ο συλλέκτης

667220_film_canister

Σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, πίσω πίσω για να μη δίνουν στόχο, είχε αραδιάσει ένα μικρό βουνό από πλαστικές θήκες φιλμ. Εκείνες τις μαύρες, με το μαύρο ή γκρι καπάκι, που κρύβαν κάποτε μέσα τους παράξενα ονόματα και αριθμούς όπως KODAK, AGFA, FUJI, DIN, ASA, 100, 200, 400, 12, 24, 36, τέτοιας συνομοταξίας όντα.

Πάνω σε κάθε μια είχε γραμμένο με μπλε στυλό σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί -κολλημένο με σελοτέιπ πάνω στη θήκη- έναν τετραψήφιο αριθμό. Όπως οι φυλακισμένοι, στα παλιά Μίκυ.

Κάποιον Σεπτέμβρη, τότε που ο αέρας έξω άρχισε να μυρίζει καλοξυμένα μολύβια, πλαστικά πενηντάφυλλα τετράδια και σβήστρες, αποφάσισε να ξαναβάλει σε μια τάξη τη συλλογή του.

Ίδρωσε σαν αντίκρισε τέσσερις θήκες χωρίς αριθμό πάνω τους. Θα’ πρεπε να το ‘χει προβλέψει όμως, πόσο ανθεκτικό μπορεί να είναι ένα κομμάτι σελοτέιπ μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν; Κιτρίνισε, ξεράθηκε, ξεκόλλησε, έπεσε. Ακόμη και στα ράφια έχει φθινόπωρο, τι νόμιζες;

Aπό τότε βάλθηκε να ανοίγει μια μια τις τέσσερις θήκες, να απλώνει την άμμο και τα πετραδάκια πάνω σε ένα κομμάτι καθαρό, λευκό, ύφασμα και να περνάει ώρες ατέλειωτες προσπαθώντας να συνταιριάξει αυτό που έβλεπε, άγγιζε και μύριζε, με τους αριθμούς που αποχωρίστηκαν τα συσκευασμένα καλοκαίρια τους.

1986

1989

1993

1998

Ούτε η μύτη, ούτε τα δάχτυλα, ούτε τα μάτια του στάθηκαν στο ύψος τους, κάποια στιγμή βαρυγκόμησαν, λιγοψύχησαν, παραδόθηκαν.

Έστησε αυτί, μήπως και ακούσει κάποια φωνή γνώριμη, ένα γέλιο, ένα τραγουδάκι, που κάτι θα του θύμιζαν, για να βγάλει άκρη με το παζλ. Βουβαμάρα.

Στο τέλος άρχισε να τρώει έναν έναν τους κόκκους (για αρχή) και μετά προχώρησε στα πετραδάκια. Χωρίς νερό, για να μην αλλοιωθεί η μνήμη του.

Τη μέρα που πήγε με άσχημους πόνους στο γιατρό κι εκείνος του είπε «θυμήσου τι έφαγες την τελευταία βδομάδα», είχε μια παρόρμηση να του πει «πρώτα το 1998, μετά το 1989, ύστερα το 1986 και για επιδόρπιο το 1993» αλλά σιώπησε. Με τους γιατρούς δεν κάνεις αστεία. Αλλά ούτε και με τα παλιά καλοκαίρια. Τρόπο να σ’ εκδικηθούν, αν μπερδέψεις το ένα με άλλο, πάντα βρίσκουν.

Advertisements

one day my prince will come (in a cheap black suit)

father-and-daughter

Η Damiet είμαι.

Τρυπήθηκα για πρώτη φορά στα δεκατέσσερα και τελευταία χτες βράδυ στα δεκαεφτά μου.

Στα παραμύθια μπορείς να κοιμάσαι εκατό χρόνια μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο περιμένοντας τον ωραίο καβαλάρη, πρίγκιπα κατά προτίμηση, να σε ξυπνήσει.

