31.07.2013

Trainspotting2

 

 

Μούσκεμα. Ο ανεμιστήρας πασχίζει φιλότιμα αλλά δεν καταφέρνει να τρομάξει τον ιδρώτα που εγκαταλείπει απελπισμένος κάθε πόρο μου.

Λήθαργος. Το στρώμα από κάτω μου έχει ποτίσει. Ώρες ώρες νομίζω πως ακούω κύματα. Θα χρειασθεί άλλαγμα μετά το σεντόνι. Μετά. Τώρα ακόμη και το να πνιγώ μέσα στον ιδρώτα μου φαίνεται ευλογία. Όχι σαν τους ανόητους ερασιτέχνες που πνίγηκαν, όπως λένε τα τραγουδάκια, μέσα στα δικά τους δάκρυα. Αν το κάνεις, καν’ το σωστά. Αντρίκια. Στα βαθιά.

Να παρακαλάς να γίνει το ταβάνι Αμαζόνιος και Νείλος μαζί, να κατέβει και να σε πνίξει. Και να μη κουνιέται ρούπι. Γαμώ τους πολιτικούς μηχανικούς σας γαμώ, που φτιάχνατε και σπίτια. Πολυτεχνεία σου λένε μετά.

Είμαι ξαπλωμένος πιέζοντας την καρδιά μου. Αριστερά. Δεν κάνει να τη ζορίζεις σαν ξεκουράζεσαι, λένε. Αδιαφορώ, δύναμη να γυρίσω ανάσκελα δεν έχω. Κοιτάζω το ξυπνητήρι ανοίγοντας το δεξί μου μάτι, το αριστερό είναι βουλιαγμένο σ’ αυτό που πριν κάμποση ώρα έμοιαζε μαξιλάρι.

Έξη και μισή. Άργησε σήμερα.

Πρέπει να σηκωθώ να ποτίσω τα λουλούδια. Η τριανταφυλλιά, η μεγάλη, ψυχορραγεί. Τη σώζω δεν τη σώζω. Αν όμως πεθάνω εγώ, πεθαίνει κι αυτή μαζί μου. Αν κάνω πως σηκώνομαι τώρα, πεθαίνω. Ας περιμένει, δυο απώλειες σε μια μέρα δεν μπορεί να τις διαχειριστεί μαζωμένες αυτό το μπαλκόνι.

Εφτά παρά είκοσι. Άργησε.

Τελευταία μέρα για να πληρώσω τη ΔΕΗ στο προποτζίδικο, αύριο λήγει και πρέπει να τρέχω σε γκισέδες. Γαμώ τα ρεύματά σας γαμώ. Στάλα συμπόνια δεν έχετε για την κούραση του άλλου. Μα στάλα.

Η από πάνω ξαναφόρεσε τακούνια. Την ακούω σαν σε home cinema. Όλο το ταβάνι ένα ηχείο. Πού πας με τακούνια στις εφτά το απόγεμα, Ιούλη μήνα; πού; Χτυπάει το τηλέφωνό της τώρα. Εκεί πάει. Στην άλλη άκρη της γραμμής. Χαρά στο κουράγιο της. Με τριανταπέντε βαθμούς έξω, να παριστάνεις την Αριάδνη.

Κοντεύει παρά τέταρτο. Δεν θα ΄ρθει.

Ελπίζω να μην κόψαν πάλι το νερό. Κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία. Ένας λαβωμένος σωλήνας φταίει, λένε. Αυτοί που δεν φτιάχνουν υπερσωλήνες φταίνε. Τι είναι οι σωλήνες; άνθρωποι είναι; Γαμώ τα νερά σας γαμώ. Πείτε μας τουλάχιστον να μάθουμε να ζούμε μόνο με τα δικά μας, να πλενόμαστε μ’ αυτά, μ’ αυτά να σφουγγαρίζουμε, αυτά να πίνουμε. Να μη σκουπιζόμαστε, να στραγγιζόμαστε. Πείτε το όμως.

