drowning by numbers

Απέναντι απ’ τη θάλασσα, μετρώντας ρουφηξιές απ’ τα τσιγάρα, γουλιές απ’ τις μπίρες, μπουκιές από ένα κουλούρι με λίγο κασέρι στα σωθικά του, τις μικρές γραμμές από τις ευρυαγγείες στην πλάτη της. Από παραδίπλα πού και πού ακούς αχνές μουσικές σε τρία τέταρτα, ελεκτροτάνγκο με φόντο ένα δισεκατομμύριο αποχρώσεις του Pantone 2995C, πάνω, κάτω, απέναντι, μέσα. Ρίχνεις μιαν αφηρημένη ματιά στο μαγιώ σου. Μετράς τις μπλε και άσπρες ρίγες πάνω του, ζαλίζεσαι, τα παρατάς. Μετά υπολογίζεις ως πού θα απλώσεις τα πόδια σου για να μη βγουν απ’ τη σκιά, σκέφτεσαι σε πατημασιές -νούμερο σαραντατρία μισό- την απόσταση που σε χωρίζει από το νερό, κάνεις μια γρήγορη άσκηση περίθλασης με το ενσωματωμένο σου λέιζερ για να ξέρεις πόσες απλωτές θα χρειαστούν μέχρι να βρεις τον ορίζοντα. Απελπίζεσαι. Αρχίζεις να μετράς κύματα. Στα ογδονταέξη σταματάς.

Το νούμερο ογδονταεφτά σου αναβοσβήνει τα φώτα, έτσι όπως πέφτει ο ήλιος πάνω του. Μετράς ένα, δυο, τρία, τέσσερα, εφτά, οκτώ, καίγεσαι, πας να το συναντήσεις σαν αδέξιος αναστενάρης. Ξεψυχάει μπρος στα πόδια σου, το χάνεις, άργησες. Σηκώνεις τα μάτια, τυφλώνεσαι, σε μισό λεπτό έρχεται το ογδονταοκτώ. Θα πάρεις αυτό, κι όπου σε βγάλει. Aφήνοντας τους αριθμούς -που δεν βγαίνουν πια- πίσω.

————-

στο πηγαινέλα, στο σιντί έπαιζε αυτό . κι ο αέρας το ίδιο έπαιζε

αρχαίες γυναίκες

Ξεκίνησα να διαβάζω την «Ώρα του Λύκου» στo τέλειωμα της σελίδας υπ’ αριθμόν 125 αλλά με το που πήγα να προχωρήσω στην 126 τα δάχτυλά μου αρνήθηκαν, θυμήθηκα κάτι, σταμάτησα και ξαναπήγα πίσω στα βινύλια, όχι στην πλατεία Αβησσυνίας αλλά στο νησί εδώ απέναντι, παραμονή Αγίου Πνεύματος, πριν εικοσιπέντε, ίσως και παραπάνω, χρόνια. Προσπαθώ να τα στρογγυλέψω, μπορεί να ήταν και εικοσιεφτά, μπορεί εικοσιτρία. Πολλά πάντως.

Τόσα πολλά για να μη θυμάμαι πώς βρεθήκαμε σε ένα μπαρ χωμένο πίσω στη Χώρα, μπρος σε μια πλατεία τσιμεντωμένη και άδεια, τρία πουρνάρια και μια προτομή είχε όλη κι όλη που ήταν μουσκίδι, έσταζε η μύτη του, αύριο θα ήταν πουντιασμένος ο ήρωας. Ψέματα, είχε και δυο πράσινα παγκάκια δεξιά κι αριστερά της για να φυλάνε σκοπιά τα λόκαλ γερόντια, σαν δεν έβρεχε. Πιο προβλέψιμοι κι απ’ τα σαλιγκάρια. Άσχημο μέρος, άσχημη μέρα.

Από την ώρα που βγήκαμε απ’ το καράβι έβρεχε, σταματούσε, ξανάβρεχε, λίγη βροχή ακόμη και θα πήγαινε στράφι το αυριανό -πρώτο- μπάνιο, τσάμπα οι ξυρισμένες γάμπες και  τα όνειρα για ούζα στις αλυκές, εκείνη τη νύχτα άστρα από πάνω δεν είδαμε, πίναμε, καπνίζαμε και ακούγαμε, μετά το τρίτο four roses βαρέθηκα στο τραπέζι μας, πήγα στη μπάρα κι άρχισα να  παίζω κόντρες ποτά με έναν ξιπασμένο ντιτζέι που τον ανέβασαν -λέει- απ’ την Αθήνα, έχασε πέντε, στο έκτο είπε «όλα ή τίποτε, πάει;», αν το ‘βρισκα μας κερνούσε όλους, αν έχανα πλήρωνα και το δικό του, «βαλ’το»

το ‘βαλε

I’ve gone down the river of sadness..

