songs about the human heart

33317827

Tις μικρές, ανήλικες αμαρτίες μου τις εξομολογούμαι και τις βγάζω συχνά βόλτα γιατί οι κλειδωμένες είναι πολύ βαρετές.

Ούτε στο σπίτι, στο ραδιόφωνο, το πρωί μα ούτε και στο αυτοκίνητο στη διαδρομή συνηθίζω να βάζω Μπρίτεν, Μπαχ, Βάγκνερ, Ραβέλ, Χάιντν. Ούτε και στατουσάρω εκστασιασμένος γι αυτά που δεν ακούω. Τα απογεύματα, αργά, δεν εντρυφώ στις εκλεκτικές συγγένειες Λακάν και Πλάτωνα. Μ’ αυτούς τους Ζίζεκ και τα συναφή ή τα αντίρροπα, ουδέποτε συναντήθηκα. Όλο και πιο σπάνια είναι τα βράδια που σκέφτομαι να βάλω να δω Μπέλα Ταρ ή Ρόι Άντερσον. Τα βλέπω όλα τους στον ύπνο μου, μετά. Ότι φιλμάρει ο Γουες Άντερσον δεν το ψάχνω απεγνωσμένα, ίσως κρύβομαι κιόλας μη με ψάξει αυτός. Ό,τι όμως ηχογράφησε ο Γουες Μοντγκόμερι -σχεδόν ό,τι δηλαδή- έκανα το σκατό μου παξιμάδι και το σπίτωσα. Αυτήν την Ντόνα Ταρτ δεν την διάβασα ακόμη. Πολεμάω να τελειώσω έναν MακΓιούαν κι έναν Ράνκιν εδώ και ενάμιση μήνα. Προσπάθησα, όχι με ζέση ομολογώ, να δω Game of Thrones, το έκλεισα σε πέντε λεπτά. Το Breaking Bad το έβαλα λόγω πίεσης του μεγάλου, μια ολόκληρη εξεταστική δεν κατάφερα να την τελειώσω, κόπηκα στο έκτο, στο έβδομο μάθημα. Μπλογκζ σταμάτησα να διαβάζω συστηματικά, είναι επειδή μας αγαπώ όσους ακόμη γράφουμε και δεν θέλω να γίνομαι μάρτυρας ψυχορραγήματος. Ο Ντέιβιντ Λυντς μηδένισε μετά το Blue Velvet. Ραδιόφωνο ακούω αφηρημένος, πιο πολύ για να μην φοβάται το σπίτι απ΄την σιωπή. Σπάνια έως ποτέ ακούω τι λένε όσοι μιλάνε πάνω ή ανάμεσα απ΄ τις μουσικές, κάτι δικά τους θα λένε που μπορεί και να με αφορούν μπορεί και όχι. Άνθρωπο όμως που παίζει Fad Gadget, τον βάζω στη μνήμη, στο 1. Δεν έχω άποψη για τον Αγγελόπουλο. Έχω για τον Brian Eno. Ποτέ δεν αγόρασα ούτε μισό δισκάκι του Ντίλαν, κανένα τραγούδι του δεν βρίσκεται στα cd που έφτιαχνα παλιά. Άμα σκαλίσεις τα εγχώρια βινύλια και τα cd μου μόνο λίγους Χατζιδάκιδες θα βρεις, ένα Στέρεο Νόβα, λίγο Νάστα, δυο Παυλίδηδες, τρεις Πλάτωνος, νομίζω αυτά. Έχω και πέντε, έξη cd με Πασχάλη Τερζή, Νατάσα Θοδωρίδου, Μαζωνάκη, τέτοιας συνομοταξίας, για όταν έχουμε κουράγια να παριστάνουμε τους κεφλήδες ερωτοχτυπημένους, οι μεσήλικες. Νομίζω ότι κάπου έχω και δυο Κραουνάκηδες, home made collections, για το αυτοκίνητο, με ανοιχτά παράθυρα μακριά από την πόλη. Ο Φον Τρίερ είναι σαν τα μπρόκολα, ή σ’ αρέσουν ή τρως ντομάτες έστω κι εκτός εποχής. Σφίγγω καρδιά και τρώω ντομάτες. Κάποτε άκουσα δεκατέσσερις φορές συνεχόμενες το «Κάτι μου κρύβεις». Δεν είχαν βγει τα prozac τότε. Kαι επί διακόσια τριάντα χιλιόμετρα, στο πήγαινε, κι άλλα διακόσια τριάντα στο έλα, Richard Hawley. Διάβασα εικοσιεφτά σελίδες απ’ τον Οδυσσέα, ποτέ όλη την Οδύσσεια. Τρεις