Ήρθε.

Αν στην Κόλαση έχουν τραγούδια στα μεγάφωνα, τη μέρα που θα με υποδέχονται, δεν θα βρουν καλύτερο καλωσόρισμα. Ας ψάχνουν και στους χειρότερους φόβους μου, ας τους κάνουν ανωκάτω, να μ’ αφήσουν να συγυρίζω αιώνες μετά. Πιο άγριο απ’ αυτό δεν θα βρουν.

Σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία. Με προφορά σλάβικη, μόνο το ρεφρέν. Μετά μόνο ακορντεόν. Μετά πάλι ρεφρέν. Σ’ αγαπώ γιατί ‘σαι ωραία. Να τριγυρνάει κάτω, στο δρόμο, δέκα λεπτά για να διασχίσει ένα τετράγωνο-και δεν είμαστε δα στο Μανχάταν-. Κι αυτό το πηγαινέλα της φυσούνας να μπαίνει μέσα σου και να σου λέει «δεν υπάρχει σωτηρία, ακόμη κι αν μια μέρα δεν έρθω, εσύ αυτό θ’ ακούς να βγαίνει απ΄το δρόμο που βράζει».

Κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία. Η ίδια σλάβικη προφορά. Οι ίδιες νότες. Η ίδια ζέστη. Ο ίδιος κι απαράλλαχτος Ιούλιος.

Τον Αύγουστο εξαφανίζεται. Δεν ξέρω πού πηγαίνει. Ίσως είναι καλεσμένος να παίξει στο πανηγύρι της Κόλασης αλλουνού.

Ο Δημήτρης, ο Θωμάς και η Δέσποινα

27002603

Ο Δημήτρης, 54  εργαζόταν από το 1998 σαν αποθηκάριος σε μια εταιρεία διανομών έξω απ΄το Κιλκίς. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειώθηκε 42% την τελευταία τριετία. Ο μισθός του Δημήτρη 32%. Τον Μάιο του κοινοποιήθηκε η απόλυσή του, 100%.

Ο Θωμάς, 31 απόφοιτος Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου. Τα τελευταία πέντε καλοκαίρια ειδικεύτηκε σε κόψιμο φρούτων -και ετοιμασία καφέ για τους μη μόνιμους πελάτες, την ώρα που ο barista επισκεπτόταν το WC- σε επώνυμα μυκονιάτικα beach bars. Τους χειμώνες έκανε εναλλάξ ντελίβερυ pizza και πιτόγυρα. Πέρυσι τον Οκτώβριο έπεσε και έσπασε σε τρία σημεία το χέρι του. Έμπλεξε με ΕΣΥ, λάμες, βίδες και ορθοπεδικούς, ούτε σε μηχανάκι μπόρεσε να ανέβει όλο το χειμώνα, ούτε μαχαίρι να κρατήσει για τα πεπόνια και τα καρπούζια φέτος.

Η Δέσποινα, 44 εργάζεται από το 1995 σε μεγάλο σουπερμάρκετ στο Περιστέρι. Από τον Μάρτιο του 2012 δουλεύει τετράωρα, στο ίδιο σουπερμάρκετ. Ζει με την -συνταξιούχο του ΟΓΑ μητέρα της- στην Παλλήνη. Ψάχνει δεύτερη δουλειά αλλά η ελαστικότητα του ωραρίου της (και τα τετράωρα που πάντα ξεχειλώνουν) δεν της επιτρέπουν κανέναν προγραμματισμό. Στον ελεύθερο χρόνο της γράφει ποιήματα, με το ψευδώνυμο Νίτσα Μαρούδα.

