Dirty2

24244908 (2)

Πες κάτι καινούριο

Στα δεκαεννιά ήμασταν σ’ αυτό το ίδιο κάδρο. Πηγαίναμε απέναντι. Με ένα σακ βουαγιάζ και λίγα χιλιάρικα, γενναίο χαρτζιλίκι τότε. Χωρίς κράτηση, πάντα κάτι βρίσκαμε για πεντέξη μέρες.

Κάτι καινούριο είπα

Τζιν, μπλουζάκια φρουτ οφ δε λουμ, σταράκια, ένα σπίντο ή αρένα στο σάκκο, δυο πετσέτες. Βερμούδες δεν θυμάμαι να είχαμε τότε, έκοβες ένα ετοιμοθάνατο τζιν και έφτιαχνες μια. Άβολη αλλά κολάκευε τα σώματα των εξηνταπέντε, εβδομήντα κιλών. Δεκαεννιά είπαμε.

Κάτι καινούριο δεν είπαμε

Είπαμε. Δεκαεννιά. Ολοκαίνουργος. Του κουτιού. Έβγαινες απ’ τη θάλασσα κι έμπαινες αλατισμένος μέσα της. Κυριολεκτικά, όχι μεταφορικές αηδίες. Δείκτης προστασίας μηδέν. Μηδέν σε όλα. Εκτός απ’ το Fuji που ήταν 24ρι, λεφτά να εμφανίσουμε 36ρι δεν υπήρχαν στην επιστροφή.

Όλοι τα κάναν αυτά

Το ξέρω. Είτε σε δωμάτια με φτηνά σουηδικά ξύλα, είτε μέσα σε αντίσκηνα, είτε πάνω στην άμμο. Το ξέρω, και λοιπόν; Τη φωτογραφία χαζεύω, είμαστε πολλές χιλιάδες πάνω στο καράβι. Όπως στα ινδικά σαπάκια που φορτώνουν πεντακόσιους αντί πενήντα, όλοι για απέναντι συνωστιζόμαστε κάθε χρόνο, θαρρείς και θα βρούμε κανένα σοβαρό απομεινάρι από αγόρια, κορίτσια, μόνα, διπλά, μαζί, χώρια. Τόσα χρόνια, άλλοι πήγαν πάτο, άλλοι γλιτώσαμε. Γελάσαμε πολύ όμως.

Πες κάτι καινούριο

Πήγα και πέρυσι. Μέσα στο ίδιο κάδρο. Το μπογιάντισα λίγο με το Phixr. Όλα τα καλοκαίρια τα διορθώνει, retro, sepia, temperature, brightness, vibrance, saturation, soften. Το κάνεις και λίγο Dirty2 και τέλειωσε. Σα να μη πέρασε ούτε ένας χρόνος. Για τα γέλια δεν βρήκα ακόμη εργαλείο.

—-

Advertisements

βατ εξήντα (τα εννιά χάρισμα)

light_in_the_darkness_by_benjamin75-d349bxq

Χτες το απόγευμα κάηκαν δυο λαμπτήρες στην πυλωτή. Για έναν ακατανόητο -ακόμη- λόγο, πεθαίνουν δυο δυο. Ακόμη κι αυτοί που έχουν μήνες ή και χρόνια διαφορά ηλικίας. Συμβουλή μου, να μην έχεις ποτέ τρεις λαμπτήρες να σου δείχνουν το δρόμο. Κανείς δεν ξέρει τι θα νιώθει το επόμενο πρωί ένας που αφέθηκε να παλέψει μόνος του εκεί έξω με μια ολόκληρη νύχτα.

Τα φώτα γερνάνε πιο γρήγορα απ’ τους ανθρώπους. Προλαβαίνουν να δουν πολλά όσο ζουν. Κι όμως δεν λένε κουβέντα σε κανέναν. Κάποιες φορές κοιταζόμαστε συνωμοτικά την ώρα που παρκάρω ή φεύγω -έχω μάθει απ’ έξω και ανακατωτά ότι αλλιώς σε κοιτάζει ένας Οsram κι αλλιώς ένας Philips-. Κι όσο κι αν βαυκαλίζομαι πως έχω μια ικανότητα στα λόγια, αν με ρωτήσει «τι χαζεύεις εκεί πάνω; αργήσαμε», είναι αδύνατον να βρω λέξεις να της εξηγήσω.

