τα ουρλιαχτά στα τριάρια

 

gea2_01_img0080

 

 

Είδα τα καλύτερα κορμιά της γενιάς μου χαλασμένα από την οικογενειακή αχρησία, κουρασμένα, υστερικά, γυμνά. Αγνώριστα.

Κι όμως κάποιοι άντρες (μπορεί και γυναίκες) τα ποθούσαν ακόμη. Κοιτάζαν την καλοκρυμμένη σάρκα κάτω απ΄τα παραπανίσια ρούχα το χειμώνα, τη βλέπαν μισή σπιθαμή μακριά τους κι αφτιασίδωτη το καλοκαίρι. Μα δεν τους αποθάρρυνε ότι δεν τα αναγνωρίζαν πια, ίσως γιατί κι εκείνοι αγνώριστοι ήταν.

Ήταν κάμποσες οι φορές που ξένοι, εισβολείς στους τέσσερις τοίχους τους, θέλαν να τα πάρουν και να τα πάνε μια βόλτα πάνω σε σεντόνια ημιδιαμονής, σε καναπέδες, σε πάγκους κουζίνας, σε τουαλέτες, σε ασανσέρ, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκίνητου, σε κοντινά βουνά και σε κρυφά δρομάκια, γυμνά ή μισοντυμένα. Έτσι κι αλλιώς ίδιο το τρόπαιο.

Εκείνα όμως, που κάποτε εξέδιδαν άσεμνες, υγρές ωδές (τόσο υγρές που δεν γεννήθηκαν ακόμη λέξεις για να τις περιγράψουν), το ‘χαν βάλει γινάτι να πιστεύουν ότι πρέπει να πάρουν και το μυαλό τους μαζί στην αποσκευή. Τα πιο πεισματάρικα θέλαν να πάρουν και, άκουσον άκουσον, καρδιά, για μια τόση δα βόλτα. Εξεπίτηδες το ‘καναν. Θέλαν να βγουν υπέρβαρα στο μέτρημα και να τους πουν «πληρώστε ή γυρίστε πίσω», ίσως γιατί, κατά βάθος, δεν θέλαν να πάνε πουθενά, μιας και όλα πλην σάρκας είχαν τακτοποιηθεί με τον καιρό σε ογδόντα τετραγωνικά, μέσα σε γνώριμα κομοδίνα, συρτάρια, ντουλάπες, πατάρια και χαρτόκουτα και σαν ερχόταν η στιγμή -αν την συναντούσαν ποτέ- καθόταν μουδιασμένα στην κουζίνα, φτιάχναν έναν καφέ, μπορεί και δεύτερο, και σκεφτόντουσαν ανακουφισμένα «που να κάθομαι να σκαλίζω τώρα, ποιος τα ξαναβάζει στη θέση τους ένα ένα μετά».

Μετά. Μετά κάποια απ’ αυτά σπάγαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια, γυμνά και τρέμοντας. Από την ανομολόγητη καύλα. Την ώρα που ξεπλέναν τον ιδρώτα από πάνω τους στο σπίτι, μπορούσες να τον ακούσεις να ουρλιάζει. Γιατί πήγε πάλι στράφι..

 

 

(sorry Allen)

 

 

♫  ♪

Advertisements

τα παπούτσια του Πάσχα (πάλιωσαν)

 

dsc01177

 

 

Δεν θυμάμαι πόσο παλιό είναι, αρκετά πάντως, έξη χρόνια, εφτά, οκτώ…περυσινά και προπέρσινα ξινά τσουρέκια. Συνήθειο μου ‘γινε να την ανεβάζω αυτή τη μελούρα τέτοιες μέρες, ένας ο Τζεφιρέλι στο γυαλί κι ένα αυτό. Το βγάζω απ’ την κλεισούρα του, μαντάρω μερικές ξηλωμένες λέξεις, ράβω κανένα κουμπί που χάσκει έτοιμο να αποδημήσει, ξαναπιάνω στη θέση της τη φόδρα που ψυχορραγεί, μα δεν χωράω πια μέσα στο τζάρτζαλο. Άλλαξα νούμερο, άλλαξα συνήθειες, άλλαξα χάπια. Αλλά η μυρωδιά των ημερών, κι ας μην έμεινε ούτε μισή αυλή εν ζωή στη γειτονιά, δεν λέει να φύγει.

