χωρίς τετρακυκλίνη *

Για οικονομία λόγου σου λέω -επειδή τον γνώρισα προσωπικά- ότι πιασάρικους προλόγους δεν χρειάζεται η ιστορία, χρόνο για πέταμα δεν έχει κανείς. Αυτό που ξέρω είναι πως την αγαπούσε υπερβολικά, γνωρίστηκαν σε παλιές καλές εποχές, δεν είχε μυαλό έξω απ’ αυτήν, ποτέ δεν καταδέχτηκε να πει μισή κουβέντα σε άλλην όσο ήταν μαζί της. Ακόμη κι όταν κοιμόταν μόνος ή κάναν εξ ανάγκης διακοπές χωριστά, η τελευταία του σκέψη πριν κλείσει μάτια ήταν για κείνη, αυτή ήταν η έμπνευση του, η μούσα του, το σύμπαν του, η ζωή του ολόκληρη. Μιλούσε γι αυτήν και έλαμπε. Ακόμη και μετά από δέκα, δεκαπέντε χρόνια τα μάτια του γυάλιζαν, όταν τα δικά μας θάμπωναν στα τρία-τέσσερα χρόνια μ’ αυτές που διαλέξαμε. Ή μας διάλεξαν.

Όταν διαπίστωνε ότι οι άλλοι γύρω του την αντιμετώπιζαν ψυχρά, συγκαταβατικά και τυπικά, μερικοί δε με έκδηλη αντιπάθεια, έριχνε πάντα το φταίξιμο σ’ εκείνους που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία της, τις χάρες και την ομορφιά της, όχι σ’ εκείνη. Αυτό στάθηκε αφορμή για να κόψει τις παρτίδες μαζί τους, σχεδόν προσβεβλημένος. Ένας απ’ αυτούς ήμουν κι εγώ.

Από τη μέρα που βρέθηκαν κάτω απ’ την ίδια στέγη τη λάτρεψε. Νέος δεν ήταν, κόντευε τα 32, μα δεν είχε εμπειρία με άλλες εκτός από μερικές βδομάδες ή και μήνες, άνευ σημασίας. Αυτή -έλεγε- ήρθε για να μείνει για πάντα στη ζωή μου. Δεν τόλμησε -βέβαια- ποτέ να τη ρωτήσει, δεν ξέρω να σου πω αν ήταν επειδή φοβόταν την απάντηση ή τη σιωπή της. Τέτοια σχέση παθολογική δεν θυμάμαι ούτε σε βιβλία, μπορεί ο Paolo με τη Francesca, μπορεί ο Κουασιμόδος, ίσως το Φάντασμα της Όπερας, ίσως ο Salim με την Anarkali, πιθανόν σε κάποιο της Μαντά, δεν είμαι δα και κανένα τζάνκι της λογοτεχνίας για να σου δώσω το μέτρο του έρωτα.

Της έδινε δέκα, του επέστρεφε ένα, δυο, τρία, δεν είχε σημασία, έτσι είναι οι μονόμπαντοι έρωτες, δεν βγάζεις ζυγαριά, μεζούρα και δοσομετρητή. Το τι έκανε αυτός είχε σημασία, όχι εκείνη, εκείνη μπορούσε να πηγαίνει και με άλλους αν ήθελε, αυτός την είχε αγαπήσει για όσα του έδινε, όχι για όσα του στερούσε. Όταν τύχαινε να τον πάρω τηλέφωνο κάποιο βράδυ για να βγούμε, η απάντηση ήταν ίδια. «Ρε συ, υποσχέθηκα αφού».

Μετά σταμάτησα να τον παίρνω, κι εγώ και άλλοι. Μαζί της θέλεις, μαζί της μείνε. Ούτε μαθαίναμε τι κάναν οι δυο τους τα σαββατοκύριακα, από την ώρα που της παρέδωσε και τα Σάββατα για μας ήταν ξεγραμμένος. Κι άλλοι αγαπήσαμε, Δευτέρα με Παρασκευή όμως, τα σαββατοκύριακα είναι για τους φίλους και για τις μπίρες και για τα τσίπουρα και τις σάχλες και τα γήπεδα, όλα έχουν ένα όριο, αυτός το πέρασε με την πρώτη προσπάθεια.

