η ζάλη των τάξεων

Στις 20 και 52 ακριβώς έκλεισε κατά σειρά PC, notebook και μάτια, έγειρε πίσω και ξεφύσηξε -μ’ αυτήν την αλληλουχία- μισό «fuck», ένα «ουφ» συν δυο μικρά φφφ. Πριν πετάξει κινητά, ακουστικά, σημειωματάριο μέσα στην τσάντα, η κύστη της υπενθύμισε ότι έχει ανάγκη από λίγη προσοχή. Στο WC (όσο παρατηρούσε ανέκφραστη τον πόντο που αποδήμησε από το καινούργιο καλσόν) άκουσε το κινητό να χτυπάει από το γραφείο της και μαζί με την ανακούφιση άφησε να βγουν από μέσα της -πάλι με αξιοθαύμαστη τάξη- δυο «fuck» κι ένα έξτρα λαρτζ «πφφφφφφφφφ». Επιστρέφοντας είδε όνομα στην οθόνη του κινητού, ένα αυθόρμητο ηχηρό «γάμησέ μας κι εσύ τώρα» ξεχύθηκε στις τέσσερις γωνίες, στο πάτωμα, το ταβάνι, αγκάλιασε τα ακριβά έπιπλα, κάδρα, παράθυρα, αλφαδιασμένους φακέλλους κι ένα ξεχασμένο -απίστευτο!- μηχανικό μολύβι πάνω στο γραφείο. Η καθαρίστρια που εκείνην ακριβώς την στιγμή βρέθηκε έξω από την ανοιχτή πόρτα του γραφείου της σκέφτηκε (για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μόνο) να ρωτήσει «είστε καλά;» αλλά φοβήθηκε μήπως ακουστεί πολύ αδιάκριτο, συνέχισε λοιπόν την πορεία της για την μεγάλη αίθουσα στο βάθος του διαδρόμου όταν χτύπησε το κινητό στην μεγάλη και φαρδιά τσέπη της πράσινης ρόμπας της, κρατώντας με το ένα χέρι την ηλεκτρική σκούπα είδε το όνομα στην οθόνη κι άλλο ένα αυθόρμητο αλλά βουβό «γάμησέ μας κι εσύ τώρα» έτρεξε να ζευγαρώσει με το προηγούμενο.

WC blues

Στην πρώτη μου δουλειά (ήμουν της τυχερής γενιάς, ήδη από τα 25) ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος (σαράντα χρόνια μεγαλύτερός μου, not alive, έτσι τον έβλεπα) με αγάπησε πολύ σύντομα αν και ήμουν -όπως μου ξεκαθάρισε- «πολύ αστός για τα μέτρα της εταιρείας αγόρι μου». Στην πραγματικότητα δεν ήμουν εγώ ο (πολύ) αστός, ήταν οι υπόλοιποι που δεν ήταν. Ελπίζω να είναι σαφής η διάκριση, δεν είναι δα και κανένα παράσημο η αστική καταγωγή -που είναι και λίγο ανέκδοτο στην βαθιά επαρχία, μην με πιάσουν στο στόμα τους οι επαγγελματίες μεγαλοαστοί-.

Μετά από κολύμπι στα βαθιά ήδη από τον πρώτο χρόνο και πριν καν κλείσω τα 27, πήρα την θέση του ως τότε Διευθυντή μου που αποφάσισε (αν θυμάμαι καλά) να ιδιωτεύσει. Πρέπει να ήταν περασμένα 40, ίσως κάτι παραπάνω. Πολύ μεγάλος. Hardly alive, έτσι τον έβλεπα. Οι πάνω από 40 ήταν -για τα μέτρα μου- σε μια νεκρή ζώνη μεταξύ κάτι-σαν-ζωής και παραίτησης από την ζωή. Σπίτι, οικογένεια, παιδιά, αυτοκίνητο με γραμμάτια, διαμέρισμα με συνέταιρο την τράπεζα, γκόμενα (συνήθως παντρεμένη κι αυτή), πηγαινέλα παιδιά σε φροντιστήρια, αρχές φαλάκρας, σκεμπές σε κατακρήμνιση, μπουζούκια επαρχίας την Παρασκευή (δεν το ‘ριξες ρε μαλάκα Ηλία) και Θεσσαλονίκης σαββατόβραδα φωτιά, Λευτέρης και Άντζελα μεταγραφή -δυο εβδομάδων- από Φαντασία, ή κάτι σαν κι αυτό. Not my playground.

Μεγάλος πρόλογος, περιττός. Απλά ήθελα να πω ότι στα πρώτα ταξίδια μαζί με τον Πρόεδρο, μου εκμυστηρεύθηκε ότι τις μεγάλες αποφάσεις για την εταιρεία τις έπαιρνε την ώρα του πρωινού ξυρίσματος. Δεν τον θυμάμαι καμία μα καμία ημέρα χωρίς κάποια ξυραφιά -ενίοτε και λίγο ξεραμένο αίμα- στο πρόσωπο. Ίσως έβλεπε το μέλλον, μετά τις μεγάλες αποφάσεις του, και ταραζόταν. Οι δρόμοι μας χώρισαν πριν είκοσι χρόνια, κάπως ψυχρά αλλά αυτά είναι αναπόφευκτα στους χωρισμούς που έπονται αγάπης και εκτίμησης (ντρέπομαι να πω ότι δεν ήταν ισομερώς αμοιβαία αυτά αλλά με έχω συγχωρέσει ήδη). Στην κηδεία του πήγα λίγο κλεφτά, λίγο παρείσακτος, ήταν αδύνατον όμως να λείπω. Οι περισσότεροι παλιοί συνεργάτες (δεν ξέρω γιατί αλλά δυσκολεύομαι με το «συνάδελφος»), όσους είδα μέσα κι έξω από την εκκλησία δηλαδή, ήταν εκεί ως συνταξιούχοι ήδη. Αυτά πληρώνουμε, μεταξύ άλλων.

Τρεις παράγραφοι που στάζουν φλυαρία για να καταλήξω ότι την ώρα του πρωινού κατουρήματος (όταν πλέον ξυπνάω για να ντυθώ και να πάω στο γραφείο όπου θα συναντήσω κάποιους 30ρηδες, κάμποσους 40ρηδες, αρκετούς 50ρηδες, ανεξαρτήτως φύλου) δεν παίρνω απολύτως καμία μεγάλη απόφαση για την δουλειά και την εταιρεία (άλλωστε I’m not the boss, άσχετα αν η γνώμη μου μετράει, τόσο όσο, στις αποφάσεις). Το ξύρισμα (το είχα εγκαταλείψει έξη-εφτά χρόνια, τελευταία ξανάπιασα ξυράφι) και το κατούρημα πρέπει να είναι αυτονομημένα από κάθε σκέψη και απόφαση, μικρή ή μεγάλη. Αν κάτι, πέρα από τα της δουλειάς, κατάφερα να μεταλαμπαδεύσω σε όσους -με δίψα για μάθηση- πέρασαν από τα χέρια μου ελπίζω να είναι αυτό, κι ας με κοίταζαν (κάποιοι χλιαροί) με απορία και ενίοτε άγαρμπα καμουφλαρισμένη έκπληξη. Tέτοιο mentoring και training δεν χωράει, δυστυχώς, σε κανένα CV και κανένα LinkedIn. Κι ας είμαι σίγουρος οτι το ίδιο πιστεύουν αμέτρητοι CEO και SVP και CMO ακόμη και του Fortune-500. Aυτά πληρώνουμε, μεταξύ άλλων.