 

 

 

Μεγάλη Βδομάδα είναι η καργιόλα η ακμή στο πρόσωπο που δεν έλεγε να με εγκαταλείψει, το καινούριο Lee τζιν μπουφάν που ήταν παγίδα για τα δεύτερης κατηγορίας θηλυκά της γειτονιάς, το όχι και τόσο macho παντελόνι-ψάθα Levi’s που μέσα του βρέθηκα παγιδευμένος χωρίς να το καταλάβω και που ποτέ δεν θα φορούσε ο Ρόυ Ρέις, τα κορίτσια που βγάζαν δειλά δειλά βόλτα το γυμνό από καλσόν και παντελόνια δέρμα για να ταΐσουν τον καινούριο ήλιο και τα λιγωμένα μας μάτια, η γλυκόστυφη μυρωδιά της Clearasil στο μέτωπο, ο συμπαίκτης μου ο Σπίθας -ενενήντα κιλά θεριό-που ποτέ δεν νήστευε γιατί φοβόταν πως θα πεθάνει στο δρόμο για την εκκλησία, η γεύση απ’ τα νερόβραστα φασόλια με μαρούλι και λεμόνι, ένα άγχος -κρυμμένο στη ντουλάπα, πίσω απ΄το Playboy- γιατί πάλι είπα ψέματα στη μάνα μου πως εξομολογήθηκα πριν κοινωνήσω, μια ενενηντάρα γαλάζια Scotch με Bachman Turner Overdrive στη μια πλευρά και Carpenters (αναποφάσιστος μια ζωή) στην άλλη, μια βόλτα με το μπλέ χωρίς ταχύτητες Velamos σε όλες τις ενορίες μπας και τη συναντήσω,  ένα superfast πέρασμα από όλους τους επιτάφιους για να μη χαλάσει το γούρι, η πλάτη του πατέρα μου που ξεκίναγε για δουλειά την ώρα που κατηφόριζαν οι νεκροί Χριστοί στην πλατεία, το Leaving on a jet plane που -ακόμη δεν ξέρω γιατί- φανταζόμουν τον εσταυρωμένο να σιγοτραγουδά unplugged επί ξύλου κρεμάμενος, η σπασμένη φωνή του δεσπότη της μικρής μας πόλης που το αεράκι της Μεγάλης Παρασκευής την φόρτωνε με παράσιτα κι απρόσκλητους μικροφωνισμούς, τα κεριά που δεν έλεγαν να μείνουν αναμμένα κάτω απ’ το ψιλόβροχο, η λαχτάρα μου να τη διακρίνω ανάμεσα στο πλήθος για να πάρω όλο κι όλο μισό βλέμμα προκαταβολή, ένας κόμπος στο λαιμό και λίγη υγρασία στα μάτια κάθε φορά που κοίταζα τον άδειο σταυρό και έλεγα μέσα μου “μη γίνεις ρεζίλι τώρα ρε μαλάκα”, τα μακαρόνια φούρνου με σκέτη κόκκινη, πηχτή κι αναμάρτητη  σάλτσα στο μπαλκόνι-θεωρείο του Μάριου, οι εξετάσεις του Ιούνη που τρέχαν με ορμή προς τα πάνω μου για να με καταπιούν όπως τα Langoliers (αυτά τα έμαθα μετά), τα του κουτιού ασπρόμαυρα Zίτα Ελλάς του αδερφού μου -μετά μεγαλοπιάστηκε με Top Ten, που καμιά σχέση δεν είχαν όμως μ’αυτά τα μαγικά παλιούρια του Billy Dane-, ένα τι-σερτ δώρο της μακρινής ξαδέρφης Έλλης από την Αμερική (αυτής που μου ΄μαθε τους Moody Blues και τους Chicago) που διαφήμιζε 4th of July κι έγινε δεύτερος χιτώνας πάνω μου απ’ των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά, μια κλεφτή γουλιά Skol στο γυράδικο του κυρ’ Γιώργη, η Νάκυ Αγάθου να προλογίζει την Ακολουθία των Παθών με εννιά μποφόρ μαλλί και βλέμμα “μόλις είχα τον πέμπτο οργασμό της μέρας αγόρια” (δεν υπάρχουν γυναίκες πεντοργασμικές σήμερα, είναι σίγουρο πως δεν τις φτιάχνουν όπως παλιά), τα γυαλιά ηλίου της μάνας μου που θα ‘καναν την Νάνα Μούσχουρη να πλαντάξει στο κλάμα από τη ζήλια της, ο φίλος μου ο Δημήτρης που έφυγε να κάνει Πάσχα με τους παππούδες του στην άκρη του κόσμου που λεγόταν Αλεξανδρούπολη και μ’ άφησε χωρίς ταίρι στις θανατηφόρες ατάκες, ο ένας μου παππούς που έκανε πάντα Ανάσταση στο σπίτι για να μη το αφήσει μόνο του τέτοια νύχτα, ο άλλος παππούς που ήταν κι αυτός στην άκρη του κόσμου -εκατό χιλιόμετρα μακριά-  κι όλο κάναμε σχέδια να βρεθούμε ένα Πάσχα μαζί για το Χριστός Ανέστη αλλά ποτέ δεν το βρήκαμε αυτό το ρημάδι το Πάσχα ρε παππού, το καινούριο Γκολ που δεν πρόλαβα ν’ αγοράσω απ’ την Τυχερή Γωνιά για να δω αν η Πρίνσες Παρκ κέρδισε στον τελικό την Μύνχεν Μπούμχεν, το “σήμερον κρεμάται επί ξύλου” το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, το πρώτο ginger ale μοιρασμένο στα δύο στο Ξενία, το άγχος να μη ματώσω γόνατο στο ντερέ μετά που  κοινωνήσαμε και πάει στράφι τόση νηστεία εξαιτίας μιας κίτρινης δερμάτινης μπάλας απ’ το Πακιστάν που μύριζε καινουργίλα, πετσί, χώμα κι άνοιξη.

