Πρώτη Μαΐου…

..κι απ’ τη Βαστίλλη παίρνεις την 5, την πορτοκαλί, με κατεύθυνση Bobigny Pablo Picasso και κατεβαίνεις έξη στάσεις μετά, εκεί που θα δεις ταμπέλα Gare du Nord, από κει ανεβαίνεις στο Thalys και πας Κολωνία για μπίρες στο Sion χαζεύοντας βαρκάκια στο Ρήνο ή στο Eurostar για Λονδίνο, για το FA Cup Final στο Γουέμπλει, το ποιός παίζει -η Στόουκ με τη Μάντσεστερ Σίτι παίζουν- είναι παντελώς αδιάφορο, το ‘πε κι ο κινέζος, «black cat,white cat, its a good cat if it catches the mouse», εσύ για το ποντίκι πας, όχι για τις γάτες, είτε Βαστίλλη, είτε παραρήνια, είτε στις κερκίδες μη σπαταλάς τσάμπα χρόνο και σκέψεις για το πού είναι το κορίτσι που αγαπούσες, είτε με άλλον είναι τώρα, είτε μόνη και άγνωστο πού, είτε δίπλα σου κι αγνώριστη, ποιά μακριά μαύρα μαλλιά, ας είναι καλά η wella, απ’ το να τρέχεις να την ψάχνεις στους δρόμους στην ηλικία σου καλύτερα να πίνεις Gaffel ή Boddingtons μέσα στο πλήθος για να ξεχν

Θα γράψεις κι άλλα;

Δεν ξέρω. Γιατί;

Kλείσε το λάπτοπ, θα κρυώσει το παιδί. Δέκα λεπτά έχει που πήρε τηλέφωνο για να πας να την πάρεις. Έλεος πια…

Advertisements

politics my ass

 

Μου ‘λεγε ο Χρόνης μετά την περιφορά του Επιτάφιου -όσην ώρα στραγγίζαμε μια διμοιρία Κάιζερ- πως η πολιτική και η τέχνη είναι παρεξηγημένες έννοιες σήμερα, «να, για παράδειγμα πέρσι, πρόπερσι, δεν θυμάμαι κιόλας, ήμασταν στην Tate και βλέπαμε συνέχεια πινακίδες «adults only» με ένα βελάκι από κάτω, ακολουθήσαμε τα βελάκια σαν τα χαϊβάνια που κατέβηκαν απ΄τα βουνά και μας έβγαλαν αυτά σε μιαν αίθουσα όπου ένας άνδρας γυμνός έπαιρνε το πουλί * του στο χέρι και το έβαζε -σαν σπαθί σε θηκάρι- από πίσω του, δεν λέω πως έδειχνε να το ευχαριστιέται κιόλας, μάλλον ανέκφραστος ήταν ο καλλιτέχνης αλλά ούτε κι εμείς τρελαθήκαμε απ’ την περφόρμανς».

Αίθουσα «men only» δεν είχε ; ρώτησα. Μετάνιωσα την ώρα και τη στιγμή. Με κοίταξε λοξά, αφήνοντας το ποτήρι του κάτω (λίγος αφρός κρεμόταν απ΄το πάνω χείλος του).

Μην είσαι τόσο naive, απάντησε, η Τέχνη είναι γνωστόν πως είναι άφυλη. Στο λέω πάντως, μια ματιά έριξα και έφυγα, δεν ήταν και για χόρταση.

Εντάξει, του είπα, λογικό να μην ενθουσιάστηκες. Κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του θα στεκόταν αμήχανος μπρος σ’ αυτό.

Τι εννοείς ; με ρώτησε απορημένος κι ενοχλημένος μαζί. Ποιό αυτό;

Το μέγεθος. Δεν είναι δα και walk in the park να κάνεις κάτι τέτοιο αν δεν σε έχει προικίσει ο καλός θεούλης με κάτι σαν σωλήνα ποτίσματος.

Μην είσαι μαλάκας, με αποστόμωσε. Σιγά μη μ’ ένοιαξε αυτό. Απλά θυμήθηκα ότι κάτι τέτοια, και πιο ζόρικα ακόμη, έκανε ο Σωτηράκης ο ντελής στην Καρδίτσα πριν σαράντα χρόνια. Και σήμερα μας τα πετάνε στη μούρη για πρωτοτυπία κι αβανγκάρντ.