Τα πρώτα σύννεφα στη σχέση τους δεν τα είδε. Ήταν πάντα απασχολημένος με τα καθημερινά, τα μικρά, τα ασήμαντα. Όλοι ψιθύριζαν πως κάτι δεν πάει καλά μεταξύ τους, μα αυτός ούτε τις σάλπιγγες της Ιεριχούς, ούτε καν τους Prodigy πρώτη θέση κάγκελα θα άκουγε, όχι ψίθυρους. Όσοι ζηλόφθονοι τόλμησαν να του πουν κατά πρόσωπο «πρόσεχε, μη δίνεσαι τόσο, υπάρχει ζωή και δίχως αυτήν» πνίγηκαν ο ένας μετά τον άλλον σε ένα πηγάδι μέσα του.

Μια Τρίτη ξύπνησε με σπασμούς στην κοιλιά, ένιωθε ναυτία, έκανε τρεις φορές εμετό, πέντε, δέκα, σωριάστηκε στο κρεβάτι σα χολεριασμένος, δεν προσπάθησε καν να τηλεφωνήσει σε κάποιον, ούτε φίλο, ούτε συγγενή, ούτε το 166. Μόνο σε κείνην. «Δεν θα ‘ρθω σήμερα» είπε, «δεν νιώθω καλά, θα συνέλθω μέχρι αύριο, σίγουρα θα είμαι καλύτερα». 

Δεν συνήλθε αλλά σύρθηκε -σκέτο λείψανο- ως εκεί μετά από δυο μέρες, δεν θα την άφηνε μόνη κι απροστάτευτη ανάμεσα σε άλλους που -όσο κι αν μουρμούριζαν για το πόσο ασυμπάθηστη είναι- δεν σκόπευαν να σταματήσουν να τριγυρνάνε ανάμεσα στα πόδια της χτυπώντας κάρτες ή υπογράφοντας πλάι στο όνομά τους σε χοντρά βιβλία. Εκείνη βέβαια ήξερε τα κίνητρα του καθενός, αφελή δεν την έλεγες, ανέκαθεν βολευόταν με όποιον της πούλαγε -ή της δάνειζε, έστω- έρωτα κι ας ήταν πιο ψεύτικος κι απ΄το χαμόγελο του Τζόκερ, ποιός να την αδικήσει;

Μια μέρα η μεγάλη του αγάπη είπε «οι δυό μας τελειώσαμε» και του ζήτησε να μαζέψει τα πράγματα απ’ το γραφείο του. Ούτε έμαθα αν ήταν mano-a-mano με τον «Διευθυντή Ανθρωπίνων Πόρων» ή το διάβασε σε ένα εταιρικό παλιόχαρτο, αν συνοδευόταν με «ευχαριστούμε για την συνεργασία» ή χωρίς κερασάκι, τι μέρα και τι ώρα ήταν, αν είχε ήλιο, αν έβρεχε, αν φύσαγε έξω, αν του έδωσε αποζημίωση αφοσίωσης ή του την χρωστάει ακόμη, όχι πως έχει και σημασία. Για όλους υπάρχει αυτή η μέρα του «απολύεσαι», αν όμως έχεις πρώτα προλάβει να πέσεις με τα μούτρα πάνω στα δεκάωρα και στα δωδεκάωρα, κανένας πλαστικός δεν στα στρώνει μετά. Στο είπα πως έχουμε από καιρό χαθεί, δεν έχω ιδέα πού τριγυρνάει σήμερα για να κολλήσει κανένα γεροντοένσημο, αγνοώ αν θα τον βρεις εδώ τριγύρω ή πέρα απ’ τα σύνορα, μα το ξέρεις, θαρρώ, πως δεν έχουν μεγάλη πέραση στην πιάτσα οι πενηνταπεντάρηδες και τα κουρασμένα, ξεζουμιασμένα CV τους…