Και τα καινούρια μου παπούτσια. Κάθε Μεγάλη Τετάρτη.

Αυτά είναι Μεγάλη Βδομάδα.

Το φουρνιστό αρνί, οι ημίγλυκοι καμπάδες, τα πάντα λειψά τσουρέκια,  τα κόκκινα αυγά με στάμπα από φύλλα και το πατριωτικό μπάρμπεκιου της Κυριακής στο παραδιπλανό στρατόπεδο, παρέα με  τίμια μοιρασμένες δόσεις από Νίκο Γούναρη, εξωτικά κλαρίνα, Βογιατζή και Βάνου, Μανώλη Χιώτη, Σώτο Παναγόπουλο και Χρόνη Αηδονίδη από το ραδιόφωνο του άσπρου Renault 10 ή το Philips του σαλονιού που θεός ξέρει ποιανού ράφι το χαίρεται σήμερα, ποτέ δεν με πολυσυγκίνησαν τόσο ώστε να χαλαλίσω δέκα λέξεις και γι αυτά (ετούτες εδώ δεν μετράνε). Ήταν σαν να διάβαζα βιβλίο ανάποδα, να ξέρω δηλαδή απ’ έξω κι ανακατωτά τον επίλογο και να πρέπει να αρχίσω να γράφω την πρώτη παράγραφο. Την γράφω, κάθε χρόνο. Ως το άλλο Πάσχα όμως οι πρώτες σελίδες είναι, πάλι, σκισμένες και δεν ξέρω από πού να ξαναρχίσω. Κάποια στιγμή δε μπορεί, θα βαρεθώ.

Να ‘χεις κι εκείνο τον τίτλο στο εξώφυλλο να μου δείχνει, ως και σήμερα, τα κίτρινα δόντια του…

«We can’t stop time».