Η Δέσποινα, ο Θωμάς και ο Δημήτρης δεν απελπίστηκαν. Ούτε κάθησαν στο φέισμπουκ να κλαίνε τη μοίρα τους και να καταριούνται 24/7/365 τον Σόιμπλε. Αντίθετα βρέθηκαν μέσα από τη σελίδα «Κάνε την κρίση Ευκαιρία», ανταλλάξαν τις εμπειρίες τους και με τις οικονομίες που είχαν (γιατί λίπος υπάρχει ακόμη, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα) φτιάξαν μιαν εταιρεία -δεν μας αποκαλύψαν το αντικείμενό της, ώστε να μην αντιγραφεί η ιδέα από τους ανταγωνιστές- η οποία μόλις σε τέσσερις μήνες κατόρθωσε να εξάγει στην Γερμανία, στην Αυστρία, στο Λιχτενστάιν, το Σαν Μαρίνο και το γαλλόφωνο Βέλγιο. Σκέφτονται να δημιουργήσουν υποκατάστημα στο Ανατολικό Πεκίνο μόλις τελειώσουν με κάποια, ήσσονος σημασίας, γραφειοκρατικά και χρηματοοικονομικά προβλήματα με τις εδώ υπηρεσίες & υπουργεία. Επόμενος στόχος τους η εξαγορά του 51% όποιου φρι-πρες βρουν διαθέσιμο, για να περιγράψουν -και ενδεχομένως να εκδώσουν- το success story τους.

£¥$

σαμερτάιμ

Summertime and the living is busy, try again later or don’t bother at all.

Κάθε περυσινό καλοκαίρι και πιο ευρύχωρο. Κάθε χρονιά λείπουν και πέντε-δέκα τετραγωνικά. Και πόντοι απ΄το πάτωμα ως το ταβάνι. Δεν συμβαίνει αυτό σε όλους. Σ’ όσους ξέρω εγώ, τους περισσότερους απ’ όσους ζουν κοντά μου, ναι. Μπορεί και να ξέρω μόνο λάθος ανθρώπους. Κακές παρέες, καλών ανθρώπων που παραστράτησαν. Απ τη ράτσα εκείνων που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν να «προσαρμοστούν». Δεν είναι του Δαρβίνου αυτό. Του Γεωργελέ είναι.

Μια συγκεκριμένη συνομοταξία ανθρώπων σαν τον Γεωργελέ, με κύριο γνώρισμα τον ορθολογικό ξερωγωλισμό (δική τους πατέντα κι αυτή), φρόντισαν να προσφέρουν σ’ όλους τους άλλους ένα μαστίγιο. Χωρίς χρέωση, πράξη μεγαλοσύνης, μεγαλοψυχίας το λεν αυτό. Με μόνη υποχρέωση -κάθε αποδέκτη- την αυτοτιμωρία, πρωί, μεσημέρι, βράδι. Ένα βλακώδες, ακατανόητο, συνεχές αυτομαστίγωμα. Μαζί τα κάναμε, μαζί τα φάγαμε, μαζί σιωπήσαμε, μαζί ψηφίσαμε, μαζί απείχαμε, μαζί δεν είδαμε, μαζί συναινέσαμε, μαζί παραλείψαμε, μαζί όλα. Εμείς, οι άλλοι. Εκείνοι πρόλαβαν και μετανόησαν, αυτοσυγχωρέθηκαν, αλληλοεξομολογήθηκαν, προσαρμόστηκαν, τέλος. Το μαστίγιο και η πλάτη είναι άλλων. Πάντα άλλων. Η μεγαλοσύνη έχει και όρια, σαν πρόκειται για το δικό τους πετσί.