Led δεν θα βάλουμε ποτέ. Οι νύχτες πρέπει να φωτίζονται, με σκληρό φως, ανακριτικό, αντρίκιο. Όχι να κρύβουν τις ατέλειές τους και να φτιασιδώνονται αυτάρεσκα. Γιατί μετά νομίζουν ότι είναι καμπόσες και ψηλώνουν και ακκίζονται και αργούν να σου αδειάσουν τη γωνιά. Κι αν δεν μικρύνουν, αν δεν τους σπας με ένα “κλικ” τον τσαμπουκά για να δείξεις ποιός είναι το αφεντικό, άνοιξη δεν καταδέχεται να ‘ρθει.

—-

 

 

ο κύριος Δ5

24124671

Ανέκαθεν εκεί ζούσε ο κύριος Δ5. Στο Δ5. Μπήκε στο διαμέρισμα, λέγαν οι παλιοί της οικοδομής, ταυτόχρονα με τα κουφώματα. Σχεδόν πριν δώσει η ΔΕΗ ρεύμα. Εγώ ήρθα μετά.

Κόντευε ογδόντα. Λίγα μαλλιά, άσχημα βαμμένα. Κατά τα άλλα στεκόταν μια χαρά. Σωματικά εννοώ. Στο σπίτι του δεν έχει μπει ποτέ κανείς. Από πού πήρε σύνταξη, πού δούλεψε, που ζούσε πριν το Δ5 (αν υπήρχε ζωή πριν το Δ5) δεν ήξερε κανείς. Αν έχει ή είχε κάποιον συγγενή, αληθινό δηλαδή, δεν ήξερε κανείς.

Ο κρεοπώλης του Δ1 (ούτε μια φορά ψώνισα από κείνον γιατί κυκλοφορούσαν σκοτεινές φήμες για τις σάρκες που κρέμαγε στα τσιγκέλια του) μας είπε πως είδε κάποτε -περασμένες τρεις τα ξημερώματα- μια γυναίκα να μπαίνει στο σπίτι του κυρίου Δ5. Με κλειδιά. Φορούσε μαντίλα -είπε- και μακρύ σκούρο παλτό, ως τη μέση της γάμπας, ούτε πρόσωπο ούτε τίποτε άλλο κατόρθωσε να διακρίνει απ’ την άλλη πλευρά του διαδρόμου. Τον αποπήραμε, αποκλείεται, λάθεψες. Ορκίζομαι στα κόκκαλα της μάνας μου, μας απάντησε και από τότε έπιανε έναν έναν τους πιο ευάλωτους σε παραμύθια (κυρίως όποιον νέο ενοικιαστή εμφανιζόταν, οι φοιτητές του Α4 -από τότε που θυμάμαι το A4 μόνο φοιτητές είχε στα σωθικά του- φτύσαν αίμα), «στ’ ορκίζομαι, αφού την ξανάδα πριν τρεις βδομάδες να βγαίνει απ΄το σπίτι στις δυο το πρωί κι όταν με είδε ν’ αφήνω τη σακκούλα με τα σκουπίδια στην εξώπορτα ξαναμπήκε μέσα», μέχρι που σταμάτησε και ο τελευταίος να τον ακούει και ησύχασαν επιτέλους και η κλείδα και η ωλένη της μάνας του.