Τα ίδια και στη ράχη του βιβλίου. Ένα χρυσοτυπωμένο, καλλιγραφημένο, περιπαιχτικό «you can’t». Που με κοιτάει, περιμένοντας δεν ξέρω τι, στα μάτια. Αλλά έμαθα, με τον καιρό, να το κοιτάω κι εγώ μέχρι να χάσει ένας απ’ τους δυο και να κατεβάσει το βλέμμα. Σε πείσμα όλων των όσων μάθαμε από μικροί, παρά την γκριζίλα που με αγάπησε παράφορα και δεν λέει να ξεκουμπιστεί από μέσα μου, το ΄χω βάλει γινάτι να νικήσω ακόμη κι αν το κατεβάσω πρώτος εγώ.

 

 

άνοιξη μισή

30583375

 

Σήμερα λίγο πριν τις δώδεκα το μεσημέρι αντάμωσα δυο  γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας, απ’ αυτές που ήταν κρυμμένες όλο το χειμώνα κάτω από χοντρά ρούχα, χωμένες μέσα σε άσχημες μπότες και μουντά, στενόχωρα καλσόν. Τώρα περιποιημένες, βαμμένες, υπερυψωμένες. Μαλλί φτιαγμένο, μαύρα γυαλιά στερεωμένα στο κεφάλι ψηλά, ωραία σώματα, απ’ αυτά που γεμίζουν παντελόνια και μπλούζες που θαρρείς ραφτήκαν αλφάδι, πατρόν πάνω τους. Στα τριάντα, λίγο πριν, λίγο μετά, μάλλον πολύ λίγο μετά. Ωραία κορίτσια, θέλει λίγο παίδεμα ακόμη το μέσα τους για να τις πεις γυναίκες. Διαλέγαν μαγιώ, από κείνα που μπορείς και να τα αγοράσεις μισά, σήμερα ήταν η μέρα για το πάνω μισό. Η μια πήρε δυο τέτοια μονόχρωμα, η άλλη αρκέστηκε σε ένα αλλά ανθισμένο. Χαμογελούσα κρυφά την ώρα που πέρασαν από μπροστά μου, στο δρόμο για τα δοκιμαστήρια. Μισά. Για να μη με καταλάβουν.

Στεκόμουν ακόμη εκεί, κάπου παραδίπλα, την ώρα που βάλαν σε χάρτινες σακούλες τα μισά χρωματιστά εισιτήριά τους για το φετινό θέρος, κατεβάσαν τα γυαλιά και βγήκαν στο φως. Έξω είχε συννεφιά και μια χλιαρή ψύχρα αλλά αυτές μπορεί να ακούγαν ως και τον ήλιο να καίει τα τσιμέντα κάτω από τα τακούνια τους, μπορεί και κύματα κι ας ήμασταν μισή ώρα μακριά απ΄τη θάλασσα. Εκείνες ήδη τρέχαν δυο, τρεις μήνες μπροστά.

Θα γυρίσουν σπίτι, μετά τον καφέ (ίσως και τα μεσημεριανά ούζα στον μισό ήλιο, όλο τσιγκουνιές αυτός ο φετινός απριλιάτικος) και θα προβάρουν -ξανά- τα μισά τους. Μισόγυμνες (μέχρι να βρουν το περυσινό κάτω που ταιριάζει) μπροστά στο άλλο τους μισό. Ή μόνες, απέναντι απ’ τον -πεινασμένο, μετά από ένα χειμώνα θαμμένο κάτω από στοίβες ρούχα – καθρέφτη. Σκέφτομαι κρυφά. Μισά. Για να μη τρομάξουν και ντυθούν..

 

σήμερα δεν πάμε στη θάλασσα*

 

941257_584641054890465_1949088584_n

 

 

Το σπίτι είναι γεμάτο έπιπλα παλιά, βαριά, ακριβά μα όχι εκείνα που θα ‘λεγες βαράγκικα, ξυλίσια πάντως. Όχι ξύλινα, ξυλίσια. Ούτε ικέες, ούτε do it yourself χωράει εκεί μέσα, άλλη ράτσα οι παλιοί. Μαραγκοί, εκθέσεις επίπλων, με τέτοια μεγαλωμένοι, πιστοί στις καρυδιές και στα μασίφ ως το τέλος -άσχετα αν κάποια στιγμή έκαναν απιστίες με φορμάϊκες-.