———————————

* γραμμένο για το μπαχάρ 3

 

 

Advertisements

wasp me baby

Σφήκες ολόγυρα στην πιατέλα με το κατσικάκι. Και πάνω του, δοκιμάζουν, κόβουν, τρώνε, στρατιά ολόκληρη. Όπως οι Λιλιπούτ πάνω στον Γκιούλιβερ, μόνο που εκείνοι φέρθηκαν πιο πολιτισμένα. Δεν τις σιχαίνομαι τις σφήκες, δεν είναι μύγες. Λατρεύουν τη σάρκα, πιο πολύ κι από πεινασμένο -για γυμνό κορμί- άντρα. Άμα τους πάρεις το φαί δαγκώνουν αλύπητα. Έχουμε κάτι συνωμοτικά κοινό.

Μη τις διώχνεις, ούτε να κάνεις κινήσεις άγαρμπες, μπορεί να σε τσιμπήσουν άσχημα.  Άσε, θα φέρω να κάψεις λίγο καφέ.

Φέρνει δυο κουταλιές ελληνικό, τούρκικο, όπως θες πες τον, μέσα σ’ ένα διπλωμένο αλουμινόχαρτο. Ανάβει τον καφέ με έναν αναπτήρα πλαστικό, της οκάς. Κινέζικο, σίγουρα. Και το αλουμινόχαρτο, κι αυτό από κει μάλλον. Ο καφές ευτυχώς όχι, ακόμη. Θα πελαγώσουμε μετά.

Μυρίζει ωραία. Κάτι ανάμεσα σε παλιό καφενείο και αρχαία χρόνια, τότε που μου ‘δινε η μάνα μου να καταπιώ μια κουταλιά καφέ με στυμμένο λεμόνι, όταν πόναγε η κοιλιά μου και δεν μπορούσα να σηκωθώ από την τουαλέτα. Μετά βγήκαν τα Imodium και τα γιατροσόφια άρχισαν σιγά σιγά να ξεψυχάνε. Τώρα θα ξανάρθουν, σίγουρα θα ξανάρθουν, οι εποχές της ευμάρειας θάφτηκαν μαζί με τη λειψή συνταγογράφηση.

Σκύβω και μυρίζω τον καπνό. Τον χώνω βαθιά στα πνευμόνια, κλείνοντας τα μάτια για να μη δακρύσω, εισπνοή. Τσιγάρο δεν βάζω μέσα, κάτι πρέπει να τα ταΐσω κι αυτά για να νιώθουν πως ενηλικιώθηκαν.

Μπορείς να φας με την ησυχία σου τώρα, μέχρι να σου φέρω και λίγο καρπούζι. Τότε θα έρθουν και οι μύγες. Μυρμήγκια δεν έχουμε πολλά, ένα φου να κάνεις θα φύγουν.

 

Είναι ωραία τα καλοκαίρια, σκέφτομαι. Ακόμη κι αν έχει μόνο ένα πιάτο στο τραπέζι, ποτέ δεν τρως μονάχος σου. Μα τσιμπάει άσχημα ο Ιούλιος κάποιες φορές και σε μεταμορφώνει μέσα σε μια νύχτα σε Struldbrugg. Που μυρίζει αιώνια  ναφθαλίνη και αμμωνία…

μαλάκες

Χήρα, ετών ογδόντα εφτά. Ολογράφως. Φύρα για το κράτος. Ντρέπεται, γιατί ξεπέρασε το προσδόκιμο. Και είναι βάρος, για όλους. Λέει.