Στη ζωή σε βρίσκουν πεταμένη σαν βρώμικη πετσέτα κουζίνας πάνω σε ένα παγκάκι ή ανάμεσα σε δυο υγρούς τοίχους, να μυρίζεις κάτουρο και ξεραμένο αίμα μαζί με ρώσικη φτηνιάρικη βότκα, δεν είχα λεφτά όμως να αγοράσω τίποτε καλύτερο.

Μαλακίες μου διάβαζες.

Ούτε ωραία, ούτε κοιμωμένη.

Δεκαεφτά χρονών γριά και πεθαμένη.

Κι ο τελευταίος που θα με φιλήσει γυμνή δεν είναι καν ένας πεζός -πόσο μάλλον πρίγκιπας- αλλά ένας σπυριάρης εικοσάχρονος πολωνός που με ξεντύνει χαϊδεύοντάς με τώρα και θα με πλύνει μετά γουρλωμένος, για να με ξαποστείλει λίγο πιο περιποιημένη, λίγο πιο παγωμένη, λίγο πιο άσπρη στον άλλο κόσμο.

Εκεί που θα το βάλω γινάτι να ψάξω να βρω τους Γκριμ, μόνο και μόνο για να τους φτύσω στη μούρη ότι σαν παραμυθάδες καλοί ήταν αλλά σήμερα είναι για τα μπάζα γιατί τη ζημιά δεν την παθαίνεις από αδράχτια.

Και μετά θα τους γυρίσω περιφρονητικά την πλάτη γιατί κορόιδεψαν τόσους πολλούς καλόπιστους ανθρώπους επί τόσα πολλά χρόνια.

Κι εσένα μαζί μπαμπά.

 

 

Να ‘σουν εδώ να μου έλουζες τα μαλλιά, μια φορά ακόμη.

*

νερό

27378759

 

 

Τα καλοκαίρια μου ως παιδί (τις βδομάδες δηλαδή πριν και μετά τις δέκα μέρες που με πήγαιναν στη θάλασσα και με τάιζαν ωραία ψάρια και ακόμη ωραιότερα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τα έζησα σε πόλη. Μικρή, μα δεν έχει σημασία. Είχε -ακόμη από παλιά- περισσότερα τσιμέντα από δέντρα και αλάνες, μα γωνιές για να κρυφτείς σε σκιά υπήρχαν. Και τώρα κάτι ψευτοβρίσκεις μα δεν σε κρύβουν. Ούτε οι γωνιές, ούτε οι σκιές είναι αυτές που ήταν. Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν αληθινές σκιές δηλαδή έτσι στριμωγμένες που είναι ανάμεσά μας. Τότε έλιωνα σόλες πάνω στους πλακόστρωτους δρόμους, ένα καλοκαίρι ξήλωσαν μια μια όλες τις πέτρες (λένε ότι τις πήγαν στην παλιά πόλη, να αντικαταστήσουν κάποιες πολύ γέρικες που ξεψυχούσαν) και ρίξαν άσφαλτο ως και κάτω απ’ το σπίτι μου και πιο ψηλά ακόμη. Ανοχύρωτη πόλη, παραδόθηκε αμαχητί. Από τότε δε μου βγάζεις απ΄το μυαλό πως θάψαν το καλοκαίρι κάτω από τόνους πίσσας κι αυτό μας εκδικείται, που δεν το υπερασπιστήκαμε, μικραίνοντας κάθε χρόνο και περισσότερο. Δεν τολμώ να πω «μέχρι να χαθεί για τα καλά μια μέρα», οι κακές σκέψεις πάντα βρίσκουν τρόπο να πιάσουν τζακποτ, με τις καλές ούτε τα λεφτά σου παίρνεις πίσω.

