το βράδυ δεν αντέχεις στο σκοτάδι

Λένε ότι ήταν η πιο ζεστή Αυγουστιάτικη μέρα εδώ και εξήντα χρόνια. Αλλά να σου πω, εγώ δεν τα πιστεύω αυτά, σιγά μην υπήρχε κάποιος που καθόταν πριν εξήντα χρόνια να μετράει θερμοκρασίες αυγουστιάτικα αντί να απλώσει τις αρίδες του και να πίνει Fix κάτω από την πρώτη σκιά που θα έβρισκε στο δρόμο του. Μόνο να πανικοβάλλουν τον κόσμο ξέρουν, ο πλανήτης καίγεται, ο θεός θα μας κάψει, άλλη δουλειά δεν είχε ο θεός παρά μόνο να ασχολείται μαζί μας, εγώ ξέρω πως στην Γιαπωνία, στη Λιβύη και το Πακιστάν δουλεύει υπερωρίες, εδώ μια πορδή γειτονιά είμαστε, αν δεν κάνουμε πολλή φασαρία ούτε που θα καταλάβει ότι υπάρχουμε.

Ενας τυφλός ακορντεονίστας πάλευε με 38 υπό σκιάν να παίξει το Libertango. Και τι άλλο να ‘παιζε δηλαδή με τέτοια ζέστη; το hot stuff ή το I love hot nights ; σοβαροί να είμαστε..

 Περασμένες τέσσερις στο Λιστόν, έξη σκυλιά μπαϊλντισμένα γύρω από μια κολόνα, ένας σερβιτόρος βγήκε από το «Ευρώπη» με δυο ποτήρια νερό στα χέρια για να τα διώξει όσο πιο διακριτικά γινόταν, τρία βήματα έξω από την πόρτα του μαγαζιού το σκυλομετάνιωσε που βγήκε στους σαράντα βαθμούς, ήπιε το ένα, έριξε στο κεφάλι του το άλλο, να ρίξεις άδεια ποτήρια σε ζώα δεν γίνεται, μας έχουν που μας έχουν στη μπούκα οι ξένοι για τα δανεικά μας σκέψου τι θα μας σέρνουν μετά και για κακοποιημένα σκυλιά, ξαναμπήκε μέσα, άφησε τα ποτήρια στον πάγκο και έπεσε πάνω σε μια καρέκλα από την εποχή που ο Τόλης Βοσκόπουλος τραγουδούσε ακόμη καθιστός. Στέγνωσε σε ένα λεπτό. Βγήκε βλαστημώντας θεούς, δαίμονες, αγγέλους και τελώνια την ώρα που ένα χέρι απ’ έξω του έγνεψε «έρχεστε λίγο;».

Ο τυφλός ακορντεονίστας νόμισε πως το γυναικείο χέρι έγνεψε σε κείνον και πλησίασε, αν και τυφλός. Σχεδόν άγγιξε το τραπέζι της, αν και τυφλός. Έκοψε μαχαίρι το Libertango και ξεκίνησε μια πιο γρήγορη σαχλαμάρα του Gardel που ποτέ δεν ηχογραφήθηκε αλλά σε μια ιστορία εν μέσω καύσωνα όλα επιτρέπονται. Εκείνη δεν του ‘δωσε ιδιαίτερη σημασία.

Καθισμένη δυο τραπέζια παραδίπλα από την πόρτα , “εκείνη” ήταν ο τύπος της γυναίκας που απευθυνόταν στους πάντες στον πληθυντικό και αγνοούσε τη σημειολογία του όρθιου Βοσκόπουλου. Όχι κατ’ ανάγκη κακό, αφού μπορούσε να σου πει απ΄ έξω και ανακατωτά το πώς άρχιζε και πως τέλειωνε κάθε κείμενο του Αρανίτση, αρχής γενομένης από τις εκθέσεις για το «πώς πέρασα το καλοκαίρι» που έγραφε στο δημοτικό. Θα ήθελα να ‘μουν σε μια γωνιά να έβλεπα τα μούτρα της δασκάλας του όταν διάβαζε τον μικρό Ευγένιο. Τέλος πάντων, δεν είναι αυτός το θέμα μας -δεν είμαι και πολύ σίγουρος βέβαια- , την ώρα που ο σερβιτόρος έριχνε την ιδρωμένη σκιά του στο τραπέζι της εκείνη άναβε το έβδομο μάρλμπορο λάιτς βλέποντας με τρόμο την μπαταρία του λαπτοπ να δείχνει «ανεφοδιασμός ή θάνατος». Παρήγγειλε ένα βέρτζιν μοχίτο, θα ήθελα να γράψω πως παρήγγειλε έναν κρύο καφέ αλλά μοχίτο παρήγγειλε «με μπόλικο λάιμ. Και καφέ ζάχαρη. Και μέντα, όχι δυόσμο. Και τα παγάκια τριμμένα. Σε ποτήρι ψηλό, παρακαλώ». Μια παραγγελία δέκα δευτερολέπτων κράτησε μισόν αιώνα. Ο σερβιτόρος εξαφανίστηκε μέσα στην «Ευρώπη» σέρνοντας ξοπίσω του θεούς, δαίμονες, αγγέλους και τελώνια. Και ένα σκυλί που ζαλισμένο από τη ζέστη λάθεψε στο δρόμο και ξεστράτισε.

