μια ελάχιστα διδακτική ιστορία

34987323

 

To άφηναν να παίζει έξω τις ώρες που ήθελαν να ξεκουραστούν μέσα. Αφού πρώτα είπαν τα «μη», τα «δεν», τα «πρέπει», να φοβάσαι τους ανθρώπους, δεν είναι πάντα καλοί οι άνθρωποι, υπάρχουν και τέρατα ανάμεσά τους, είπαν μερικά ακόμη «όχι» και «πρόσεχε»,  κάναν το καθήκον τους.

Μια μέρα ένα μικρό παιδί το έδεσε στην άκρη ενός γερού σπάγγου κι από τότε δεν ξανάκουσε ποτέ κανείς οτιδήποτε γι αυτό.

….

Advertisements

gentlemen take polaroids (not anymore)

pol2

Ξέρεις που φτάσαμε; τον ρώτησα προχτές, μονολογώντας. Δεν μπορείς να ποθήσεις ένα σώμα. Ούτε καν να γράψεις γι αυτό, πόσο μάλλον να μπεις μέσα του. Οι εποχές -οι άνθρωποι, οι άνθρωποι φτιάχνουν τους καιρούς- δεν συγχωρούν το να σε δουν να σέρνεσαι αδύναμος πίσω από πάθη. Δεν χρειάζεται να εκπέσεις από έρωτα, αρκεί και η απλή καύλα για την καταδίκη. Aν δεν ανάψει πράσινο φως το μυαλό -που δουλεύει υπερωρίες, για να μην χρεωθεί σκοτάδια κι ενοχές που δεν του ανήκουν- η σάρκα πρέπει να περιμένει. Το σαρκίο είναι δεύτερο, ευτελές, οφείλει να υποτάσσεται -άλλοι το λεν και «υποκλίνεται» -μπρος στην ανέχεια, τη δυστυχία, την ανημπόρια, την κόλαση των άλλων.

Μα δεν μπορείς να πενθείς για καύλες όταν αυτοί οι άλλοι συντρίβονται από αληθινές απώλειες.

Μη βιάζεσαι. Kάποια στιγμή το μυαλό και οι σκέψεις θα αναπαυθούν -θες να πω για λίγο; για λίγο, λοιπόν-  ερήμην των άλλων  και ερήμην του σαρκίου που τις φιλοξενεί· είναι μάταιο να παριστάνουν πως φτιαχτήκαν από γρανίτη κι ατσάλι. Δεν είναι, ουδέποτε ήταν, οι ενενηνταεννιά στους εκατό είμαστε φτιαγμένοι από ευτελή υλικά που ενίοτε λάμπουν -αυτός που έγραφε σε στιχάκια We are all made of stars,  μισές αλήθειες έλεγε- μα δεν παύουν να  έχουν όρια αντοχής, θερμοκρασία τήξης, ημερομηνία λήξης.

Και τότε θα καταφέρει (σκέφτομαι με μια ντροπιαστική ανακούφιση) η τόσο συκοφαντημένη εσχάτως σάρκα να πάρει την γλυκιά της εκδίκηση. Έστω για λίγες μόνο στιγμές. Πες την και πύρρεια νίκη που αρκεί, όμως, για να ξεπλύνει δέκα συντριπτικές -κι ατιμωτικές, ακόμη- ήττες του μυαλού.

 

—-

κουρελάκια

freelabelbig2015

 

 

Παράξενο, κουραστικό και κάποιες φορές στενόχωρο να πακετάρεις παλιά μπουφάν και παντελόνια -στα οποία ούτε διαμελισμένος χωράς, πλέον- σκαλίζοντας για τελευταία φορά τις τσέπες πριν τα αποχωριστείς. Χωρίς να ξέρεις τι και γιατί το ψάχνεις, αφού έχουν πλυθεί και ξανακαθαριστεί αμέτρητες φορές, ούτε χνουδάκι, ούτε καν μισή κλωστή θα μπορούσε να επιβιώσει εντός τους.

Και ξάφνου σε ένα τζιν που μοιάζει διαμελισμένο, με ξέφτια να ζουν σε κάθε γωνιά του, με τόσα σκισίματα ολόγυρα -δουλειά του χρόνου, ποτέ δεν φόρεσα τρύπιο παντελόνι μα ποτέ δεν είναι αργά όπως πάνε τα πράγματα- ανακαλύπτεις οτι ζει ένα τόσο δα χαρτάκι λίγο πιο μεγάλο από ένα γραμματόσημο,  ‘Νο 586, Δραχμές 40′  και μετά ξανά σιωπή, μάλλον -σίγουρα- εκεί ήταν τυπωμένο άλλο ένα μηδενικό. Ίσως δυο.

