a very flat tie

32442975

O κύριος Μπράουν κοίταξε απογοητευμένος το ξεφούσκωτο μπρος αριστερό λάστιχο του αυτοκινήτου του. Επί οκτακόσιες εικοσιμία ημέρες το αντίκριζε στην ίδια θλιβερή κατάσταση. Για οκτακοσιοστή εικοστή πρώτη ημέρα δεν θα πήγαινε στο σταθμό για να πάρει το τραίνο των εννέα και μισή. Σε λίγο θα στέρευε από δικαιολογίες.

Λεωφορεία στην μικρή τους βορινή πόλη δεν υπήρχαν και ο κύριος Μπράουν είχε να μπει σε ταξί δυο χρόνια. Συγκεκριμένα δυο χρόνια και τρεις μήνες ακριβώς, από εκείνο το πρωινό που η λατρεμένη του σύζυγος μπήκε σε ένα ταξί -με προορισμό τον σιδηροδρομικό σταθμό, για να επιβιβαστεί  στο τραίνο των εννέα και μισή- λέγοντάς του «θα τηλεφωνήσω το βράδυ αγάπη μου» και έκτοτε δεν είχε νέα της. Μετά από οκτώ μήνες, ανήμερα των γενεθλίων της, το πήρε απόφαση πως δεν θα του τηλεφωνούσε. Και μίσησε τα χωρίς αέρα λάστιχα, τα ταξί και τα τρένα. Μ’ αυτήν ακριβώς τη σειρά.

Ίσως, κατά βάθος, γι αυτό απέφευγε να βρει οποιοδήποτε άλλο μέσο -ακόμη και τα πόδια του, τι ήταν άλλωστε έξη χιλιόμετρα δρόμος- για να φτάσει ως την πλατφόρμα νούμερο 1 (η νούμερο 2 ήταν τρία βήματα πιο πέρα, μα πήγαινε σε λάθος κατεύθυνση). Γιατί ενδεχομένως  το τρένο θα τον πήγαινε εκεί που πήγε κι εκείνη και τότε θα ήταν υποχρεωμένος να την ψάξει, να την βρει και να την ρωτήσει για ποιο λόγο δεν του τηλεφώνησε πριν από οκτακόσια είκοσι βράδια.

Advertisements

οι τσέπες

32409701

Κάποτε, κάποιος, έβαλε κρυφά ένα σημείωμα στην τσέπη του κυρίου Μπράουν. Ένα σημείωμα που έλεγε «ποτέ δεν νίκησε ο φόβος, να το θυμάσαι».

Έγραψε κι εκείνος σ’ ένα χαρτάκι «ναι, αλλά μια ισοπαλία άνετα την παίρνει»  περιμένοντας υπομονετικά και χαιρέκακα να βρει την τσέπη του κάποιου -και την κατάλληλη στιγμή-  για να το γλιστρήσει μέσα της.

play/stop/pause

32318329

 

Στις τελευταίες στιγμές στον «Εραστή της κομμώτριας», ο Αντουάν πατάει το play στο κασετόφωνο και χορεύει -σχεδόν- λυτρωτικά. Λίγο άγαρμπα μα δονείται από ψυχής, λάμποντας ολόκληρος. Δυο λεπτά μετά πατάει ξαφνικά το stop και ξαναχώνεται μέσα στο σταυρόλεξο μπροστά του. Με το κεφάλι χαμηλά.

«Η κομμώτρια έρχεται»,  λέει στον πελάτη που -έτοιμος, λουσμένος, ντυμένος- περιμένει μάταια.

Κάπως έτσι κι εμείς. Play, stop, play, stop, μουδιασμένοι, ανίκανοι, ανήμποροι  να διαχειριστούμε την -κάθε- απώλεια, καταπίνοντας δυο δυο τα ψέμματα-παυσίπονο . Πέντε λεπτά αλλεγκρίας, μια ώρα βυθισμένοι σε γρίφους, αιχμάλωτοι ενός βασανιστικού pause. Περιμένοντας την κομμώτρια που δεν θα ανοίξει ποτέ την πόρτα.

 

 

(καλά, όχι εσύ)

 

….