φορές, όμως, διάβασα την τριλογία του Καπισίνσκι, αν ήταν τετραλογία θα  ήμουν χωμένος μέσα ακόμη. Όταν πετύχω Βασίλη Παπακωνσταντίνου είμαι απαρηγόρητος, ούτε τα zanax, ούτε ωτοασπίδες, ούτε ανηχοïκοί θάλαμοι με πιάνουν. Αν δεν μπορούσα να είμαι ο House για μια μέρα, ας ήμουν και το vicodin του, έστω το μπαστούνι του. Έχω ότι έχει και δεν έχει γράψει ο Καβάφης, ακόμη και τα αποκηρυγμένα, ως και τις σημειώσεις στα τραπεζομάντηλά του και τα Je voudrais pas crever του Μπορίς Βιαν (στην αγγλική βερσιόν, τα γαλλικά μου περιορίζονται στα στιχάκια του Cristophe) χωρίς να τα έχω βαρεθεί δευτερόλεπτο. Είναι κάποιες μέρες που ο Jesus Ignacio Aldapuerta μου φαίνεται σαν τη Θεία Λένα.  Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα Παρίσι και Ρώμη, θα διάλεγα να μείνω -έστω άφραγκος- στο στενό ανάμεσα στα πόδια της. Αν ήταν να μπω για λίγο οικότροφος σε μυαλό, θα με έτρωγε το δίλημμα «στου Χάνεκε ή στου Ταρκόφσκι;». Aν και στο Στάλκερ (όπου με έσυρε ο βλαμμένος ο συγκάτοικος, 11 το βράδι, μετά από εντεκάμιση ώρες πάνω στο ΚΤΕΛ) κοιμήθηκα πριν καν φτασουν στην Ζοne. Το είδα μετά που τριαντάρισα, τρις, και εξιλεώθηκα. Το Atonement όμως δεν με άρεσε, όπου παίζει η Κίρα Νάιτλι είναι σαν τον τύφο. Ή την Μεγάλη Πανώλη του 1348. Κουμανταρέα δεν έχω διαβάσει, ούτε Καρυστιάνη, τρέιλερ μόνο από τα γκρέιτεστ χιτς τους. Από συναυλίες (η τζαζ έξω, αυτά δεν μετράνε, είναι rituals) θυμάμαι ότι έχω πάει U-2 (δις), Μπράιαν Φέρι, Νιτς (δις), Πολίς, Φίσερ-Ζ, Τομ Ρόμπινσον, Διονύσιο Σαββόπουλο, Ανδρέα Μικρούτσικο και Πασχάλη. Τρεις φορές πήγα θέατρο, σε «highly recommended» τη μια φορά έφυγα στο διάλειμμα, τη δεύτερη στο εικοσάλεπτο (καθόμουν στη γαλαρία της γαλαρίας, κατάφερα να βγω έρποντας απαρατήρητος). Καμία γυναίκα δεν θα μπορέσει ποτέ να σύρει καράβι όπως ο Brian Sweeney Fitzgerald.  Ο Στίβεν Κινγκ είναι πλέον σαν τα τυρογαριδάκια, ούτε μισό δώρο έκπληξη μέσα στο σακουλάκι. Ανάμεσα στη Μόνικα και στην Σάρον, καλύτερη είναι η Άβα Γκάρντερ. Το τσάι το αντιπαθώ αλλά αν βρισκόμουν σε τσαγάδικο με την Έλεν Μίρεν, την Τζούντι Ντεντς, την Μάγκι Σμιθ και την Κέιτ Μπλάνσετ (έστω και μια από αυτές) θα λουζόμουν όλη τη φετεινή σοδιά του Darjeeling και των γιασεμοχώραφων του πλανήτη αγόγγυστα. Ποτέ δεν λείπει από το αυτοκίνητο το tonotil σιντί με τους Metallica. Enter oldman. Α ναι, και ο Γκάρι, λατρεία. Αν έπαιζε αυτός τον Alex, o Anthony Burgess θα έραβε το βιβλίο πάνω του, απ’ την αρχή. Είναι κάποιες μέρες που νομίζω ότι ζω μέσα στο Sleuth. Πιο συχνά όμως με βρίσκω να τριγυρίζω στις ερημιές του Μακ Κάρθι. Ι love the smell of coffee in the morning, αν αρχίσω να νοσταλγώ τη μυρωδιά των napalm θα πρέπει να μου δώσω μια πολύ μεγάλη άδεια.