Παραγγέλνοντας ακόμη δυο μπίρες είχα, αίφνης, μια παρόρμηση να τον ρωτήσω και σε τι ακριβώς έγκειται η παρεξήγηση της πολιτικής ως έννοιας  αλλά η δόση της Τέχνης ήταν τέτοιας ποιότητας και έντασης που δεν θέλησα να φανώ τόσο Σωτηράκης. Και σιώπησα.

* δεν είπε “πουλί” ασφαλώς αλλά δεν τσαλακώνω το προφίλ μου κάνοντας κόπι-πέιστ σε βρώμικα λόγια αλλωνών

γαμώ την κερατέα μου

Ποτέ δεν με ρώτησες αν συμφωνώ να πετάξεις τα σκουπίδια σου μέσα μου. Αν με ρώταγες θα σου ‘λεγα «κράτα τα εσύ», μέχρι να σε καταπιούν. Εγώ έχω τα δικά μου να διαχειριστώ, άρχισαν πια να βρωμάνε κι ελάχιστοι τολμηροί αντέχουν να με πλησιάσουν. Οι πιο πολλοί από περιέργεια, ζωντανά ψοφίμια δεν βλέπεις κάθε μέρα. Όσο νερό και σαπούνι κι αν ρίξω πάνω μου, κομμάτια να κάνω το δέρμα απ’ το τρίψιμο, αίμα να τρέχει απ’ τις κλειδώσεις μου, η μυρωδιά θα είναι εκεί. Κλειστόν. Δεν δεχόμαστε άλλα, δεν δεχόμαστε ξένα κι ας λες εσύ πως δεν είναι -για όλους-σκουπίδια.

Χτες βράδυ άκουγα ξανά «we lost some time after things that never matter», ούτε που ξέρω πώς μου ‘ρθε να ξεσκονίζω βινύλια και να καθαρίζω βελόνες, για μια στιγμή ένιωσα σαν το πρεζόνι της Shure, τόση φροντίδα και λαχτάρα για τη μικρή -σπάνια όπως καταντήσαμε- ακίδα. Τον δίσκο τον αγόρασα το καλοκαίρι του ’81 από το Βόλο, μάλλον Αύγουστος ήταν. Επιστρέφαμε από το Πήλιο, είχαμε τσακίσει τα πλευρά μας και τα γόνατά μας στα κατσάβραχα του Χορευτού, τότε όμως κόκκαλα, γόνατα, μυαλά, στομάχια άντεχαν. Δεν θυμάμαι πόσο τους πλήρωσα τους Echo, κράτησα χρήματα ίσα ίσα για μια Χένινγκερ, ένα πακέτο μάρλμπορο για κείνην και τις ρεφενέ βενζίνες του γυρισμού, σε όλη τη διαδρομή με έτρωγε το άγχος αν θα επιζήσει κανένα κατοστάρικο στην τσέπη για τα διόδια στα Μάλγαρα, τότε το «δεν πληρώνω» ήταν ακόμη αγέννητο. Το ίδιο και το «lost» και το «some time», ούτε «χάνω» ούτε «χρόνος» ξέραμε τι σημαίνει. Και να ξέραμε δηλαδή δεν μας ένοιαζε. Τα εικοσάχρονα του Liverpool ήταν -κατά πως φαίνεται- πιο υποψιασμένα από τα εικοσάχρονα της Ξάνθης (άσχετο -ίσως-μα η ομάδα φορούσε ακόμη κόκκινα τότε) αλλά δεν το ‘χω σκοπό να ντραπώ αναδρομικά και γι αυτό. Για τίποτε δεν ήθελα να ντραπώ τότε, παρά μόνο γι αυτά που δεν έκανα. Δεν θυμάμαι να ντράπηκα ούτε κι όταν -αρκετούς Αύγουστους μετά- ξέγραψα και τον ΜcCulloch, αποφασίζοντας αμετάκλητα πως “everything matters”.  To «nothing else matters» ήρθε έντεκα χρόνια αργότερα και o James Hetfield δεύτερος, καταϊδρωμένος, κοντά τριαντάρης. Εγώ όμως ήμουν μεγαλύτερος. Όταν είσαι μεγαλύτερος λες ο,τι θες, ήδη πρόλαβες και κολύμπησες λίγο μέσα σε σκουπίδια. Κλειστόν λεβέντη μου, του είπα. Μην αντιμιλάς, τα ξέρουμε αυτά, γεμάτοι είμαστε, πέτα τα αλλού.

