τα φτερά

31568428

 

 

To ‘λεγε με καμάρι, πίνοντας την τελευταία -ανύπαρκτη- γουλιά απ’ το φραπέ της.

 «Όχι που θα καθόταν εδώ να σκοτώνεται με φροντιστήρια και μαθήματα και μετά εξετάσεις για σχολές της πλάκας και πτυχία του κώλου»

Έψαξε τσιγάρο, έπιασε το προτελευταίο. Από πακέτο πρωινό και η ώρα ήταν δεν ήταν εφτάμιση.

«Στο φινάλε το θέμα είναι να κάνουν αυτό που αγαπάνε, όχι να ψάχνονται για αρχιτέκτονες και να καταλήγουν φυσικοί. ‘Η να θέλουν να γίνουν μοριακοί βιολόγοι και στο τέλος να καταγίνονται με ουλίτιδες, σφραγίσματα κι απονευρώσεις. Σιγά μην έμπαινε σε τέτοια διαδικασία το παιδί»

Είχε πάρει φόρα. Δεν είναι σίγουρο ότι οι άλλες δυο την άκουγαν, καθεμιά είχε τα δικά της ζόρια. Της μιας της τέλειωσαν τα τσιγάρα και δεν τόλμησε να κάνει τράκα βλέποντας τα μόλις δυο αλλότρια, το κοντινότερο περίπτερο ήταν διακόσια μέτρα μακριά και είχε βολευτεί καλά κάτω απ’ τον ανεμιστήρα. Της αλληνής πάλι της ξανάρθε περίοδος σήμερα, δεύτερη φορά σε δυο βδομάδες. Δεν την απασχολούσε τόσο η εμμηνόπαυση που της έκλεινε, πλέον, παιχνιδιάρικα το μάτι. Ότι θα ΄πρεπε να ειδοποιήσει τον άλλον για αλλαγή πλάνων την ένοιαζε, να μη σκάει κι εκείνος να σκαρφίζεται σενάρια για να σερβίρει στην γυναίκα του. Στράφι τόσο γαλάκτωμα σώματος, τόση λεπτομερής φροντίδα στην ευαίσθητη περιοχή. Tου ‘στειλε μήνυμα όσο σιχτίριζε από μέσα της, χαμογελώντας αφηρημένα, για άλλο ένα χαμένο γαμήσι.

«Μας το ξέκοψε απ’ την αρχή, δεν ξέρω τι έχετε εσείς στο μυαλό σας μας είπε, εγώ σ’ αυτό το κωλοσύστημα δεν μπαίνω, άμα έχετε λεφτά να δώσετε για ένα χρόνο έχει καλώς, αλλιώς δώστε μονο τα εισιτήρια να φύγω και σας χρωστάω αγάπη αιώνια, άμα στο θέτει έτσι δεν της κόβεις τα φτερά, τα κόβεις;»

Aυτή με το χαραμισμένο γαλάκτωμα σκέφτηκε  -προς στιγμήν-  να πει «ε καλά, με δεκατρία απολυτήριο δεν τα λες και αετίσια τα φτερά» αλλά έβγαλε το σκασμό. Είχαν άλλωστε συνθηκολογήσει άτυπα οι τρεις τους, πως όταν βρισκόταν  καθεμιά θα έλεγε τα δικά της (κι ας ήταν και ψέματα που θα ‘καναν τον παπάρα τον Μινχάουζεν να αυτοκτονήσει από ζήλια καταπίνοντας με τη μιας 50 χάπια αλήθειας) και οι άλλες θα συγκατένευαν χλιαρά, ούτε «αλλά», ούτε «όμως», τσιμουδιά. Ωραίες παρέες, στην κορυφογραμμή των σαράντα, εκεί που παραμονεύει (μόλις σκαρφαλώσεις) η αφιλόξενη στέπα των πενήντα.

Μίλησε η άλλη, η χαρμάνω.

«Και τι σου λέει τώρα; Τακτοποιήθηκε όπως ήθελε; Δυσκολεύτηκε; Καλά με τη γλώσσα, πρόβλημα δεν θα ‘χε με δέκα χρόνια ιδιαίτερα και εκατό σορμπόν αλλά με τη ζωή εκεί;»

Πήγε για μια τελευταία γουλιά καφέ πριν απαντήσει, ρούφηξε αέρα. Ευτυχώς διακριτικά.