Μου αρέσει να διαβάζω ωραίες ιστορίες για καλοκαίρια και διακοπές στο χωριό, όλα αυτά που δεν έζησα δηλαδή. Για νερά, πλατάνια, ρυάκια, κατσίκια στους δρόμους -και γελάδια, ενδεχομένως-, παππούδες καρτ ποστάλ, μπακάλικα με δέκα πράματα στα ράφια αλλά τα Χάροντς μια δεν πιάνουν μπροστά τους, στο υπογράφω. Διαβάζω και οι άκρες των χειλιών μου ανηφορίζουν μια στάλα -εντάξει, θυμάμαι ότι αυτό ανέκαθεν το λέγαμε χαμόγελο, αλλά κάποτε ήταν λιγότερο τσιγγούνικη αυτή η ανηφόρα, κόντευε να φτάσει στ’ αυτιά σου-. Γι αυτό κάνω βόλτες μέσα στις ιστορίες ανθρώπων που ζήσαν εκεί που εγώ δεν πήγα ποτέ. Μπας και κάποια στιγμή διασταυρωθούν οι δρόμοι μας και συναντηθούμε σε μιαν αναπάντεχη γειτονιά, ας είναι και με την πιο απλή γραμματοσειρά του κόσμου, με φακούς ή με καρπούζια φαναράκια. Με χιλιογδαρμένα γόνατα ή πάνω σε ποδήλατα με φουρφουράκια. Για να πάμε να πιούμε παρέα νερό, με κολλημένο το στόμα μας στη βρύση μέχρι να μπλαβιάσουμε. Χωρίς ανάσα. Να δεις μετά πόσο γαλαντόμα κι ατέλειωτη θα γίνει εκείνη η ανηφόρα.

(αυτό διάβαζα)

αποχαιρετισμός στον Κύριο Δ5

27364294

Do you remember a guy that’s been

in such an early song….

 

 

Xτες το μεσημέρι δυο μακρινοί συγγενείς που ερχόταν και τον βλέπαν από τη μέρα που βάρυνε πολύ, χτύπησαν την πόρτα του. Την προηγούμενη μέρα του πήγαν φαγητό, αερίσαν το σπίτι, συγύρισαν λίγο. Τι να συγυρίσεις σε ένα σπίτι που δεν το περπατάει κανείς, παρά μόνο ο χάρος που περιμένει υπομονετικά μετρώντας μέρες, ώρες…

Πάτησαν το κουδούνι. Ησυχία.

Μετά από πέντε λεπτά η ησυχία μίλαγε καθαρά, φώναξαν κλειδαρά, «αδύνατον» είπε αυτός, «παραείναι θωρακισμένη, βρείτε άλλο τρόπο».

Βρήκαν. Απ’ το μπαλκόνι του διπλανού, παραλίγο να τσακιστούν, γλίτωσαν. Ευτυχώς η μπαλκονόπορτα του σαλονιού ήταν ανοιχτή. Κι εκείνος καθισμένος στην πολυθρόνα. Τραπεζάκι μπροστά του, ένα ποτήρι νερό, ένα σταυρόλεξο, ένα βιβλίο, τα γυαλιά του, τα χάπια του δίπλα. Ίσως ο Άλλος καθόταν υπομονετικά στην απέναντι πολυθρόνα, σκαλίζοντας την ατζέντα του για να ‘βρει τη διεύθυνση του επόμενου τώρα που ξεμπέρδεψε από δω. Αυτά τα εντελώς πεζά γίνονται στην κανονική ζωή, τα άλλα με το σκάκι, τα μαύρα ρούχα, τις σφραγίδες, τις παραλίες και τις παραπανίσιες κουβέντες είναι μόνο για τον Μπέργκμαν.

Στις μία και τριανταπέντε η χήρα στον τρίτο είδε δυο άντρες να κατεβάζουν μια κάσα με έναν ασπρομάλλη μέσα. «Καθόλου καλό χρώμα δεν είχε, έχω δει κι έχω δει πεθαμένους αλλά κάτι τέτοιο όχι». Δεν μου είπε αν ένιωσε καμιά ανατριχίλα όταν πέρναγε το τρίο μπροστά από την πόρτα της που την είχε αφήσει ανοιχτή να κάνει λίγο ρεύμα, έσκαγε ο τζίτζικας έξω, μέσα, παντού. Σίγουρα κατεβαίνοντας ο χάρος θα της έριξε μια κλεφτή ματιά μα είχε βγει το μεροκάματο απ’ αυτή την οικοδομή για σήμερα, συνέχισε λοιπόν πίσω από το τελευταίο του απόκτημα, από πελάτες δεν θα ξέμενε άλλωστε.