 

Αυτά τα ασυνάρτητα γράφτηκαν (μη ρωτάς γιατί) νύχτα, βαθιά, μετά από ένα καραφάκι τσίπουρο, δυό μπουκάλια μαύρο κόκκινο και ενάμιση σφηνάκι σναπς από κεράσι, για ανάνηψη, την ώρα που στην τηλεόραση έδειχνε κάτι θλιμμένες χαμογελαστές μισόγυμνες, με σάρκα τρίτης διαλογής και εσώρουχα τέταρτης. Κρίνοντας απ’ όσα μόλις διάβασα, δεν ανένηψα ποτέ. Μεγάλες προσδοκίες είχα απ’ το σναπς.

 

—-

Advertisements

ο ήχος της δραχμής *

33251899 (1)

 

Warning: contains spoilers

 

Κάποιες Κυριακές σκαλίζω βινύλια. Το κάνω περισσότερο από συμπόνια, για να δουν λίγο φως. Παραχλώμιασαν και σακατεύτηκαν όρθια, στριμωγμένα, σφηνωμένα, σα γιαπωνεζάκια στο βαγόνι πρωινιάτικα. Τα δικά μου, αντίθετα, δεν πάνε πουθενά. Μερικά ήδη σαραντάρισαν και η μόνη διαδρομή που αξιώθηκαν είναι μισό, ένα μέτρο, μέχρι να ανταμωθούν και τρυπηθούν με την Stanton. Παλιά τρυπιόντουσαν με Pickering, μετά μεγαλοπιάστηκαν με κάτι Shure, κάτι Grado, στο τέλος είδαν κι απόειδαν, βολεύονται και με στομωμένη πολυμεταχειρισμένη βελόνα. Τζάνκι ξεχασμένα, παραπεταμένα, χαρμάνια. Ντροπή. Μοιρασμένη. Το πιο νέο εκεί μέσα πρέπει να ‘χει την ηλικία του γιου μου. Ελπίζω να του μιλάνε τα άλλα. Έχουν μούρη όσα σπιτώθηκαν πριν το ’76.

Τα περισσότερα δεν είναι αδέσποτα, τα λες και ράτσας αφού έχουν λαιμαριά επάνω τους. Και ταυτότητα. Και ρυτίδες στο χαρτόνι, μπόλικες. Και ουλές  αναπόφευκτα, όσο τρυφερό χέρι κι αν έχεις όταν τα αγγίζεις.

Stereodisc, NTO-ΡΕ-ΜΙ, Music Corner, Happening, 7+7, Βlow up, Πάτσης, Jazz Rock, Pop Eleven.

Aπό Τζίνα δεν ανακάλυψα στικεράκι. Θα ‘ναι κάποιο κρυμμένο, μέσα στ’ άλλα. Όπως κι απ΄ το New Wave. H Λαρίσης και τα θηράματα «εισαγωγής» σηματοδοτούσαν την καθιερωμένη μηνιάτικη χρεωκοπία μου. Αλλά στα είκοσι δεν υπάρχει χρεωκοπία στο λεξιλόγιο. Υπήρχαν μακαρόνια, υπήρχε κέτσαπ, υπήρχαν οι Tuxedo Moon. Και το  Oh well που ανακαλύψαμε ριγώντας. Και ο Jarrett. Ιδίως ο Jarrett.

ΔΡ  95, 200, 400, 800, 1200. Και 1800. Tότε που τα ρέστα του διχίλιαρου γινόντουσαν μπίρες στα όρθια, ακούγοντας -όψιμα, ομολογώ- Love Puppets στου Λάσκαρη. Μαζί με άλλους μνηστήρες.

«Βγάλτο στην άκρη, το παίρνω εγώ. Savage Republic ήρθαν;»

Δεν πάει καιρός που έπεσα πάνω στην Yma Sumac. Είχε υγρά μάτια, χείλια που τρεμόπαιζαν, γυμνούς ώμους, απλωμένα χέρια.  Σα να εκλιπαρούσαν, «παίξε με». Τα τρύπησα. Κι από μέσα τους εχύθη Gopher.