Ο Καμύ των πτωχών

Περπατάω Σάββατο πρωί στην πόλη των παλιών, δεν μου κολλάει το παλιά πόλη. Πιο ζωντανή από΄ όλους μας είναι κι ας συναντήθηκα μόνον με έναν άνθρωπο, ούτε ματιά ανταλλάξαμε, από εκεί που άφησα το αυτοκίνητο μέχρι εκεί που με περίμενε ο δεύτερος καφές της ημέρας.

Κάθε κυβόλιθος και μια ιστορία. Δικιά μου και μερικών χιλιάδων άλλων. Αν σκεφτείς ότι κάτω από τα πόδια μας ζουν -σιωπηλοί μάρτυρες της ασήμαντης ζωής μας- κάμποσες χιλιάδες κυβόλιθοι, τύφλα να ΄χουν όλοι οι συγγραφείς, ποιητές, βάρδοι και τροβαδούροι από καταβολής σύμπαντος. Δεν σου λέω ότι οι ιστορίες μας είναι άξιες περιγραφής ή καταγραφής αλλά προσποιούμαι πως μιάν αξία την έχουν, όσες υποτιμήσεις κι αν πέρασαν από πάνω τους.

Εκεί φίλησα μέχρι που είπε «μας περιμένουν» και είπα «ας φίλαγαν κι αυτοί», εκεί θύμωσα πολύ (μου φαίνεται απίστευτο αυτό το «πολύ» σήμερα), εκεί της άνοιξα -άγαρμπα, ομολογώ- το πουκάμισο και “με σάλιο θα το ράψω τώρα;” (γελώντας, ευτυχώς), εκεί ίδρωσα με δέκα διαφορετικές αφορμές (σήμερα ζήτημα να ίδρωνα με μια), εκεί το δάγκωσα χειμωνιάτικα γιατί τα στενά είναι καταψύκτης όταν φυσάει σ’ αυτήν την πόλη, εκεί έψαχνα ένα πορτοφόλι με τεσσεράμισι χιλιάδες δραχμές στο μισοσκόταδο (χαλάλι σου, όποιος κι αν είσαι που το βρήκες, καργιόλη), σε κείνη την γωνία περίμενα τον Παναγιώτη με τους δίσκους του, σήμερα το πρωί έμαθα ότι ο Παναγιώτης πέθανε πριν δυο βδομάδες με πολύ πόνο, δέκα χρόνια νεότερος από μένα, εκεί κρατούσα την πιτσιφρίκα μου από το χεράκι της και όταν καθήσαμε και είπα «καφέ» εκείνη είπε «βαρέθηκα βυσσινάδα, μπορώ να πάρω πρασινάδα σήμερα;», εκεί κάπνισα μισό πακέτο τσιγάρα σε ένα τέταρτο και δεν ήρθε τελικά, εκεί της σήκωνα το πεσμένο τιραντάκι και κρατούσα το μέτωπό της όσο εκείνη άδειαζε το στομάχι της κι εγώ έλεγα, σάμπως με άκουγε, «σου είπα μην πιείς τέταρτο», εκεί ζήλεψε που με είδε να κρατάω το ξένο ξανθό μέτωπό και είχε ένα ύφος «ευκαιρία γύρευες» αλλά -το αναγνωρίζω- λέξη δεν είπε, εκεί έψαχνα επί δυόμιση χρόνια να παρκάρω για να προλάβω το «4 με 5, ραδιοφονιάδες» (πόσο άθλια μαρκίζα, πόση αγάπη σ’ όσα διαλέγαμε, πόσο ξύλινα όσα λέγαμε) σε ένα στουντιάκι που έμοιαζε με σαλόνι γιαγιάς (είχε και καρεδάκι με δαντέλα, ναι) , εκεί έλεγα «όχι ρε πούστη μου, νόμιζα τους είχα βάλει στη σακούλα τους Triffids», εκεί στραγγίξαμε μια στρατιά Calliga και ξεπαστρέψαμε μια ταξιαρχία Mateus, εκεί θέλαμε να φέρουμε τον Wim Mertens με το πιάνο του αλλά μας σακάτεψε το μπάτζετ, εκεί τσακίστηκα με το δίτροχο γιατί τα βρεγμένα γυαλιστερά στενά δεν είναι τρυφερά με τις σάρκες και τα κόκκαλά σου (συγγνώμη αδερφέ, δεν σου πλήρωσα ποτέ τα σπασμένα πλαστικά και τον καθρέφτη, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα ξεχρεώσω), εκεί ακούγαμε τον ιμάμη, εκεί και τις καμπάνες, εκεί και το Ashes to ashes, εκεί είδαμε το 1900, Δευτέρα το ένα μέρος, Πέμπτη το δεύτερο, εκεί είχα τον μικρό μου -δυο χρονών, ούτε- στους ώμους και μετά αγκαλιά σε σκαλάκια να του δίνω το τελευταίο γάλα της ημέρας την ώρα που αποκοιμήθηκε στα χέρια μου και μύριζα τον ιδρώτα στις δίπλες του λαιμού του, εκεί κατουρήσαμε τα εικοσάχρονα σε σκοτεινές γωνιές γιατί ένα βυτίο μπύρες δεν το επιστρέφεις σπίτι, εκεί ήταν το σπίτι του Φαίδωνα που στέγασε -με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα- τις πρώιμες κάβλες μας, εκεί δεν πατάω ποτέ όταν εισβάλλουν οι σεπτεμβριανές στρατιές, εκεί τα δυο θερινά σινεμά (μηδέν σήμερα) που φιλοξένησαν αμέτρητες νύχτες μας κι ας μην είχαμε ιδέα τι πάμε να δούμε -ο,τι κι αν έπαιζε μπαίναμε-, τώρα ανεβοκατεβαίνουμε πατώντας πάνω στις ίδιες πέτρες και δεν ξέρω αν ντρέπονται αυτές για την κατάντια μας ή εμείς που τις αντικρίζουμε τρέχοντας να βρούμε το αυτοκίνητο μετά από δυο ποτά (δεν παίζεις με τα alert των αιματολογικών) για να οδηγήσουμε γρήγορα πίσω στο σπίτι, «δεν άφησες κάτω το κινητό, μη δείχνεις ότι τους βαριέσαι τόσο, μια στις τόσες βγαίνουμε μαζί τους». Δεν ξέρεις, δεν ξέρουν, δεν τις αντέχω αυτές τις νύχτες, ούτε τα πρωινά, ούτε τα μεσημέρια, ελπίζω κάποια μέρα να περπατήσει ξανά λίγη ζωή σ’ αυτά τα δρομάκια. Το ωραίο με τα «ελπίζω» και τα όνειρα είναι να υπάρχουν, να τα πιστεύουμε κι ας αργούν ή κι ας μη γίνουν ποτέ. Δεν είμαστε πια δεκαοκτώ και είκοσι και εικοσιπέντε να μην μπορούμε να καταπιούμε το «δε θα γίνει», μεγαλώσαμε και ξέρουμε πως πιο πολύ μετράει το «κάτι θα γίνει», ίσως όχι το όνειρο ατόφιο, ίσως ούτε καν ένα μεγάλο κομμάτι του, μα και με ψιχουλάκια θα αντέξουμε. Θα βγει ο χειμώνας, ο,τι εποχή κι αν είναι αυτός.