Το βιβλίο του Μουρακάμι αγκομαχούσε ως τη μέση του μα αποδείχτηκε τελικά απροπόνητο. Αν ξεκινάς κάτι, τράβα το ως το τέλος. Δεν αρκεί το jazz σάουντρακ και η μοιραία γυναίκα, τέτοια κολπάκια ο Χάμετ, ο Κέιν, ο Τσάντλερ και τα φιλμ νουάρ τα παίζαν στα δάχτυλα. Ακόμη κι αυτή η hysteria siberiana μου φάνηκε γνώριμη. Μόνο που εμείς, οι τότε εικοσικάτι, εγώ έστω -ας μη μιλάω και για σένα- δεν ξεκινάω σα μαγεμένος ή υπνωτισμένος  για κάπου μακριά, προς τα κει που δύει ο ήλιος για να με βρουν πεθαμένο από ασιτία, δίψα, ανία ή μολυσμένο έρωτα μετά από μέρες, βδομάδες ή χρόνια. Μέσα μου βολοδέρνω, βήμα δεν κάνω αλλά λιώνω σόλες, εξαφανίζομαι, ξαναγυρνάω, ξαναχάνομαι, βλέπω κι άλλους στην ίδια διαδρομή, κάποιοι ζουν, κάποιοι δεν επιστρέφουν ποτέ, αν μυρίζεις κάτι άσχημο όσο και να πλυθείς, όση κολώνια, νερό και σαπούνι αν ρίξεις πάνω σου παρ’ το απόφαση. Δεν ήσουν απ’ τους τυχερούς, σάπισες τρέχοντας -δίκιο είχε κι ο McCulloch, δίκιο κι ο μετάλικας- ξοπίσω από things that never mattered. Με ταμπέλα «Κλειστόν» απ’ έξω, ξέμεινες να σκαλίζεις σκουπίδια και κουβέντες αλλωνών για να δεις αν σου άφησαν ποτέ κάτι πολύτιμο.

the hills have eyes

Και τώρα τι; πέρασε κι αυτό. Με τις ακρωτηριασμένες ή έστω χωλαίνουσες αργίες, με τον λιπόσαρκο ή ακέραιο -για τους ακόμη προνομιούχους- μισό μισθό που μπαίνει στο λογαριασμό τη Μεγάλη Τετάρτη και έχει ήδη διαμελισθεί πριν καν πληκτρολογήσεις το pin στο ΑΤΜ, με τους αριθμούς να εξακολουθούν να είναι νεκροί ερήμην της ανάστασης που μεσολάβησε, με μια κούραση ακατανόητη παρά το τόσο θαυμαστό φως έξω και τους φιλόξενους καναπέδες που δεινοπάθησαν στριμώχνοντας πάνω τους τόνους ολόκληρους από LDL και τριγλυκερίδια, πού είσαι Morrissey να μας καμαρώσεις, meat is murder but meat is us.

Πολλοί δεν είχαν καν την τύχη αυτή, λένε για οκτακόσιες χιλιάδες, μην είναι και διπλάσιοι σου λέω, μη ξύνουμε πληγές, πάει, πέρασε κι αυτό, πέρασαν κι αυτοί οι 15,1%, σα να κοιτάς το τσουνάμι πάνω από μια ταράτσα είναι, τρως κλωτσιά στο στομάχι  βλέποντας τα σπίτια των άλλων να γίνονται βάρκες και μετά σκουπίδια, όσην ώρα παρακαλάς να μείνει στεγνό, στη θέση του, το δικό σου. Αυτή η ανημποριά είναι σιχαμερή, όλο λες «μα εγώ δεν τραγουδάω, ούτε καν σφυρίζω αμέριμνα όταν καίγεται το σπίτι του αλλουνού» ενώ ένα ποτήρι νερό για να τη σβήσεις θα μπορούσες να ρίξεις. Ή -αν δε σου βρίσκεται πρόχειρο το νερό- ένα ποτήρι βενζίνη με λίγο στουπί, εκεί που ξέρεις ότι θα πιάσει τόπο. Φωτιά, έστω.