Εν Εσπέρα (κάπως αλλιώς)

 

32300078

 

Eκείνος άλλη σάρκα είχε κατά νου γράφοντας καλλιγραφημένα (ίσως και με ελαφρά τρεμάμενο χέρι) για μύρα, εξαίσια κλίνην  και  ηδονή.

Δεν έχει σημασία τι είχε εκείνος στο μυαλό. Τις λέξεις του άλλου τις μεταφράζεις ελεύθερα, σφετερίζεσαι τις σκέψεις του (κάποιοι τις φυλακίζουν κιόλας) μέχρι να σου δηλώσουν υποταγή. Μετά ανήκουν σε σένα.

Γράμμα στα χέρια, όπως ο ποιητής, δεν περιμένεις. Ένα ξεχασμένο sms, λίγα αποθηκευμένα μεγαπίξελ αρκούν, αλλάξαν οι καιροί.

Και βγαίνεις στο μπαλκόνι -όπως κι αν το ορίζεις αυτό- ν’ αλλάξεις σκέψεις. Χωρίς καμιά μελαγχολία. Απλά ν’ αλλάξεις σκέψεις, σαν ένοχος που σκέφτεται λάθρα εξαίσιες κλίνες και μύρα εν μέσω ένδειας. Βλέποντας τουλάχιστον ολίγη αγαπημένη (έστω κι αγνώριστη) πολιτεία, ολίγη κίνηση του δρόμου. Ως εκεί όμως. Ως εκεί. Τα μαγαζιά είναι από καιρό κλειστά.

φαρμάκι

black

Βλέπεις τον καφέ μπροστά σου να κρυώνει, σκέτο του ζήτησες, βαρύγλυκο σου ΄φερε. Τον λυπήθηκες, ένας μόνο να σερβίρει ογδόντα, είχε άλλους είκοσι καφέδες πάνω στο δίσκο, κάποιος ανυποψίαστος θα ‘πινε φαρμάκι ενώ ήθελε σερμπέτι. Ας τα ‘βρισκε κείνος μαζί του.

Στέκεται όρθια, μια σπιθαμή μακριά. Τέσσερα δάχτυλα, κι αν. Μιλάει με τον διπλανό καφέ. Φόρεμα ως το γόνατο, γόβες, καλσόν, μαύρα όλα. Φαρμάκι. Το πόδι της σχεδόν ακουμπάει στο δικό σου. Μυρίζει ωραία. Όχι το πόδι, ολόκληρη. Μια σπιθαμή μακριά. Τρία δάχτυλα, κι ούτε. Δυο.

Για μια στιγμή λυσσάς να κατεβάσεις το φερμουάρ της. Μετανιώνεις. Καλύτερα διακριτικά, τόσα μάτια τριγύρω, προτιμότερο να βάλεις το χέρι στο πίσω μέρος από τα γόνατά της και μετά ανάμεσα στα πόδια, εκεί χαμηλά. Που δεν μπορεί να δει κανείς. Μετανιώνεις. Με το μυαλό σου κάνεις μπαϊράμι, ερήμην φερμουάρ, ερήμην εκείνης, ερήμην ένοχος. Ισοβίτης, μέσα εσύ, έξω με αναστολή το μυαλό. Πού να το μαντρώσεις. Μαντάρα θα την κάνει την απομόνωση.

Κοιτάζεις αφηρημένα το φως που μπαίνει απ΄ την τζαμαρία απέναντι, μετράς δαχτυλιές, μια, δυο, δέκα, βαριέσαι να μετράς. Πίνεις μια γερή γουλιά καφέ πριν παγώσει, σου ‘ρχεται η γεύση απ’ το κατακάθι, ανατριχίλα. Ακούς τον απέναντι να λέει ανάβοντας τσιγάρο «άμα το αφήσεις, σε αφήνει». Δεν ξέρεις για τι μιλάει, δεν μιλάει σε σένα αλλά σε σένα το λέει.

Ένα δάχτυλο.

Ούτε καν.