Από τη μέρα που μου φόρτωσαν τη διαχείριση, η εξώπορτά μου τον έβλεπε τρεις και τέσσερις φορές κάθε βδομάδα. Στην αρχή έμαθα ότι ο γιος που είχε κάνει με μιαν αδιευκρίνιστη σύντροφο (η λέξη «γυναίκα» δεν βγήκε ποτέ απ’ το στόμα του, εφεύρισκε πάντα κάτι διαφορετικό και καινούργιο για να περιγράψει το άλλο φύλο) είχε πεθάνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε έναν αδιευκρίνιστο τόπο κάποια αδιευκρίνιστη χρονιά. Εξισώσεις με τέσσερις αγνώστους κανείς δεν κάθεται να λύνει, χαμένος χρόνος. Λες άπαξ ένα «ω, λυπάμαι» και κλείνεις ως συμπάσχων. Την ενδέκατη φορά που ξεκίνησε να μου μιλά για τον γιο του, ρώτησα τάχα μου ευγενικά «μόνο ένα παιδί είχατε;» κι έτσι έμαθα και για την κόρη. Εκείνη ζούσε εδώ και τριάντα χρόνια στο Περού, «εκεί πρωτοπήγαν έλληνες, πριν καν εμφανιστούν οι Αζτέκοι,  μετά εξαφανίστηκαν, τους εξολόθρευσαν οι ιθαγενείς για να μη κλέψουν τα μυστικά τους». Πηγαίνει δυο, μπορεί και τρεις φορές κάθε χρόνο αλλά τις δυο τελευταίες δεν μπόρεσε να την βρει. Ίσως άλλαξε διεύθυνση, ίσως έχασε τη δουλειά της και έφυγε, θα προσπαθήσω ακόμη μια φορά και μετά δεν θα ξαναπάω, μεγάλωσα και κουράζομαι εύκολα πια. Ακρίβυναν και τα εισιτήρια.

Μετά το δέκατο πέμπτο ντριν σε λιγότερο από ενάμιση μήνα, θα ήθελα  να μην ξανανοίξω ποτέ την πόρτα, να κοιτάζω απ το ματάκι και να κρύβομαι (ως το επόμενο ντριν, που δεν θα αργούσε) μα είχα χωθεί ως τα φρύδια μέσα στην ιστορία. Όχι σ’ αυτά τα εμμονικά που επαναλάμβανε ο κύριος Δ5 πασπαλίζοντάς τα με λεπτομέρειες που ουδέποτε συγκράτησα, όχι αυτά.  Η ιστορία ήταν ο ίδιος ο Δ5.  Δεν με ένοιαζε πια τι έλεγε, ήθελα να τον βλέπω στην εξώπορτα, για τρία λεπτά, για δέκα, για μισή ώρα. Όταν δεν φάνηκε για τέσσερις μέρες, ήθελα να πάω να χτυπήσω την πόρτα του να ρωτήσω τι του συμβαίνει. Δεν ξέρω γιατί αντιστάθηκα.

Ποτέ δεν διάβηκε την εξώπορτα ο κύριος Δ5,  όσες φορές του είπα «ελάτε μέσα» (δυο τρεις φορές μόνο, στην αρχή) εκείνος έλεγε «όχι , σας ευχαριστώ, τα σπίτια είναι σαν τα παπούτσια, δεν χωράει άλλος μέσα τους». Άρχισα να βλέπω στον ύπνο μου ότι πρωί, μεσημέρι, νύχτα κατέβαινε να πληρώσει τα κοινόχρηστα και να μου διηγηθεί ακόμη μια ίδια ιστορία, μέχρι τα ξημερώματα, όρθιος στην πόρτα. Ξυπνούσα κομμάτια, τέτοιους μαύρους κύκλους στα μάτια ούτε ο Ρόμπερτ Σμιθ. Αφού πλήρωνε κανονικά -την πρώτη κιόλας μέρα που έβγαινε η κατάσταση με τα κοινόχρηστα στην είσοδο- του ετοίμαζα ψεύτικες αποδείξεις κοινοχρήστων, γιατί σε κάθε ντριν εξώπορτας ο κύριος Δ5 μου έφερνε ψεύτικα ευρώ, ότι παλιόχαρτο μπορείς να φανταστείς, που είχε γραμμένο πάνω του με στυλό 5, 10, 50. Μόνο κάτι με 100 δεν έφερε ποτέ  «για να μη σας δυσκολέψω με τα ρέστα». Ποτέ δεν ερχόταν άνευ λόγου, πάντα ερχόταν για να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Μια δυο φορές που έλειπα άνοιξε η γυναίκα μου, είπε λίγο ταραγμένος «ω, συγγνώμη, λάθος όροφος» κι έφυγε..

