απουσί ς

33177172H  μ ρα που ανακαλύπτ ις ότι το     γκατ λ ιψ  το πληκτρολόγιο,  ίναι μια μαύρη μ ρα.

Πρ π ι να συνηθίσ ις πια στην ιδ α πως όλ ς οι υπ ροχ ς λ ξ ις σωσίβια,  χουν χαθ ί στην αφιλόξ νη θάλασσα μιας λ υκής σ λίδας.

 ρωτας

 υτυχία

 γώ

 σύ

 μ ίς

Μ  τρόμο σκ φτ σαι τι θα συν βαιν  αν ποτ  το    αποφάσιζ  να φύγ ι κι από τις φωνητικ ς σου χορδ ς. Πόσο άσχημη, αλλιώτικη, π ζή τροπή θα πάρ ι η ζωή σου. Όταν  γώ,  σύ,  μ ίς θα μ ίνουμ  μόνοι κι ανυπ ράσπιστοι απ ναντι σ’ αυτούς. Που προνόησαν να φτιάξουν τη ζωή τους χωρίς να στηριχτούν στα   .

 

 

—-

Advertisements

Déjà 0 vu 4

33153532

 

Tο London 0 Hull 4 δεν είναι απλά η συντριβή του σπουδαίου, του μείζονος, των προτεραιοτήτων  και της “πρέπει” βιτρίνας. Είναι, πιο πολύ απ’ όλα, η δικαίωση των μικρών στιγμών που δεν μπορείς να αγοράσεις με χρήμα. Είναι η αποθέωση των κρυμμένων στο ημίφως συναισθημάτων, εκείνων που δεν αξιώθηκαν ποτέ δεύτερης ματιάς, κάποιες φορές ούτε καν πρώτης.

Πάντα London 0 Hull 4. Πάντα με το Hull. Ακόμη κι αν παίζουμε με παίχτη λιγότερο, ακόμη κι αν το γήπεδό μας είναι κλειστό, τιμωρημένο, αραχνιασμένο από καιρό. Ακόμη κι αν οι κερκίδες γίναν καυσόξυλα ή μπάζα για την προβλήτα,  από κει που πάντα σαλπάρουμε για τα Λονδίνα.

Συμπληρώνοντας  δεν συμπληρώνοντας ενδεκάδα, πάντα θα κατεβαίνουμε στο χορτάρι. Για να βλέπουμε στο τέλος της μέρας εκείνο το London 0 Hull 4 στα μάτριξ απέναντι. Για να μας κρατάει όρθιους, μέσα στο παιχνίδι, ως το τελευταίο -θριαμβευτικό- σφύριγμα αυτό το déjà vu που δεν ζήσαμε ποτέ.

 ….

(κι αντίθετα μ΄αυτόν και μ’ αυτόν, δεν μπορώ να υποσχεθώ ούτε καν σε μένα πως αυτή θα είναι η εσχάτη μου απόπειρα για αυτοσυγκινησιακή αμπελομελοφιλοσοφία, αφού η ηδονή των απανωτών φαντασιακών θριάμβων είναι βαθιά εθιστική)

απ’ όλα

33104970.mavili

Τα γεννητούρια της καντίνας στη Μαβίλη δεν τα πρόλαβα. Ξεμπέρδεψα (έτσι νόμιζα) με τη γειτονιά το ’83 και με ανέλαβε για μεταπτυχιακό το στράτευμα. Τότε τα κανονικά μεταπτυχιακά αφορούσαν λίγους, σχεδόν μονόδρομος η ξενιτειά για να τα συναντήσεις, ήταν και τα λεφτά πολλά και η προστιθέμενη αξία συζητήσιμη. Δεν το επιχείρησα.

Αν εξαιρέσεις μονοψήφιες επισκέψεις στου Λώρα (για μένα δεν ήταν παρά το ποτάδικο της γειτονιάς μου και όχι εμβληματικό trademark, ίσως δεν είχα επίγνωση της ιστορίας, έπινα μετρημένα κι όσο επέτρεπε το μηνιαίο μπάτζετ, δεν πόζαρα, κανείς δεν πόζαρε στα εικοσιλίγα του τότε) και μερικές, ελάχιστες, επιδρομές στον Μικέ όταν η υπογλυκαιμία χτυπούσε κόκκινο, δεν θυμάμαι να άνοιξα ποτέ σοβαρούς λογαριασμούς με την πλατεία.

Αντίθετα η ρότα Τσόχα-πλατεία Αγίου Θωμά και στα πέριξ στενά (όπου ήταν τα λημέρια άλλων της φυλής μου), έλιωσε κάμποσες σόλες. Γόνατα όχι, δεν χαμπαριάζουν από κακουχίες τα γόνατα σε τέτοιες ηλικίες.