Ο τυφλός ακορντεονίστας ένιωσε την οργή να τον πνίγει. Τόση αδιαφορία ποτέ ξανά. Έχωσε τον Gardel στην τσέπη με τα αζήτητα και έπιασε την «Κόκκινη Γραμμή» της Νατάσας. Αν δεν έπιανε κι αυτό, δεν είχε μεροκάματο σήμερα. Ή μάλλον είχε, αλλά εκείνη δεν το ήξερε ακόμη.

Το τσιγάρο κόντευε να φτάσει στη μέση, μοχίτο δεν εμφανίστηκε στον ορίζοντα παρά μόνο ένα μήνυμα στο κινητό της «τη μπέμπελη θα βγάλεις εκεί έξω που τριγυρνάς», κατέβασε λίγο τα γυαλιά της για να δει αν είχε μέιλ, τίποτε δεν είχε , η σύνδεση του ευγενούς (ή ευγενικού; δεν ξέρω) χορηγού Λιστόν γαμιόταν η σκύλα, σαν να μην έφτανε αυτό η μπαταρία είπε «θάνατος» γιατί αυτή ποτέ δεν είπε «ανεφοδιασμός», γύρισε για μια στιγμή να δει στο εσωτερικό της «Ευρώπης» κι αυτό ήταν το μοιραίο λάθος της, η μυωπία της δεν την βοήθησε αλλά την βοήθησε ο σερβιτόρος που εμφανίστηκε πίσω από την πλάτη της λέγοντας πως το σκυλί που μπήκε απρόσκλητο στο μαγαζί τους έσπασε όλα τα ψηλά ποτήρια και τότε εκείνη αποφάσισε σαν έτοιμη από καιρό : «φέρτε μου ένα μυστικό αλλά να είναι καλά παγωμένο, αν σας βρίσκεται και μια φέτα λεμόνι ακόμη καλύτερα, σε όποιο ποτήρι βολεύει εσάς». Ο σερβιτόρος ξαναχάθηκε μέσα στο μαγαζί, από πίσω του έτρεχε να τον προφτάσει η γνωστή παρέα, μη τα ξαναλέμε, θεοί, δαίμονες, σκυλιά, τελώνια κλπ…ησυχία δεν θα βρισκε αυτό το μεσημέρι που έβραζε το έξω αλλά και το μέσα του με όσους παλαβούς αφήνουν τον κλιματισμό στα σπίτια τους ψάχνοντας να πιούν μυστικά on the rocks ανάμεσα σε πλακόστρωτα και κολόνες που βράζουν.

Ο τυφλός ακορντεονίστας, ήδη τρία στενά πιο πέρα περιεργαζόταν το -ακριβό του φάνηκε με την πρώτη ματιά- Sony Ericsson. Tι Piazzola, τι Gardel και ποια Θεοδωρίδου, καμιά τέχνη με μικρό ή κεφαλαίο τ  δεν μετράει μπρος στην αφηρημάδα μιας γυναίκας.

To λαπτοπ ξεψύχησε πριν φτάσει το μέιλ που περίμενε, το μυστικό που ήρθε στο τραπέζι της ήταν καλοφτιαγμένο αλλά όχι όσο κρύο θα ‘θελε, το κινητό της το χαιρόταν κάποιος με χρυσό δόντι που δεν έμοιαζε του Τζακ Σπάροου κι εκείνη -απτόητη από την τραγική απώλεια- άναψε το όγδοο τσιγάρο περήφανη για τον εαυτό της που μπόρεσε να διαχειριστεί τόσες αναποδιές μαζεμένες ένα μεσημέρι που καίει το μέτωπό σου αλλά το βράδυ δεν αντέχεις στο σκοτάδι. Όχι χωρίς την οθόνη να σε φωτίζει από απέναντι…

(«20 Ιστορίες για βλόγερς» , εντελώς ανέκδοτο)

Advertisements

η ζωή που γέρνει

Χτες βράδυ ανακάλυψα ότι το διάσημο πλέον βιβλιαράκι μου έχει διακόσιες ογδόντα ιστορίες που περιμένουν  (η πιο υπομονετική ως και τέσσερα χρόνια) ν’ ανοίξουν οι πόρτες για να μπουν μέσα του, δες τα Harrods πρώτη μέρα εκπτώσεων για να ‘χεις μια ιδέα του τι θα γίνει με το που θα τους πω «μάγκες ήρθε η ώρα». Αν επιζήσουν από το μακελειό, θα γίνουν περίπου διακόσιες σελίδες, όπως το ΄χω στο μυαλό μου, ούτε να παθαίνεις εξάρθρωση καρπού όσο κρατάς το βιβλίο ξαπλωμένος στον καναπέ, ούτε όμως και να μπορείς να κάνεις αέρα μ΄ αυτό τις ζεστές μέρες του Ιούλη στην ξαπλώστρα (αισιόδοξα μιλώντας). Χαμηλό για να ανέβεις και να κατεβάσεις τη baking powder και τις βανίλιες από τα πάνω ράφια της κουζίνας, βολικό για να κάνεις το δεξί πόδι του καναπέ πιο σταθερό. Οι ιστορίες μου χαρακτηρίζονται από ανύπαρκτη πλοκή, ούτε να αγχώνεσαι για τα αποτελέσματα των ακτινοθεραπειών της μάνας της -διαζευγμένης- ηρωίδας στο τρίτο κεφάλαιο, ούτε αν ο Σελίμ ο Τρίτος θα ανακαλύψει τελικά πως η ένατη πολύ ντροπαλή και μουγκή γυναίκα του είναι -στην πραγματικότητα- αγόρι και μετά θα κάψει την μισή Κωνσταντινούπολη επειδή ήταν και γιός του ταυτόχρονα. Μακριά από μένα τέτοια ψυχεδέλεια, το παν είναι να λειτουργείς σαν ηλεκτρική σκούπα, να αδειάζεις το κεφάλι του αναγνώστη από τα περιττά και ασήκωτα βάρη της μέρας, όσα γράφεις να μην είναι σα ζιζάνια σε χωράφι αλλά ψιχάλα, να τον κάνεις να θέλει να πάρει για παρέα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί δίπλα κι όχι να τον στέλνεις για χιλιάρι ντεπόν μετά από είκοσι σελίδες. Απλός, χρήσιμος και χρηστικός και όχι σώνει και καλά απαραίτητος, these are the words. Πάντα αισιόδοξα μιλώντας..  