Σύνταξη 894 ευρώ. Οκτακόσια ενενήντα τέσσερα. Ολογράφως κι αυτό. Άλλοι -λέει- δεν παίρνουν ούτε τετρακόσια. Μερικοί ούτε καν σύνταξη. Μερικοί δεν έχουν καν δουλειά. Κάποιες μέρες ούτε γάλα για το παιδί παίρνουν. Την κάναν να ντρέπεται και γι αυτό. «Επειδή το βάλατε γινάτι να ζείτε εσείς και να ζείτε με οκτακόσια ευρώ, εσείς που ανάγκες δεν έχετε, δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους, ένα βαρίδιο είστε».

Στα νοίκια, επί αιώνες. Όλα πέφτουν, τα νοίκια είναι σκληρά καρύδια, αντέχουν ακόμη. Έφυγε, μετά απο εικοσιπέντε χρόνια, από το προηγούμενο σπίτι γιατί ούτε ένα εικοσάρικο σκόντο δέχτηκαν να της κάνουν, να πληρώνει τουλάχιστον τη συμμετοχή της για τα χάπια της πίεσης. Μετακόμιση στα 86. Νέα ζωή αρχίζει ξανά. Για δυο μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο κουτί. Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν, ήθελε το βράδι να πάει στο μπάνιο και πήγαινε στην ντουλάπα. Ήθελε να πατήσει το διακόπτη και έπιανε πόμολο. Πήγαινε να ανοίξει τη βρύση στην κουζίνα και άνοιγε το ψυγείο. Τρεις φορές λάθεψε και στο κρεβάτι, ευτυχώς είχε τοίχο δίπλα και την κράτησε όρθια. Το 2011 πλήρωσε τρεισήμισι χιλιάρικα σε νοίκια. Μπορούσε -βέβαια- να πάει να ζήσει σε τριάντα τετραγωνικά στον πρώτο ή σε κανένα δώμα αντί να ζητάει Βερσαλλίες στον τρίτο με εξηνταπέντε τετραγωνικά. Και σε γηροκομείο μπορούσε, βασίλισσα θα ήταν, αν δεν ντρεπόμασταν εμείς. Το σύνδρομο της Βίκης τις στοίχειωσε όλες όμως, νέες και γριές. Στα λούσα και στη χλίδα. Και γι αυτό ντρέπεται.

Πληρώνει ρεύμα, νερά, τηλέφωνο. Και κοινόχρηστα. Επιμένει να έχει ηλεκτρικό, τρεχούμενο νερό και να μιλάει μια στις τόσες με τις κόρες της και την αδερφή της. Να μιλάει, για να νιώθει ότι δεν είναι φάντασμα.

Δεν θα το πιστέψεις αλλά τρώει κιόλας. Έχει δοσοληψίες με τον χασάπη. Τον φούρναρη. Και με το μανάβη. Μια μέρα είδα να της κάνει ντελίβερι και ο μπακάλης της γειτονιάς. Τυρί, γάλα, ρύζι, αλεύρι, έναν πελτέ ντομάτας, μακαρόνια νούμερο 10, πιπέρι, ζάχαρη, δυο κουτάκια μπίρες. «Για τα εγγόνια» που θα ‘ρχόταν να τη δουν. Εκείνη πίνει ελληνικό, μέτριο. Αν ξεχάσει να πει στο μπακαλόπαιδο να φέρει καφέ, πίνει νερό σκέτο. Από τη βρύση και το ψυγείο, μισό μισό. Έχει και ψυγείο. Ένα Κελβινέιτορ σαράντα χρόνων, δεν το αλλάζει. Κανείς δεν της είπε ότι εδώ δεν είναι αρχαία Αίγυπτος, να θάβουν τους ανθρώπους με τα ηλεκτρικά τους μαζί. «Αφού δουλεύει παιδάκι μου, τι με πειράζει η απόψυξη;»