Πέντε, έξη χρόνια μετά που ξανάρχισαν τα ανεβοκατέβα (με πουκάμισα, παντελόνια με τσάκιση και γραβάτες πλέον, όχι τζιν κι αμπέχωνα) ξανάρχισαν δειλά δειλά τα homage και τα προσκυνήματα στο τρίγωνο. Πεντακόσια μέτρα μακριά ήταν άλλωστε το Πρέζιντεντ, εύκολη η κατηφόρα. Η ανηφόρα γινόταν με στάσεις, μια για περιοδικά και τσιγάρα στο περίπτερο γωνία Κηφισίας και Φειδιππίδου, λίγο χάζι στις αφίσες του Άνεσις, όλα από λίγο. Τα χρόνια της χλιαρότητας είχαν ήδη ξεκινήσει.

Στο γύρισμα της δεκαετίας, τότε που τα τριάντα σηματοδοτούσαν μιαν σχεδόν καταναγκαστική «ωριμότητα», ένα βράδυ (που δεν θυμάμαι καν αν έβρεχε) από το πίσω κάθισμα ενός ταξί είδα φυτρωμένη την καντίνα. Ένα φως ανάμεσα στα -όχι και πολλά- φώτα τριγύρω. Μπορεί (κι αυτό δεν το θυμάμαι) και να κάγχασα, επειδή μαγαρίστηκε η τριγωνική ισορροπία. Που δεν ήξερα τι ακριβώς είναι αλλά κάτι σπουδαίο γεωμετρικά θα ήταν για να ‘χει τέτοιο γκράντε ονοματεπώνυμο.

Η ιστορία -η άγραφη, όχι αυτή των σπουδαίων συμβάντων- λέει ότι στήθηκα κάμποσες φορές στην ουρά, για το λάφυρο. Όχι για να αραιώσω το αλκοόλ που προηγήθηκε αλλά για να συμπυκνώσω τη μέρα που τέλειωνε. Πίσω από παιδιά δεκαοχτώ, εικοσιδυό, εικοσιπέντε χρόνων με πράσινα ντενεκεδάκια στα χέρια. Ντυμένα -πλέον- με στολές που άλλες γράφαν κλικ, κάποιες 01, άλλα πάλι χωρίς στολή. Ανυπότακτα. Πάντα όμως με Νένε στα δικά μου αόρατα ηχεία.

Όταν κάποτε ψευτομεγαλοπιάστηκα και κατηφόρισα προς το Αλέξανδρος (τόσο δίπλα που ακόμη και το τσιτσίρισμα από τα λουκάνικα ή την θυσία των κρεμμυδιών μπορούσες να ακούσεις), η καντίνα και η πλατεία δεν με ξαναείδαν. Ήταν το τεράστιο -πια- πλήθος που με φόβιζε πάνω της, ήταν το «εδώ θα είναι κι αύριο, πού θα πάει;», ήταν τα δεύτερα -άντα, ήταν κάτι άλλο; Ανεξήγητο, ίσως. Μπορεί και όχι. Όσο πιο κοντά, τόσο πιο μακριά, τα ‘χουν πει και γράψει άλλοι πολύ νωρίτερα, πολύ καλύτερα.

Προχτές διάβασα (με ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι) ότι η Μαβίλη ορφάνεψε από τις ρόδες και τα μεταλλικά στηρίγματα που την κρατούσαν, μαζί με λίγα άλλα, ζωντανή στη μνήμη μου. Μια μνήμη με «απ΄όλα». Χορτάτη από ωραία ξημερώματα χαζεύοντας ανθρώπους, αυτοκίνητα, αγκαλιές,κλούβες παραδίπλα, βάζελους, έρωτες, υγρά από φιλιά παγκάκια και αναπόφευκτους λεκέδες κέτσαπ και μουστάρδας στο καλό παντελόνι. Ευτυχώς ανεξίτηλους.

 

….

we’re only in it for the honey

 

33074535

 

Ασχολήθηκα πολύ παλιά με θεμελιώδη ερωτήματα ή  αμφιβολίες, βαθιά υπαρξιακά. Οι απορίες μου -ή όχι και τόσο απορίες, αφού πρόλαβαν να τις διατυπώσουν οι προφήτες και οι μικροί θεοί μου- ήταν ξεκάθαρες, κάποιες με ονοματεπώνυμο  και όλες με ζόρικες συγχορδίες ή ρεφρενάκια:

Where’s Bill Grundy now? Who do you love? Why can’t we live together? Who are the brain police? Why does my heart feel so bad? Why can’t I be you? Where’s Captain Kirk? Why don’t you do right? Ηow could I be such a fool? Where have all the good times gone? Why does it hurt when I pee? Why go? Whatever happened to all the fun in the world?