ΔΡ 500 έγραφε το ρούχο της.

 

—-

 

* (οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι ασυμπτωματική)

the fall by the house of Usher

33225110

Την ώρα που ο κύριος Μπράουν επέστρεφε βιαστικά με τα πόδια στο σπίτι κρατώντας μια χαρτοσακούλα με τα επείγοντα χρειαζούμενα (ένα μπουκάλι  γάλα, τσάι, ζάχαρη, μπισκότα πορτοκαλιού και ένα κουτί -προσφοράς- γατοτροφή, για το οποίο λογομάχησε με την ταμία, η οποία επέμενε πως η προσφορά είχε λήξει μια ώρα πριν), κοντοστάθηκε για λίγο στο αγγελτήριο θανάτου του που ήταν κάπως άτσαλα κολλημένο σε έναν βρώμικο μισογκρεμούλι τοίχο ανάμεσα στα σπίτια των Usher.

Oι Usher, δυο δίδυμα αδέρφια που είχαν από καιρό κλείσει τα εβδομηνταοκτώ, δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους ούτε μια κουβέντα εδώ και μια γενιά (τριανταδυο χρόνια και τρεις μήνες, πιο συγκεκριμένα). Ούτε και με τον κύριο Μπράουν είχαν πάρε-δώσε. Για την ακρίβεια κανείς από την πόλη δεν θυμάται να είχε ποτέ οποιαδήποτε παρτίδα, μιαν ελάχιστη τυπική συναναστροφή μαζί τους, ειδικά μετά τη μέρα που πέθαναν οι γονείς τους (σε ένα τραγικό ατύχημα με αερόστατο που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλη την κομητεία, ακόμη και στις γειτονικές). Ήταν, λέγαν οι γλώσσες, δύσκολοι άνθρωποι, μονόχνωτοι, απότομοι, σχεδόν αγενείς. Ο μόνος που έμπαινε και στα δυο σπίτια ήταν η ίδια καθαρίστρια. Η κυρία Nevermore. Μόνο αυτή θα μπορούσε να πει μια κουβέντα παραπάνω και για τους δυο, να φωτίσει έστω μια γωνιά του βίου τους, μα κρατούσε -άγνωστο με τι αντάλλαγμα, υλικό ή άυλο- το στόμα της ερμητικά σφραγισμένο.

Στο θέμα μας, όμως. Στο αγγελτήριο.

Ο κύριος Μπράουν ξεκόλλησε -με εμφανώς τσαλακωμένο το φλέγμα του- το μαβί χαρτί με το όνομά του, προσέχοντας να μη το καταστρέψει. Το δίπλωσε όσο καλύτερα μπορούσε, αφήνοντας την χαρτοσακούλα ανάμεσα στα πόδια του. Μετά το έβαλε στο πορτοφόλι, ανάμεσα στην κάρτα ασφάλισης και στην loyalty  κάρτα της Tesco. Ξαναπήρε την σακούλα στα χέρια και έκοψε δρόμο, ανάμεσα από τα σπίτια των Usher, εκεί που έχασκε μια τεράστια ρωγμή (αφύσικα μεγάλη για τόσο μικρό τοίχο), για να προλάβει να φτάσει τρία λεπτά νωρίτερα στον προορισμό του.

Οι πρώτες ψιχάλες ήδη έπεφταν. Ο ουρανός είχε το χρώμα μιας πάρα πολύ καταθλιπτικής κυριακάτικης νύχτας (μια απόχρωση σκοτεινότερη από gloomy) κι ας ήταν μόλις πέντε και δέκα, απόγευμα μιας κοινής καθημερινής ημέρας. Στο τέταρτο βήμα, μέσα στα χορταριασμένα χαλάσματα ανάμεσα στα σπίτια των Usher, ο κύριος Μπράουν παραπάτησε -μάλλον από την ταραχή του, για όσα προηγήθηκαν- και σωριάστηκε καταγής.

Το μπουκάλι με το γάλα έσπασε και πότισε το χώμα τριγύρω. Αυτή ήταν και η μόνη φωτεινή, σχεδόν λευκή, γραμμή μιας ιστορίας με πολύ χαμηλή νέφωση.

….