Τα πόδια τσακισμένα, η μέση τσακισμένη, δεν βγαίνει πια έξω, μόνο στο μπαλκόνι για να ρίξει λίγο νερό στις πέντε γλάστρες. Στις μεγάλες ζέστες πλένει και το μπαλκόνι, ξυπόλητη. Τότε μόνο τη βλέπω να ανατριχιάζει από ευχαρίστηση. Τότε που θυμάται τις παλιές μέρες, που έπλενε τη σκάλα στη μονοκατοικία όταν ο ήλιος έκαιγε και μετά έστρωνε τις κουρελούδες για να καθήσει με τις φίλες της, καρπούζι γλυκό, κρύο νερό, γέλια. Της είπα χίλιες φορές «απαγορεύεται να θυμάσαι, δεν σου κάνει καλό». Το είπα και στην κόρη της, «μίλα της, εσένα σ’ ακούει». Δεν μ’ ακούει καμιά τους. Επιμένει να μη ξεχνάει. Αδιόρθωτη. Δεν ντρέπεται να θυμάται, λέει.

Στις είκοσι του μήνα της έχουν περισσέψει σαράντα, άντε πενήντα ευρώ μέχρι να ξαναπληρωθεί. Από τις είκοσι και μετά δεν χρειάζεται τίποτε από ψώνια, «όχι παιδάκι μου, απ’ όλα έχω». Γιατί ξέρει πως λεφτά δεν θα της πάρουμε για ένα ψωρορύζι, λίγα μακαρόνια, μισό κιλό κιμά και τρία φρούτα. Και ντρέπεται. Κι άμα της γεμίσουμε κρυφά -τώρα που μπορούμε κι εμείς- ντουλάπι ή ψυγείο κλαίει. Και κοιτάει στο πάτωμα, εμάς όχι. Ούτε το ταβάνι μπορεί να κοιτάξει, το γαμημένο το αυχενικό την γονατίζει κάθε δεύτερη μέρα. Δεν έχει πια κόκαλα, μια στήλη από άλατα είναι. Η γυναίκα του Λωτ θα έσκαγε απ’ τη ζήλια της.

Χτες της είπαμε ότι πρέπει να πληρώσει τετραψήφιο στην εφορία. Χίλια ευρώ και λίγα κέρματα. Πώς είναι όταν ο γιατρός σου λέει «δεν έχω καλά νέα», έτσι και τώρα. Πρώτα της είπαμε να καθήσει. Δεν κατάλαβε. «Γιατί;» ρώτησε, «δεν έχω ζάλη σήμερα, αφού έπλυνα και τα στόρια, καλά είμαι».

Τώρα θα ντραπεί για τα καλά. Αυτή. Που δεν χρώσταγε ποτέ ούτε ώρα σε άλλους, ούτε φλιτζάνι ζάχαρη, ούτε σπυρί από ρύζι, όχι λεφτά.

Θα ντραπεί, όσο και ο άλλος που ανατριχιάζει και μόνο στην ιδέα ότι θα ξεφτιλιστεί αν μετακινείται με τραμ, με ΚΤΕΛ και τρένα, μαζί με όσους παίρνουν τρακόσια, πεντακόσια, εφτακόσια ή εκατό ευρώ.

Γι αυτό φροντίζουν να ξεφτιλίσουν πρώτα όλους τους άλλους, έναν έναν, μέρα με τη μέρα. Nα τους βάλουν να τρώγονται μεταξύ τους, να ξεφτιλίζονται σαν τις πουτάνες που τρώγονται για τον πελάτη, θαρρείς και δεν ξέρουν πως είτε τον πάρουν είτε όχι πάλι πουτάνες θα είναι. Εννιακόσια ευρώ σύνταξη και ένα στόμα και μιλάς, εμείς που είμαστε δυο με πεντακόσια τι να πούμε δηλαδή; Γι αυτό μας ξεφτιλίζουν έναν έναν, όλους, μέχρι τον τελευταίο. Για να είναι η δική τους ξεφτίλα μικρότερη. Η πρώτη και μοναδική φορά που ζητάνε κάτι λιγότερο, κάτι μικρότερο, κάτι ευτελέστερο. «Ξεφτιλισμένοι ναι, αλλά εσείς περισσότερο. Είτε το θέλετε μαλάκες, είτε όχι,  εμείς πάντα θα είμαστε από πάνω. Πάντα. Επειδή εσείς μας βάλατε από πάνω. Ξεφτιλισμένοι μια εμείς, χίλιες εσείς. Μαλάκες, ε μαλάκες».

being Hoshi Sato

being Hoshi Sato

Σταφιδόψωμο και φραπέ, στο μπαλκόνι.