Πότε, πού, τι, με ποιόν, όλα άγνωστα. Δεν θυμόμουν καν πως είχα τέτοιο ρούχο. Εισιτήριο, για πού; Για Nits; Για το Fight Club; Σινεμά ο Παράδεισος; ή Dr Feelgood; Μάταιο να ψάχνεις, μάταιο να αραδιάζεις συνενόχους, μάταιο να στήνεις -τάχα μου- σκηνικά memorabilia, μάταιο και καθόλου ανακουφιστικό.

Δεν το πέταξα τελικά το κουρέλι. Το δίπλωσα -χαζοευλαβικά, αν είναι δυνατόν!- ρολό, στριμώχθηκε πίσω πίσω στο πατάρι της ντουλάπας, εκεί που μόνον εγώ έχω το θλιβερό προνόμιο να ανεβάζω και να κατεβάζω. Έβαλα πάρα πολύ προσεκτικά το αναπάντεχο εύρημα σε έναν φάκελο μαζί με άλλα άχρηστα (τόσο αδιάφορα που ως κι ο πιο παθιασμένος ρακοσυλλέκτης θα αρνιόταν να τους ρίξει έστω μισή ματιά ενώ εγώ τα προορίζω για την Μεγάλη μου ρεπροσπεκτίβα που κανέναν δεν θα αφορά)  και έτσι σφράγισα μιαν ακόμη αμφιλεγόμενη νίκη απέναντι στον χρόνο και την φθορά. Ένα (ακόμη) κομμάτι μου επέζησε, σε πείσμα της αδύναμης -κι απρόθυμης να συνεργαστεί- μνήμης.

Κάποια μέρα, σε μια στιγμή αδυναμίας, θα ανοίξω αυτό το φάκελο -με ενόρκους ή χωρίς- και θα μου αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ εκεί.

…..

 

Some Köln Concert *

34860109

γραμμένο-παραγγελιά δεν θυμάμαι για πού, έμεινε στο ράφι

 

Το 1981 τα κινητά δεν είχαν βγει απ’ τη μήτρα ακόμη. Σταθερό τηλέφωνο σε φοιτητόσπιτα ήταν πιο σπάνιο κι από κουλούρι Θεσσαλονίκης δίχως τρύπα. Οπότε ή βασιζόσουν στην -συνήθως θολωμένη από μπίρες και σανγκριές- συνεννόηση της προηγούμενης βραδιάς ή στα πόδια σου για επιστροφή, αν χτύπαγες κουδούνι μάταια γιατί ο άλλος άλλαξε γνώμη και τράβηξε στην Κάρμεν για καρμπονάρα ή στο Αθήναιον για κανέναν Κάρπεντερ, Ντε Πάλμα, άειντε Μπενέξ το πολύ..

Το δρομολόγιο ήταν μονόδρομος όταν ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά. Πρώτα μια στάση στη σκιά του Πύργου -πάνω στη Σινώπης-, έξω απ’ τη βιτρίνα που ‘γραφε φαρδύπλατα «Κέφαλος-Κορωναίος» για να χαζέψω τα πράσινα Converse (που με αιματηρές θυσίες κατόρθωσα αμέσως μετά την καλοκαιρινή εξεταστική να αποκτήσω), μετά έπαιρνα από παραδίπλα ένα τοστ «διπλό κασέρι-ψημένο μπέικον-πράσινη πιπεριά» που γινόταν αόρατο σε πέντε μπουκιές, άναβα ΚΕΝΤ -τότε άντεχα να περπατάω και να καπνίζω ταυτόχρονα, μεγάλες εποχές-  κι ανηφόριζα, λίγα βήματα πριν την Παπαδιαμαντοπούλου έμπαινα διαγώνια στα χωρικά ύδατα του Αγίου Θωμά, έστριβα στην Ολόρου, χτύπαγα κουδούνι και μια στις τρεις στεκόμουν τυχερός. Εκεί, στο ισόγειο, θα ‘βλεπες συχνά πυκνά στοιβαγμένα στα πατώματα πέντε-έξη εικοσάχρονα (καναπέδες δεν είχε, μοναχά μια πολυθρόνα αν θυμάμαι καλά, και ήταν γαϊδουρινή αγένεια να κυλιέσαι πάνω στο κρεβάτι του οικοδεσπότη) μεγαλωμένα με τον παραδοσιακό τρόπο της ελληνικής επαρχίας, λίγο από hard-rock και ολίγη από art-rock δηλαδή, από τη μια πλευρά Black Sabbath και Purple και Rory και Thin Lizzy κι από την άλλη Genesis και Yes, με μπαλαντέρ τους Floyd χωρίς Syd, όλα καλά και Πετρίδικα δηλαδή.