Μην ανοίξετε το στόμα σας λατρεμένοι κυβόλιθοι. Κάποια μέρα θα το κάνω εγώ για λογαριασμό σας. Ξένος στην πόλη μου πια, εδώ και καιρό.  

Oκτώβριος, κάποιος

Στις 8 Οκτωβρίου του 2026 όλα θα είναι διαφορετικά. Ή, έστω, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο. Μόνον η βροχή, ίσως, θα πέφτει με τον ίδιο τρόπο. Από πάνω προς τα κάτω. Αυτό ελπίζω δηλαδή. Κάποτε μου δώσαν μια συμβουλή, «γράφε όσο ζαχαρωμένα και μελούρα θες, στον επίλογο όμως τάραξέ τους στην κυνικότητα, να μην ξέρουν από πού τους ήρθε». Δεν νομίζω ότι τα κατάφερα. Πολλές φορές το έκανα κι ανάποδα, να παλεύω -δεν το ΄χω το ρημάδι, στο γράψιμο εννοώ- να γράψω δέκα γραμμές σαν διάγγελμα του Αυτοκράτορα των Κυνικών και οι τελευταίες λέξεις να βγαίνουν σαν το μαλλί της γριάς. Έχω έναν ζαχαρούχο σατανά κρυμμένο μέσα μου, ρουφάς μισή παράγραφο και μπουχτίζεις αλλά can’t do better. Ή δεν θέλω, αξεδιάλυτο. Τις προάλλες στρώθηκα να γράψω μια λίστα με τα πράγματα που μου λείπουν. Στα δυο λεπτά παραιτήθηκα, δεν μπορούσα να αφήσω ανθρώπους έξω. Ούτε να βάλω στην λίστα πράγματά τους και όχι αυτούς ολόκληρους. Μετά από ώρα συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν πρόσχημα, απλά τρόμαξα γιατί θα ήταν πολύ μικρή η λίστα. Εκείνον τον Οκτώβριο (που τράβηξα αυτήν την φωτογραφία) ένα τζάμι τραίνου χώριζε το κεφάλι μου από την βροχή και την μυρωδιά του γκρι έξω, ήμουν -τι διαπίστωση!- κάποιος άλλος. Να μην νοσταλγείς, λέει. Αδιέξοδο είναι. Στην ντουλάπα έχω τα ρούχα, αυτή τη «στολή» που συχνά πυκνά μνημονεύω, που φορούσα τότε. Αν είναι και τα ρούχα νοσταλγία, καιρός να ετοιμάζω σακούλες κι αν με ρωτήσει κανείς όταν με δει φορτωμένο «τι έχεις εκεί μέσα;» κακό του κεφαλιού του. Τις πολύ παλιές νοσταλγίες (αντιδρούν άσχημα τα δάχτυλά μου όταν πληκτρολογώ αυτήν την λέξη, δεν μου αρέσει, μου θυμίζει μυαλγία, κεφαλαλγία, γαστραλγία, τι να τον κάνεις τον νόστο αν γαμιέται με το άλγος) τις έβαλα σε άλλες σακούλες και τις ξεφορτώθηκα, μπορεί για κάποια χρόνια να τις φόρεσαν άλλοι. Πώς διάολο είναι να ντύνεσαι με την νοσταλγία κάποιου άλλου; Στις 8 Οκτωβρίου του 2034 κάποιοι από μας θα είναι ακόμη εδώ, κάποιοι όχι. Δεν είναι δα και σπουδαίο αυτό που είπα αλλά λίγο τρομαχτικό είναι. Να μην τρομάζεις όμως με αναπόφευκτα, λένε. Αδιέξοδο είναι. Όλα αδιέξοδα; Ούτε ένα μικρό δρομάκι που να βγάζει σε ξέφωτο; Το ονειρεύτηκα κάμποσες φορές αυτό, να τριγυρνάω σε ένα δάσος σκοτεινό και να κατευθύνομαι προς τα εκεί απ’ όπου έρχεται η μουσική και η μουσική έρχεται από ένα ξέφωτο μικρό και η μουσική είναι το Part 1 από το Koeln Concert και ούτε πιάνο ούτε ψυχή υπάρχει στο ξέφωτο αλλά η μουσική είναι εκεί, πάντα ήταν, πάντα θα είναι, μετά ή ξαναμπαίνεις στο δάσος ή μένεις για πάντα στο ξέφωτο αλλά κανείς -στο είπα- δεν υπήρχε εκεί, όλοι ξαναμπήκαν στο δάσος αν υποθέσουμε ότι βγήκαν ποτέ από αυτό. Κοντεύει η ώρα για τον επίλογο (νύσταξα, αυτή είναι η αλήθεια) και ήθελα να γράψω «ελπίζω στις 8 Οκτωβρίου του 2038 να είμαστε όλοι εδώ» αλλά θυμήθηκα αυτόν που μου είπε σήμερα «Ηοpe is postponed disappointment» και σύρθηκα να ξυριστώ γιατί μόνον ο Ριπ βαν Ουίνκλ (τι μου θύμισες) μου έλειπε απόψε.

Προσευχή

Όταν σε γυρίζω σπίτι σου με το αυτοκίνητο προσεύχομαι να είναι κόκκινα όλα τα φανάρια στη διαδρομή.