Πήγα στη βιβλιοθήκη απέναντι και έψαξα -χοντρικά, με το μάτι- να βρω ανάλογο μέγεθος. Βρήκα ένα του Στάντον, «Reality-centered people management», τέτοιες μαλακίες διάβαζα στα τριανταμείον μου πιστεύοντας πως όσα γράφει μέσα υπάρχουν στην πραγματική ζωή και θα αποδειχθούν χρήσιμα στην συναρπαστική μου καριέρα. Ελλείψει people σήμερα (για να μη πιάσω στο στόμα μου και τη «συναρπαστική καριέρα»), να χέσω και το ρεαλισμό και το μάνατζμεντ μαζί. Μη σου πω και τη ράτσα των Στάντον που αραδιάζει ανύπαρκτες -εν τέλει- θεωρίες  και σχεδιάζει ασκήσεις επί χάρτου για υπαρκτά δράματα και αληθινούς πολέμους με θύματα ανθρώπους και όχι αριθμούς. Target-centered management είναι η μόνη αλήθεια, το “πιάσε τους στόχους”, ο μόνος μη διαπραγματεύσιμος παράγοντας, όλοι οι άλλοι είναι συζητήσιμοι και αναλώσιμοι. Φτηνοί.

Ξάφνου ένιωσα μια ακατάσχετη επιθυμία να μου σφίξω το χέρι που στοχάζομαι τόσο πρωτότυπα αλλά αντί να κάνω αυτό απλά δεν έβαλα το βιβλίο του Στάντον ξανά στο ράφι, ίσιωσα με τις εκατονενενήντα σελίδες του τη βιβλιοθήκη που έγερνε λίγο αριστερά, προς την Ιερά Βινυλιακή Σύνοδο των cool-jazz priests. Το παν στη ζωή είναι να έχεις πρότυπα τα οποία πρέπει  στην πορεία να αμφισβητείς. Αν μπορείς και κάθε μέρα, με πρακτικό τρόπο, ακόμη καλύτερα.

χωρίς διαθήκη

Αυτή δεν είναι μια εαρινή κάτι-σαν- ιστορία αλλά πρέπει να την διηγηθώ όσο είναι ακόμη νωρίς, πριν η μνήμη μου δηλώσει πως αρνείται κάθε συνεργασία μαζί μου γιατί δεν της έδωσα ποτέ την πρέπουσα σημασία, αναζητώντας για λογαριασμό της επίμονα και με συνέπεια τα σκηνικά και τους πρωταγωνιστές του πόθου της. Όχι «μου». Δικά της ήταν. Αν δεν ήταν αυτή να με χτυπάει κάθε τρεις και λίγο συνωμοτικά στον ώμο λέγοντάς μου «ρε συ, πώς λεγόταν εκείνο το café μέσα στον St Lazare;» ή «θυμάσαι πώς σου μιλούσε το δέρμα της σαν της έβαζες αντηλιακό;», εγώ θα συνέχιζα το δρόμο μου έχοντας στην τσέπη σαν κέρματα τις καθημερινές μου σκέψεις και δεν θα γύρναγα να ρίχνω -τάχα μου αδιάφορες- ματιές πίσω όπως η γυναίκα του Λωτ. Μέχρι σήμερα γλίτωσα, ξινός έγινα, αλμυρός όχι, για πόσο όμως;

Είναι επικίνδυνο να γράφεις για ιστορίες παλιές. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Το πιο πιθανό ούτε κι εσένα. Ακόμη πιο πιθανό να μη τις έζησες ποτέ ακριβώς έτσι αλλά κι αυτό μικρή σημασία έχει, τις ιστορίες τις φτιάχνεις για να μπεις μέσα τους, γι αυτό και τις ράβεις στο νούμερό σου. Αυτό το «ράβεις» είναι το πρόβλημα, όσο περνάνε τα χρόνια ανακαλύπτεις -άτιμες μπίρες, μαλακισμένα σαββατιάτικα τσίπουρα, γαμημένα μιλφέιγ- πως δεν χωράς πια μέσα τους και τις αφήνεις να μπουν αυτές μέσα σε σένα. Τραγικό. Ακόμη κι ο Νώε πιο άπλα είχε μέσα στην Κιβωτό.