«Ναι, βολεύτηκε μια χαρά, τα είχε σχεδιάσει όλα μήνες πριν αυτή, απ’ τα Χριστούγεννα κιόλας. Όλη μέρα στα μέιλ και στα φέισμπουκ, σιγά μη δεν έβρισκε άκρη. Ο μπαμπάς της είχε κατά καιρούς κάτι παράξενες εξάρσεις, και που θα πας, μικρό κορίτσι μόνο, μεγάλη πόλη, χάος, ακριβό μέρος, στο τέλος ημέρεψε, να ‘χεις ανοιχτό σκάιπ, να απαντάς στο κινητό όταν σε παίρνουμε, να μαγειρευεις καμιά φορά σπίτι, να προσέχεις τι βάζεις στο στόμα σου, το πήρε απόφαση. Το ‘χει και καμάρι όμως, δεκαοχτώ χρονών παιδί, μαθητευόμενη-έστω-, αν τα πάει καλά της είπαν σε ένα χρόνο θα αρχίσει να πληρώνεται κιόλας, προς το παρόν στέλνουμε, και μετά θα στέλνουμε δηλαδή, ο φούρνος να είναι καλά, αλλά άμα την ακούς να σου λέει ότι δουλεύει στα γραφεία του Marie Claire ως τα μεσάνυχτα δεν της κόβεις τη χαρά, την κόβεις;»

Ήρθε μήνυμα, αθόρυβο, στο κινητό της φρεσκοπλυμένης. «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΑΣ.ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΕ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΔΗΛΑΔΗ;». Πόσο μαλάκες είστε όλοι και πόσο ίδιοι, σκέφτηκε. Πληκτρολόγησε «ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΑΜΠΟΝ» και τον άφησε με το σμαρτφον στο χέρι, την ώρα που κούναγε επιδοκιμαστικά τα φρύδια, σουφρώνοντας τα (ωραία, πανάθεμά τα) χείλια της  λέγοντας «άξιο παιδί, άξιο, όχι, δεν την κόβεις».

Την ίδια ώρα το άξιο (αληθινά άξιο) παιδί, που έκανε αμάν να φύγει μιαν ώρα αρχύτερα απ΄ το σπίτι των τρελλών και μπήκε μονάχη της στο αεροπλάνο την ίδια  μέρα που έδωσε το τελευταίο μάθημα για το απολυτήριο (απαράβατος όρος του φούρναρη μπαμπά, χωρίς απολυτήριο δεν πας πουθενά, σάματις θα μπορούσε να πάει και κάπου δηλαδή εκτός του πουθενά), έμπαινε στο μετρό για να φτάσει σε μια μεγάλη αποθήκη στο Saint-Denis όπου αφού άλλαζε ρούχα θα έμπαινε μαζί με άλλες εννιά -κάθε φυλής και ηλικίας- στο βανάκι που θα τις πήγαινε μαζί με τις ηλεκτρικές σκούπες, τα γάντια, τα πανιά και τα αστραφτερά απολυμαντικά τους εκεί που ανέκαθεν ήθελε να μπει με κάθε τρόπο. Όχι και τόσο ανέκαθεν βέβαια, αφού πρώτα η καθαριστική που είχε συμβόλαιο με την Vogue της ξεκαθάρισε ευγενικά (μήνες πριν) ότι λυπάται πολύ μα δεν πληροί τα προσόντα.

Πάντα κουβάλαγε μαζί της μια μικρή τσάντα με διαφορετικά, κάθε φορά, ρούχα. Την ώρα που κόντευαν να τελειώσουν -περασμένα μεσάνυχτα- για να ξαναμπούν στο βαν που τις περίμενε κάτω, εκείνη έβγαινε από το WC σαν Σταχτοπούτα. Για την ώρα της σέλφι, για την ώρα της λάμψης στον τοίχο της. Άξιο παιδί. Και προνοητικό. Όταν τέλειωνε από την μαθητεία στο Marie Claire θα πήγαινε κάπου αλλού. Ίσως στο Μuteen. Άλλωστε θα ήταν μόλις δεκαεννιά. Μέχρι να βαρεθεί, θα πέρναγε καιρός.

Ένα χιλιόμετρο πιο βόρεια απ’ το «γραφείο» της, τα βράδια ένας πεθαμένος με διάσημο τάφο τραγούδαγε (θαρρείς για κείνη, που ποτέ δεν τον άκουσε βέβαια, έχοντας τα ακουστικά με τη Lady Gaga βυθισμένα στ’ αυτιά της)

You’re lost little girl

You’re lost

Tell me who

are you?

Νομίζω οτι τα κορίτσια καλά κάνουν και δεν ακούν φωνές από πεθαμένους ποιητές. Μπορεί να καψαλίσουν τα φτερά τους και να πέσουν -τι κρίμα- πιο γρήγορα στην στέπα.