Όσο κι αν τα διάφορα -τάχα μου ανακουφιστικά- I know where Syd Barrett lives  έδιναν κάποιες ανάσες κάλπικων generic απαντήσεων κατά καιρούς, τα ερωτηματικά ενηλικιωνόντουσαν και αυθαδιάζαν. Κάποια σπιτώθηκαν για τα καλά, κάποια απεβίωσαν, κάποια συνταξιοδοτήθηκαν, κάποια μετανάστευσαν.  Προϊόντος του χρόνου, ούτε πίκρες, ούτε απώλειες, ούτε λαχτάρες (ωραίες, άσχημες, λαχτάρες πάντως), ούτε τίτλοι και μεγαλεία, ούτε μουχλιασμένοι έρωτες, μήτε ακόμη και καλοί -κάποτε- φίλοι καταφέραν να επιβιώσουν, βγήκαν απ΄τη γραμμή, χαθήκαν μέσα στο ανώνυμο πλήθος, μπουχτισμένα όλα, όλοι, απ΄το ένα-δύο-ένα-δυό και την (ανώφελη, εν τέλει) στοίχιση σκέψεων, συναισθημάτων, λογικής. Μια φορά τα έβαζες στη σειρά, δέκα χάλαγαν. Σκορποχώρι όλα. Μπουλούκι. Ποτέ δεν υπήρξα σούπερμαν διμοιρίτης, μια -ίσως-αμφιλεγόμενη αρετή. Ίσως και ανάθεμα, δεν είμαι ακόμη σίγουρος.

 

….

 

(χαοτικό & αφιερωμένο σ’ όσους κατά καιρούς παρελάσαμε μπουλουκηδόν παρέα, πίνοντας άτακτα, χορεύοντας χαοτικά, βάζοντας λάθος/σωστά κλειδιά σε λάθος/σωστά σπίτια, πατώντας λάθος/σωστά κουδούνια, σε εξώπορτες λάθος/σωστών ανθρώπων, τη λάθος/σωστή μέρα, τη λάθος/σωστή ώρα και στο τέλος βγάζαμε -με δική μας μέθοδο- σωστό/λάθος αποτέλεσμα, διαφορετικό κάθε φορά αλλά πάντα σωστό/λάθος, μέχρι που ανακαλύψαμε ότι το λάθος θα είχε πιο πολλή πλάκα και στρωθήκαμε -έστω καθυστερημένα- να τελειοποιήσουμε την μέθοδο των αλάνθαστων πάνσωστων λαθών, ελπίζω κάτι να καταφέραμε, no regrets)

ξηρασία

33056639Στον ώμο των υπέροχων στερεότυπων και των εικόνων που σε μεγάλωσαν (δεν λέω «σε σημάδεψαν»,  μερικά πετσιά παραείναι αφιλόξενα για πυρωμένα σίδερα μνήμης) δεν είναι να στηρίζεσαι. Μετέωρος θα βρεθείς, παρηγοριά -αν ψάχνεις- καμία.

Πρώτη φορά στη Ρώμη, μεσήλικας πλέον. Τριάντα -πάνω κάτω- χρόνια μετά που την είδα (εκστασιασμένος,  σεληνιασμένος σχεδόν από την ζέουσα σάρκα της) να καλεί τον Μαρτσέλο να βρέξει τα ωραία του Marini. Φτάσαμε μεσημέρι, είπα θα πάω να προσκυνήσω αργά το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, μια, δυο το πρωί. Να αποφύγω το αλαλάζον πλήθος και την καταναγκαστική καρτ ποστάλ.

Πήγα περασμένες μια. Ελάχιστοι στα στενά τριγύρω, έντεκα στα δέκα μαγαζάκια είχαν ήδη κλείσει, καναδυό ζευγάρια που με προσπέρασαν ήταν ακόμη -χαρά στο κουράγιο τους- αγκαλιασμένα, ένας παραπατούσε μιλώντας στο πουθενά, μια γηραιά κυρία καθόταν σε ένα τραπέζι ψαχουλεύοντας την τσάντα της. Έξη συνάντησα, άντε να ‘ταν εφτά, ορφανό άσπρο γατάκι (αν απορείς) δεν αντάμωσα. Μέχρι να πάρω τη στροφή γι αυτό -ένα απ’ αυτά- που μου είχα τάξει πριν από αιώνες και επιτέλους αξιωνόμουν ν’ αντικρίσω.

 

Σταγόνα νερό. Μόνο ξηρασία και ατέλειωτες σκαλωσιές. Φωτισμένες από τρεις προβολείς απέναντί τους. Κι ένας παλαβός που φωτογράφιζε τις σκιές τους, μπας και του αποκαλύψουν κάτι. Τίποτε.