Εκείνη σταμάτησε να με ρωτάει «αυτός ήταν πάλι;» όταν της απάντησε «όχι, ο Τρελκόφσκι» και (όπως ήταν φυσικό) στην αρχή μου κράτησε τρεις μέρες μούτρα για την φτηνή επίδειξη διαχειριστικής ειρωνείας και μετά που νοίκιασε το DVD και ξαναείδε την ταινία για να την εμπεδώσει, φοβήθηκε (όπως ήταν πιο φυσικό) να ξαναρωτήσει οτιδήποτε. Δεν την αδικώ. Κι εγώ μπορεί να με φοβόμουν.

Ένα πρωινό Κυριακής, την ώρα που έξω δεν είχε ξημερώσει ακόμη κι ας έδειχνε το ρολόι της κουζίνας δέκα παρά πέντε,  ανέβηκα στον τέταρτο, στο Δ2, στον φούρναρη, τον πιο παλιό και έμπειρο διαχειριστή. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω αν είχε κάθε μέρα στο κατώφλι του τον κύριο Δ5, άρχισε τα παράπονα για το  κρύο. Δεν έδωσα σημασία, αν είσαι συνηθισμένος να φουρνίζεις ψωμιά, όλα τα καλοριφέρ σα καντήλια καίνε. Στο τέλος αφού είπε «άμα καίνε έτσι, εγώ δεν ξαναπληρώνω, εξηγούμαι», ξεκαθάρισε ότι ο κύριος Δ5 εμφανιζόταν κάθε μήνα μια φορά στην πόρτα του. Πλήρωνε, τέλος.  Κατέβηκα στη χήρα του Α1, που είχε τη διαχείριση πριν από μένα, τη ρώτησα τα ίδια. Μου είπε όχι, πλήρωνε πάντα στην ώρα του και δεν τον ξανάβλεπε παρά μόνο τυχαία, στο ασανσέρ ή στην επόμενη πληρωμή, «αλλά άστον αυτόν, κρυώνουμε φέτος, να ανεβάσεις ξανά το θερμοστάτη στους 75 αγόρι μου». Η οικοδομή κρύωνε, απ΄ την κορφή του φούρναρη ως τα νύχια της χήρας.

Γιατί μόνο σε μένα ο κύριος Δ5; Και γιατί όταν χτυπούσε το κουδούνι μου πάντα έβρεχε έξω και είχε σύννεφα ως τα πεζοδρόμια; Πάντα. Σκηνή ξεπατικωμένη από το Seven.

Ανεβαίνοντας σπίτι χτύπησα στη Στέλλα, στο Β4. Έτσι. Ούτε διαχείριση είχε ποτέ, ούτε πληροφορίες έψαχνα από κείνην. Αν άνοιγε δεν ήξερα τι θα της έλεγα, ευτυχώς  έλειπε. Μάλλον στην εκκλησία. Ωραία γυναίκα, ζήτημα να ‘ταν σαρανταπέντε, άντε σαρανταεφτά, έμπλεξε με κάτι παλαβές θεούσες όταν χώρισε, έκοψε τα κομμωτήρια, έβγαλε τα τακούνια και ξόρκισε τα πάνω απ΄το γόνατο. Κρίμα, είχε τα πιο ωραία γόνατα που είχα δει ποτέ μου. Σίγουρα θα είχαν γεύση καρύδα. Μπορεί και νουτέλα. Όταν έμεινε μόνη, με σκέφτηκα πολλές φορές να τρυπώνω στο σπίτι της που σίγουρα θα μύριζε υπέροχα–το ασανσέρ ήταν τεκές με Εscape όταν έβγαινε εκείνη- αλλά η μεταμόρφωσή της με αποθάρρυνε. Δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί πνευματικός που θα της έλεγε να βάλει μέσα της ο,τιδήποτε εκτός απ΄το Χριστό. Χαμένη παρτίδα από χέρι, δεν του μοιάζω.

Τη Στέλλα την θέλει ο  ΔΕΗτζής του Γ3. Βλέπω πώς την κοιτάζει στις συνελεύσεις, δεν είμαι χαζός, ούτε τυφλός είμαι. Μια μέρα θα ρίξω ένα χαρτάκι κάτω απ΄την πόρτα του, όταν εκείνος θα λείπει στη δουλειά. Μια μέρα. Σύντομα.