Amen

σημάδια

Θα συνηθίσουμε, είπε. Και τον μαβί ουρανό και την βροχή και τα χοντρά ρούχα και τον αέρα και τις μύτες που στάζουν και τις κάλτσες και την απουσία της γύμνιας και τα κλειστά παράθυρα στο αυτοκίνητο και τα παγωμένα χέρια έξω από το πάπλωμα τις νύχτες και τα βιαστικά τσιγάρα στο κρύο, εύκολα συνηθίζει ο άνθρωπος, μια χειμερία νάρκη δρόμος όλα, βάζεις την ψυχή σου για ύπνο ελπίζοντας πως θα θυμάται όταν ξυπνήσει, τέσσερις μέρες ήταν όλες κι όλες αυτό το καλοκαίρι μα δεν τις λες και ψίχουλα, αν άφησες σημάδια χτες θα ξυπνήσει και θα τον βρει τον δρόμο αύριο.

λαβύρινθος

Από ένα αξεδιάλυτο κατασκευαστικό ελάττωμα δεν μπορούσε να γράψει ούτε μια χαρούμενη, προσποιητά έστω, ιστορία. Αυτό το κουσούρι του ήταν ανυπόφορο σε αμέτρητους ανθρώπους. Ακόμη κι όσοι του έδιναν μια δεύτερη ευκαιρία, μήπως και κάποια στιγμή διάβαζαν μισή παράγραφο που θα έβαζε λίγο ρουζ, μια στάλα πούδρας, ένα φτηνό κραγιονάκι πάνω στη γκρίζα μούρη της σελίδας του, μετά από λίγο καιρό έφευγαν απορημένοι με την υπομονή τους και μετανιωμένοι από τον χρόνο που σκότωσαν αναίτια. Ήταν, με τον τρόπο του, ένας Μινώταυρος καλών προθέσεων και τραγικών αποτελεσμάτων.

Κι όμως.

Όταν μια μέρα (ήταν Ιούλιος, το θυμάμαι) εξαφανίστηκε και αφού πέρασαν κάποιες εβδομάδες κι ανοίξαν τα συρτάρια του, κατάλαβαν πόσο τον είχαν παρεξηγήσει.

Βρήκαν αμέτρητα σημειώματα αγάπης, βρήκαν όμορφα διπλωμένες σελίδες Α4 που ξεχείλιζαν από μυρωδιές, φως και χαμόγελα, βρήκαν δυο κάρτες με θάλασσα, ήλιο και ευτυχισμένα γράμματα (ως και οι τελείες γελούσαν τρανταχτά). Ούτε μισό σύννεφο, μήτε υποψία ψιχάλας και ομίχλης. Mόνον ομορφιά.

Βέβαια κανένα απ’ όλα αυτά δεν είχε γράψει ο ίδιος, μα αυτό το μικρό μυστικό καθόλου δεν αναιρεί πως αυτή εδώ είναι μια αληθινά χαρούμενη ιστορία.

06:43 , Iούλιος 2034

(το παρόν είναι προϊόν θερινής μυθοπλασίας και δεν αποτελεί κατάλοιπο νοσταλγίας, αυτό πιστεύω)

Mου λείψανε οι κασέτες που γράφαμε, ώρες, μέρες ολόκληρες, για τις διακοπές. Σήμερα όλα με ένα touch στο κινητό, εύκολο σαν πληρωμένο γαμήσι. Σαν τον Shane McGowan με αναστυλωμένη οδοντοστοιχία. Γεμάτη πρόσοψη αλλά σου λείπει αυτό το οικείο κενό στο στόμα (που πάλευε να μην φαλτσάρει) και στην ψυχή.

Φρέντο, εσπρέσο, καπουτσίνο και η συνομοταξία τους μακέλεψαν τον ήχο από τα πούλια και τα ζάρια πάνω στο κοντραπλακέ. Τρείς ταξιαρχίες ντόρτια αποπειράθηκαν να αυτομολήσουν μετά από κάθε ρουφηξιά. Ένα ασόδυο συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω να ντύνεται εξάρες όσο οι άνθρωποι ήταν απορροφημένοι από τα βιοδιασπώμενα καλαμάκια. Ο τελευταίος καφές που ήπια και ήταν χίλια τα εκατό καλοκαίρι ήταν ένας κρύος φραπέ σκέτος σε ποτήρι λεμονάδας με ένα κουτάλι όρθιο μέσα, χωρίς καλαμάκι. Είχε χρώμα λασποβροχής και γεύση δανεικής (μη σου πω και κλεμμένης) ευτυχίας. Δεν σκέφτηκα στιγμή να ρωτήσω τι χρησιμότητα είχε το κουτάλι, οι ερωτήσεις λιώνουν γρήγορα το καλοκαίρι. Τα τζιτζίκια τριγύρω έπαιζαν πλακωτό με την ζέστη. Δεν έμαθα ποτέ ποιος κέρδισε.

Ήταν δεκαεννιά, ο άλλος είκοσι. Κατέβηκαν μονοπάτια και μάτωσαν από πουρνάρια μέχρι να φτάσουν και να πετάξουν ρούχα, γυμνοί και οι δυο, κανείς κοντά τους, ολομόναχοι,  βούτηξαν μετά από τρεις ώρες, μπορεί και τέσσερις, σε τέτοιες ηλικίες δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει ρολόι.

Πάρκαρε στο πλάτωμα, εκείνη σαρανταπέντε, εκείνος πενηντατρία, έπρεπε επειγόντως να υπακούσει στην κύστη του. ‘Θα ΄θελα να ‘ξερα δηλαδή, είναι δέκα λεπτά που σε παρακαλώ να κάνεις στην άκρη, τόσοι παράδρομοι και βρήκες να σταματήσεις σ’ αυτά τα μπαΐρια;’. Δεν του απάντησε, έριξε μια βιαστική ματιά στην γύμνια της εκεί κάτω χαμηλά, τον είδε να μπαίνει μέσα της ξανά και ξανά (για μια στιγμή πίστεψε πως τον ένιωσε κιόλας αλλά κατάφερε να μείνει ακίνητο κάθε χιλιοστό του προσώπου της) και έστριψε ένα τσιγάρο. Ρούφηξε τον καπνό σαν να ‘ταν το τελευταίο της χαρτάκι. Εκείνος ανέβασε το φερμουάρ χωρίς να σκουπιστεί.

Βίοι Αγνώστου. Φήμες λένε ότι έβλεπε αυτήν ακριβώς την εικόνα επί εξήντα καλοκαίρια. Το εξηκοστό πρώτο μπήκε στο κάδρο και χάθηκε για πάντα. Όχι μεσοπέλαγα. Αρόδου. Δεν έμαθε ποτέ τι τον περίμενε στην τελευταία διαδρομή.