Δεν ξέρω τι έπαθα με τη Βίβλο σήμερα…

Λοιπόν, αυτή για την οποία ξεκίνησα να μιλάω ήταν μια πλάτη που πάνω της ποτέ δεν κατόρθωσα να ακουμπήσω τα χέρια μου. Εννοώ να τη βρω γυμνή, δέρμα με δέρμα, γιατί πάνω από υφάσματα συμπλήρωσα ήδη τα συντάξιμα μαζί της. Να την αγγίξω ψηλά, στους ώμους αλλά και πιο χαμηλά, λίγο πάνω από τη μέση, στο ύψος του στήθους μα και ακόμη χαμηλότερα, εκεί που τα δυο λακκάκια μαζεύουν μέσα τους τον ιδρώτα που μπορεί να είναι από ζέστη, μπορεί από κάτι άλλο. Προτιμώ το «κάτι άλλο», είναι πιο ωραία η γεύση του ιδρώτα όταν αποφασίσεις να ξεδιψάσεις από δυο μικρές λίμνες που βρίσκονται στη μέση του πουθενά, η μάλλον στη μέση της διαδρομής για εκεί που θέλεις -μη πεις πως έχασες το δρόμο, ψέμα θα ‘ναι- να πας. Ερήμην της, ίσως. Μα αν φτάσεις ως εκεί διψασμένος, κουρασμένος, εξαντλημένος, αποφασισμένος,  λίγο σε νοιάζει το «ναι» της. Εσύ θα πιεις κι ας μην ακουμπήσει ποτέ το στόμα σου εκεί. Θα πιεις τόσο όσο ούτε οι τριακόσιες στάμνες του Γεδεών είχαν μέσα τους και πάλι διψασμένος θα μείνεις, εκλιπαρώντας «δώσε μου κι άλλο».

Ούτε στα πόδια της πήγε το χέρι μου ποτέ. Στο γόνατο ναι, ίσως και λίγο παραπάνω. Ντυμένα πόδια όμως δεν μετράνε, ούτε σου δικαιολογούν διπλά συντάξιμα. Εννοώ γυμνά, δέρμα με δέρμα, στα δάχτυλα, στη γάμπα, στο γόνατο αλλά και πιο ψηλά, εκεί που πάντα το χέρι σου καίγεται, μπορεί από τη ζέστη, μπορεί από κάτι άλλο. Προτιμώ το «κάτι άλλο» αλλά αν έρθει η ώρα εκείνη, καλύτερα μ΄αυτά τα πόδια να κάψεις τα πλευρά σου παρά το χέρι σου. Αν είναι να καείς, καν’ το όπως η βάτος, όχι σαν σπίρτο.

Ανάμεσα πλάτη και πόδια είναι ο τόπος, ο προορισμός, το ξέρουμε όλοι αυτό. Καλή είναι η διαδρομή μα απ’ το να γράφεις αληθινές ή φανταστικές ταξιδιωτικές ιστορίες για τόπους μακρινούς, μαγικούς, ιδανικούς και τέλειους, προτιμότερο να βγάλεις εισιτήριο για τις όμορφες ατέλειες. Που μπορεί και να είναι τριάντα βήματα κοντά, ως τη διπλανή πόρτα. Ή μια ματιά δρόμος, ως την καρέκλα απέναντι.

η γραμμή νούμερο 2

Η πόλη δεν έχει μετρό και δεν πρόκειται να αποκτήσει. Τρεις γραμμές λεωφορείου της βρίσκονται μόνο κι αυτές ανάπηρες. Αν δεις εκείνους που περιμένουν στην αφετηρία, είσαι σίγουρος πως kindle δεν έχει κανείς τους στην τσάντα, ούτε iPad, ούτε BlackBerry στην τσέπη. Μερικοί δεν έχουν καν πορτοφόλι. Στο δρομολόγιο για και από την -κατ’ ευφημισμό- Νεάπολη, όποιος ανοίξει να διαβάσει κάτι, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά η απόδειξη από το γερμανικό σούπερ μάρκετ που έπεσε βαριά. Ένας έλεγχος ακόμη, έστω στο και πέντε, μήπως και καταλάβει γιατί το πενηντάρικο -σ’ όποιον το έχει- δεν είναι πια αρκετό. Μπορεί κάποιοι τολμηροί να διαβάζουν το λογαριασμό της ΔΕΗ,του ΟΤΕ, της βόνταφον, δεν ξέρω, είμαι κι εγώ διαστροφικός και τους καταλαβαίνω. Εφημερίδα δεν είδα ποτέ ανοιχτή εκτός από μια τυλιγμένη που είχε μέσα λίγους πανσέδες για φύτεμα. Το χειρότερο είναι να προσπαθείς σε ευθείες και στροφές να διαβάσεις τις αιματολογικές αναλύσεις που μόλις πήρες, ευτυχώς καθισμένη. Γιατί όσο και να μη διάβασες τα μάτια της μικροβιολόγου την ώρα που έλεγε «θα σας πει ο γιατρός σας», εκείνο το «αιματοκρίτης 25» όλο και φαντάζεσαι τι μπορεί να σημαίνει.

Μανδραβέλη, Ακρόιντ, Χωμενίδη και LIFO δεν είδα να διαβάζει κανείς….

κάτι σαν έαρ, κάτι σαν ντέμπι

 

