για ένα πουκάμισο καθόλου αδειανό

fi4grpoeqkmx86_1_a

Δεν με είχε προειδοποιήσει γι’ Αυτό. Εννοώ ότι κάποια στιγμή θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγα την πόρτα και θα αντίκριζα κάτι Τέτοιο.

Κεφαλαία όλα, ναι. Τίποτε λιγότερο.

“Γειά. Ποιος είσαι εσύ; Ζητάνε τον Μιχάλη στο τηλέφωνο. Είναι μέσα;”

Φοιτητόσπιτο αρχές των έιτις, ακόμη και στην Αθήνα, με τηλέφωνο ήταν πιο σπάνιο κι από σουτιέν στο Salon Kitty. Ή από σόλο σε δισκάκι των Sex Pistols. Ο καργιόλης όμως την είχε βρει την άκρη, δυο πόρτες παραδίπλα, στον ίδιο όροφο. Χωρίς να μου πει κουβέντα.

Κατάφερα να πω ’δεν είναι’. Να δείξω ατάραχος κι αδιάφορος από το θέαμα όχι.

Κοροϊδεύω τα επίθετα που δεν αφήνουν τις απλές λέξεις να βγουν μόνες τους βόλτα και τρέχουν να στριμωχτούν από δίπλα, κολλιτσίδες, βδέλλες, ρεμόρες. Αυτά τα χείλια της κι αυτά τα στήθη όμως δεν γίνεται να τα αφήσεις ορφανά σαν πας να τα περιγράψεις σήμερα. Σκέψου ο,τι επίθετο, όποιον υπερθετικό κι όποιον χαρακτηρισμό θες, τριπλασίασέ τα και πάλι θα τα αδικήσεις.

’Εσύ είσαι λοιπόν ο συγκάτοικός; πού είσαι εξαφανισμένος τόσο καιρό;’

Aλήτη. Γαμιόλη. Ταμάχι. Μοναχοφάη. Μπινέ. Που λέξη δεν είπες ποτέ για τη σπηλιά των θησαυρών δίπλα.

Κάτι είπα, να μην ενοχλώ κι εγώ, μη σας αναστατώνουμε, κάποια τέτοια καθωσπρεπική σαχλαμάρα, χαμογέλαγα μάλλον γιατί χαμογέλασε κι αυτή, χαμογέλασαν και τα στήθη της κάτω από αυτό που υποτίθεται φορούσε. Είχα δει κι αγγίξει αληθινά, είχα δει χάρτινα, είχα δει στην οθόνη, είχα δει στα όνειρά μου αλλά Τέτοια δεν είχα δει. Αν τη βλέπαν αυτοί που καναν casting για το Playboy και το Hustler θα πέφταν στα πόδια της (δεν κατάφερε η ματιά μου να κατέβει χαμηλά, το παραδέχομαι, αλλά ποιος νοιάζεται για το τι θα προσκυνήσει αν είναι να πιάσει τόπο η προσευχή του), αν την βλέπαν το Penthouse και το Οui θα αυτοαναφλεγόντουσαν από ντροπή για τις δευτεράτζες που κρύβαν μέσα τους.

Μέσα σε τρία λεπτά, εκεί στην εξώπορτα, έμαθα τα πάντα. Ζούσε με την αδερφή της, δίπλα μας. Γέννημα θρέμμα Αμπελοκηπιώτισσες. Την καλύτερη γειτονιά διαλέξαμε για να μείνουμε, να δώσουμε το τηλέφωνο στους δικούς μας για να μας παίρνουν όποτε θέλουν, καμιά ανησυχία, ας είναι και μεσάνυχτα, αν θέλουμε κάποια στιγμή να πάρουμε κι εμείς να μη διστάσουμε, ότι ώρα και να ΄ναι, μόνες ζουν και δεν ενοχλούμε, να μη το σκεφτούμε αν θέλουμε να χτυπήσουμε κουδούνι, σε νοσοκομείο η μια (δεν θυμάμαι λεπτομέρειες), σε τράπεζα η άλλη, όλο και κάποια θα βρίσκεται σπίτι, την εικόνα και το όνομα της αδερφής της δεν τα θυμάμαι, περάσαν και τριαντατόσα χρόνια, το δικό της όμως -και τη φωνή της, τόσο υγρή σαγρέ χροιά- ποτέ. Με τις ηλικίες δεν τα πήγαινα και πολύ καλά, καθένας πάνω από τριάντα, τριανταπέντε χρονών ήταν χαμένη υπόθεση, νεκρός για έναν εικοσάρη, κι αυτή θα έπρεπε να ήταν ήδη πολύ νεκρή αλλά δεν θυμάμαι καμία πιο Ζωντανή όταν χτυπούσε το κουδούνι κι έλεγε με κείνη τη φωνή που ανάσταινε χίλιους Λάζαρους μαζί ’έλα, σε θέλουν στο τηλέφωνο, αν δεν ήπιες καφέ έχω έτοιμο’.