Πιάσαμε θέσεις -οι αμήχανοι εισβολείς- σε καρέκλες, γύρω απ’ το τραπέζι, αφήσαμε ένα κουτί με κουλουράκια σε μια γωνιά μπαίνοντας, «μα με κεράσματα θα πάμε;» τη ρώτησα απορημένος, «δεν πάνε με άδεια χέρια» με αποπήρε.  Οι σπιτονοικοκύρηδες ξαναχωθήκαν στις πολυθρόνες τους, στα ψεύτικα κουκούλια τους. Μόνο ο βόμβος απ’ το ψυγείο της κουζίνας ακούγεται. Αυτός και οι κουβέντες των γερόντων. Τόσο αξιοπρεπείς, τόσο ανακουφιστικά παλιομοδίτικοι αλλά και τόσο θυμωμένοι.

Άνθρωποι -και οι δυο- που φτάσαν την κορφή των ογδόντα και άρχισαν πια να κατηφορίζουν. Άνθρωποι συντηρητικοί, μετρημένοι, πες τους και χλιαρούς, πολιτισμένοι, ευγενείς, αυτό που λέμε -τόσο σαρκαστικά και άδικα μεταφρασμένα, κάποιες φορές- «νοικοκύρηδες». Απ’ αυτούς που ζωγραφίζαν το τρίπτυχο αλλιώς, η οικογένεια πρώτα. Πατρίς και θρησκεία θα μπορούσαν να περιμένουν τη σειρά τους, ή άλλους πιο ένθερμους. Μια άλλη ράτσα που σιγά σιγά εκλείπει, αφήνοντας χώρο σε αμόρφωτους, ημιμαθείς, φανατικούς και βιαστικούς.

Λένε για τις ατέλειωτες ώρες του στο γραφείο που ξεκίναγαν πριν καλά καλά φέξει και τέλειωναν με σκοτάδι έξω. Για τις πέντε μέρες άδεια το χρόνο, κι αυτές με κινητά που ούτε να κλείσουν μπορούσαν ούτε να σιωπήσουν, πάνω από τρία λεπτά. Για τα λειψά Σάββατα του. Για τις τρεις μέρες που κατόρθωνε να ανέβει να τους δει και έφευγε -τις περισσότερες φορές- την δεύτερη μέρα γιατί «κάτι έγινε». Για τη δουλειά που αυξήθηκε, για τον μισθό που ακρωτηριάσθηκε, για τις παραπανίσιες ευθύνες που φορτώθηκε, για τον ελεύθερο χρόνο που στραγγίστηκε, για τα παιδιά του που τον βλέπαν όλο και λιγότερο τις καθημερινές, για τα «όχι» που δεν είπε, για τα «όχι» που εισέπραξε. Λένε -με θυμό μα και ενοχική αξιοπρέπεια- ότι εκείνοι, και οι δυο, φταίνε που τον μεγάλωσαν έτσι, να βάζει τους άλλους και τον καλό τους λόγο πάνω απ’ όλα. Εκείνων των άλλων που όταν μυρίστηκαν αίμα και φιλότιμο -έτσι είπαν, την σιχαίνομαι πια αυτή την πρόστυχη λέξη- τον πλήρωναν πλέον με καλό λόγο, ζητώντας κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο απ’ το ανθεκτικό υποζύγιο. «Έτσι είναι τα αφεντικά αγόρι μου, χίλια παραπανίσια καλά θα τους κάνεις, μισό χρεωστούμενο θα δεις να σου επιστρέφουν» λένε. Και είναι τόσο παράξενο να ακούω τέτοια πράγματα από στόματα ανθρώπων της γενιάς τους, της τάξης τους, της ιδεολογίας τους, της χλιαρής, μετρημένης και υποταγμένης -έτσι λέγαμε- ζωής τους. Λένε κι άλλα, ανάμεσα σε εικόνες απ’ τα παλιά, στο αναμμένο καντήλι και την φωτογραφία του στο τραπεζάκι στο σαλόνι. Πηγαίνω λίγο πιο πίσω την καρέκλα μου, να μη βλέπω. Να τον θυμάμαι όπως στα δέκα, στα δεκαπέντε του, που έπαιζε κι έλιωνε γόνατα και αστραγάλους στις αλάνες με τον αδερφό μου. Aλλά όσο και να κρυφτώ, τα λόγια τους με βρίσκουν στο κέντρο, «ζητήσαν και μια φωτογραφία του, να την βάλουν -λέει- σε ένα γραφείο, δεν ξέρω τι τους είπε η νύφη μου, εγώ αν ήμουν θα τους έλεγα να φτιάξουν γραφείο πεσόντων, μήπως και αρχίσουν να ντρέπονται λίγο», κανείς δεν θα ντραπεί ήθελα να του πω αλλά δεν μίλησα. Ούτε όταν μου είπε η μάνα του «την επόμενη μέρα της κηδείας πήραν τηλέφωνο και ζήτησαν το κλειδί απ’ το εταιρικό αυτοκίνητο, την επόμενη μέρα, τα λουλούδια ακόμη ζωντανά ήταν πάνω στο χώμα, το διανοείσαι αγόρι μου;». Ούτε τότε μίλησα. Γιατί ναι, διανοούμαι.