…μου άρεσε μια ντέμπι χάρι κάποτε, παλιά, τότε που βοσκούσαν ακόμη μαμούθ στον πλανήτη, έναν Απρίλη χόρευα μαζί της έχοντας πιεί ενάμιση ρόσο αντίκο και δυο μαρτίνι, την ωρα που ακουγόταν το Heart of Glass της είπα στο αυτί (εξ ανάγκης, τα ηχεία -Bose 901 νομίζω ήταν- έκαναν πολύ φασαρία) «μοιάζεις με την Ντέμπι Χάρι» και εκείνη χαμογέλασε από την κορφή ως τα νύχια, αυτό που της ψιθύρισα ήταν μισή αλήθεια γιατί η Ντέμπι είχε ωραιότερο διάσημο κώλο αλλά η δικιά μου (so called) απείρως καλύτερο άσημο στήθος με το οποίο ήμουν βαριά ερωτευμένος, plus the fact οτι ήταν πολύ νεότερη της Ντέμπιδος και ήταν -ελέω μαρτίνι κι αυτή, έτσι νόμιζα- κολλημένη σαν στρείδι επάνω μου αλλά ήταν -γαμώτο- αλλουνού, κι εγώ αλληνής ήμουν βέβαια αλλά έτσι ήταν η άνοιξη παλιά, ολωνών, με τεράστιο φως, ξανθιά, όχι με ανταύγειες, ούτε με ξεβαμμένη ρίζα…..το δέρμα πίσω από το αυτί της δεν θυμάμαι τι μύριζε αλλά ή Charlie θα ήταν ή White Linen, ότι κι αν ήταν με ζάλισε και ήθελα να πω και μερικά άλλα έξυπνα μα το μόνο που μου ήρθε στη γλώσσα (ένας αιώνας δρόμος απ’ το μυαλό) ήταν ένα fat free «αλλά αυτή δεν χαμογελάει όπως εσύ», πάλι καλά δηλαδή, θα μπορούσα να έχω πει κάτι σαν «μα αυτή φοράει ακόμη εφηβικό σουτιέν» και να ευχηθώ να σβήσουν ακόμη και τα άστρα εκείνη την ώρα για να μη δει το μάτι μου να γυαλίζει, μετά ακούστηκε το Sailing και τη ρώτησα -ο άθλιος ζαμπούνης- αν κουράστηκε και είπε «είναι ερώτηση τώρα αυτή;», δεν κουράστηκε, το στήθος της ακούμπησε ανάγλυφο, τρισδιάστατο και σε πλήρη ανάπτυξη πάνω μου με εκείνο τον τρόπο που έχω ξεχάσει από καιρό, το ίδιο κι εκείνη φαντάζομαι μετά από τρεις γέννες και καμιά εικοσαριά δίαιτες που είναι αμείλικτες στους ιστούς και τους αδένες, πολλά χρόνια μετά έψαχνα να βρω πάνω μου εγκαύματα από εκείνο το άγγιγμα αλλά μάταια, στο τέλος βαρέθηκα κι εγώ και τα εγκαύματα και σταματήσαμε να ψαχνόμαστε, τα θυμήθηκα αυτά σήμερα που είδα τη φωτογραφία της Ντέμπιδος στου φίλου μου και ασυναίσθητα έφερα τα δάχτυλά μου στη μύτη για να θυμηθώ αν ήταν Charlie ή White Linen, δεν μύρισα τίποτε, μετά θυμήθηκα πως την άνοιξη μόνο οι αλλεργίες και μερικά παραπανίσια κιλά μου κάνουν παρέα, αναρωτήθηκα τι να κάνει τώρα, αυτή τη στιγμή, και για πόσο ηλίθιο θα με περνούσε αν της τηλεφωνούσα μεσημεριάτικα για να της πω «πάω στοίχημα πως είσαι πιο ωραία από τη Ντέμπι Χάρι σήμερα» και μόλις την ακούσω να γελάει να τη ρωτήσω κάτι που με τρώει από τότε «τελικά το στήθος σου σκλήρυνε εκείνο το βράδι και κόντεψε να με τρυπήσει ή ιδέα μου ήταν;», χωρίς να νοιάζομαι πλέον για το αν θα σβήσουν ή όχι τα άστρα γιατί το μάτι μου έχασε απο καιρό το λούστρο του και η άνοιξη έπαψε από καιρό να είναι ξανθιά, άσπρισε κι αυτή μα παραμένει μια ξεπεσμένη γηραιά ντίβα, αν δεν βρει πρώτα τη σωστή χρωμοβαφή ο χειμώνας θα περιμένει με τις βδομάδες για αλλαγή βάρδιας, τελικά δεν τηλεφώνησα γιατί δεν είχα καμιά διάθεση να πιάσω κουβέντα με τον άντρα της για τη γκόλντμαν ζακς, τα σπρέντς  και τη χαμένη τιμή του δώρου του πάσχα, τέλειωσα τις δουλειές μου και πέρασα για μια -τάχα μου τυχαία- βόλτα απ’ τα  Hondos, ρώτησα αν βγαίνει η Charlie σήμερα και εισέπραξα ένα βλέμμα που αν η απορία μέσα του ήταν σπαθί θα με είχε κόψει σε δεκατέσσερα τεύχη πριν προλάβω να ζητήσω γονυπετής χάρη, τη White Linen δεν χρειάστηκε να τη μυρίσω, ζω μαζί της πάρα πολλά χρόνια και γνωριζόμαστε καλά πια, αν αυτό το ποστ το έγραφε ο Ζαν Μπατίστ Γκρενουίγ θα έλεγε «ματαιοπονείς, μπορεί το όνομα, το μπουκάλι και τα συστατικά να είναι τα ίδια μα δεν τις κάνουν πια όπως παλιά». Πήρα μια φτηνή κρέμα για τις ρυτίδες στα μάτια (τόσα αντικρύζουν αγόγγυστα και σιωπηλά, κάπως πρέπει λοιπόν να τα ανταμείψω) και έφυγα.