Μια φορά που ήμασταν μαζεμένοι στο σπίτι καμιά δεκαριά (ίσως είχαμε και δυο τρία κορίτσια παρέα) χτύπησε το κουδούνι και ήταν εκείνη, κάποιον απ΄τους δυο μας ζητούσαν στο τηλέφωνο. Δεν θυμάμαι ποιόν, δεν θυμάμαι ποιος άνοιξε, θυμάμαι καλά ότι ο πρώτος που μίλησε -έναν αιώνα αφού εκείνη έφυγε- είπε ένα ξέψυχο και λιγωμένο “ρε μαλάκες, τι ήταν Αυτό;”. Το είπε με κεφαλαίο, πάω και στοίχημα. Μετά αρχίσαν τα πειράγματα, ’τρώτε καλά μπαγάσες’, ’σας ρουφάει και το μεδούλι η θείτσα’, ’ρε μαλάκα, γι’ αυτό έρεψες;‘ και εσύ καμώνεσαι ότι γελάς και απολαμβάνεις -όπως όλα τα σαψάλικα εικοσάχρονα, τα αγοράκια εν γένει δηλαδή κι ας τους πέφτει ο προστάτης ως το πάτωμα- τα τζούφια παράσημα.

Αφού λοιπόν βρήκα παπά που δεν βαρυγκωμούσε, ίσα ίσα, είπα να θάψω όσους περισσότερους μπορούσα κι έτσι το κουδούνι μας –’έλα, σε ζητάνε’–  χτυπούσε κάθε δεύτερη μέρα. Πρώτα έβλεπα τα στήθη της όταν άνοιγα την πόρτα, μετά τα χείλια της, στο τέλος αυτήν. Είχε πια τρισυπόστατη ύπαρξη, μιας ιδιαίτερης μορφής αγιοσύνη, αν υπήρχε Holy Trinity ήταν αυτή, καμία άλλη. Μια μεγάλη μέρα που έλειπε ο συγκάτοικος πρότεινα, αφού τέλειωσα με το τηλεφώνημα – ‘ναι ρε μάνα, θα της πω ξανά ότι την ευχαριστείς, εντάξει, θα της το πω κι εγώ, ναι, τα έδωσα τα γλυκά ρε μάνα, μη με ξαναστείλεις να τρέχω στα ΚΤΕΛ σε παρακαλώ, στου διαόλου τη μάνα είναι, να χαρείς’–  να της φτιάξω εγώ καφέ, στο δικό μου σπίτι. Το πρόβαρα μιάμιση εβδομάδα και πάλι άθλιο βγήκε. Μα είπε ’ναι’, δεν φαινόταν να νοιάζεται για την υποκριτική αρκεί, έτσι πίστευα, να γυριζόταν η σκηνή μια κι έξω. Ήρθε και το σπίτι μύρισε σάρκα φρεσκομπανιαρισμένη. Μεγάλες στιγμές για φοιτητόσπιτο, νομίζω ότι μύριζε και μετά από δέκα μέρες, μη σου πω κι ότι μύριζε μέχρι που τα μάζεψα· κάποια στιγμή όλα για να γυρίσω πίσω.

Αλλά όχι. Η σκηνή δεν γυρίστηκε ποτέ. Είναι εύκολο να πιστεύεις ο,τι θες, να βάζεις τη μνήμη σου να ψευδομαρτυρήσει, να σκαρώνεις φανταστικά σενάρια, να παραστήσεις τον Mπεν Μπράντοκ ξερωγω. Νομίζω πιάσαμε κουβέντα περί ανέμων και υδάτων αλλά ούτε στιγμή περί δαιμόνων. Με ανέμους και νερά δεν πας πουθενά όμως, δηλαδή με κουβέντες γενικά δεν πας ούτε χιλιοστό μακρύτερα κι ας καθόταν μισό μέτρο παραδίπλα μου κι ας ήθελα σα λυσσασμένος να τρυπώσω μέσα στη μπλούζα της και να μείνω εκεί ώσπου να ‘ρθει αυτή η Δευτέρα Παρουσία που λένε, να μην έχω και έγνοιες με Στατιστικές, Μακροοικονομίες, Λογιστική ΙΙ και εξεταστικές. Αγαπούσα όμως και ο καφές έμεινε χωρίς κουλουράκι. Το -ούτε καν-  μισό μέτρο δεν γεφυρώθηκε. Ευτυχώς δεν ήμουν μηχανικός, να κάνω σεπούκου και να ΄χει τραγικό τέλος η ιστορία.