Και γράφουν οι ίδιοι, επώνυμοι κι ανώνυμοι, τα ίδια. Συχνάζοντας στα ίδια. Πρωί, μεσημέρι, βράδι, πρωί, μεσημέρι, βράδι. Ίδια, όμοια κι απαράλλαχτα. Γι αυτούς κάθε επόμενο καλοκαίρι θα είναι πιο ευρύχωρο. Κάθε χρονιά θα προστίθεται κι ένα δωμάτιο. Και πόντοι, μέτρα ολοκληρα, τα καλοκαίρια τους θα γίνουν πιο ψηλοτάβανα κι απ τις Βερσαλλίες. Γιατί θα εκλείψουν οι «παραπανίσιοι». Εκείνοι που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν να «προσαρμοστούν». Και τους προσαρμόσαν οι «καλοί» με το στανιό, σ΄όποιαν αρένα βρήκαν πρόχειρη ή στήσαν μέσα σε μια νύχτα. Με τους Γεωργελέδες καθισμένους στις κερκίδες, να γράφουν ασταμάτητα. Να υμνούν τους «καλούς» και να γλείφουν κάθε σταγόνα απ’ τις απόψεις των ομοίων τους, με αμοιβαία αυτοικανοποίηση. Και να πετάνε μέσα στην αρένα -εκεί που χάνονται άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι- μαστίγια. Θα συνεχίσουν να το κάνουν σκόμη κι όταν δουν πως δεν έμειναν ούτε  χέρια, ούτε καν δάχτυλα να τα κρατήσουν.

Είναι κι αυτό μια ιδεολογία. Η νίκη της δικιάς τους αλήθειας, της αλήθειας των γεωργελέδων* πάνω στα ρετάλια της ζωής κάποιων άλλων. Μ΄αυτού του είδους την αλήθεια, την χαιρέκακη, μνησίκακη, επιθετική, εκδικητική, συχνά πυκνά ξεδιάντροπα ειρωνική, αυτήν που θεωρεί εαυτόν «ορθό λόγο», την μιξοπάρθενη «αφ’ υψηλού», αυτήν που βολικά καμουφλάρεται πίσω απ’ το μέικ απ του «κρίμα μα τώρα πια δεν γίνεται αλλιώς», δεν βλέπω να έχω καμιά σχέση. Ποτέ δεν είχα.

Αυτά. Δεν πάμε που δεν πάμε θάλασσα, πάω να διαλύσω και να ξανασυναρμολογήσω καμιά συρταριέρα τώρα. Με ένα άλεν ξεχνιέμαι.

* generic, παίζεται και με άλλα ονόματα, μικρός ο τόπος, γνωριζόμαστε όλοι πλέον

ρόγχος *

26916203

Είναι τυράννια ο τρόπος που ξεψυχάει ο Ιούλιος, εδώ και χρόνια. Σαν χτες, καλή ώρα, που έδειχνε 31. Στο ρολόι. Ημερολόγιο δεν ζει στο σπίτι.

Με τριαντατέσσερις βαθμούς έξω, όπου κι αν έσταζε ο ιδρώτας μου τον άκουγα να εξατμίζεται σε δευτερόλεπτα, τον άκουγα καθαρά. Σαν ρόγχο. Όχι τελευταίο όμως, γιατί δεν τελειώνει εύκολα ο ιδρώτας. Ούτε κι ο Ιούλιος. Ώσπου να βγει η ψυχή του, φαγώνεται να πάρει και τη δική μας μαζί. Το σώμα του Μάνου δεν του ‘φτασε.

Παλιά θυμάμαι ήταν ωραίος -με τον τρόπο του- αυτός ο μήνας. Παλιομοδίτης, κύριος, σένιος, ένα Citroen SM με δερμάτινα καθίσματα, παιδί της βόλτας. Τώρα όλο βιάζεται, σαν ρολερκόστερ είναι. Ανεβαίνεις, ανεβαίνεις κι όλο ανεβαίνεις, κρατώντας σφιχτά το χέρι του γιατί ξέρεις πως όταν το στομάχι σου ανέβει στον οισοφάγο και το πάρεις αγκαλιά για να το παρηγορήσεις και να του ψιθυρίσεις «μη φοβάσαι, μη λιγοψυχήσεις, μη χυθείς έξω τώρα», θα βουτάς με φόρα προς τον Αύγουστο. Όπισθεν δεν έχει. Ούτε φρένο, πας κατευθείαν δεκαπενταύγουστο και τέλος.