τον είδα να χαμογελάει, ήδη σήκωνε το πόδι του για το βάθρο, απ’ αυτά που έχουν μόνο νούμερο 1

..and I’m tired of leaving and leaving, I can’t come back no more

 

..φωνή χάλια είχα από τότε, πολλά διόρθωσα, πολλά στράβωσαν, αλλά ούτε τα φάλτσα, ούτε τον Jeffrey Lee πρόδωσα. Η αλήθεια είναι  οτι κοιτούσα τη βροχή έξω απ’ το παράθυρο όταν τραγούδαγα τα στιχάκια, οι ματιές μας δεν διασταυρώθηκαν, δεν το ‘θελα, λίγο το βαρύ κεφάλι, λίγο επειδή ντρεπόμουν, ένιωθα σαν τους μαλάκες στο σχολείο που κορδωνόντουσαν λέγοντας το παρακάτω μάθημα, τα έξη κερασμένα όμως μια χαρά την ξεπλέναν τη ντροπή.

Κατέβασε το πόδι, χάθηκε το βάθρο, άρχισε να σκαλίζει δισκάκια, δεν ακούγαμε πια τραγούδια, Κολοσσαίο το κάναμε το μπαρ, «ασ’ το» του είπα, «στο τέλος θα με βάλουν στο πρώτο πρωινό και θα με ξαποστείλουν πίσω γιατί πέρασα όλη τη βραδιά μαζί σου»,  πήγα να τον λυπηθώ γιατί δεν θα έπαιρνε μεροκάματο αλλά μάλλον εμάς έπρεπε να λυπηθώ γιατί σίγουρα θα μας πότιζε με κερασμένες μπόμπες, του ‘γνεψα «ευχαριστώ», κούνησε το κεφάλι του σα να ‘λεγε «γάμησέ μας κι εσύ νυχτιάτικα», πήγα στο τραπέζι, μάλλον είχαν μούτρα, πού να θυμάμαι σήμερα, αλλά τα κερασμένα κερασμένα, αυτά όλοι τα θυμούνται μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι κι άλλα.

Όπως το ότι κάποια στιγμή βγήκαμε στη βροχή, σκεπάσαμε τις πλάτες και τα κεφάλια των κοριτσιών με τα φτηνά φουτεράκια μας, τρέξαμε μέχρι το ξενοδοχείο με το γυναικείο όνομα, βίλα τάδε, νικολέτα, κατερίνα, αλεξάνδρα, κάτι τέτοιας ράτσας, ξεκλειδώσαμε τα δωμάτια με τα σουηδικά έπιπλα, πετάξαμε τα βρεγμένα στην μια και μοναδική καρέκλα και πηδηχτήκαμε πάνω σε σεντόνια κρύα, που μύριζαν ΟΜΟ, ντουλαπίλα και υγρασία. Εδώ στο βορά η σαιζόν αργεί να χτυπήσει κάρτα.

Κάποια στιγμή χτύπησε την πόρτα η Τ., είχε τελειώσει το αγροτικό της στο διπλανό δωμάτιο, είμαι σίγουρος ότι την άκουσα όταν έχυνε αλλά ήμουν πολύ νυσταγμένος για να εντυπωσιασθώ, σύρθηκα κι άνοιξα, «μη μου πεις ότι κοιμάστε ρε» ψιθύρισε,  «κοιμάται, εσύ βρυκολάκιασες βλέπω», «κι ο άλλος ροχαλίζει, θα’ ρθεις στον κήπο για ένα τσιγάρο;», πήγα πίσω της κλείνοντας όσο μπορούσα πιο αθόρυβα την πόρτα, είχε γυμνά πόδια, τσόκαρα scholl κι ένα πουκάμισο -του αλλουνού- από πάνω, κάναμε μισό πακέτο μάρλμπορο, η βροχή είχε σταματήσει αλλά άστρο ούτε για δείγμα, δεν θυμάμαι τι λέγαμε, μόνο ότι κρύωνε και κάποια στιγμή είπε «πάγωσα ρε χαμένε, πιάσε με» και όταν την αγκάλιασα -προσεκτικά, σχεδόν προστατευτικά- ο λαιμός της μύριζε το ίδιο αφρόλουτρο που μύριζα κι εγώ και τα ξανθά μαλλιά της μύριζαν ωραία κι αυτά. Νομίζω πως οι άκρες απ’ τα δάχτυλά μου αγγίξαν τα πόδια της, ψηλά, μια σπιθαμή απ’ το εσώρουχο, και έμειναν εκεί πολλήν ώρα, νομίζω. Όχι, δεν νομίζω, σίγουρος είμαι. Το μυαλό μου μπορεί να μη θυμάται πια, το δέρμα, τα δάχτυλα αποκλείεται να λαθεύουν.