….

Advertisements

black milk

IlluminatiWatcherDotCom-The-Shining-46

 

 

-You’re not my eater

 

-I’m not your food

 

Γαμιόμαστε. Μεταφορικά. Το κυριολεκτικά δεν έχει πέραση. Ως και η επιθυμία -όχι μόνο για τη σάρκα, όχι- αδυνατίζει κάθε μέρα, σα να την τρώει καρκίνος ή να τη λιώνει το ζάχαρο. Σχεδόν ντρεπόμαστε να την ομολογήσουμε, αν το κάνουμε πασχίζουμε να ‘ναι χαμηλόφωνα. Για να μη τρομάξουν -αυτά τα ρετάλια επιθυμίας, τα ξέφτια των «θέλω» που επέζησαν- και κλείσουν την πόρτα πίσω τους για πάντα. Αν δούμε να το κάνει άλλος, τον επιτιμούμε με φωνή τελάλη, «ε όχι και να παραιτηθείς απ’ τις εφήμερες μικρές χαρές, ε όχι να αφεθείς στην αγκαλιά της παραίτησης και της σκουριάς, ε όχι να σε δένουν με σπάγκο οι ενοχές όπως οι λιλιπούτειοι τον Γκιούλιβερ, ε όχι!». Μετά που θα φανούμε λιοντάρια ξαναλουφάζουμε, για να τελειοποιήσουμε τον ψίθυρό μας.

Γαμιόμαστε. Μέσα σε κακοφωτισμένα δωμάτια. Στην άκρη ενός κρεβατιού, καναπέ, γραφείου, καρέκλας. Το μόνο που με μπερδεύει, ακόμη, είναι αν τα θέλω μας είναι γονατιστά και μασκαρεμένα ή εμείς. Ποιος ο eater, ποιος το food. Δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό όμως, όχι. Εκείνο που με φοβίζει είναι μην ανοίξει κανείς απρόσκλητος την πόρτα και μας δει να αγκαλιαζόμαστε, γονατιστοί ή στα τέσσερα. Με κλειστό ή ανοιχτό φερμουάρ. Να μη δει ότι τελικά ο πόθος, η λύσσα για τα θέλω -κι ας τα ψιθυρίζουμε- δεν σβήνει εύκολα, όσοι καρκίνοι κι αν τα πολεμάνε.

δίχως σημάδια από λάστιχο

 

amour7

 

 

Η σχετικότητα της γύμνιας και οι εποχές της ενταφιασμένης αθωότητας, σκέφτομαι με μια δόση πίκρας γιατί η κατάσταση των πραγμάτων βρίσκει πάντα (σχεδόν πάντα) τον τρόπο να θριαμβεύει, αγκαζέ με το χρόνο. Αυτός ο κύκλος, που πασχίζει να κλείσει την ουρά του, που μουλάρωσε να σου αποδείξει πως τίποτε δεν είναι γραμμικό, όπως σε βόλευε όταν το σχεδίασες.

 

Το «μαμά δεν φοράω βρακάκι» των τριών, πέντε, έξη χρόνων. Σπάνια «μπαμπά», το βλέπουν, το νιώθουν τα παιδιά και ανάλογα στοχεύουν, οι μπαμπάδες είναι απασχολημένοι με άλλα, φτηνά, που τους εμποδίζουν να χαρούν με την ψυχή τους αυτή την πολύτιμη γύμνια που πολύ αργότερα ίσως εκτιμήσουν μέσα από φωτογραφίες ή μικρές ταινιούλες, «παιδιά – καλοκαίρι 1996».

 

Μετά έρχεται το «δεν φοράω τίποτε από κάτω» την ώρα που σε κοιτάζει βαθιά, πάρα πολύ βαθιά μέσα στα μάτια κι ας σου ΄χει γυρίσει την πλάτη. Το νιώθουν κι εκείνες και ανάλογα στοχεύουν, οι μπαμπάδες έχουν πεθάνει και δώσαν -προσωρινά- τη θέση τους σε άντρες, που παραμερίζουν τα άλλα, τα φτηνά, που θέλουν να τους εμποδίσουν να χαρούν με ψυχή και σώμα αυτή την πολύτιμη γύμνια, που πολύ αργότερα ίσως ξαναθυμηθούν, χωρίς φωτογραφίες και φιλμάκια, δίχως πειστήρια, αποδείξεις, μάρτυρες και σίγουρα δίχως τύψεις.