‘Hταν στιγμές που ήθελα να γλείψω ως και την πλάτη της καρέκλας όπου στέγνωνε το μαγιώ της. Ποιάν πλάτη, ακόμη και τα πόδια, τις σούστες, τα ελατήρια κάτω απ’ το μαξιλαράκι. Και τις σταγόνες στο πάτωμα. Με τις μεταλλικές -φερ φορζέ ή όπως τις λένε- η παρόρμηση ήταν πιο έντονη, όταν έκαναν κατάληψη οι άλιμπερτ στα μπαλκόνια των ενοικιαζόμενων η επιθυμία άρχισε να φθίνει, πέρασαν βλέπεις και τα χρόνια της Μεγάλης Πείνας. Δυο τρεις φορές δοκίμασα, χωρίς να με βλέπει εκείνη, την γεύση από Lycra ελπίζοντας ότι κάτι ανθρώπινο θα είχε απομείνει πάνω του. Δεν ευτύχησα. Στο κάτω μισό θα είχα περισσότερες ελπίδες αλλά αυτό έβγαινε τελευταίο, αργά. Μετά εκείνη είχε γεύση από αλάτι και Lycra πάνω της και άφηνα ήσυχες τις καρέκλες.

Χαζεύεις τα μυρμήγκια που βρήκαν δρόμο για μια μισοφαγωμένη φέτα καρπούζι, χλιαρή πλέον. Στην αρχή την λαχταράς δροσερή, μετά νιώθεις πως φούσκωσες, την αφήνεις πάνω στο τραπέζι μήπως και αντέξεις άλλη μια πιρουνιά αλλά δεν την πετάς. Κάπως έτσι, αυτό λένε τα βιβλία και οι πιο σοφοί από μένα, συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όταν σκουπίσεις το τραπέζι τελειώνουν όλα. Ούτε η φέτα σε νοιάζει ούτε τα μυρμήγκια πάνω της. Οι ελαττωματικοί άνθρωποι, καλήν ώρα, ούτε μια μπουκιά μπορούν να απολαύσουν χωρίς να σκέφτονται -έστω φευγαλέα- ‘και μετά τι;’. Aκόμη κι όταν δεν το σκέφτονται, την ώρα που φτύνουν τα τελευταία κουκούτσια.

Σαν μυρμήγκι, αναλογίζομαι, δεν θα πω ποτέ ότι χόρτασα. Και ξάφνου τα αγαπώ και λαχταρώ να γίνω ένας δικός τους.

Πόσες ιστορίες έρωτα

Agfa ασπρόμαυρες

Kodak χρωματιστές

κρεμάστηκαν φοβισμένες πάνω σας

μπας και δεν πέσουν χάμω

τον χειμώνα.

H oοδυνηρή ενηλικίωση ήρθε όταν μέσα στο πιάτο με τα ώριμα ροδάκινα μπήκε παρείσακτο ένα μαχαίρι. Ο απογαλακτισμός από τα υγρά που κατρακυλούσαν και κολλούσαν στην γύμνια μας, σε στήθος, μπούτια, σαγόνι, λαιμό, χέρια νομίζω μας σημάδεψε για πάντα. Μετά το νερό τα ξέπλενε όλα, αφού πρώτα όμως μυρίζαμε ολόκληροι σαν ανθισμένος ροδακινώνας. Εκείνες ποτέ δεν κατάλαβαν πόση τρυφερότητα κι αγάπη έκρυβε το να θέλουμε να ξανασημαδευτούμε μαζί τους, να πνιγούμε, να ραντιστούμε με ότι αγίασμα τρέξει πάνω μας. Χωρίς να αφήσουμε ούτε σταγόνα νερό να μας αγγίξει μετά.

Ούτε που το φανταζόταν όταν γεννήθηκε (μου είναι άγνωστος ο τρόπος που γεννιούνται τα όστρακα) πως αφού πέθαινε και ξάσπριζε ανάμεσα σε χιλιάδες, εκατομμύρια άλλα, θα ζούσε μια δεύτερη ζωή καλά φυλαγμένο μέσα σε ένα πορτοφολάκι των δέκα ευρώ. Mου είναι, επίσης, άγνωστος ο τρόπος που σκέφτονται τα όστρακα. Και τα πορτοφολάκια.

Θα φάω σκόρδο αν φας κι εσύ μαζί μου. Μετά μπορώ να σε φάω ολόκληρο, του είπε. Πού ζουν αυτά τα μυρωμένα, λατρεμένα κορίτσια; Ακόμη κι ο Ρόμπινς, αυτή η αψεγάδιαστη ανθρωποπαγίδα, δεν κατάφερε να μαντρώσει ένα τέτοιο στις σελίδες του.

Φήμες λένε ότι η Τζάνις δεν είχε καλές σχέσεις με το νερό και το σαπούνι. Αν σκεφτείς ότι οι εννιά στις δέκα την θυμούνται για το Summertime, ο συνδυασμός είναι ολέθριος. Ποτέ δεν βρέθηκα κοντά της για να το επιβεβαιώσω, ήταν κομμάτι δύσκολο άλλωστε, όταν αυτή πέθανε εγώ ήμουν δέκα και άκουγα Μανώλη Χιώτη και Τζίμη Μακούλη στο σπίτι. Περίεργο σπίτι. Είχε μια βρύση έξω, αυλή που τσιτσίριζε όταν την έβρεχες με το λάστιχο (χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι αυτός ο ήχος ήταν ο δικός της αναστεναγμός ανακούφισης), κάναμε foot skating στο λείο τσιμέντο, δεν ξέραμε από skating τότε αλλά ποιος θυμάται σήμερα τι όνομα είχε, και σκάγαμε άσχημα με τον κώλο. Ευτυχώς γλιτώσαμε την αναπηρία αν και για την ήπια εγκεφαλική όρκο δεν παίρνω όσο σκέφτομαι τι μπορεί να συνδέει την απλυσιά της Τζόπλιν και τις μελανιές στα τρυφερά παιδικά κωλομέρια μας.

To σχήμα του νερού είναι αυτό που θα ‘θελα να είμαι.  Με κάθε γουλιά που πίνεις. Όταν βρέχεις το πρόσωπό σου. Την ώρα που ξεπλένεις την άμμο από τα πόδια σου. Όσο καθαρίζεις τις σαπουνάδες από τις μασχάλες σου. ‘Οπου με βάζεις θα είμαι. Ακόμη και την ώρα της διακοπής, στον Μεγάλο Καύσωνα που σκότωσε χιλιάδες. Για να με ψάχνεις απεγνωσμένα να σωθείς.