Περάσαμε απ’ τη Θεσσαλονίκη, πήραμε τη Μαρία. Την ειδοποίησε η δικιά μου, είπε «σε μια ώρα είμαι έτοιμη». Με τη Λένα βλεπόταν δυο-τρεις φορές το χρόνο, ξέχασα από πότε είχα να τη δω, καιρό πολύ πάντως. Ήταν ακόμη όμορφη, της πήγαιναν τα μαύρα. Της το είπα, «μη το πεις αυτό του αλλουνού και φρικάρει» γέλασε. Έριχνα κλεφτά ματιές πίσω, μέσα απ’ τον καθρέφτη. Μετά ξεθάρρεψα και γύριζα το κεφάλι, όσο μπορούσα πιο -τάχα μου- αδιάφορα. Τα πόδια της -ωραία, γεμάτα, αληθινά μπούτια- γυάλιζαν. Το ίδιο και τα μάτια μου, μα είχα προνοήσει να τα κρύψω καλά. Μια δυο φορές με συνέλαβα στη διαδρομή να σκαρώνω (από μέσα μου) σαχλά στιχάκια με ζ-άρα, μαξμ-άρα και τα σχετικά ομοιοκατάληκτα αλλά μετάνιωσα αμέσως, «σε κηδεία πας τομάρι» μου το ξέκοψα.

Από την ώρα που παρκάραμε απέναντι απ’ το σπίτι με το αόρατο κηδειόχαρτο -γύρισα από την άλλη πλευρά να μη δω το όνομα, θαρρείς και θα ξόρκιζα αυτό που με περίμενε πάνω- περασμένες δέκα τη νύχτα, κάπνισα ατέλειωτα τσιγάρα στο μπαλκόνι μα στιγμή δεν αποχωρίστηκα τα μαύρα μου γυαλιά. Όπως τότε, στον πλάτανο, εικοσιτόσα χρόνια πριν. Σπουδαία ανθρώπινη ανακάλυψη, σε κάνει αόρατο. Δεν μ’ ένοιαξε πόσο αστείος φαινόμουνα, δεν έβλεπα κανέναν και δεν με έβλεπε κανείς, άλλωστε. Όταν δεν σε κοιτάνε μέσα στα μάτια και δεν κοιτάς μέσα σε μάτια, δεν υπάρχεις. Η ευγένεια, διάβασα κάπου, απαιτεί να κοιτάς κάποιον κατάματα στην πρώτη σας συνάντηση. Για την τελευταία δεν θυμάμαι να πήρε κάτι το μάτι μου. Ευτυχώς δεν διαβάζω πολύ.

Ντρέπομαι αλλά στιγμή δεν βούρκωσα για το Μάνο. Για κείνη που δεν της ταίριαζε ο ρόλος της χήρας ναι, παρά λίγο. Για τα πεθαμένα μας καλοκαίρια μάλλον. Για τα τρία κορίτσια με τα μικρά μαύρα μαγιώ και τα χείλια τους που μύριζαν κάμελ λάιτς, λιπγκλος cherry και πράσινη ελιά μέσα στο διπλό μαρτίνι. Για το δέρμα τους που όταν το ξαλμύριζαν το ντύναν με Charlie και Ysatis, για να μας καταπιεί μετά ζωντανούς πάνω σε σεντόνια νοικιασμένων δωμάτιων. Τώρα η μυρωδιά ήταν αγνώριστη. Ζέστη ανάκατη με θυμίαμα, λιβάνια, κεριά, φτηνά λουλούδια τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο και ιδρωτίλα που ξεχείλιζε από μαύρες συνθετικές μπλούζες και άσχημα πουκάμισα, χυμένα έξω από παντελόνια που πρόλαβαν να γίνουν γουμίδια.