 

Μ’ εκείνο το «κοίτα, δεν φοράω εσώρουχο», που συνοδεύεται από ένα αφηρημένο, απροσδιόριστο, ελάχιστα ντροπαλό (θα το ΄λεγες και παιχνιδιάρικο)  χαμόγελο και μια απόπειρα των ογδονταπεντάχρονων χεριών, σακατεμένων απ’ τα αρθριτικά, να σηκώσουν το ελαφρύ καλοκαιρινό ρούχο, παλεύοντας να σου αποδείξουν πως δεν λένε ψέματα, ότι μπορούν και θυμούνται ακόμη, ότι το μυαλό τους δεν απέδρασε μέσα απ’ το ανταριασμένο κεφάλι τους, μ’ αυτό είναι που δεν ξεμπερδεύεις εύκολα.

 

 

πλέι μολέξεις

 

2014-07-12 13.27.09

 

 

Κοντά ενάμιση μήνα με παρακαλώ να γράψω τρεις γραμμές για το «πλέι μολέξεις». Όχι τις τρεις που έστειλα ιδιωτικώς στον συγγραφέα, μ’ αυτόν έχω κλείσει λογαριασμούς. Θα σου πω μετά γιατί. Τώρα έχω να ομολογήσω άλλα, σαν σέλφι. Για να καταλάβεις γιατί μου πήρε ενάμιση μήνα.

Διαβάζω. Έτσι υποθέτω. Όχι φανατικά, όχι συγκροτημένα, όχι αφοσιωμένα, όχι τακτικά, δεν κάνω τίποτε που μπορεί να με χαρακτηρίσει ορκισμένο βιβλιόφιλο. Τα αγαπάω τα βιβλία, το χαρτί, τη μυρωδιά τους, τον ήχο που κάνουν οι σελίδες όταν φεύγουν, τα ωραία εξώφυλλα, τις καθαρές γραμματοσειρές, φτάνω στα όρια του να ζωστώ την κορδέλα του φετιχιστή αλλά ως χλιαρός αυτοσυγκρατούμαι. Αν τύχει να βρω μέσα κάτι που θα με κάνει να ριγήσω έστω άπαξ (όχι από συγκίνηση ή κάποιου είδους αναπόληση που βγήκε στον αφρό αλλά από μια καθαρή, ειλικρινή, δημιουργική ζήλια επειδή δεν θα αξιωθώ ποτέ να γράψω έστω μια παράγραφο αντάξια αυτού του ρίγους), τότε μπορούμε και να συζήσουμε για λίγο καιρό δίπλα δίπλα, αλλιώς η βιβλιοθήκη, τα σκοτεινά της πίσω ράφια, περιμένει άλλο ένα -έτσι νομίζει- τρόπαιο. Τα αγαπάω με τον τρόπο μου τα βιβλία, δεν λιώνω για χατίρι τους, σπάνια τους δείχνω πόσο σημαντικά θα μπορούσαν να είναι -άλλα είναι, άλλα διόλου- για μένα.

Μερικές φορές θυμώνω, λίγο, με κάποιους που αραδιάζουν κατεβατά και λίστες για τα πέντε, δέκα, είκοσι «αγαπημένα» τους βιβλία. Μάλλον με μένα, παρά μ’ αυτούς. Ίσως γιατί είμαι εύπιστος και νιώθω ενοχές διαβάζοντας -ίσως, ίσως- καλοφτιαγμένα ψέματα, γιατί δεν αξιώθηκα να ‘χω διαβάσει έστω ένα, δυο, τρία απ’ αυτά τα είκοσι. Πέντε απ΄τα εκατό. Πενήντα στα χίλια. Κάποιο αξιοπρεπές ποσοστό, τέλος πάντων. Υποθέτω καλοπροαίρετα, όμως, ότι αυτοί τα ΄χουν διαβάσει όλα εκείνα για τα οποία μιλάνε με λατρεία και αυτομαστιγώνομαι ήπια, ενώ παράλληλα με τον πόνο, μου υπόσχομαι ότι θα γίνω -επιτέλους- ένας καθωσπρέπει αναγνώστης. Με τις σωστές (θα υπάρχουν, δεν μπορεί, κάπου θα είναι γραμμένες) προδιαγραφές.

Έχοντας διαβάσει αρκετά (για τα μέτρα μου, τις αντοχές, το χρόνο μου) μα όχι τόσο ώστε να μπορώ να σταθώ έστω στο πλάι κάποιου αξιοπρεπούς βήτα διαλογής βάθρου, την άποψή μου για τα βιβλία και τον συγγραφέα τους την κρατάω για μένα. Πού και που την εκφέρω δειλά, ιδιωτικά, χωρίς bold και  italic διατυπώσεις, δίχως στόμφο και υπερβολές, ενθουσιασμούς και επικίνδυνες υποκειμενικότητες (αλλά πώς αλλιώς; ). Αυτές οι πολύτιμες υποκειμενικότητες είναι που με κάνουν να σιωπώ ενώπιον πιο διαβασμένων -ή διαβαστερών- προτιμώντας να λαθρακούσω παρά να φανώ γυμνός, αφού αυτοί (θα) ξέρουν καλύτερα.