Χτες βράδι ο κύριος Δ5 ξανάρθε στις οκτώμιση. Με πλήρωσε με τρία χαρτιά διαφημιστικά από γυράδικα, νομίζω 140 ευρώ έγραφαν όλα μαζί, του έδωσα απόδειξη για διακόσια, αυτή βρήκα πρόχειρη. Πήγε εννιά παρά τέταρτο και ήταν ήδη βράδι με πανσέληνο, κερνούσε ντόπιες μπίρες στο Περού έναν ινδιάνο προσπαθώντας να μάθει -μιλώντας αρχαιοελληνικά- αν έχει νέα απ την κόρη του, όταν ξαφνικά μου είπε «συγχωρήστε με για την αδιακρισία αλλά νομίζω καίγονται οι παντσέτες μέσα, βγάλτε τις απ’ το φούρνο και σας περιμένω, έχω νέα, στην πέμπτη μπίρα μου τα είπε όλα ». Έκλεισα την πόρτα. Μάλλον δυνατά, γιατί όταν τόλμησα να δω απ΄το ματάκι μετά από πέντε λεπτά, κανείς δεν στεκόταν έξω.

Το άλλο πρωί άφησα ένα σημείωμα στην πόρτα του. «Σας ζητώ συγγνώμη για χτες, παραλίγο θα καιγόμασταν. Το απόγευμα θα χρειαστώ τη βοήθειά σας»

Στις εξήμιση κατεβαίναμε παρέα τα σκαλιά για το λεβητοστάσιο.  Από τις έξη και τέταρτο με περίμενε στην εξώπορτα. Δεν άνοιξα, του φώναξα «παίρνω κάτι και έρχομαι». Πήρα έναν φακό, το φως εκεί κάτω ήταν λιγοστό, μπήκαμε στο ασανσέρ και του εξήγησα ότι τον χρειάζομαι να κρατά τον φακό στραμμένο προς το χρονοδιακόπτη όσο θα τον ρυθμίζω. Έλαμψε επειδή θα φαινόταν χρήσιμος, νόμισα. «Αφήστε, θα τον ρυθμίσω εγώ και θα έχουμε και χρόνο να σας πω τι έμαθα μετά την πέμπτη μπίρα, την Τρίτη πετάω για Περού ξανά». Έσφαλα.

Για κοντά ογδόντα, κατέβηκε τα σκαλιά αξιοζήλευτα. Έκλεισα την σιδερένια πόρτα πίσω και πήρα μια μπριγκέτα στα χέρια,  αφού ήταν πολύ μακρινή η μέρα που πρωτογέμισε ο λέβητας πετρέλαιο, με δραχμές. Τώρα έκαιγε μπριγκέτες, ευρώ κι απλήρωτα κοινόχρηστα . Ο κύριος Δ5 ήταν ήδη σκυμμένος στον χρονοδιακόπτη με το φακό στα χέρια. «Τι ώρες θέλετε να το βάλω;» ρώτησε. Το ερωτηματικό -κι ένα κλειδί- έπεσαν χάμω με γδούπο.

Σκουπίστηκα με ένα πανί που ήταν ξεχασμένο πάνω στο λέβητα, το πέταξα κι αυτό μέσα στη φωτιά. Έσβησα το φως, κλείδωσα, ανέβηκα στο σπίτι. Ήμουν μόνος. Έπλυνα τα χέρια στα σκοτεινά, πήγα ως τη βιβλιοθήκη, άναψα το φακό, βρήκα τον δίσκο, ακούμπησα τη βελόνα πάνω του, Nothing to lose, το πέτυχα με την τέταρτη προσπάθεια. Άναψα ένα τσιγάρο, παλιά κάπνιζα Gauloise αλλά το γύρισα στα λάιτ Μάρλμπορο γιατί παραήταν εστέτ τα γαλλάκια. Έβαλα -πάντα στα σκοτάδια- Jameson σε ένα νεροπότηρο, έριξα και μια γουλιά νερό, χύθηκα στον καναπέ. Ένοικοι λίγο πολύ είμαστε όλοι, τις εποχές του ζόφου, σκέφτηκα κοιτάζοντας την κάφτρα,  απλά σε μερικούς χωράει και μια τζούρα απ’ το The Party μέσα τους.

 

Θα ‘χουν να λένε για τη ζέστη της αποψινής νύχτας, δεν τολμάς ν’ αγγίξεις τα καλοριφέρ, το μέταλλο ζεματάει.