Λατρεμένα ρεντ-ε-ρουμ. Με τα άσπρα γαριασμένα σεντόνια σας που μύριζαν σαπούνι Μασσαλίας -δεν έχω ιδέα πώς μυρίζει αυτό αλλά πάντα μου ακουγόταν αρκετά ταξιδιάρικο- και κλεισούρα χειμωνιάτικη νωρίς τον Ιούνιο όταν σου έδειχναν μπαίνοντας πού είναι τα λινά κουβερτάκια, Βορράς γαρ. Παντζούρια ξύλινα με ετοιμοθάνατους μεντεσέδες, μισή χαραμάδα ανοιχτή κόντρα στον ήλιο. Με την μπετονιέρα από κάτω να ξεκινάει συναυλία στις 8. Τέσσερα μανταλάκια σε μισό μέτρο σκοινί για άπλωμα. Θέα στο πλυσταριό της ταράτσας και τους κιρσούς της ‘Ενοικιαζόμενα Δωμάτια Ειρήνη’ που την βάφτισαν Παρθένα, όσο άπλωνε μαξιλαροθήκες και μεταχειρισμένα σεντόνια που επιτέλους, μετά από ένα σκληρό οκτάμηνο στην απομόνωση, υποδέχτηκαν φρέσκο σπέρμα πάνω τους. Αν το ξανασκεφτείς ίσως και να ήταν rent a body τότε, μα τα ‘για πάντα’ και τα ‘μαζί’ δεν είχαν βρει μεταφραστή -και εκδότη- ακόμη.

Tέσσερις το πρωί.

Σκεπάζεις την γυμνή της πλάτη. Το κλιματιστικό ξεχάστηκε ανοιχτό, το δωμάτιο πάγωσε. Τα πολύ ζεστά καλοκαίρια, λένε οι θρύλοι και οι παραδόσεις, δεν σκεπάζεις πλάτες. Τις ξεγυμνώνεις κι άλλο. Μα αυτή είναι μια πλάτη που μιλάει και δεν ρισκάρεις να την ξυπνήσεις, οι πλάτες που ξυπνάνε χωρίς καφέ δίπλα αργούν να καταλάβουν τις προθέσεις σου. Για ένα δευτερόλεπτο έχεις την παρόρμηση να την φιλήσεις όσο ανεβάζεις το σεντόνι. Μα αυτή είναι μια πλάτη που φιλάει και φοβάσαι πως αν ακουμπήσει η γλώσσα σου στην ραχοκοκαλιά της θα ανταποδώσει και μετά θα τα πει όλα στο στόμα της και ίσως αυτό ζηλέψει και σου κρατάει μούτρα. Κι ακόμη χειρότερα, μπορεί να τα πει και στο στήθος της, στην κοιλιά, στα γόνατά της, στα δάχτυλα των ποδιών, στους καρπούς της, στους αστραγάλους, στα μαλλιά της, στην τοσοδούλα καλά κρυμμένη ελιά ψηλά στο πόδι της, ‘μην του έχετε εμπιστοσύνη αυτουνού, σήμερα άφησε χωρίς φιλιά εσάς, αύριο εμένα,  μεθαύριο μπορεί να βγει στο μπαλκόνι – τάχα μου για να πάρει μιαν ανάσα, τάχα μου γιατί πνίγεται που ξημερώνει και θα μας αποχωριστεί, τα ΄χει εύκολα τα λόγια- και να μας αφήσει χωρίς το στόμα, τη γλώσσα και τα χέρια του όσο κάνουμε ότι κοιμόμαστε΄.

Αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους, τέσσερις τα ξημερώματα σε ένα δωμάτιο απέναντι από την θάλασσα, μην πεις ότι δεν σε προειδοποίησα.

‘Ακουσα ιστορίες για ανθρώπους που χάσαν τα λογικά τους από το φως και το γαλάζιο και δεν επέστρεψαν ποτέ από το λιμάνι που κατέβηκαν. Δεν είμαι ένας από αυτούς.


Φωτογραφια 1 (εναρκτήρια σεκάνς) : Mανόλης Σαββίδης

Terminal 2

Photo : χαρισμένη από Nora Watson

1

Σηκώθηκε αξημέρωτα και την άφησε κοιμισμένη στο κρεβάτι, ξεσκέπαστη, μόνο με ένα μαξιλάρι ανάμεσα στα πόδια. Kάθε νύχτα το μαξιλάρι αυτό σκαρφάλωνε ως το κεφάλι της που μετά ζούσε πλέον ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια. Ξυπνούσε το πρωί απορώντας πώς ένα μαξιλάρι μπορεί από μόνο του να ταξιδεύει βόρεια. Αλλά αυτό είναι μέρος μιας άλλης ιστορίας που μπορεί να γραφτεί στο μέλλον, γιατί αν πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει ιστορία που δεν έχει ειπωθεί και γραφτεί είμαστε πάρα πολύ γελασμένοι.

2

Το google drive λέει :

It’s 418 miles or 673 km from Phoenix to Albuquerque, which takes about 6 hours, 32 minutes to drive.

From Albuquerque to Oklahoma City is 544 miles or 875 kilometers, it’s a 08 hours 20 minutes drive.

Mέσα σ’ αυτές τις δεκαπέντε ώρες ξύπνησε, διάβασε το σημείωμα, μπήκε στο ντους, μισοστέγνωσε τα μαλλιά της, έφυγε για τη δουλειά, τηλεφώνησε χωρίς να πάρει απάντηση, τσίμπησε ανόρεχτα κάτι -όσο κάτι άλλο την έτρωγε- ήταν σούρουπο όταν επέστρεψε σπίτι, δεν είχε κουράγιο να ξαναμπεί κάτω απ΄ το καυτό νερό, έπεσε για ύπνο κοιτάζοντας το άδειο μαξιλάρι δίπλα και ψιθύρισε τρεις-τέσσερις-δέκα φορές το όνομά του.

Αυτός που οδηγούσε επί 962 μίλια υπέθεσε ότι εκείνη τα έκανε όλα αυτά. Ποτέ δεν έμαθα και την δική της πλευρά της ιστορίας, σε όσα τραγουδάκια κι αν έψαξα.

Σήμερα μάλλον θα έπαιρνε την πτήση που φεύγει λίγο πριν χαράξει. Aυτός. Εκείνη ίσως ακόμη κοιμόταν την ώρα που θα ακουγόταν το ‘cabin crew please be seated for landing’. Μετά, βέβαια, δεν θα υπήρχε τραγούδι*.

3

Όταν ο Εno ηχογραφούσε το Music for Airports δεν είχα κλείσει τα δεκαοκτώ. Μαγεύτηκα από τον τίτλο. Σύντομα πρόλαβα να μάθω ότι τα αεροδρόμια δεν έχουν μουσικές. Εδώ και καιρό είμαι βέβαιος ότι μόνον αφίξεις και αναχωρήσεις έχουν. Κι όταν δεν είσαι εσύ αυτός που πετάς, δεν διαλέγεις πλευρά. Δεν θα είσαι τυχερός να περιμένεις μια ζωή στις αφίξεις. Δεν μπορείς να ‘χεις μόνον το ένα. Και το αντίστροφο ξέρω. Να είσαι αυτός που πετάς. Πάλι σε departures θα καταλήξεις. Έτσι είναι φτιαγμένα τα αεροδρόμια, εκνευριστικά μονοδιάστατα από γεννησιμιού τους. Δεν γεννήθηκε ακόμη ο άνθρωπος που θα τα βάλει μαζί τους και θα βγει αλώβητος.