Κι αυτή η σκέψη σιχαμερή είναι όμως, εσύ είσαι της ορθόδοξης αντίδρασης, με την αμόλυβδη στο ένα κι εβδομήντα προτιμάς να κάνεις δεκαπέντε χιλιόμετρα ως τη θάλασσα για να βρεις τσίπουρα ή ούζα και με καθαρό -πλέον- μυαλό να σκεφτείς τρόπους (έστω τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά) για να σπρώξεις άλλους τρεις-τέσσερις πεινασμένους μήνες μέχρι το κουφάρι απ’ αυτό που ήταν κάποτε το επίδομα αδείας (ωραίες λέξεις για να περιγράψουν το τίποτε), το ξέρεις πως κι αυτό το πτώμα θα το φας ως το μεδούλι πριν καν βάλεις την κάρτα στο ATM, σιγά μη προλάβεις να πληκτρολογήσεις κιόλας, όταν τελειώνει ο φοβερός και τρομερός φέτος μήνας Αύγουστος (που θα κρατήσει δεν θα κρατήσει πέντε-δέκα μέρες) θα ξαναρωτήσεις «και τώρα τι;» αλλά φως από μένα για το χειμώνα που έρχεται μη περιμένεις να δεις, ρώτα τον Πάσχο, ρώτα τον Παπαχελά, ρώτα το Φωτόπουλο, ρώτα τη Ντόρα, να ρωτήσεις και τους ισόβια ειδικούς για να συνταγογραφήσουν ανάλογα με την περίπτωσή σου, αυτοί έχουν το χάπι του θεσμικού καρμπόν και της ανέξοδης αισιοδοξίας, επιμένοντας να ψευτοκανακεύουν -με τον πιο φτηνό, χυδαίο και προκλητικό τρόπο- έναν ανύπαρκτο κι ευνουχισμένο συλλογικό εγωισμό, προσπαθώντας να αναστήσουν (σαν σε φορμόλη, οι όψιμοι αντιγραφείς του Damien Hirst)  μιαν αποτεφρωμένη αξιοπρέπεια, αφού πρώτα κατούρησαν αστείρευτα ποτάμια από πετρέλαιο και βενζίνη πάνω μας και μας δάνεισαν για ν’αγοράσουμε τον Zippo, τώρα όχι απλά μιλάνε ακατάπαυστα και σφυρίζουν κλέφτικα αλλά βλέπεις την ώρα του «burn motherfuckers burn!»  μιαν ακαθόριστη λάμψη ανακούφισης στα μάτια τους. Αυτοί οι πυρίμαχοι που ανέλαβαν να μας σώσουν από τον κακό μας εαυτό (εκείνον που οι πάγκαλοι, οι πάσχοι και οι παπαχελάδες βάφτισαν σαν τον πρώτο και βασικό υπεύθυνο των δεινών μας) ποτέ δεν θα ρωτήσουν «και τώρα τι;» γιατί απλά έχουν ετοιμάσει για τους εαυτούς τους και τους ομοίους τους εκατό εναλλακτικές διαδρομές του «τι;». Πάνω στους λόφους, μακριά από τη μυρωδιά των πεθαμένων.

Αν δεν ήταν ο Ρομέρο τόσο ντεφορμέ θα μας ανέβαζε όλους -ζωντανούς, πνιγμένους, καμμένους- πάνω στους λόφους για να κυνηγήσουμε τους πυρίμαχους, μα η ζωή δεν είναι σινεμά. Άσε που με τα πόδια δεν βλέπω κανέναν πρόθυμο να ξεκινάει. Πρώτα θα στραγγίξουμε και την τελευταία σταγόνα αμόλυβδης στο ρεζερβουάρ, το τελευταίο ευρώ απ’ τα ATM και μετά βλέπουμε…

Ανάσταση (προσεχώς)

Μου έχει σφηνωθεί η ιδέα πως ο,τι κι αν αντιπροσωπεύει για τον καθένα η Ανάσταση, εδώ και χρόνια είναι ημιτελής. Φέτος ακόμη πιο πολύ.