«τι θα πιεις;»

 «o,τι έχεις»

Πάντα κάτι υπήρχε. Μέχρι Mateus και Calliga, απ’ αυτά που σαν στέρευαν τέλειωναν το βίο τους ως κηροπήγια, αμφιβάλλω αν υπήρχε φοιτητόσπιτο τότε που δεν έκρυβε τέτοιο αποτρόπαιο θέαμα στα σωθικά του. Τόσα ξέραμε, τόσα είχαμε, τέτοιο design βγάζαμε από μέσα μας ελλείψει ΙΚΕΑ. Δυο-τρία ποτήρια μετά, κι αφού ξοφλούσαμε λογαριασμούς με gimme shelter και blister in the sun, το Köln Concert έβγαινε επιτέλους απ’ τη διπλή θήκη του, το περιμέναμε σαβουρντισμένοι στο πάτωμα σαν Υεμενίτες με μάγουλα γεμάτα Qat, η βελόνα τρύπωνε στο πρώτο αυλάκι, όπως μπαίνει στη φλέβα το αναισθητικό. Μετά απ’ τα ηχεία ξεχυνόταν -χωρίς τσιγκουνιά- ζέστη, γαλήνη και χάσιμο.

Όταν ο Jarrett τέλειωνε την Αλ-Ίσα και ξυπνούσαμε όλοι εξαγνισμένοι, χωνόμουν πάλι μέσα στην πλατεία, μόνος ανάμεσα σε παγκάκια, ξέμπαρκους, περιστέρια, νερά, τέντες, άδειες καρέκλες, κάποιες φορές λοξοδρομούσα για τη Φειδιππίδου. Στο σπίτι του Γιάννη. Eίχα το ελεύθερο κι από την κυρία Γιόλα, «ότι ώρα να ΄ναι, χτύπα». Αν τον έβρισκα εκεί ακολουθούσε ανάνηψη με Lou Reed, «μόνο Captain Morgan έχει, θες;», θέλω, vicious, λιώμα, οι πειρατές των Αμπελόκηπων, oh Captain you’re so vicious. Δυο, τρεις, τέσσερις το πρωί, κουτσά στραβά το δρόμο για την Τσόχα τον έβρισκα. Με μια στάση στο περίπτερο έξω απ΄τον Κωστάρα για ΙΟΝ αμυγδάλου. Tις διαβάσεις στην Κηφισίας και την Αλεξάνδρας, πάντως, τις έβλεπα να ‘χουν πάντα πενηνταδυό λευκές γραμμές. Ούτε μια λιγότερη. Ευτυχώς ποτέ δεν γονάτισα με τη μύτη κολλημένη πάνω στην άσφαλτο, να ΄χουμε κι άλλα δράματα. Άλλωστε ήμουν άβγαλτο, δεν ήξερα απ΄ αυτά μέχρι που είδα τον «Σημαδεμένο» το ’83 (τότε θαρρώ) στο Νιρβάνα.

Μετά από λίγα χρόνια -και το τελευταίο ακριβοθώρητο πεντάρι- μπήκα σ’ ένα βραδινό ΚΤΕΛ κι έφυγα για τα καλά.

 

Τη διαδρομή μέσα από την πλατεία του Αγίου Θωμά την έκανα ξανά έναν Γενάρη, ύστερα από τριάντα ακριβώς χρόνια για να φτάσω πιο γρήγορα -κρατώντας δυο κομμάτια μηλόπιτα, «μη ρε μπαμπά, μη τρέχεις νυχτιάτικα, δεν χρειάζεται»- σε ένα δωμάτιο του Παίδων όπου με περίμενε εκείνη με μάτια υγρά, ταλαιπωρημένα αλλά πεντακάθαρα. Όταν κοιμόντουσαν όλοι στο θάλαμο, ξανατραβούσα για ένα τσιγάρο -κι έναν θλιβερό καφέ σε πλαστικό- σε ένα παγκάκι με φάτσα το καμπαναριό. Η πλατεία με τραβούσε. Κάθε βράδυ, επί δεκαπέντε νύχτες. Όπως τρέχαν μαγεμένα τα παιδιά και τα ποντίκια πίσω από τον αυλητή του Χάμελιν, έτσι κι εγώ.

Οι ντόπιοι, όσοι ζουν τριγύρω και περνάνε κάθε μέρα από κει, μπροστά, πλάγια ή πίσω απ΄ την εκκλησία, δίχως να δίνουν σημασία, φορτωμένοι με κούραση, έγνοιες, λογαριασμούς ή απλά κουβαλώντας αφηρημένοι σακούλες με γάλατα, ψωμιά και μακαρόνια, δεν ξέρουν το φοβερό και τρομερό μυστικό της. Δεν υποψιάζονται ότι η πλατεία έχει ήχο. Είχε τότε, στα είκοσί μου, Οκτώβριο, Φεβρουάριο, Μάιο, αρχές καλοκαιριού, έχει και σήμερα, χωρίς να σταματά στιγμή. Όλη η πλατεία ένα τεράστιο Steinway και οι άνθρωποι μέσα και τριγύρω της τα πλήκτρα.

 

 

* στην ζου μου