Ξημέρωσε. Μισή ντουζίνα βεντάλιες των δυο ευρώ απ’ τα κινέζικα κάναν ασταμάτητα αέρα. Ήταν τόσο πηχτός που τον κόβαν σε μικρά μικρά κομμάτια. Ελπίζω να βρισκόταν κάποιος να τα μαζέψει από το πάτωμα όταν θα φεύγαμε για την εκκλησία, θα ΄ταν ντροπή ν’ αφήσουμε τόση ακαταστασία ξοπίσω. Στις εντεκάμιση ήρθε ο παπάς. Περασμένες μιάμιση έπεσε η πρώτη σταγόνα κρασί πάνω στο σάβανο. Τέλος.

Στην επιστροφή, μετά που αφήσαμε τη Μαρία στο σπίτι της, ανταλλάξαμε πέντε κουβέντες όλες κι όλες.

 

«Μήπως έπρεπε να μείνω απόψε; να ‘ρχόμουν με το ΚΤΕΛ αύριο» 

 

«Ξέρω γω…μάλλον»

 

«Το παιδί  σκέφτομαι. Εκείνη θ’ αντέξει»

 

«Μαζί θ’ αντέξουν»

 

Το «crazy for you» έπαιξε πάνω από δέκα φορές. Αντίδοτο. Crazy for loving you. Γινάτι, ανακατεμένο με φόβο. Εγώ θα μείνω ζωντανός ρε πούστη χάρε, δεν θα τους αφήσω μόνους. Εγώ και ο Neil Halstead.

Κοντά μεσάνυχτα μπήκαμε σ΄ένα σπίτι που έβραζε. Άδειο. Τα δικά μας παιδιά ήταν έξω, η ζωή γι αυτά συνεχιζόταν χωρίς αναταράξεις και «τον αγαπημένο μας, ετών 52». Πέταξα πουκάμισο και παντελόνι πάνω σε μια καρέκλα,  στην κουζίνα. Έπλυνα -έτσι λένε να κάνεις σαν γυρνάς στο σπίτι από κηδεία- χέρια, πρόσωπο, δεν είχα κουράγιο να μπω και για μπάνιο. Κοιτάχθηκα στον καθρέφτη, τρόμαξα μ’ αυτό που είδα. Ήταν λάθος μεγάλο να βγάλω τα γυαλιά.

Άνοιξα το ψυγείο για να βρω μια μπίρα, έπεσα πάνω στο τάπερ με τα προχτεσινά γεμιστά. Έχασε η μπίρα. Πήρα ένα στο χέρι, γέμισα ρύζια το πάτωμα, ήθελα να τα γλείψω μα αντιστάθηκα. Έβαλα το on some faraway beach  να παίζει, χαμηλά..

Given the chance…

Εκείνη τη νύχτα πολλά ξεκαθάρισαν μέσα μου. Ακόμη κι αν είχε σκοπό να με γαμήσει ωραία ο Αύγουστος, θα του ‘λεγα την αλήθεια. «Εγώ ψυχή παράδωσα στον προηγούμενο, για σένα μόνο λίγα ψιλά περίσσεψαν. Άμα θες βολέψου μ΄ αυτά, άμα  θες φύγε».

Αποκοτιά. Βλακεία μου. Ελπίζω να μην είναι Σάϋλωκ και να μείνει.

Για λίγο, έστω.

γραμμένο για το Μπαχάρ 5  , χαρισμένο με  την αγάπη μου στον Σπύρο και στον Xρήστο