Το πιστεύεις ή όχι, με το που μπήκα στο αυτοκίνητο δεν έπαιζε το Heart of Glass. Αυτά γίνονται μόνο στο χόλυγουντ. Μια βλακεία της Gaga έπαιζε. Το έκλεισα και άρχισα να τραγουδάω μόνος μου, με κλειστά παράθυρα ασφαλώς….what I find is pleasing and I’m feeling fine, love is so confusing there’s no peace of mind…

Δεν πήρα τηλέφωνο. Δεν ήταν οι κουβέντες για τα spreads και τις υποβαθμίσεις το πρόβλημα, το άλλοθι για να μη σχηματίσω τον αριθμό της ήταν. Αν μου έλεγε «ναι, δεν ήταν ιδέα σου, ήθελα να σε τρυπήσει» θα έπρεπε κάτι να απαντήσω αναδρομικά και την άνοιξη οι απαντήσεις -και οι αλλεργίες- είναι περίπλοκες.

Η Λίστα του Κακλού

Για καλό ή για κακό, όλες κάναν κάτι στο στομάχι μου (το κέντρο της ψυχικής μου ισορροπίας). Το έσφιξαν κόμπο, το έλυσαν, με έστειλαν στο ψυγείο, με στείλαν για κατούρημα, με κράτησαν με κλειστό στόμα ένα 48ωρο.

Γιατί καμμιά δεν μιλάει στη μητρική μου γλώσσα ;

Ίσως φταίνε οι εμμονές τους, ίσως οι δικές μου που τις βγάζω τώρα για παρέλαση.

Σημαιοφόρος :

Funny Games-Mikael Haneke (όχι η αμερικάνικη εκδοχή, δεν υπάρχει Απόλυτος Τρόμος αν δεν ακούσεις τη μητρική γλώσσα του Γκαίτε) – Βία. Με προδιαγραφές. Χωρίς αιτία. Γιατί έτσι.

Ατάκτως παρελαύνοντα ακολουθούν :

Βug-Phil Hay/Matt Manfredi – Αν το δεις και πεις «μα τι βρήκε σε ένα υποτονικό ταινιάκι της σειράς;», θα σου απαντήσω πως κι εγώ ένας άνθρωπος της σειράς είμαι, ίσως και εκτός σειράς.

Οldboy-Chan-wook Park – Aισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης (και μια τζούρα Φρύνιχος) μεταφρασμένοι στα 한국어

Μanhattan-Woody Allen- Είμαι τρελλός για ασπρόμαυρο, για jazz, για Γούντι, για Νταιαν Κήτον στα -ας πούμε- νιάτα της. Τέσσερα σε ένα, διάνα !

La stanza del figlio-Nanni Moretti- Θα το πω κι ας μην είναι πολιτικά ορθό (χέστηκα κιόλας) : αν έχεις παιδί, αυτή η ταινία θα σε γαμήσει. Θα χτίσει αυθαίρετα στο πίσω μέρος του μυαλού σου και θα μείνει εκεί για πάντα. Stuck by this river.

Rear Window-Alfred Hitchcock- Τι να μας πει κι ο Φον Τρίερ και οι λοιποί δογματικοί που ανακαλύψαν το μονοκάμερο και νομίσαν πως έπιασαν τους αδερφούς Νταρντέν απ’ τα testacles

Mon oncle-Jacques Tati- Θα έβαζα τις Διακοπές του κυρίου Hulot αλλά αυτό μ΄αρέσει λίγο περισσότερο γιατί δεν επαψα να ασφυκτιώ μέσα σε πράγματα που ξεπερνούν κι εμένα και την εποχή μου μαζί (όταν εγώ κι αυτή τυχαίνει να ταυτιζόμαστε).

συν εφτά μπρατσωμένα μπαλαντέρ για επιδόρπιο :

Ascenseur pour l’échafaud-Louis Malle – Miles, Παρίσι, ασπρόμαυρα φίφτις, Μωρίς Ρονέ αλλά κυρίως καμπαρντινάτη Ζαν Μορώ, πόσο ανικανοποίητα σκατόψυχος πρέπει να είσαι για να πεις «gimme more» ;

High Fidelity-Stephen Frears- Αν δεν μεγάλωσες με ροκ, βινύλια, αληθινά δισκάδικα-ενορίες (όχι Μητροπόλεις) και Maxell 60ρες, ξέχνα το.

Sweet sixteen-Ken Loach- Από τα Άπαντα του Λόουτς διαλέγω αυτό στην τύχη. Εντελώς τυχαία όταν το είδα (καθυστερημένα) ο μεγάλος μου έκλεινε τα δεκάξη.

La femme d’à côté– François Truffaut – Γιατί μου αρέσει ο Τρυφώ, η Φανί και οι γυναίκες. Των άλλων. Ντροπής πράματα.

Taxi driver-Martin Scorsese

-πολύ προβλέψιμος ρε ΚΚΜοίρη

-You talkin’ to me? You talkin’ to me? Who the fuck do you think you’re talking to?

Assault on Precinct 13– John Carpenter- O Kάρπεντερ έβγαλε κι άλλα καλά, προτιμώ όμως αυτό που δεν είχε τέρατα. Ο άνθρωπος είναι το Τέρας το καλό.

Nueve Reinas-Fabian Bielinsky – Λαμπρό στυλ, απίστευτη μούρη ο Darin, ευφάνταστο σενάριο, έλλειψη στόμφου και δηθενιάς, ακριβώς αυτό που με κάνει να σκέφτομαι πάντα πόσο μα πόσο κομπλεξαρισμένοι είναι οι 9 στους 10 δικοί μας σκηνοθέτες (ο δέκατος δεν γεννήθηκε ακόμη).