Η πίκρα, σκέφτομαι ανάμεσα στα υγρά τους μάτια, τον βόμβο του ψυγείου και τακούνια να πηγαινοέρχονται απ΄ το πάνω διαμέρισμα. Η πίκρα για την απώλεια κάνει τους ανθρώπους να γίνονται άδικοι, ν’ αλλάζουν μυαλά, να ξεχνάνε αυτά που ήξεραν, αυτά που τους μεγάλωσαν, αυτά που μας πότισαν και γίναμε ο,τι γίναμε, ξερικά και ποτιστικά, επαναστάτες και νοικοκυραίοι, αφεντικά ή σε αφεντικά. Η πίκρα και η απουσία. Αυτά φταίνε, τίποτ’ άλλο. Κανένα αφεντικό δεν του απαγόρευσε να φεύγει είκοσι μέρες το χρόνο, κανείς δεν τον ανάγκασε να έχει ανοιχτό τηλέφωνο 24/7/365, κανείς δεν του επέβαλλε το εντεκάωρο και το δωδεκάωρο, δύσκολες εποχές για όλους είτε αφεντικά είτε υπάλληλοι, δεν κάνουν διακρίσεις σε γαλόνια τα γκρίζα χρόνια που περνάμε. Δεν γίνονται αυτά, ήθελα να πω στους γέροντες, σπουδαγμένοι άνθρωποι είστε και οι δυο, μην αφήσετε τα μανιχαϊστικά να σας ρουφήξουν. Αλλά σιώπησα. Ξανά.

«Να προσέχετε τον εαυτό σας» μας ξεπροβόδισαν, «κανείς δεν σας έχει ανάγκη περισσότερο απ’ τα παιδιά σας και τους δικούς σας ανθρώπους, μόνο σ’ αυτούς θα λείψετε, μόνο γι αυτούς είστε αναντικατάστατοι».

 

Το αυτοκίνητο ήταν διακόσια μέτρα πιο πέρα. Κουβέντα δεν αλλάξαμε στη διαδρομή ως εκεί. Τι να πεις που δεν ξέρεις κι απ΄ την καλή κι απ’ την ανάποδη, είτε στο πετσί σου είτε στο γδαρμένο πετσί δικών σου ανθρώπων. Τι να πεις χωρίς να γίνεις άδικος γι αυτούς που -τώρα πια στα γεράματα- έχουν τόσο δίκιο (για ιδέες που ξόρκιζαν παλιά) αλλά δεν τον ξαναέχουν κοντά τους να του μάθουν αυτή την αξιακή αλφαβήτα απ’ τη αρχή. Αυτό τους πονάει, η ηθική -έτσι, άδικα, πιστεύουν- αυτουργία. Και μ’ αυτήν θα φύγουν.

 

 

 

 

* τίτλος εντελώς άσχετος με την πραγματικότητα