Λίγες μέρες μετά εμφανίστηκε άντρας στο σπίτι τους, με στολή. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς στολή αλλά δεν είχε και μεγάλη σημασία. Λόγω ανατροφής και επιστημοσύνης κατάλαβα ότι δεν είναι πρέπον να ενοχλείς με τηλεφωνήματα όταν βγαίνει η στολή και η άσπρη ρόμπα. Κι έτσι ξαναχάρηκε ο ασυμπάθηστος ο περιπτεράς μου, Bουρνάζου και Σούτσου γωνία και ο ΟΤΕ στην Πατησίων που με είχαν χάσει για βδομάδες.

Η Ελένη πρέπει σήμερα, αν ζει καλή της ώρα, να είναι περασμένα εβδομήντα, ίσως πατημένα εβδομηνταπέντε. Σκέφτηκα να βάλω μόνο αρχικά, αλλά δεν ήταν γυναίκα για περιττές κι ανούσιες διακριτικότητες. Ούτε η ιστορία αυτή για φτιασιδωμένο επίλογο. Ελπίζω μόνο να με συγχώρεσε, αν τα ξανασκέφτηκε ποτέ, για τα άνυδρα πηγαινέλα και τον σκέτο καφέ.

Advertisements

Rotel blues, II

14526921302_a3d92a006a_b

Πριν πολλά πολλά χρόνια -σήμερα είναι και επίκαιρο να πει κανείς ’την εποχή των μαμούθ και των παγετώνων’- ήταν μια μέρα σαν κι αυτήν που βρέθηκα σ΄ ένα παγωμένο δωμάτιο μαζί με ένα κορίτσι που το δέρμα του μύριζε γάλα και αμύγδαλο και τα μαλλιά του γυαλίζαν σαν τους σπασμένους πάγους έξω στα πεζοδρόμια.

Το δωμάτιο ήταν ευγενής παραχώρηση ενός ενήλικα, που σίγουρα θα ’βρει κάποτε θέση σε κάποιον παράδεισο για την χειρονομία του αυτή, και οι οδηγίες που έδωσε ρητές και ξεκάθαρες: “όπως το βρείτε το σπίτι και τον καναπέ έτσι θα τα αφήσετε, βάλε μουσική αλλά μη τυχόν και δω γρατζουνιά σε δίσκο ο οποίος θα ξαναμπεί μετά στη θέση που βρισκόταν. Θέρμανση δεν θα έχει, έχει όμως ουίσκι και Μεταξά στο ντουλάπι κάτω από τον ενισχυτή. Ποτήρια καθαρά και στη θέση τους, όταν φύγετε. Πριν πάει δυο γιατί στις δυόμιση σχολάω”.

Θέρμανση δεν είχε (δεν ξέρω γιατί, δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, ποιος νοιάζεται για άνευ σημασίας λεπτομέρειες) και αυτό σήμερα θα πόναγε πολύ μα τότε δεν ήταν παρά μια ειρήσθω εν παρόδω υπενθύμιση. Η μόνη ζέστη έβγαινε από έναν ROTEL, από κείνο το αναιμικό κίτρινο φως που λαμπύριζε πίσω από τους αριθμούς και τις βελόνες που ανεβοκατέβαιναν όχι με την μουσική αλλά από τα ντουπ ντουπ κάτω από τις χοντρές μας μπλούζες. Ακόμη κι όταν βγήκαν οι μπλούζες, το δωμάτιο ήταν σαν χαμάμ. Να ήταν το φως αυτό, να ήταν το δισκάκι που βάλαμε -Wish you were here, σιγουράντζα μονόδρομος- ,  να ήταν ο Μεταξάς και η πρώτη μας γνωριμία μαζί του, να ήταν ότι η ώρα κόντευε μία κι ακόμη με τα στόματά μας καταγινόμασταν, ήρθαμε και κορώσαμε.

Δεν ξέρω τι είναι κρύο σήμερα. Τότε κρύο ήταν το ρολόι να δείχνει δυο και είκοσι (δεν αφήνεις έτσι εύκολα τα κορίτσια που το δέρμα τους μυρίζει γάλα και αμύγδαλο), να κλείνεις την πόρτα, να αφήνεις το κλειδί κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας και καθένας να παίρνει το δρόμο για το σπίτι του. Που είχε θέρμανση αλλά για μέρες -ως την επόμενη φορά δηλαδή- είχε τον χρόνο παγωμένο στις δυο και είκοσι.