 

Κυριακάτικες μπίρες

32275161

 მთაწმინდის მთვარე

 

Ούτε εκατό μέτρα μακριά απ’ το σπίτι, είναι το μικρό μπακάλικο -απ’ αυτά τα λίγο απ’ όλα– της Ρίτας. Απ’ την Τιφλίδα. Από κει παίρνω, εκτός από αυλίσια αβγά και μακαρόνια όταν ξεμένω, ρώσικες μπίρες, καλό βούτυρο και παγωτά. Ρώσικα. Γεωργιανά δεν έχει, κι ας είναι καλύτερα, λέει με παράπονο.

Κάποιες μέρες, κυρίως πρωινά Κυριακής, της κάνει παρέα ο Λεωνίδας. Ο μικρός αδερφός της. Φεύγει απ’ το σπίτι αφού φάει κατσαπούρι για πρωινό (μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες συνεννόησης, κατάλαβα πως  δεν είναι παρά ένα πεϊνιρλί με ονομασία προέλευσης) και πιεί δυο ποτήρια απ’ αυτό το borjomi, που όταν μου το περιέγραψε έκανα να πιω νερό δέκα ώρες, από φόβο μην είναι αλατισμένο κι αυτό. Αφήνει τις τρεις γυναίκες πίσω, γυναίκα, κόρη, μάνα, ο γιός έχει φύγει από καιρό. Θα τον περιμένουν το μεσημέρι να φάνε και να πιούνε παρέα κρασί απ΄το Kakheti, φέρνει μαζί του λίγα μπουκάλια κάθε Αύγουστο που πάει για τρεις βδομάδες -παρέα με τη μάνα του- στο τριπλοκλειδωμένο σπίτι που αφήσαν πίσω. Μόνο με τη μάνα του πάει. Η γυναίκα του δεν αντέχει το ντουέτο μάνας-γιού και μένει εδώ. Φέτος το καλοκαίρι πήγαν τα δυο αδέρφια με τη μάνα, παρέα. Η μάνα θα σταματήσει να μπαίνει στα λεωφορεία για να πάει στο σπίτι που άφησε μονάχο του, μόνο αν λιώσει -ή παγώσει- ο πλανήτης. Αν του συμβεί κάτι πολύ τρομακτικό, πάντως.

Ο μπαμπάς της Ρίτας και του Λεωνίδα έμεινε πίσω. Εκεί. Αλλά δεν τον νοιάζει. Κάτω απ’ το χώμα κανείς δεν νοιάζεται σαν μένει μόνος.

Για να φτάσουν στην Τιφλίδα, ταξιδεύουν πρώτα ως την Πόλη. Istanbul, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Εφτά, οκτώ ώρες ως τον σταθμό των λεωφορείων. Εκεί τσιμπολογάνε κατιτίς απ’ αυτά που κουβαλάνε μαζί τους, για το δρόμο, περιμένοντας πέντε ώρες ώσπου ν’ανοίξει τις πόρτες το λεωφορείο που θα τους πάει σπίτι. Άλλες σαράντα ώρες δρόμος, μου είπε με καμάρι ανάμικτο με κούραση. Γιατί δεν πας με αεροπλάνο; τον ρώτησα την πρώτη φορά. Η μάμα μου τα φοβάται. Ούτε πεθαμένη θέλω να μπω Λεό, με είπε. Μετά δεν τον ξαναρώτησα. Δικές του είναι οι κοντά πενήντα ώρες, ας τις κάνει ο,τι θέλει.

Κάποιες φορές πιάνουμε κουβέντα, τα πρωινά της Κυριακής συνήθως δεν σε κυνηγάει κανείς. Ούτε καν ο χρόνος.  Είναι καλό παιδί ο Λεωνίδας. Ζήτημα να μας χωρίζουν έξη, εφτά χρόνια αλλά έφτυσα αίμα να τον πείσω να μου μιλάει στον ενικό. Τα λίγα λεπτά που καθόμαστε έξω απ΄το μαγαζί και τα λέμε, καθισμένοι σε δυο πλαστικά σκαμπώ, σπάνια μιλάω. Μιλάει εκείνος και χαίρομαι να ακούω να βγαίνει τόση αγάπη για τη χώρα που άφησε κι ας ήρθε -υποτίθεται- στη μήτρα του. Κι εδώ όταν ήρθαμε καλά ήτανε, λέει. Ήτανε. Τώρα όλοι βασανίζονται και βασανίζουν τους άλλους, άτιμα λεφτά.