 

Ούτε να καμωθείς πως βρέχεις τα σκαρπίνια σου σ’ αφήνουν οι μπάσταρδοι. Αδύνατον να κάνεις δέκα βήματα για να αγγίξεις, να χαϊδέψεις εκείνο το υγρό στήθος που ανήκει -όχι αόριστος, ισόβια μόνο- σ’ όλη την ανθρωπότητα. Ως και τα όνειρα και τις φαντασιώσεις μας, άνυδρα τα κάναν.

 

….

Μονόπρακτα Δωματίων (καπνός)

33019188

 

Xρόνια, πολλά χρόνια, πάρα πολλά, την παρακαλούσε να το κόψει.

Θα σε πεθάνει. Τι να σε κάνω πεθαμένη μετά;

Το ‘ξερε κι εκείνη, χαζή δεν ήταν. Αλλά απόφαση δεν το ‘παιρνε. Το ελάττωσε, δεν το ‘κοψε. Ημίμετρα, πάλι θα την πέθαινε.

Εκείνος θύμωνε. Πολλές φορές οι περαστικοί μαζεύαν τσαλακωμένα πακέτα -απ’ όπου μπορούσαν να σώσουν τρία, τέσσερα τσιγάρα, έστω και μισά- που ξαφνικά πέφταν απ΄τον ουρανό. Τον τρίτο, συγκεκριμένα.

Της έταξε, την απείλησε, την ικέτεψε, τη φόβισε, όλα τα προσπάθησε. Και το καλό και το κακό. Τίποτε δεν κατάφερε. Καναδυό φορές είπε «αν δεν το κόψεις θα φύγω» αλλά ήταν τόσο ατάλαντος όταν ξεστόμιζε το «θα φύγω» που ούτε σε παράσταση πρώτης δημοτικού θα ‘βρισκε θέση κομπάρσου.

Κι εκείνη θύμωνε, «εντάξει, κόφτο, δεν βαρέθηκες; την άλλη βδομάδα τέρμα, είπαμε», ίσα για να ξεφορτωθεί τη γκρίνια του. Πόσες άλλες βδομάδες περάσαν; Πεντακόσιες; Χίλιες; Ποιος κάθεται να μετράει..

Ένα απόγευμα τον ρώτησε αν θέλει καφέ, είπε «όχι». Εκείνη έκανε, άναψε και τσιγάρο.

Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν προετοιμασμένη, το ΄χε ξαναζήσει εκατοντάδες φορές αυτό, κοιτούσε αλλού.

Χτες είπες «το τελευταίο»

Μεθαύριο τέρμα

Χτες είπες

Τι θες τώρα; για δυο μέρες; Πέμπτη τέρμα, αδειάζει αυτό το πακέτο και δεν παίρνω άλλο.

Εκατό φορές το άκουσα αυτό

Εκατόν μία. Μη μου σπας τα νεύρα, είπαμε τέρμα, μη κάνεις τον κουφό

Μετά τις εκατόν μία θα έχει κι άλλες εκατό, το ξέρω το «τέρμα» σου

Ε αφού το ξέρεις κόφτο, δεν ωφελεί η συζήτηση, δεν βοηθάς έτσι

Χίλιες φορές παιγμένη σκηνή. Σχεδόν επαγγελματικά. Χωρίς πάθος, συγκίνηση, ένταση. Άμα τελειοποιήσεις κάτι με την επανάληψη, καμιά ανατριχίλα δεν προλαβαίνει να ενηλικιωθεί. Δηλαδή πόσες τρίχες να υψώσουν ανάστημα με το Satisfaction σε encore σήμερα; Μια, δυο, άντε τρεις;

Έκλεισε το τάμπλετ. Έτσι κι αλλιώς σαχλαμάρες έβλεπε.

Όταν πεθάνεις θα βρω μια που δεν θα καπνίζει

Όταν πεθάνω κάνε ο,τι θες. Καμιά άκαπνη δεν θα σ΄αντέξει άλλωστε. Κι άσε με να πιω τον καφέ μου σαν άνθρωπος, να χαρείς

Και θα την βάλω και στο σπίτι

Να αερίσεις καλά πρώτα και μετά βάλ’την και στη βιβλιοθήκη. Και στο ψυγείο θα σου ‘χω αφήσει χώρο.

Και στο κρεβάτι θα την πάω

Και στον πάγκο της κουζίνας αν αγαπάς, ο,τι πεις αγόρι μου, όσα αντέχει η μέση σου κι ο κώλος της, αν τον χωρέσει και τον αντέξει ο πάγκος

Για πρώτη φορά, από την ώρα που έβαλε τον καφέ δίπλα της, γύρισε και τον κοίταξε.

Να σε ρωτήσω κάτι;

Σαν τι;

Και στο κρεβάτι; όχι και στο κρεβάτι ρε μαλάκα, όχι και στο κρεβάτι

 

—-