Σαν να ξαναζεί μόνον ο μισός -κι αυτό από υποχρέωση-  κι ο άλλος μισός μένει πίσω στα σκοτεινά γιατί κουράστηκε πια με τα πηγαινέλα, τις μεγάλες Δευτέρες, τις μεγάλες Πέμπτες, το ανέβα-κατέβα στο σταυρό.

Κι εγώ δεν ξέρω με ποιόν από τους δυο μισούς να πάω..

Ευχές σε όλους. Ολόκληρες.

νύχτες με τον Τζο †

 

Τα παιδιά μου νομίζουν πως είμαι μια εντελώς χαμένη υπόθεση. Η βιβλιοθήκη-μαυσωλείο δεν τους λέει -ακόμη- τίποτε, ότι δεν είναι mp3, πάνω στην οθόνη του λάπτοπ  ή χωμένο μέσα σε ένα σόνυ έρικσον είναι εξωγήινο. Και το χαρτί δεν τους λέει τίποτε, μυρίζει και μαζεύει σκόνη, εδώ ούτε καν με τα cds καταδέχονται να έχουν παρτίδες. Όσο πιο μικρό τόσο πιο καλό, αν δεν μπαίνει στην κωλότσεπη δεν υπάρχει. Λάθος έκφραση. Αυτό σημαίνει γαμάτο. Αν δεν μπαίνει στην κωλότσεπη είναι του κώλου. Μπάζο. Άκυρο. Κάτι συνώνυμο τέλος πάντων, δεν το ‘χω και καημό να σκαλίζω τα λεξικά τους. Τη βιβλιοθήκη όμως την κάνω και φτύνει αίμα.

Κάθε Μεγάλη Βδομάδα με πιάνει κάτι σαν σφίξιμο, ίσως να φταίει και η νηστεία που επιδρά στον ψυχικό μεταβολισμό μου, για να μην ανοίγω το ψυγείο πηγαίνω και σκαλίζω βινύλια και σταματάω να πεινάω, αυτό δεν αποδίδει σε όλους ασφαλώς, αν γινόταν κάτι τέτοιο η Πρίνου θα ήταν ζητιάνα στα φανάρια σήμερα.

Xτες βράδι έσβησα τα φώτα, άναψα τη λάμπα δίπλα μου και χάζευα το  In the land of grey and pink. Για να μην ορμήσω στα σαλάμια είπα να ξεκινήσω για τον πύργο, εκεί μακριά, στο βάθος, είδα την ανηφόρα και μούδιασα λίγο, άλλο τα εικοσιπέντε κι άλλο τα διπλά, είπα ώρα έχω, έχω κι ένα τσιγάρο στην άκρη, έβαλα κι ένα κόκκινο κι έκατσα στη μικρή προβλήτα στη λίμνη για πέντε-δέκα λεπτά, κάποιος θα περάσει -σκέφτηκα-, θα πάμε παρέα, βαριέμαι να περπατάω μόνος κι ας είναι μέσα σε εξώφυλλα. Μια ώρα πέρασε, πάει το τσιγάρο, στράγγιξα και το κρασί, ψυχή τριγύρω, ούτε κουνούπι. Σαν αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Δυο γραμμές -που μου φάνηκαν ανθρώπινες φιγούρες- στο δρόμο για το κάστρο έμειναν εκεί ακίνητες, παλουκώθηκαν, ούτε πάνω, ούτε κάτω, αν ήταν άνθρωποι ήταν πολύ μαλάκες, μια ώρα όρθιοι εκεί και ούτε μισό βήμα, μήτε στον άγνωστο στρατιώτη μηδέ στο μπάκιγχαμ τα κάνουν αυτά. Διπλό εξώφυλλο δεν πρόκειται να ξανακατεβάσω από τα ράφια, είναι πολύ κουραστικό. Ξαναγέμισα το ποτήρι -είναι εθιστικά αυτά τα αργεντίνικα- και είπα «δε γαμείς, ας μείνω στη λίμνη μέχρι να ξημερώσει, σάμπως έχω να κάνω και τίποτε καλύτερο;».

