιλί.

Στεκόταν ακριβώς μπροστά του και μου κρύβαν τη θέα. Μόνον όταν τα στόματά τους χωριζόντουσαν –για λίγο, πολύ λίγο- έβλεπα το σκυμμένο κεφάλι πάνω απ το άσπρο χαρτί. Μετά πάλι ενώναν τα χείλια τους και τον ξανάχανα. Αυτό δεν ξέρω πόσο κράτησε, ίσως μισό λεπτό, ίσως ένα, ίσως ακόμη πιο λίγο, στόματα που ενώνονταν, στόματα που χωρίζανε. Κι ανάμεσά τους ένα σκυμμένο κεφάλι που διάβαζε. Δεν θα μάθαινα ποτέ τι. Δεν θα ‘θελα να ξέρω κιόλας.

Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι πως ούτε ο Κλιμτ, ούτε ο Doisneau αξιώθηκαν ποτέ να βάλουν τέτοιας ποιότητας φιλί σε κάδρο. Τόσο μπερδεμένο, τόσο σκληρό και υγρό μαζί. Αμφιβάλλω αν ακόμη κι ο ίδιος ο Rodin θα τολμούσε να σκαλίσει εκείνο το σκυμμένο κεφάλι πίσω. Που όταν σηκώθηκε και κοίταξε ψηλά, στον ουρανό που ακόμη κρεμόταν κουτσά στραβά πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δεν είμαι βέβαιος αν είπε -και σε ποιόν- «γιατί;» ή «ευχαριστώ».

 

 

#

γουμίδια

29455319

 

Καλά ρε παιδάκι μου, βάζεις και βάζεις και βάζεις, δυο βαλίτσες τίγκα στο ρούχο, δεν θα ξανακατέβεις από κει πάνω; Θεσσαλονίκη πας, όχι Αμερική.

Και γέλασε και θύμωσε αλλά δεν έδωσε σημασία, έτσι είναι οι μάνες άμα πλένουν και σιδερώνουν και φτιάχνουν βαλίτσες και περιμένουν άπλυτα για να ξαναβάλουν πλυντήριο και να σιδερώσουν και να ξαναφτιάξουν βαλίτσες, καθημερινές και αργίες και χριστούγεννα και απόκριες. Γκρίνια και σουπλίν, «να τα βγάλεις όταν φτάσεις, να τα βάλεις αμέσως στη ντουλάπα, μη τα φοράς γουμίδια. Σα κορίτσι να μοιάζεις, όχι σαν αλουμινόχαρτο ».

Και να πάρεις τηλέφωνο όταν φτάσεις. Γι αυτό το ‘χουμε το κινητό, όχι μόνο για μόστρα.

Την πήρε τηλέφωνο λίγο πριν φτάσει.

Πρέπει να φτάνουμε στα τελευταία διόδια. Μετά θα κουβαλάω και θα περιμένω το αστικό και θα ανοίγω μπαγκάζια στο σπίτι και μπορεί να ξεχαστώ, όλα καλά, θα τα πούμε αύριο, φιλιά στο μπαμπά και πες του μη μου σπάει τα νεύρα με μηνύματα. Ελπίζω το μωβ το κοντομάνικο να μη το ξέχασες στα ασιδέρωτα.

Κλικ. Έγειρε το κεφάλι στο τζάμι. Κόντευαν.

 

.……

Κόντευαν

……

 

Γαμώ τα ισοδύναμά σας και τα εικοσπεντάρια σας και τους φόρους σας και τις αποδράσεις σας και τις φυλακές ασφαλείας σας και τις προεδρίες σας και τις τελετές σας και τους απόντες απ’ τις φιέστες σας και τους συμβολισμούς σας και τους φόρους σας και τις αιθαλομίχλες σας και τα επιδόματά σας και τα τέλη σας και τις άσπρες νύχτες σας και τα πετρέλαιά σας και τα τετράωρά σας και τις συνιστώσες σας και τις δραχμές σας και τα δουνουτου σας και όλα σας. Χάρισμά σας όλα. Όλα. Αρκεί να ξανακατέβαινες από κει πάνω. Χαμογελαστή, με δυο βαλίτσες άπλυτα. Με δέκα. Με χίλιες. Να πλένω και να σιδερώνω και τελειωμό να μην έχω. Κι ας τα πέταγες στη ντουλάπα όπως όπως κι ας τα φόραγες γουμίδια μετά. Πάλι η πιο όμορφη του κόσμου θα ήσουν.

=

ισοδύναμα μέτρα

forte-piano-recital-yiming-zhang

 

Στις 6 Ιανουαρίου, στις 17:02 ακριβώς, άνοιξε το Word. Φουρφούρισε το μέσα του αντικρύζοντας το λευκό.

 

Το έκλεισε στις 7 Ιανουαρίου, όταν οι αριθμοί χαμηλά, στη δεξιά γωνιά της οθόνης, έδειχναν 10:39

 

Μέτρησε 3.854 λέξεις. Ενώ θα μπορούσε να είχε ξεμπερδέψει με δέκα. Ή με ένα τηλεφώνημα.

 

Ή -ακόμη καλύτερα- με πέντε νότες, ωραία βαλμένες στη σειρά. Από κείνες που μαλακώνουν ακόμη και γρανίτη, ίσως και κορούνδιο.

 

Αυτή ήταν, εν συντομία, η ιστορία ενός προβλέψιμου ανθρώπου. Που δεν πάτησε καν «save as» τελειών