 

Όταν κοιμηθούν όλοι στην οικοδομή, θα ανέβω στο Δ5.

 

——-

κειμενάκι (δυστυχώς στοιχειωμένο, πλέον) γραμμένο για το Περιοδικό Unfollow

from the beginning

23897589

Προχτές αργά το απόγευμα αποφάσισα ότι ο καλλωπισμός πρέπει να πεθάνει. Ήρθε η εποχή να αφήνονται οι λέξεις να βγουν στο δρόμο μονάχες τους, όχι δυο δυο ή τρεις μαζί, ούτε ντυμένες. Γύμνια. Ούτε παπούτσι, ούτε ζακέτα, ούτε βρακί. Αχτένιστες, άλουστες. Όπως τις είδα στη γέννα. Ή αυτές είδαν εμένα, δεν έχει και μεγάλη σημασία ποιός πρώτος.

Να γράφεις «πεινάω». Σκέτο. Καμιά επεξήγηση. Πεινάω. Θέλω να βάλω κάτι μέσα μου, να γεμίσω. Φτάνει, ως εκεί. Το Im starving ακούγεται πιο καμπανιστό, το ίδιο και το λιμοκτονώ αλλά κανείς δεν σε φοβάται αν μπογιατίζεις τις λέξεις. Ασπρόμαυρες -με μια κιτρινίλα, δώρο του χρόνου- έχουν πιο μυτερά δόντια.

Να πληκτρολογείς «σε θέλω». Ούτε ποιάν, ποιόν, ούτε γιατί, ούτε πότε, ούτε τι θα τον, την κάνεις μετά. Σε είδα, χτες, σήμερα ή πρίν δέκα χρόνια και σε θέλω. Δεκάρα δεν δίνω αν ζεις ή αν είσαι αλλουνού ή αλληνής, αν ξέρεις ότι υπάρχω, αν αξίζεις να σε θέλει κανείς, αν αξίζω δεύτερη ματιά. Εγώ σε θέλω. Έτσι.

Να λες «ψόφα». Απ΄τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Χωρίς ετυμηγορία. Χωρίς τύψεις. Ψόφα και φύγε απ’ τον κόσμο μου, πήγαινε να παίξεις ή να σαπίσεις στο δικό σου. Πες το, γράφτο και βάλε τελεία μετά. Αυτό ήταν το λάθος που κάναν οι Archive. Τα υπόλοιπα στιχάκια που στίψαν το μυαλό τους να γεννήσει ήταν βάρος περιττό, ψεύτικο στολίδι, φο μπιζουδάκι στην ατέλειωτη ομορφιά του So fuck you, anyway. Ξέρει αυτός, αυτή, το γιατί. Όλοι μας ξέρουμε το γιατί.

«Κουράστηκα». Έτσι, ξεδιάντροπα και γρήγορα. Για κάποιο λόγο κουράζονται οι άνθρωποι. Για δέκα λόγους, για εκατό. Αν κάτσεις να τους μετρήσεις κουράζεσαι περισσότερο. Μη μετράς.

Να πεις «φύγε». Ένα κενό στο χρόνο. Ούτε πριν, ούτε μετά. Αυτά τα πριν και τα μετά είναι για ιστοριούλες και ποστάκια. Για μόδιστρους των λέξεων. Για λατρεμένες κοπτοραπτούδες. Γυμνά είπαμε. Ούτε ύφασμα, ούτε βελόνι, ούτε κλωστή. Μόνο «φεύγω» μπορείς να φορέσεις, αντί «φύγε». Να το φορέσεις όμως, όχι να σε φορέσει. Μη παρασυρθείς και γυρίσεις πίσω να δεις τι ξέμεινε. Κανείς δεν νοιάζεται να γλύφει αλάτια για να ζωντανέψουν ξανά.

Τα βράδια που με παίρνει ο ύπνος, αυτές οι ηλίθιες λέξεις κάνουν παρέα μεταξύ τους, καθρεφτίζονται, φτιασιδώνονται, χαζογελάνε. Νομίζουν ότι θα μεγαλώσουν και θα γίνουν σκέψεις. Οι γελασμένες, οι φτηνές, οι τιποτένιες. Αφού θα ξυπνήσω και θα λουφάξουν πάλι ολόγυμνες στη γωνιά τους. Όπως ήταν στη γέννα. Τη δικιά τους ή τη δικιά μου, δεν έχει πια σημασία.