Μετά, ούτε θυμάμαι πόση ώρα πέρασε που είχα το δίσκο αγκαλιά, μπήκε η άλλη, άναψε το φως και είπε «φεύγεις μάρκετ, έχω λίστα έτοιμη, μη ξεχάσεις τη βαφή για τα αβγά και το ξύδι».

Είπα «μισό, δεν είμαι εγώ ο δούλος σας εδώ μέσα, δεν βλέπεις πως έχω δουλειά;».

Πήγα στο συρτάρι με τα 45ρια. Όπλισα ένα στην τύχη. Και την πυροβόλησα με το volume στα κόκκινα. Τζούφιο ήταν. Φώναζε μεν ο Στράμερ «I fought the law» και μας άκουσε ριγώντας όλη η γειτονιά έτοιμη να ξεχυθεί στους δρόμους και να σηκώσει οδοφράγματα αλλά συμπλήρωσε από πίσω «..and the law won».

Σε κανέναν δεν είναι να ‘χεις εμπιστοσύνη πλέον. Ούτε στους μικρούς σου ήρωες. Πήρα τα κλειδιά και τη λίστα και ξεκίνησα προς το ασανσέρ. Χαμένος, χαμένη υπόθεση, μέσα στη land of grey and black. Με λίγο μεγαλοβδομαδιάτικο blue.

λέτερ φρομ ντέμπι

Σε διάβασα λοιπόν, αν αυτό ήθελες. Από το δωμάτιο της μικρής, λαθραία. Σύνδεση στη δουλειά δεν έχω γιατί εδώ και δυο μήνες δεν έχω πια δουλειά, η εποχή των περικοπών δεν είναι σαν την εποχή των μουσώνων, δεν τη βλέπουμε μόνο στις ταινίες και μέσα σε βιβλία, στο ATM τη βλέπουμε, μηδέν συν μηδέν ίσον μηδέν. Στεγνά. Τώρα μη ρωτάς τι. Ο,τι βρέξει, όταν βρέξει, αν βρέξει, αλλιώς σαχάρα.

Κοντεύει χρόνος που δεν σε άκουσα, πάνω κάτω Πάσχα ήταν και πέρυσι αν θυμάμαι καλά, τα είπες πρώτα με τον άλλον, φαντάζομαι όταν τέλειωσες με τα τυπικά ρώτησες «τι κάνει η γυναίκα σου; δώσε να της πω ένα γειά» και ήρθε η σειρά μου να πούμε τα υπόλοιπα τυπικά. Έτσι πάντα ήσουνα, «με τη σειρά». Δεν μου αρέσουν τα τυπικά και οι σειρές, κοντεύω πενήντα και στις ουρές δεν με συγκινεί να στήνομαι. Ούτε οι κρυφές προσκλήσεις μέσω οθόνης μου αρέσουν, θες να πεις κάτι, πεσ’ το. Σκέφτομαι πως τόσα χρόνια μετά σαν blind date θα ήταν, σιγά μη γνωρίσει ο ένας τον άλλον. Θα είχε την πλάκα του, συγγνώμη που δεν βρίσκω άλλη λέξη, εσύ τα πας καλά μ’ αυτές, εγώ όχι.

Θυμάσαι -λες- ακόμη το στήθος μου, δεν θέλω να σου πω ψέματα πως σε θυμάται κι αυτό, έχει τα ζόρια του βλέπεις. Κάθε τρεις και λίγο φυτρώνει μια κύστη στο αριστερό, ο γιατρός λέει να μην ανησυχώ αλλά να το παρακολουθώ, χόρτασα να το βλέπω στην οθόνη του υπέρηχου, σιχάθηκα τις παρακεντήσεις, βαρέθηκα να το χαϊδεύω μόνη μου και να παρακαλάω «κάνε να μη πιάσω τίποτε σήμερα». Το δεξί είναι φρόνιμο μέχρι στιγμής αλλά ξέρεις πώς πάνε αυτά, μισό σπασμένο ίσον σπασμένο. Γάμησέ τα.