Εννιάμιση η ώρα, Κυριακή πρωί, αρκετά νωρίς για να ιδρώνεις, αρκετά αργά για να κρυώνεις, τα πόδια μου όμως μπουμπουκιάζουν συνέχεια. Τα χαϊδεύει κοιτάζοντας αφηρημένος τις τέντες απέναντι. Αντί να ζεσταθούν, το χνούδι τους σηκώνεται κι άλλο. Παράξενα είναι τα πόδια μας, αντιμιλάνε όμορφα ακόμη κι όταν αρχίσουν να βγαίνουν για ένα ποτό με την χαλάρωση και την κυτταρίτιδα, πριν αγαπηθούν μ’ αυτές και συγκατοικήσουν μόνιμα. Ίσως  και να ‘ναι πιο όμορφα τότε, αφού είναι πιο σοφά μετά από τόσα χέρια που τα ακούμπησαν ή δεν τα άγγιξαν καν.

Εδώ και μερικές βδομάδες γράφει συνέχεια τα σαββατοκύριακα και μερικά βράδια ενδιάμεσα. Τον ρώτησα «τι;» , είπε «θα δεις όταν τελειώσει». Προχτές εκεί που πληκτρολογούσε με ρώτησε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, «τι αυτοκίνητο είπαμε ότι είχε ο Γιάννης;». Έκανα μισόν αιώνα να καταλάβω για ποιόν μιλούσε, πού τον θυμήθηκε αυτόν; Καλά, δεν πειράζει, απάντησε, θα βάλω ο,τι να ‘ναι, ή Σέατ ή Φίατ είχε.

 

Είναι καλός. Με τον τρόπο του. Όταν είναι «εδώ». Συνήθως δεν είναι.

Δεν σταμάτησε να χαϊδεύει τα πόδια μου. Το χέρι του πήγε πιο ψηλά, του το κατέβασα, «αν θέλουν οι γείτονες να τον παίξουν πρωινιάτικα ας δουν τα μπούτια της γυναίκας τους, σοβαρέψου λίγο».

«Κανείς δεν τον παίζει βλέποντας τα μπούτια της γυναίκας του», είπε.

Δίκιο είχε. Με τα πόδια από τις γυναίκες των άλλων κάτι γινόταν όμως.

 

Φύσηξε, οι τέντες πήγαν πέρα-δώθε, οι κουρτίνες βγήκαν βόλτα έξω. Ο καφές μας φάνηκε πιο δροσερός. Λέξη δεν είπαμε, πώς να συνεννοηθούν δυο όντα από άγνωστους πλανήτες. Συνενοηθήκαμε  όμως με τις σκέψεις, μεταφρασμένες και καθαρογραμμένες απ’ τον Universal Translator που κρατούσε το έμπειρο -στην άγνωστη ορθογραφία- χέρι του Hoshi Sato στο Σταρ Τρεκ.

«Λενάκι, ωραία είναι εδώ»

«Ωραία, ναι. Πάντα τα λάτρευα τα μπαλκόνια. Μια μέρα να πάμε διακοπές σ’ αυτά, θέλω να μου το υποσχεθείς»

«Θα το κάνουμε κι αυτό. Θέλεις κι άλλο γάλα στον καφέ;»

«Όχι, μείνε δίπλα, μη φεύγεις, σφίξε με. Σφίξε με μαλάκα κι ας ξέρω ότι το μυαλό σου έχει βγάλει εισιτήριο γι’ αλλού»

————–

(απόσπασμα από τις “Αρχαίες Γυναίκες”)