Πριν κάμποσα χρόνια -το βιβλίο λέει 1998 αλλά ίσως να ήταν λίγο αργότερα- ο Βασίλης μου ‘κανε δώρο ένα βιβλίο. Με σαρανταέξη μικρές ιστορίες. Εκατόν είκοσι σελίδες. Με λόγια έγχρωμα και ασπρόμαυρα. Και ωραίο σκληρό εξώφυλλο. Το άνοιξα, μπήκα μέσα και ξαναμπήκα και δεν σταμάτησα να μπαινοβγαίνω έκτοτε. Το βιβλίο ζει πλάι μου, στη δική μου γωνιά του κρεβατιού, εκεί που ζουν μόνο ξυπνητήρια, που και που κάποιο κινητό, ένα ραδιοφωνάκι, ένα κοντρόλ τηλεόρασης, ένα πορτατίφ. Βιβλία άλλα ζήσαν, κατά καιρούς, μα πήγαν μετά να εγκατασταθούν μόνιμα στο ξύλινο μεγάλο ψηλό (πάνω από δυόμισι μέτρα) σπίτι τους. Μερικές φορές βγαίναν βόλτα, σε άλλα σπίτια αλλά πάντοτε επέστρεφαν (κάτι που έμαθα πως δεν είναι διόλου αυτονόητο). Λοιπόν, όταν θέλω να γίνω Αλίκη στη θέση της Αλίκης, χώνομαι σ΄ αυτές τις εκατόν είκοσι σελίδες. Εκεί ήθελα να καταλήξω. Σ’αυτή τη λαγότρυπα, τριάντα πόντους δίπλα μου.

Το βιβλίο του ΟldBoy εδώ και ενάμιση μήνα έχει εγκατασταθεί πλάι μου, στη δικιά μου γωνιά του κρεβατιού. Kολλητά, πλάτη με πλάτη, με το άλλο. Υπογράφει Κώστας Κωστάκος αλλά (συγχωρέστε με, κι ο συγγραφέας το ίδιο, μα δεν είναι πάντα σωστός δρόμος αυτός της αντικειμενικότητας) μέσα, σε κάθε ιστορία, θα μπορούσε να λέει η υπογραφή Per Olov Enquist. Ή Michel Tournier. Ή Paul Wühr. Ή Javier Tomeo. Ή Antonio Tabucchi. Και Μilan Kundera, αμέ. Μπορεί να μην έχει ζωγραφιές του Κβιντ Μπούχολτς το βιβλιαράκι του (μια παλάμη πράμα, λεπτό σαν το μικρό μου δάχτυλο, μα τόσο μεγάλο όσο δεν μπορείς να το πιστέψεις αντικρίζοντάς το) αλλά αν ήμουν Μπούχολτς και διάβαζα τον «άνθρωπο με τις ερωτήσεις» θα του ‘στελνα την ίδια μέρα κιόλας μια ζωγραφιά μου, εξώφυλλο για το επόμενο δημιούργημά του. Αυτά τα δυο λόγια σχετικά με τον κορεάτη ήθελα να πω. Μαζί με ένα ευχαριστώ, γιατί -εν αγνοία του- μεγάλωσε κι άλλο την λαγότρυπα πλάι στο κρεβάτι, για να πηγαινοέρχομαι ευκολότερα εκεί που εν γνώσει του με, μας, στέλνει.

 

fcukin’ by numbers

31405111 (1)

 

Την δέκατη όγδοη συνεχόμενη ημέρα που ξανάκουσε από το (ωραία βαμμένο) στόμα της «θα σπάσει το κεφάλι μου μωρό μου», αφού είχαν προηγηθεί εικοσιτρείς σερί ημέρες «έχω ακόμη περίοδο καρδιά μου», συνειδητοποίησε ότι ο πόθος του γι αυτήν είχε πλέον αυτοκτονήσει πάρα πολύ σιωπηλά. Κλείστηκε, λοιπόν, στο δωμάτιό του με τα δυο ντιβιντί του Τρίερ, άνοιξε παρένθεση και δεν έβγαλε το πρώτο παρά μόνο μετά από εκατοντριανταδύο επαναλήψεις (χωρίς καμιά διακοπή, ούτε καν μισό pause) για να ακολουθήσουν εκατονεξηνταοκτώ προβολές -επίσης αδιάκοπα- του δεύτερου. Στο τέλος έβαλε να παίξουν το ένα μετά το άλλο και πάτησε το stop.