νότια των συνόρων

23780123 (1)

Απόπειρα γραφής μετά από κανονική δόση λεξοτανίλ -6ρι mg- είναι μάταιος κόπος. Χειρότερα ήταν με τα εικοσάρια Ladose, κι ας έκανα χειλιτζίκια και τα ‘κοβα μισά. Τότε έγραφα μόνο για ο,τι τέλειωνε σε -ματα. Αίματα, ψέματα, σπέρματα, κυρίως ψέματα. Με κορόιδευα αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Μάρτυρας να με καταδώσει δεν υπήρχε κι όταν υπήρχε δεν διάβαζε.

Με τα λεξοτανίλ θέλεις μόνο να κοιμάσαι. Κι όταν ξυπνάς, ότι και να ΄χεις αντικρίσει μεταξύ του πρώτου και του δέκατου REM, σε αφήνει αδιάφορο. Δεν θέλεις να γράψεις γι’ «αυτό». Ούτε λέξη. Δάχτυλα μακριά από πλήκτρα. Αν «αυτό» είναι γυναίκα, θες να φιλήσεις το λαιμό της, να χώσεις τα χέρια σου μέσα στη μπλούζα της, και μετά να χαϊδεύεις το λαιμό της και να φιλάς τα στήθη της. Προσπαθώντας να μην αφήσεις παραπονεμένο κανένα από τα δυο. «Εδώ, έλα ξανά, δεν το φρόντισες αρκετά αυτό, θέλει να το πονέσεις κι άλλο». Αυτό θες, άρωμα, γεύση, μελανιά γυναίκας κι όχι caps lock και enter και save as.

Μερικοί πιο βιαστικοί χαιδεύαν την κοιλιά της, γλιστρώντας σιγά σιγά προς τα κει χάμω που το δέρμα παύει να είναι λείο και τα δάχτυλα πρώτα γίνονται sticky κι ύστερα καίγονται. Δάχτυλα αναστενάρηδες. Στη νεκρή ζώνη Μουρακάμι, νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου. Πολλοί πεθάναν εκεί, οι περισσότεροι πριν φτάσουν καν στην άκρη του φαραγγιού. Τα κουρέλια τους θα τα βρεις σκόρπια πάνω στο άγιο τρίγωνο. Λιγότερα ασπρισμένα κόκκαλα θ’ αντίκριζες στο δρόμο για το άγιο δισκοπότηρο.

Να γράφεις πιωμένος δεν αξίζει, στο λέω. Μέχρι το δεύτερο, τρίτο ποτήρι οι σκέψεις σου κάνουν τη χάρη. Στα τέσσερα αρχίζουν να πίνουν κι αυτές μαζί σου και με σκέψεις-συνοδηγούς που δεν τη βγάζουν καθαρές σε αλκοτέστ μην ξεκινάς ταξίδι. Σε χαντάκι ή σε κανένα άθλιο πάρκινγκ, ανάμεσα σε τούρκικες και βουλγάρικες νταλίκες θα καταλήξεις. Ούτε στο WC θα τολμήσεις να πας, από τη βρώμα. Θα στηρίξεις το κεφάλι στον ουρανό του αυτοκίνητου και θα κάνεις μούσκεμα λαμαρίνες, μισοκατεβασμένο παντελόνι, παπούτσια. Μια ιστορία τσίκνας που δεν νοιάζει κανέναν. Εκτός -ίσως- απ’ τους νταλικιέρηδες, μα αυτούς ας τους κάνει βιβλίο, ποστ, σενάριο, πολαρόιντ, ιστορία, κάποιος άλλος.

Το ξημέρωμα θα σε βρουν κοιμισμένο -μπορεί κι αποθαμένο- ανάμεσα σε δυο σταματημένα και σκοτεινά τρένα. Θα χαμογελάς και κανείς δεν θα τολμήσει να σε ξυπνήσει. Θα ‘ναι το πρώτο χαμόγελο που ΄χουν δει εδώ και αιώνες και δεν θα το λέει η καρδιά τους να το σκοτώσουν.