μαζί με ένα τζόκερ :

Αmerican History X – Tony Kaye – Και για τον Νόρτον και για το θέμα και για το διδακτικό της ύφος που αντί να με χαλάσει-όπως το unhappy end- με έφτιαξε.

με πολύ ιδρώτα :

Lola rennt Tom Tykwer – Υποδειγματικό βιντεοκλίπ. Με αρχή-μέση-τέλος. Με όποια σειρά θες εσύ. Aλλά σε fast forward.

σε μεγάλη ανηφόρα :

Les triplettes de Belleville – Sylvain Chomet- Kάθε μα κάθε φορά που το βλέπω βγαίνω στο μπαλκόνι και παίρνω το ποδήλατο για μια μεγάλη βόλτα, γι αυτό φροντίζω να μη το βλέπω χειμώνα και με καύσωνες. Καλύτερα ζωντανός παρά εστέτ σινεφίλ.

με το πιο μη χαμόγελο :

The Cameraman– Edward M. Sedgwick – Μπάστερ Κήτον και ξερό ψωμί. Tι άλλο πια να κάνουμε για να σας εντυπωσιάσουμε άκαρδες;

κι ένα παράπονο γιατί δεν τις φτιάχνουν πιά έτσι :

The Return of the Pink PantherBlake Edwards- Το προ-κύκνειο άσμα Σέλερς ως Κλουζώ. Με τα κύκνεια δεν τα πάω καλά, οπότε μένουμε σ’ αυτό. Και στο swimming pewl.

Στον καταψύκτη κρύβω κι άλλα πενήντα.

Όπως η Πανδώρα.

Λέω να μην τον ανοίξω…μπούχτισα από σινεμά, να γράψουμε και για τίποτ΄ άλλο

( ολ μούβιζ αρ κλίκαμπλ )

Σινεμά Αντισύλληψη

Το πρώτο μέρος με τις ταινίες ξεπούλησε, συνταγή δοκιμασμένη δεν την αλλάζεις.

Δέκα ταινίες με υπέροχα παιδάκια που σε κάνουν να πατήσεις pause κατουρημένος απ’ την τρομάρα, τρέχοντας να αγοράσεις προφυλακτικά. Δες και μάθε για να μη πάθεις.

Poltergeist – Αυτή η ταινία ήταν πολύ διδακτική. Και προφητική. Στα λέω γρήγορα : αν δεις το καμάρι σου να κάθεται με τις ώρες σαν το χάνο απέναντι από φωτεινή οθόνη μεγάλο κακό θα σε βρει. Στην καλύτερη περίπτωση θα το ρουφήξει η οθόνη και μεγάλες πόρτες θα διαβείς τρέχοντας από δωμάτιο σε δωμάτιο για να το βρεις, δεμένος με σκοινιά και αλυσίδες γιατί θα φυσάνε είκοσι μποφόρ μέσα στο τριάρι σου, τι Κατρίνα και αηδίες. Στην χειρότερη μακρύ δρόμο θα κάνεις, ψάχνοντας να βρεις Νοσοκομείο με τμήμα απεξάρτησης για να το χώσεις μέσα με τη βία, το φυτό. Σε κάθε περίπτωση πικρό καφέ θα πιείς. Φαρμάκι.

Μary Poppins – Ποιος γονιός που δεν είχε καρδιά μενίρ (σ.σ. πιο σκληρό από πέτρα) είδε αυτή την αγία γυναίκα και δεν πέθανε από ντροπή για την ανεπάρκειά του; Ως και η Αγια Τερέζα μοιάζει Μέρκελ μπροστά της. Χίλιες φορές καλύτερα να με έβαζαν να λέω απνευστί «Supercalifragilisticexpialidocious» μέχρι να βγω στη σύνταξη -αν δεν πέθαινα στο ενδιάμεσο από πνευμονικό οίδημα- παρά να έχω μέσα στο σπίτι αυτά τα δυο κωλοπαιδαράκια που ούτε κρεβάτι στρώνουν, ούτε πιάτα μαζεύουν απ’ το τραπέζι, ούτε βρακί θυμούνται ν΄αλλάξουν μέχρι να πετρώσει το σκατό επάνω τους. Αυτά δεν χρειαζόταν νταντά. Τον Αμίν Νταντά γύρευε ο κώλος τους.

E.T. – Χίλιες φορές να τα πεις τα σκασμένα «δεν απαντάτε στο κουδούνι της πόρτας όταν είστε μόνα στο σπίτι» , «δεν ανοίγετε ποτέ την πόρτα σε κανέναν άγνωστο», «δεν βάζετε κανέναν που δεν σκουπίζει καλά στην εξώπορτα τα πόδια του στο δωμάτιό σας» , το χαβά τους αυτά. Και σε τελική ανάλυση δηλαδή τι κακό έκαναν τα βλαμμένα ; Επειδή μπάσαν στο σπίτι ένα παιδάκι που ήταν λίγο διαφορετικό από τα άλλα και είχε μια μούρη σαν χελώνα μετά από εγκεφαλικό, ένα λαιμό σαν μπουρί , χέρια νούμερο 54 και φωσφόριζε η καρδιά του; σάμπως εξωγήινα δεν είναι και τα δικά μας ;