Μια Κυριακή που πήγα να πάρω γάλα, εκεί στα σχεδόν όρθια επέμεινε και με κέρασε ένα ποτήρι μπίρα, από σπίτι, είπε. Κουβαλημένη από Τιφλίδα δηλαδή. Δεν θυμάμαι όνομα, κάτι σε -ατάρι στο τέλος, η γεύση καλή ήταν για δέκα το πρωί. Και δυνατή, αν κρίνω από το ότι επιστρέφοντας ανέβηκα σε λάθος όροφο. Σκουπίζοντας τον αφρό απ’ το στόμα, θυμήθηκα να τον ρωτήσω κάτι που το ‘χα απορία χρόνια.

Δε μου λες Λεωνίδα, αυτό το Mtatsminda πού είναι; καμιά πόλη στη θάλασσα κοντά;

Έλαμψε. Πού το ξέρεις το Mtatsminda;

Tου είπα. Του είπα και πόσο μαγικό ακούγεται στ’ αυτιά μου κι ας μη ξέρω μισή λέξη. Νομίζω ότι με συμπάθησε μια στάλα παραπάνω. Θα σε βάλω και να το ακούσεις, όταν ξαναβρεθούμε εδώ, υποσχέθηκα.

Έλαμπε.

Εκεί μας πήγαινε ο μπαμπάς μου τις Κυριακές που δεν δούλευε. Δέντρα έχει, νερά έχει, πάρκα έχει, πρωί μας πήγαινε, κατεβαίναμε αργά για φαγητό και φώναζε η μαμά μου που αργήσαμε. Αλλά και την άλλη Κυριακή τα ίδια κάναμε. Έλεγα του μπαμπά να φύγουμε στην ώρα μας, εκείνος κάπνιζε, καλά είναι εδώ έλεγε, ας αργήσουμε, αργούσαμε πάντα. Ωραία είναι η πόλη από εκεί πάνω, πάρα πολύ ωραία. Mόνο τα όμορφα βλέπεις.

Έλαμπε.

Και τώρα, κάθε φορά που ανεβαίνω, πάω. Ας μην είναι και Κυριακή, όλες οι μέρες ίδιες είναι τώρα. Η μαμά μου μένει σπίτι να φτιάξει φαί, άμα είναι κι η Ρίτα κάθεται και τη βοηθάει, εγώ ανεβαίνω, πίνω μια μπίρα αλλά κατεβαίνω στην ώρα μου για φαγητό, να μη φωνάζει η μαμά που αργήσαμε.

Που αργήσαμε.

Που αργήσαμε.

Α ρε Λεωνίδα…

 

….

η μαγική κουρτίνα

32234381

 

Τα βράδια που το φαρμακείο στη γωνία απέναντι διανυκτερεύει, πρασινίζει. Εκείνο το γνωστό -ψυχρό, δεν αντιλέγω- πράσινο της γαλήνης, η ψευδαίσθηση του «ο,τι και να πάθεις, εκεί κάτω θα βρεις αντίδοτο, γιατρικό, ανακούφιση, συνταγή».

Η ανατολή είναι απέναντι από την μπαλκονόπορτα. Στην άλλη άκρη του ορίζοντα, τίποτε δεν τις χωρίζει, ούτε βουνά, ούτε τσιμέντα. Μια ευθεία ατέλειωτη. Τα πρωινά χωρίς βαριά συννεφιά, ειδικά εκείνα που η ψύχρα είναι τραγανιστή, η κουρτίνα παίρνει φωτιά. Μαζί της και το μέσα σου. Η ψευδαίσθηση του «όσο κρύο και να κάνει έξω, εδώ μέσα είσαι προστατευμένος, τυχερός, προνομιούχος, όρθιος, ζωντανός».

Τις μέρες που δεν έχει καθόλου χρώμα πάνω της, ξέρω πως πρέπει να κάνω κάτι, να πω κάτι, για να το βάλω εγώ. Χλωμές μέρες δεν αντέχω. Ψάχνουν αφορμή και τρόπο να σ’ εκδικηθούν.