Μου είπαν ότι τον βάλαν στο ψυγείο για δυο μέρες, ώσπου να ‘ρθει η κόρη του απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. Τα τελευταία κοινόχρηστα δεν πρόλαβε να τα πληρώσει. Θα τα πληρώσω εγώ για λογαριασμό του. Κερασμένα.

.

στον αφρό των ημερών

 

 

Λένε ότι οι γλάροι ζουν ίσα με εικοσιπέντε χρόνια. Δεν είναι κι άσχημα, αν υπολογίσεις με πόσο γαλάζιο προλαβαίνουν να ταḯσουν τα μάτια τους.

IMG_0230.JPG

Μ’ αυτόν εδώ συναντηθήκαμε πριν δέκα Αύγουστους. Θυμάμαι καλά ότι τέλειωνε ο μήνας και το καλοκαίρι μαζί, εδώ πάνω τα καλοκαίρια έρχονται αργά και φεύγουν νωρίς, ίσως για να μας κάνουν να νιώσουμε στο πετσί μας την αξία τους. Δεν καταδέχτηκε το πουλί να ρίξει ματιά προς το μέρος μου μα δεν το αδικώ. Σαν έχεις όλα τα καρβέλια της γης απλωμένα μπροστά σου, δεν ασχολείσαι με τα ψίχουλα. Πέταξε μαζί μας ως τα μισά της διαδρομής και μετά χαθήκαμε. Να πω ότι δώσαμε αμοιβαίες υποσχέσεις για το επόμενο θέρος, ψέμματα θα ‘ταν.

27348856 (1)

Από τότε μου ‘μεινε το κουσούρι να φωτογραφίζω γλάρους. Ελπίζοντας ότι μια μέρα θα συναντηθούμε ξανά, εγώ κι εκείνος, στην ίδια διαδρομή. Για να δω ποιός απ’ τους δυό μας άλλαξε περισσότερο με τον καιρό. Μπορεί να ήταν αυτός. Μπορεί όχι. Μπορεί να ήταν το παιδί του. Τα δικά μου δεν ακολουθούν πια. Ψάχνουν -κι αυτά- να ταḯσουν την ψυχή τους.

στα σικαλοχώραφα

summer_toes_Polaroid

 

Χτες βράδι στο μπαλκόνι -εκείνο που δεν σάλπαρε ποτέ γιατί τελικά δεν είχε σταγόνα καύσιμο μέσα του, υποθηκευμένο κι αυτό σ’ όλες τις τράπεζες του σύμπαντος μαζί- άκουγα μια γνώριμη κι απελπισμένη φωνή να λέει  «I cant read my own note. I made a note and I can’t read it».

Περπατάς σα χαμένος μέσα στο σικαλοχώραφο. Κι ούτε ανθρώπου φωνή, ούτε κοράκου κρώξιμο ακούγεται. Μοναχά ο ήλιος που καίει το χώμα.

Μπροστά βρίσκονται όλα. Το φευγιό στο μυαλό ζει. Αν δεν βγάλεις εισιτήριο απ’ το γκισέ του (χωρίς να αποθαρρυνθείς και φοβηθείς απ’ την ατέλειωτη ουρά των «ναι μεν αλλά» που πρόλαβαν και πιάσαν σειρά πριν από σένα), δεν κάνεις βήμα μακριά απ’ αυτό που ξέρεις ότι κατά βάθος είναι τα -κάθε λογής- μπαλκόνια :  το καταδικό σου  Άμχερστ.

Μετράς Έμιλι τριγύρω και χάνεις το λογαριασμό. Μια ώρα -μακριά- είναι μια θάλασσα. Και ξεκινάς.

σε είδα

Σε είδα

να κοιμάσαι τον πιο άβολο ύπνο του κόσμου: με το κεφάλι σου γεμάτο αίματα κατακαλόκαιρο στο πεζοδρόμιο περιμένοντας το σιδερένιο μαγικό χαλί που θα σε ταξιδέψει σε ένα νεκροτομείο.

Καλά ταξίδια και καλό Δεκαπενταύγουστο σε όλους μας!