δυο συγχωνευμένες ιστορίες

Χωρίς Οικογένεια

Ένας κακός και μύωπας λαθροκυνηγός σκότωσε μια νύχτα, με πανσέληνο στο Instagram, τη μαμά του Μπάμπι με μια Bennelli-Rassaello, περνώντας την για φραγκόκοτα. Της άνοιξε μια τεράστια τρύπα στο κεφάλι, ίσα με μια ομπρέλα θαλάσσης. Ο Μπάμπι είπε «δεν πειράζει, θα ζήσω με τον μπαμπά μου». Ο μπαμπάς του όμως είχε άλλα σχέδια -αφού δεν του ‘δινε χάπια ο ΕΟΠΥΥ για να γλιτώσει την κατάθλιψη- και στα σαράντα της γυναίκας του έφτιαξε μια πολύ ωραία θηλιά σταυρόκομπο και κρεμάστηκε πάρα πολύ απελπισμένος και πικραμένος από μια ροδακινιά. Ο Μπάμπι είπε «thats life, δε γαμείς, θα ζήσω με το θείο μου». Η θεία του όμως είχε -κι αυτή- άλλα σχέδια και κάρφωσε του άντρα της ένα μαχαίρι ίσα με τριανταπέντε πόντους στο πάγκρεας γιατί είχε υπόνοιες (δικαίως) πως την απατούσε παρά φύση και κατά φύση με την οχιά τη μακαρίτισσα την αδερφή της. Ο Μπάμπι είπε με μάτι που γυάλιζε «θείτσα, τα δυο μας τώρα» και η θείτσα έπεσε στα ψυχοφάρμακα -αφού της έδινε χάπια με το ντουρβά ο ΕΟΠΥΥτζής της γειτονιάς που την γούσταρε- γιατί ήξερε κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη τι κουμάσι είναι ο Μπάμπι…

Εφιάλτης στο δρόμο με τα ροδάκινα

Ο κακός και μύωπας λαθροκυνηγός που είχε σκοτώσει εξ αμελείας τη μαμά του Μπάμπι σε μιαν άλλη ιστορία, μόλις έμαθε το φριχτό τέλος που περίμενε τη θεία του ορφανού, δεν άντεξε τις τύψεις και κρεμάστηκε -κι αυτός- από μια ροδακινιά. Δυο μέρες μετά κρεμάστηκε σε μια γειτόνισσα ροδακινιά και η αγαπημένη πιστή  του καραμπίνα Bennelli-Rassaello που ήταν αδύνατον να ζήσει χωρίς το γκαβό αφεντικό της.

Εκείνη τη χρονιά, οι παραγωγοί ροδάκινων απελπισμένοι πλέον από τα νέα αυτά παράξενα φρούτα που βρίσκαν κάθε τρεις και λίγο πάνω στα ωραία δέντρα τους, αποφάσισαν να αλλάξουν επάγγελμα και να ανοίξουν «αγοράζω χρυσό». Ο πρώτος τους πελάτης ήταν το μαλακισμένο ο Μπάμπι που κουβάλησε τα χρυσά δόντια απ’ όλο του το σόι, τα γιορντάνια της μάνας του, το συλλεκτικό ρόλεξ «Άθενς 1896» του θειού του και τον μεγαλόσταυρο της θείτσας του. Ο μπαμπάς του όχι ρολόι, όχι καδένες, όχι χρυσό, στον ήλιο μοίρα δεν είχε.

Γι’ αυτόν τον μπαμπά καμιά ιστορία δεν γράφτηκε. Ούτε συγχωνεύτηκε. Την κλείσαν πριν καν ανοίξει.

≈  ≈ ≈

τέσσερις, μεσημέρι, Ιούλιος

26830805

Side one τζιτζίκια.

Side two τζιτζίκια.

Η ίδια κι απαράλλαχτη εξηντάρα κασέτα.

Νομίζεις. Πάτα το rewind και ξαναπαίξ’την.