4

Όλη η μουσική ζει ανάμεσα στο Arrivals και το Departures. Aν είσαι τυχερός, το μαθαίνεις κι αυτό. Οι ωραιότερες αγκαλιές του κόσμου, που διαρκούν θαρρείς χιλιάδες χρόνια, ζουν έξω από τις Αφίξεις. Τριγύρω απ’ τις Αναχωρήσεις οι αγκαλιές είναι σακατεμένες, ψυχορραγούν. Σε δευτερόλεπτα ξεψυχάνε. Δεν μας τα είπε αυτά ο Eno, τι να χωρέσει άλλωστε σε ένα δισκάκι.

5

*Κι όμως υπήρχε τραγούδι, θυμήθηκα ένα που πήγαινε «I’m leaving on a jet plane». Μετά δεν έχει άλλα στιχάκια. Έχει, αλλά πετάνε από το Terminal 1. Ελπίζοντας ότι κάποιος θα τα περιμένει πίσω απ’ το γυαλί. Ή έστω έξω, διπλοπαρκαρισμένος.

θήτα όπως θέρος

O ήλιος το καλοκαίρι, ειδικά σ’ αυτόν τον τόπο, είναι ίδιος για όλους. Ακόμη και με κλειστά μάτια. Ειδικά με κλειστά μάτια. Ένα ζεστό φιλόξενο σκοτάδι, με αναλαμπές φωτός από μακριά, σαν ένα μεγάλο «δεν είσαι μόνος».

Κάποιες φορές έχει μουσική. Είτε αυτή ακούγεται σαν το P των Labradford, είτε σαν το πατ πατ πατ της ομπρέλας κόντρα στο μελτέμι, σαν το κύμα λίγα μέτρα μακριά (κανένα δεν είναι όμοιο με το προηγούμενο ή με το επόμενο μα όλα είναι ίδια, δεν υπάρχει γενετιστής που θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό), είτε σαν ένα κινητό που χτυπάει ερήμην των αφεντικών του που είναι χωμένοι στο μπλε, είτε σαν το άνοιγμα της μπύρας, είτε σαν αυτήν που ακούγεται όταν χαϊδεύεις (ή χάιδευες, κάποτε) το γόνατό της.

Είτε σαν την αίσθηση στην κοιλιά (που του έχει παραδοθεί γυμνή) όπως -έτσι λένε τα βιβλία, τα τραγούδια, η μνήμη- στον έρωτα.

knock knock knockin’ on summer’s door

Oι γυναίκες του σπιτιού πήγαν στην εκκλησία. Δεν ήταν δα και μεγάλο κατόρθωμα, η μια είναι στα διακόσια μέτρα και η άλλη στα τριακόσια. Παλιά, θυμάμαι, ούτε φαρμακείο μπορούσες να ανοίξεις αν δεν ήταν πεντακόσια, δεν ξέρω ακριβώς πόσα, μέτρα μακριά από άλλο. Τώρα ακόμη και μεσοτοιχία. ‘Ο παράς να πέφτει’ έλεγε ο παππούς μου, ο συνονόματος. Eκείνον δεν τον θυμάμαι ούτε μια φορά να ντύνεται για να πάει στην Ανάσταση. Υποθέτω κάτι πίστευε, εικονοστάσι και καντήλι υπήρχαν στο σπίτι, νομίζω ότι και τον σταυρό του έκανε, τα υπόλοιπα δικός του λογαριασμός. Δεν ήξερα αν ήθελα να τον ρωτήσω, κάποια στιγμή, δεν πρόλαβα κιόλας.

Κόντευε εννιά και βγήκα για μια μικρή βόλτα, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις εκκλησίες. Διασταυρώθηκα με αρκετούς, λαμπάδα στα χέρια, φαναράκι, είδα και καναδυό κόκκινα αυγά, ντυμένοι οι περισσότεροι όπως σηκώθηκαν από τον καναπέ κι αυτό -δεν κατάλαβα εκείνη τη στιγμή το γιατί- με έκανε να χαμογελάσω με ανακούφιση. Ένας φορούσε γραβάτα και νομίζω τον κοίταξα, λίγο έκπληκτος λίγο απορημένος, περισσότερο από όσο κοιτάς έναν άγνωστο στο δρόμο, είχα να δω -ζωντανά- φορεμένη γραβάτα κοντά ενάμιση χρόνο και μάλλον αναστατώθηκα, λίγο. Ελπίζω, αν και όταν ξανάρθει η ώρα, να θυμηθώ τον σωστό κόμπο, προς το παρόν τα ψαράκια (θάλασσα και ψαράκια είχε η τελευταία που μπήκε στο σπίτι) κοιμούνται στο κουτί τους που ακόμη δεν μπορώ να θυμηθώ τι εξαίσιο μυρίζει. Μα για να θυμηθείς κάτι, σκέφτομαι, πρέπει να ΄’χεις πρώτα συναντηθεί με κάποιο τρόπο μαζί του, άρα ματαιοπονείς. Ή, ξανασκέφτομαι, αποκτάς κίνητρο για να το ψάξεις. Ελπίζω οι άνθρωποι που περνάνε δίπλα μου να μη διαβάζουν σκέψεις και χαμόγελα. Μερικά πράγματα καλό είναι να μένουν δια βίου αμετάφραστα από αγνώστους.

Δυο ωραία, ψηλά κορίτσια, στο δρόμο για τα τριάντα, στενεύει το πεζοδρόμιο και περιμένω να περάσουν. Η μια μου χαμογελάει για ‘ευχαριστώ’, η άλλη κάτι πληκτρολογεί στο κινητό κρατώντας και την λαμπάδα. Είναι αξιοθαύμαστο τι μπορούν να κάνουν με ενάμιση δάχτυλο και μια οθόνη. Ευτυχώς τις έχω αφήσει πίσω μου τη στιγμή που σκέφτομαι το ‘τραγανιστά κωλαράκια’ γιατί ένα χαμόγελο, στην αρχή, και ένα νευρικό πνιχτό γέλιο ξεχύνονται σε πεζοδρόμιο και δρόμο και σκέφτομαι ότι είναι ώρα να τελειώνει αυτή η βόλτα πριν γίνω ο τζόκερ των μετρίων και φτωχών και με μαζεύουν νυχτιάτικα.