Finding Nemo – Tα «Omen» , «Orphan» και τα συναφή δήθεν κοψοχολίστικα είναι η Χάιντι μπρος σ’ αυτό το Έπος του Τρόμου. Αντί να τον αφήσει τον Μάρλιν να σαλιαρίζει με τη Ντόρυ σε καμιά σκοτεινή γωνιά στον ύφαλο, σηκώνεται το ξεψάρωτο κωλόψαρο και τραβάει στην Αστραλία και τρέχει κι ο μπαμπάς του ξοπίσω του περνώντας απ’ τη σκύλα και τη χάρυβδη και χαρχαρίες και τσούχτρες και μπόμπες βυθού και έχει και την Ντόρυ από πάνω να του τα σπάει μιλώντας φαλαινέζικα και μη τα πολυλογώ, 100 λεπτά ταινία για να ζήσουν στο τέλος αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα όσο σκεφτόμαστε πόσο τυχεροί είμαστε που δεν γεννηθήκαμε ψάρια κλόουν αλλά γίναμε στην πορεία μπαμπάδες. Ένα και το αυτό, με τέτοιες συνθήκες. Μια απορία μόνο : αν ο Μάρλιν ήταν χήρος, έχει καλώς. Αν όμως ο Νέμο είχε μαμά που δεν ίδρωσε το λέπι της χάνοντας το βλαστάρι της, τότε είναι πολύ μεγάλη μουλάρα. Και καργιόλα μαζί.

Rosemary’s Baby – Αν μόλις έχει γεννήσει η γυναίκα σου και στο κρεβατάκι αντί να κοιμάται μωρό κοιμάται ο Σατανάς αυτοπροσώπως (ή έστω ένα σατανάκι, μη το κάνουμε θέμα, μπορεί ο Μεγάλος να είχε δουλειά και να εξουσιοδότησε άλλον), μη μου σπας και τα νεύρα από πάνω ρωτώντας «ε και τι σχέση έχει αυτό με το ποστάκι σου;». Σατανάκι είπα ανόητε, όχι σαγανάκι.

Hide and Seek – Εντάξει, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο είναι ο Κακός αλλά η σπαστικιά η κόρη του που όλη τη μέρα μιλάει με έναν Τσάρλι και τον ζωγραφίζει κιόλας και παίζει μαζί του χωρίς να μας τον συστήσει ποτέ και μας σπάει και τα νεύρα από πάνω με τα «I have a new friend και I have a new friend» είναι Πιο Κακιά. Σε τελική ανάλυση τρελός γίνεσαι, δεν γεννιέσαι. Εξ αιτίας τους.

The Exorcist – Τι γιατί; Αν έχεις κορίτσι που κατεβαίνει ανάσκελα σαν αράχνη τις σκάλες, γαμωσταυρίζει σαν την Κανέλλη, έχει δόντια σαν του Shane MacGowan, κατουράει όρθιο, κάνει ξαπλωμένη τραμπολίνο στο κρεβάτι, έχει ρουλεμάν στο σβέρκο, χρώμα σαν τον Κέρμιτ και τον Hulk μαζί  και μισεί το παπαδαριό, μην περιμένεις να την καλοπαντρέψεις κιόλας. Η Ανθούλα του Καραβάκου είναι Μόνικα Μπελούτσι μπροστά της.

The Sixth Sense – «I see dead people» και «I see dead people» και «I see dead people», κι ο άλλος ο παπάρας να τρέχει πίσω απ’ τον πιτσιρικά για να τους δει κι αυτός μπας και χάσει η βενετιά βελόνι, τους είδε τους αποθαμένους και χόρτασε και θα ‘θελα να ‘ξερα τι κατάλαβε στο τέλος που είδε μια τρύπα νααααααααα -με το συμπάθιο- από την κοιλιά ως την πλάτη του αλλά έτσι είναι μ’ αυτά τα τσογλάνια, ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου σ΄αφήνουν.

Taken – Έχεις βγει στην σύνταξη (σε πολιτισμένη χώρα που δεν βάζουν χέρι στις συντάξεις), είσαι δυο μέτρα άντρακλας, ο Θεός σε φώτισε και χώρισες νωρίς, έχεις ένα τσούρμο κολλητούς για να κάνετε σάχλες παρέα, ετοιμάζεις barbecue, κρυώνεις τις μπίρες, στρώνεις το κρεβάτι για την μάχη που έπεται και εκεί που αρχίζει να επιδρά το μπλε χαπάκι σε παίρνει η ηλίθια η κόρη σου τηλέφωνο για να σου πει ότι πήγε στο Παρίσι και την έχουν απαγάγει Αλβανοί σωματέμποροι για να την εκπαιδεύσουν ως γιουσουφάκι ή κάτι τέτοιο ελαφριά ντυμένο τέλος πάντων, αν ήσουν άτεκνος τώρα θα ρευόσουν τις μπίρες και θα λέρωνες το στεφάνι της λεκάνης κατουρώντας ελικοειδώς αντί να τρέχεις στη Μονμάρτρη να πλακώνεσαι στις μπούφλες με τους Κοσοβάρους αλλά μη δίνεις σημασία, αυτά ούτε στις ταινίες γίνονται.

Birth – Καλά, το ξέρουμε πως όλοι, κουτσοί, στραβοί, λεπροί, θέλουν να παντρευτούν την Κίντμαν αλλά όσο υπάρχουν δεκάχρονα σαν κι αυτό το βλαμμένο που ντε και καλά είναι η μετεμψύχωση του μακαρίτη του άντρα της και Κύριος οίδε τι kinky έχει βάλει στο βρωμερό κι αρρωστημένο μυαλό του, άσπρη μέρα δεν θα δούμε οπότε καλό είναι να βάλουμε φρένο στην παραγωγή δεκάχρονων όσο ακόμη υπάρχουν Νικόλ στον κόσμο αυτό. Tελεία.