Ο άλλος είναι στον κόσμο του. Ή έτσι δείχνει. Πράγματα γνωστά, τα σπουδάσατε όλοι σας, μη στα περιγράφω. Έξω απ’ το σπίτι κύριος, μέσα απόστρατος ήρωας με παντόφλες, στομάχι, φανελάκι, τελειοποίηση ρεψίματος και βαριά τριχόπτωση. Του είπα να γίνει εβραίος, ν’ αρχίσει να φοράει κιπά για να μη ξοδεύεται με λοσιόν και βιταμίνες, μου είπε να κοιτάω την κυταρίτιδά μου. Πάτσι. Δεν ξέρω αν πηδάει καμιάν άλλη, με μένα πάντως είναι καλός ακόμη. Σκληρός εννοώ, όχι τρυφερός. Χάπια για το πρώτο σας πουλάνε, για το δεύτερο δεν πρόβλεψαν. Κανείς σας δεν θ’ αγόραζε άλλωστε.

Ωραίο ήταν εκείνο που έγραφες για τα εγκαύματα πάνω σου. Ωραία θα ήταν. Τότε. Τώρα δεν γίνεται, μπλούζα δεν βγάζω, ούτε φούστα. Όχι μπροστά σου. Aν θέλεις να βάλεις το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου καν’το, μη διστάσεις αλλά και μη πάρεις θάρρος που θα κλείσω τα μάτια και θα δαγκώσω τα χείλια μου, έτσι δεν γίνεται πάντα;  Ως εκεί όμως.  Δεν ξέρω πώς είσαι εσύ σήμερα αλλά εγώ σε ντρέπομαι, λίγο. Σε κάποιον που δεν με θυμάται πώς ήμουν θα βγω γυμνή, το έκανα ήδη, αλλά «πώς έγινε έτσι, σαν μοντέλο του Ρούμπενς» σε μάτια που με ξέντυσαν -ερήμην χεριών- αμέτρητες φορές δεν θέλω να διαβάζω. Το στήθος που κόντεψε τότε να μπει μέσα σου -καλά θυμάσαι- δεν τρυπάει πια, άστο καλύτερα.

Για τα παιδιά δεν θα σου πω. Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά, δεν έχουν θέση τα παιδιά στην κουβέντα μας. Τα δικά σου μεγάλωσαν κι αυτά. Μη μου πεις. Άσε τα παιδιά έξω απ’ αυτό που είμαστε σήμερα. Τα παιδιά είναι άλλο, εμείς άλλο. Ούτε για τα καθημερινά θα σου πω, άστα κάτω απ’ το χαλί κι αυτά. Και πολλά σου έγραψα κι εκείνον κακώς τον έβαλα στην κουβέντα μας, πάντα σιχαινόμουνα τις παναγιωταρά, μη γίνω κι εγώ μία, ήδη συνωστιζόμαστε.

Εντάξει, σε διάβασα. Για μια τόση δα στιγμή νόμισα πως ανατρίχιασα, μάλλον ήταν η πόρτα από τα εικοσιτόσα μας που άνοιξες κι έκανε ρεύμα. Την έκλεισα και σου απάντησα μεγαλοβδομαδιάτικα αν και δεν όφειλα. Να πάω στην κουζίνα να τους φτιάξω φαγητό τώρα; Θα ήθελα πρώτα να φύγεις όμως, μη το πάρεις στραβά. Είσαι ικανός μετά από όλα όσα σου είπα να κάθεσαι να με κοιτάς όσο σκύβω να βγάλω τις κατσαρόλες και να σκέφτεσαι «τουλάχιστον ο κώλος της είναι ακόμη ψηλά, έστω και χωρίς δωδεκάποντα».

Δεν φορούσα Charlie. Ούτε White Linen. Ysatis φορούσα. Κι αν σ’ανακουφίζει αυτό, ναι, έχεις δίκιο, δεν τις κάνουν πια όπως παλιά.