Όταν κάποια στιγμή έκλεισε η παρένθεση, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε (αγνώριστο φάντασμα, φοβιστική σκιά του χειρότερου εαυτού του), εκείνη δεν τόλμησε να τον ρωτήσει πώς ήταν δυνατόν να έχει αντέξει χωρίς τροφή, ύπνο και νερό, χωρίς να απαλλαχθεί από το βάρος των σωματικών του εκκρίσεων, υγρών και στερεών,  εικοσιπέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Λέξη δεν είπε. Είχε, άλλωστε, λερωμένη (αν και μοσχομυριστή) τη φωλιά ανάμεσα στα πόδια της.

 

don’t let me be misunderstood

 

31385407

 

 

 

Ψάχνω για το πρώτο μου σοβαρό στερεοφωνικό, ως τότε άκουγα μουσική από ένα κασσετοφωνάκι Sanyo (εκείνα τα ξαπλωμένα, τα λίγο φλώρικα, που είχαν πάψει πια να είναι κοριτσοπαγίδα) και για πιο πρίμιουμ συγκινήσεις από ένα μπομπινόφωνο National. Για να πιέσω την κατάσταση και τον συν-χρηματοδοτη (θα είχα κι εγώ μικρή ιδία συμμετοχή, από τότε χωμένος στα οικιακά ΕΣΠΑ) ήδη στο δωμάτιό μου στοιβιάζονται καμιά πενηνταριά παρθένα βινύλια. Από Barclay James Harvest και Αl Stewart μέχρι Van Der Graaf Generator και Zappa. Kλασσικός δεκαεφτάρης, dazed and confused.

‘Εχω δει πικάπ, έχω ακούσει ηχεία, λάτρεψα ενισχυτές, έχω απορρίψει  ραδιοενισχυτές («χαλάνε αυτοί πιο εύκολα», με τι ηλίθιες προλήψεις ανατραφήκαμε), ως και για κεφαλές διάβασα, περισσότερο από όσο βοηθητικά Καργάκου για τις πανελλήνιες, έχει σκελετούς αυτή η ντουλάπα….

Ενημερώνω τον συν-χρηματοδότη για τα αποτελέσματα της έρευνας και την συμμετοχή του, σκέφτεται, μου λέει «πάμε δίπλα να δεις κάτι πριν αποφασίσουμε;».

Πήγαμε δίπλα. Στον συνάδελφό του, τρία σπίτια πιο μακριά. Την προηγούμενη μέρα είχε αγοράσει ένα σετ  Rotel, πικάπ, ενισχυτής, ηχεία, τα Rotel ήταν απλησίαστα για το μπάτζετ μου, τα χαζεύω, ωραία, «κάτσε να σου βάλω κάτι να ακούσεις, μου το έδωσε δώρο αυτός που μου πούλησε τα μηχανήματα» λέει ο κύριος Γιάννης. Ωραία λέξη τα μηχανήματα. Αλήθεια ωραία λέξη, μπορεί να μην έκρυβε τότε καμιά ποίηση αλλά ο τρόπος που το είπε ήταν τόσο αγαπησιάρικος και ειπώθηκε με τόση περηφάνεια (είπαμε, τσιμπημένα τα Rotel, θέλαν κάμποσα μηνιάτικα για να τα κάνεις δικά σου) που δεν τον ξέχασα ως σήμερα.

Καθάρισε προσεκτικά τον δίσκο, με τον τρόπο που του έδειξε αυτός που του πούλησε τα μηχανήματα, τον ακούμπησε στο πλατώ. Δεν είχα δει εξώφυλλο, ακόμη. Ούτε πρόλαβα να δω μέχρι που ακούστηκε η μουσική. Santa Esmeralda. Μα τις χίλιες καστανιέτες.  Από τότε η ξινίλα με είχε κυριεύσει, η Λιντα Μπλερ της γειτονιάς ήμουν. Δεν άντεξα να μη μιλήσω, που να μην έσωνα. Και να μη μίλαγα όμως, τα μούτρα μου είχαν ήδη αρχίσει να φλυαρούν.

«Κύριε Γιάννη, με τόσο ωραίο κοστούμι, τόσο άσχημα παπούτσια;»

Με κοίταξε με απορία και -ίσως- λίγο στενοχωρημένος. Όχι ίσως. Με μια στενοχώρια ευγενική, ήπια αλλά εύγλωττη.