 

Ένα εκπαιδευμένο στις ζέστες αυτί, κάπου στο βάθος αριστερά θ’ ακούσει τα φύλλα μιας λεύκας να κάνουν σαν παλαβά, λυσσώντας να πάρουν πρόωρο διαζύγιο απ΄ τα κλαριά τους. Στην εξηντάρα. Στην ενενηντάρα χωράγαν και πλατάνια. Λίγο δεξιότερα η ταλαιπωρημένη εξάτμιση από ένα μικρό ενενηντάρι Honda φορτωμένο με ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, με το αλάτι ακόμη κολλημένο -θα τ’ ακούσεις κι αυτό- πάνω τους. Ο αέρας θα στείλει για δευτερόλεπτα δίπλα σου -σχεδόν από πάνω σου, ίσα που πρόλαβες να σκύψεις- ένα σαρανταπεντάρι από αρχαίο τζουκμπόξ, Γιώτα Λύδια σίγουρα, την ώρα που ένα πηρούνι θα τσιμπάει το τελευταίο κομμάτι τηγανητής μελιτζάνας, αυτόν τον ήχο μια φορά να τον ακούσεις και δεν τον μπερδεύεις μ’ άλλον ποτέ. Ποτέ. Μετά ξανά τζιτζίκια. Για μια στιγμή θα νομίσεις πως ακούστηκε ακριβώς πίσω σου η κόρνα απ’ το ψιλοσακάτικο MAN, αν το χάσεις χάθηκες, επόμενο κτελ μετά από τρεις ώρες. Μπορεί να μην ήταν κόρνα όμως, ίσως να αποτρελάθηκαν κι άλλο τα τζιτζίκια. Μια φωνή λίγο πριν τελειώσει η πρώτη πλευρά σου λέει «θες παγωτό;», μια άλλη μέσα σου απαντάει -μόλις πατήσεις play στην side Β- «έχει κρύες χένινγκερ νομίζω, φέρε», μάλλον άνθρωποι, εκτός κι αν τα τζιτζίκια αποφάσισαν να μάθουν ανθρώπινα. Μπορεί. Όλα γίνονται στις τέσσερις το μεσημέρι, Ιούλη μήνα. Ακόμη και να τ’ ακούσεις να λένε «έρχεται το επόμενο κύμα, μη χασομεράς με caps lock και backspace, τρέχα, εμείς εδώ θα ‘μαστε να σε περιμένουμε».

 

Pause

♪ ♫

ένα βουνό από σκατόψυχα δάχτυλα

pointing_finger

 

Να φεύγει -σχεδόν κρυφά-  απ΄το σπίτι και να μη σου ζητάει ούτε ένα ευρώ, για να μη σε στείλει στα πατώματα όσο κάνεις πως ψάχνεις. Να περνάνε τρεις μέρες, να της δίνεις ένα τάληρο -που το ‘κλεψες από κάποιον καθυστερημένο λογαριασμό- και να σου λέει «έχω, δεν θέλω, όταν δεν έχω θα σου ζητήσω». Να σε μεγαλώνει με τέτοια ψέμματα για να μη σε γονατίσει κι άλλο (της φτάνει αυτό που βλέπει) , να τη βλέπεις να βγαίνει με τα ψέμματά σου στην τσέπη. Ψέμματα, όχι κέρματα.

Και να ‘χεις τους σκατόψυχους που δεν το ζουν αυτό, που δεν ξέρουν τι είναι να μεγαλώνεις παιδί, που έχουν απάντηση για όλα στο μαλακισμένο «λυσάρι» τους, να κουνάνε το δάχτυλο. «Έτσι τα μάθατε», «να πάνε να δουλέψουν για το χαρτζιλίκι τους, όπως κάνουν έξω», «αν δεν έχει λεφτά και δεν ζητάει, να ανησυχείς», «για να περάσεις καλά αν είσαι δεκαεφτά δεν χρειάζεται να χεις λεφτά», «άμα ζεις τόσα χρόνια με δανεικά, να της το εξηγήσεις αυτό για να ξέρει ποιος υποθήκευσε το μέλλον της», «άλλες μελούρες έχεις να πεις ή τις ξόδεψες όλες;».

Αυτό το δάχτυλο θέλω μια μέρα να το δω κομμένο. Ένα βουνό από σκατόψυχα δάχτυλα.

(με αφορμή ένα στάτους της Moment in the wind)