Η νύχτα είναι πάρα πολύ όμορφη. Πάρα πολύ. Είναι ζεστή και με ανατριχιάζει επειδή ούτε ένα φουτεράκι έριξα πάνω απ’ το τι-σερτ αλλά και να το φόραγα θα το έβγαζα, είναι ήσυχη και σκοτεινή μαζί, μυρίζει ‘θέλω’, μουσικές που αγαπώ και τις έχω κάπου καταχωνιασμένες, μυρίζει σαν ρούχο που ίδρωσε κι αφέθηκε στον ήλιο να στεγνώσει. Θα μπορούσα απλά να γράψω ‘αυτή η νύχτα είναι πρελούδιο επερχόμενου θέρους’ αλλά αυτά τα κοροϊδεύω. Δεν το γράφω. Πάντως αν ήταν γυναίκα θα μπορούσα, νομίζω, να την ερωτευτώ. Με την προϋπόθεση ότι θυμάμαι πώς γίνεται αυτό. Από μακριά ακούγονται καμπάνες.

Εντάξει, μεγάλωσες, μου λέω. Βάρυνες, άσπρισες, τα όχι κατατροπώνουν τα ναι σου. Με χαζομάρες παλαίωσης και ωρίμανσης μην παραμυθιάζεσαι, τα ‘aged in oak barrels’ δεν περνάνε εδώ. Αλλά όσο θυμάμαι πώς μυρίζει ο ήλιος και η ζέστη πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα, ένα σφηνάκι -αν με στίψω καλά- ίσως το βγάζω ακόμη.

μαζί

Εδώ βλέπουμε δυο ανθρώπους στο ίδιο πλάνο. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πριν δέκα δευτερόλεπτα ήταν στο ίδιο ακριβώς σημείο της εικόνας. Πολύ περισσότερο αν πριν δέκα λεπτά άγγιζαν ο ένας τον άλλον. Ίσως μόλις μισή ώρα πριν ξάπλωναν γυμνοί, με το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της και το χέρι της στην κοιλιά του. Σαράντα λεπτά νωρίτερα ίσως αντάλλαξαν «σε χύνω». Μπορεί και να μην αντάλλαξαν τίποτε, να ήταν αυτός κουρασμένος κι αυτή θυμωμένη. Ή το αντίστροφο. Ίσως πέρασαν όλη τη νύχτα μαζί, με αλήθειες, γέλια και λίγα αναπόφευκτα ψέματα. Ενδεχομένως μόνον λίγες ώρες, με σκέτα ψέματα. Μπορεί να της είπε, φεύγοντας απ’ το δωμάτιο, «θα μου λείψεις». Μπορεί και να του απάντησε, είχε φασαρία στον δρόμο από κάτω και δεν ακούστηκε τι. Υπάρχει περίπτωση να μίλησε πρώτη λέγοντας «άργησα, πρέπει να φύγω». Τώρα δεν ξέρουμε πού πηγαίνει καθένας τους, ούτε κι αν θα ξανασυναντηθούν. Για την ακρίβεια δεν ξέρουμε αν βρέθηκαν καν κι αν γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αλλά ανέκαθεν έβρισκα πιο ενδιαφέρουσες τις έστω ανύπαρκτες ιστορίες μέσα στις εικόνες παρά την εικόνα την ίδια.

Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα, η ιστορία θα γραφόταν διαφορετικά.

η κρυφή ζωή της

Παιδιά, σπίτι, σύζυγος, δουλειά αλλά δεν είναι η Μαίρη Παναγιωταρά. Yπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας -ή εμείς ανάμεσά τους- αλλά αυτή δεν είναι. Δεν φτιάχνει καφέ στο αφεντικό, δεν της πιάνει τον κώλο -όχι κυριολεκτικά, μεταφορικά έχει γεμίσει μελανιές-, τα παιδιά μεγάλωσαν και δεν χρειάζονται διάβασμα (αλλά θα είναι ο Τράβις Μπικλ τους για καιρό ακόμη), τα πιάτα μπαίνουν στο πλυντήριο και μόνο τα φλυτζάνια του καφέ πλένονται στο χέρι,  ο νους του άντρα στο σπίτι όλο και πιο σπάνια «είναι στο κακό» και δεν βρίσκω τίποτε παράξενο, τραγικό ή έστω πικρό σε αυτό μετά από είκοσι και εικοσιπέντε χρόνια, για σιδέρωμα και καθάρισμα (γενική) δεν βάζει έγνοια αφού μια και δυο φορές την εβδομάδα θα έρθει η ευγενική και έμπιστη κυρία που τα φροντίζει αυτά, για πλυντήριο δεν παίρνω όρκο αφού κανείς μας δεν θέλει να βλέπει κάποιον τρίτο να βγάζει τα άπλυτά του στη φόρα από το καλάθι στον 9κιλο κάδο και ίσως χειρίζεται μόνη της το λεπτό αυτό θέμα με τα άσπρα και τα χρωματιστά και τα μαύρα που είναι μια φλύαρη κατηγορία από μόνα τους, ενδιάμεσα της διαδρομής δουλειά-σπίτι ανεφοδιάζει τους γέροντες -αν υπάρχουν ακόμη- με φάρμακα, ένα γλυκό και λίγο χρόνο (can’t buy time αλλά πώς τους το λες αυτό), κάποιες φορές επιτρέπει στον εαυτό της να νιώσει ράκος ένα πεντάλεπτο την μέρα που κι αυτό το κρύβει με τρόπο που τρομάζει, μακιγιάρεται προσεκτικά απ’ έξω και όσο περνάει ο καιρός οι σοβάδες καταρρέουν από μέσα -ούτε λόγος για μερεμέτια και βαψίματα-, προσέχει το σώμα της και γαμάει την ψυχή της, εξολοθρεύει όσες άσπρες και γκρι τρίχες ξεμυτίσουν από τα χαρακώματα των -άντα, δεν αγαπάει τις ρυτίδες της και πιστεύει πως όσοι λένε οτι τις λατρεύουν είναι μεγάλοι ψεύτες και θέλουν εν κατακλείδι να της πιάσουνε τον κώλο, ίσως κάποιες στιγμές της έρχεται να κάνει φονικό αλλά έχει MSc και PhD στο self-restraint.

Κι όταν οι άλλοι θα παν να κοιμηθούν κανονικά, κάποια νύχτα μπορεί να ανάψει ένα τσιγάρο για τρία-τέσσερα λεπτά καταδικά της, με το κεφάλι γερμένο πίσω και μάτια κλειστά. Δεν την ξέρω και δεν ισχυρίζομαι πως έχει ή δεν έχει και δεύτερη και τρίτη ζωή (ίσως σπέσιαλ, ίσως καταπληκτική, ίσως δείγμα τυπικό/ίσως όχι) αλλά αυτά τα λίγα λεπτά με την κάφτρα να καίει επικίνδυνα δίπλα στα γυμνά πόδια της και στην γυμνή κοιλιά της σκέφτομαι -εγώ, ο παρείσακτος- πως μπορεί και να είναι η κρυφή ζωή της ερήμην όλων, μα όλων, των άλλων.