«Δεν είναι καλό δηλαδή;  χαρούμενο είναι, ακούγεται τόσο ωραία, καθαρά, δεν είναι καλό αλήθεια; Μου άρεσε εκεί που το άκουσα γι’ αυτό μου το έκανε δώρο, λες να έπαιρνα άλλον δίσκο;»

Αφού μίλησε ο γκουρού -με είχε όντως σε μεγάλη υπόληψη μουσικά- εκείνος στ’ αλήθεια έδειχνε στενοχωρημένος. Όσο πήγαινε πιο βαθιά η βελόνα, προς το κέντρο  του  Don’t let me be misunderstood, τόσο πιο πολύ τον τσίμπαγε αυτό με τα παπούτσια.

Τελικά δεν πήραμε Rotel. Παραήταν ακριβά, πήγαμε για Kenwood που την κάναν τη δουλειά τους -σίγουρη επένδυση, γρήγορη απόσβεση- μέχρι που συνταξιοδοτήθηκαν.

Όπως και ο κύριος Γιάννης και ο πατέρας μου.

Κάθε φορά που συναντιόμασταν στη γειτονιά (εκείνος δεν έφυγε από κει, εγώ ξαναγύρισα) με αυτόν τον ευγενικό και τόσο χαμηλών τόνων, ήσυχο άνθρωπο, ανάμεσα στα άλλα τα λιγοστά που λέγαμε στα πεταχτά, τι κάνουν τα παιδιά, τι λέει η δουλειά, χαιρετισμούς και φιλιά σε όλους στο σπίτι, θυμόταν να μου πει και ένα «δεν τον πήγα πίσω τον δίσκο τελικά, αλλά δεν ήταν και τόσο κακός, χαρούμενος ήτανε». Και μου το ΄λεγε χαμογελώντας, σαν να κοκκίνιζε κιόλας -από ντροπή που δεν άκουσε τον γκουρού-, χτυπώντας με σχεδόν πατρικά στον ώμο. Παιδιά δεν αξιώθηκε να δει αλλά αν είχε, θα ήταν τυχερά να νιώθαν τέτοιο άγγιγμα στον ώμο τους.

 

Χτες μεσημέρι τον αποχαιρετήσαμε για πάντα.  Ήμουν μαζί με τον παλιό του συνάδελφο όταν εκείνος του χάιδεψε τα μαλλιά, στον τελευταίο ασπασμό. Καλό ταξίδι Γιαννάκη. Το είπε σχεδόν ψιθυριστά, σκύβοντας, μα εγώ τον άκουσα. Εμένα όμως κανείς δεν με άκουσε την ώρα που του έβγαζα μιαν αόρατη τρίχα από το πέτο και τον άγγιξα στον ώμο λέγοντάς του «δισκάρα ήτανε τελικά κύριε Γιάννη, δισκάρα».

 

 

 

.-

αλάτια

 

31366429

 

 

Κυριακή πρωί, νωρίς, στο μπαλκόνι. Στα στασίδια τους -αυτά που έχουν κλείσει με διαρκείας- οι γριές, στη γωνιά μου εγώ, κάτω απ’ τον φύκο που αρνείται πεισματικά να πεθάνει εδώ και εικοσιτέσσερα καλοκαίρια. Δεν του δίνω την πρέπουσα σημασία, το ομολογώ. Ώρες ώρες νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως μπορεί να ζήσει αιώνια, καλά, όχι αιώνια, έστω μια μέρα μετά την δική μου αναχώρηση με βάση το προσδόκιμο. Μόνο νερό του δίνω, μια στις τόσες, ούτε χώμα, ούτε λίπασμα, ούτε καινούρια γλάστρα εξόν απ’ αυτήν που του ‘κανα δώρο όταν έκλεισε τα δεκαπέντε του. Σπουδαίο δώρο. Αλλά αυτός επιμένει να με συμπονάει, αντέχει τους χειμώνες μονάχος του στο διάδρομο, αγόγγυστα, μέχρι να ξανάρθει Μάιος και να πάρει τη θέση του στην ίδια γωνιά όπου ενηλικιώθηκε. Έχω μια φωτογραφία του από τότε που τα παιδιά ήταν τριών, τεσσάρων χρόνων, τα παιδιά κάθονται αριστερά του. Αυτός ψήλωσε, θέριεψε περισσότερο. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως η πολλή φροντίδα ευνουχίζει.

Κάποιος από τους πέριξ μερακλώνει εννιάμιση ώρα το πρωί με ποντιακά. Ένας άλλος του κάνει κόγξες με θρακιώτικα. Καρκίνος οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες, καρκίνος για τ’ αυτιά. Τόσο έθνικ δεν αντέχεται, ακόμη και με τον καλύτερο καφέ του γαλαξία παρέα. Ευτυχώς δεν έχουμε μερακλήδες -ίσως και κουφούς- κρητικούς κοντά. Ούτε ηπειρώτες. Κάθε πράγμα στην ώρα του και στον τόπο του, τα πρωινά της Κυριακής οφείλουν να είναι δίχως πατρίδα, ορφανά από καταγωγή και μουγκά. Να μπορείς να πεις μια κουβέντα μαζί τους δίχως παρεμβολές.

Εντεκάμιση ξεκινάμε για τη θάλασσα. Περασμένες δώδεκα παρκάρουμε, αφού μετρήσαμε ίσα με χίλιες βουλγάρικες πινακίδες (υπερβάλλω, κανείς δεν έχει κουράγιο να μετράει ως το χίλια με 34ºC έξω, στο εκατονπενήντα μπούχτισε κι ο καταμετρητής στο πίσω κάθισμα λέγοντας «ζαλίστηκα, να σταματήσω;») μέχρι να φτάσουμε όσο πιο μακριά από κόσμο μπορούμε. Πόνεσα όταν έβαζα είκοσι ευρώ αμόλυβδη, ετούτοι δεν έχουν πρόβλημα να βάλουν πενήντα και εξήντα για ένα μπάνιο. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως πεθάναμε σ’ αυτή τη χώρα και δεν το καταλάβαμε. Το μόνο που μένει, για να βγάλουμε και τα κόλλυβα, είναι να δούμε και πινακίδες απ’ τη Μολδαβία, αυτή είναι δίπλα μας, έτσι; Μια ώρα πτήση, δέκα ώρες οδήγημα, δεν μπορεί, ακόμη και αυτούς όλο και κάτι θα τους περισσεύει από τα εβδομήντα ευρώ μηνιάτικο για να φτάσουν ως εδώ.

Βουτάω και ξαναβουτάω χωρίς να γυρίζω το βλέμμα μου προς τα πίσω, στις ομπρέλες, την άμμο, τα βουνά στο βάθος, κοιτάζω μόνο τον ορίζοντα που με τυφλώνει, ευθεία Λήμνος, Τήνος, Πάρος, Σίκινος και βγαίνεις Κρήτη. Θέα πολυτελείας, πεντάστερη, all inclusive, κι ας μη βλέπεις τίποτε, μια χαρά μπορείς να φαντάζεσαι. Tαΐζεις την ψυχή σου όσο θες και κανείς δεν σου ζητά ευρώ παραπάνω, το εικοσάρικο της αμόλυβδης ως εδώ φτάνει και περισσεύει για να πιεις όσο γαλάζιο και φως μπορείς ν’ αντέξεις. Χωρίς να κοιτάς πίσω. Το πολύ πίσω δαγκώνει. Βγαίνω -σχεδόν- με την πλάτη, σαν τις θείες που ξαπλώνουν στα ρηχά (εκεί που το νερό είναι ζεστό σαν κάτουρο)  για να απαλύνουν τους πόνους των χρόνων που βαραίνουν πάνω τους. Λίγο πριν γίνω πιο γραφικός κι απ΄τον Bean ή τον Monsieur Hulot σηκώνομαι και αντικρίζω την πραγματικότητα. Κι ένα παιδάκι που πετάει νερά, ανακατεμένα με άμμο, πάνω μου. Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε πως ο Ηρώδης δεν μπορεί να ήταν τόσο κακός.

Στην επιστροφή, το δέρμα έχει τσιτώσει απ’ το αλάτι. Κανείς μας δεν το ξέπλυνε όμως. Το πληρώσαμε πανάκριβα, ας μείνει μισή, μια ώρα ακόμη πάνω μας πριν πάρει το δρόμο για το σιφόνι της μπανιέρας. Εκεί που καταλήγουν, κάπως άδοξα, τα περισσότερα από τα καλοκαίρια μας. Παρέα με αφρόλουτρα που μοσχοβολάνε, για να χρυσωθεί το χάπι του αποχωρισμού.

Λίγο πριν παρκάρουμε στην πυλωτή, παίρνω παγωτά. Μπαίνω στο σπίτι ξυπόλητος κι ας γκρινιάζει για τα πατώματα. Μερικά μεσημέρια Κυριακής μπορείς να επαναστατείς, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις.