sealed with a hiss

Cigarette_ash

 

 

 

Το είχα κρατημένο αυτό το μισοκλεμμένο τιτλάκι. Το ΄χω συνήθεια, όπως κάναν κάποιοι παλιοί που γράφαν δυο στιχάκια (που ίσως αυγατίζαν, ίσως όχι) πάνω σε τσιγαρόκουτα. Τα πλακέ. Ποια σμάρτφον και ποια τάμπλετ. Δεν βγάζεις τσιγάρα μέσα από κινέζικα και κορεάτικα μαραφέτια. Κι ας νομίζεις ότι βρίσκονται σεκλέτια και ρουφήγματα και φυσήματα κρυμμένα κει μέσα. Τίποτε δεν βρίσκεται.

 

Το είχα, λοιπόν, κρατημένο αυτό. Για να βρω δέκα λέξεις να αραδιάσω από κάτω. Τέσσερα χρόνια πάνε, δεν βρήκα. Πέμπτο δεν περιμένω, ας τις γράψει κανένας άλλος. Ή ας ξεφυσήξει, από ανακούφιση, από στούμπωμα, από ουφλάντισμα έστω.

 

 

(5/6/2013)

casting lazy shadows

97090030

 

 

 

Tα παιδιά ήταν, ακόμη, budget size. Τέσσερα, ούτε καν, ο ένας, είχε χρονίσει το μικρό. Είπαμε να τολμήσουμε να τα αφήσουμε πίσω, σε σίγουρα χέρια, για δυο νύχτες. Να ξαναδούμε πώς είναι, πλέον, το ‘μόνοι’ πάνω σε ξένα σεντόνια.

Οικογένειες. Σίγουρα ξενοδοχεία, για τους πιο τυχερούς. All inclusive, καλό και κακό μαζί. Ο Λάνθιμος μας τα μπέρδεψε πολύ αργότερα.

Φύγαμε νωρίς. Είναι αλλιώς ο κόσμος στις εφτάμιση το πρωί τα καλοκαίρια. Και τα λιμάνια αλλιώς και τα καράβια και οι κάβοι, ακόμη και οι γλάροι. Και ο καφές αλλιώς, διπλός ελληνικός, την ώρα της αναμονής. Χαζεύοντας ασπροντυμένους ένστολους με αστεία μπογιαντισμένα παπούτσια και ξεφτισμένα κορδόνια.

Όχι, δεν θέλω τσιγάρο.

Η θάλασσα. Γράψαν άλλοι γι αυτήν. Δεν έμεινε λέξη. Κανένα τραγουδάκι μόνο, ίσως.

Βγαίνουμε τελευταίοι από τον καταπέλτη. Εμείς και δυο ζευγάρια με δίτροχα. Τα κορίτσια είναι ήδη μαυρισμένα. Τα τιραντάκια χαϊδεύουν τους ώμους τους, ο πρωινός ήλιος τα πόδια τους. Μετά θα αναλάβουν άλλοι. Έτσι πάνε αυτά.

Στρίβουμε δεξιά. Σιγουράντζα. Για κει που μείναμε το τελευταίο καλοκαίρι πριν. Πέντε χρόνια. ‘Πάρε λίγα νερά να ’χουμε’. Ύπουλο πράμα οι αφυδατώσεις.

Πετάω τη σακούλα με τα νερά στο πίσω κάθισμα. Πατάω το play. Θα μας πάρει ένα τέταρτο να φτάσουμε. Όσο θέλει μια ιστοριούλα να γραφτεί, πάνω κάτω.

Δώσε ένα τσιγάρο τώρα.

δυο δισκάκια τον Αύγουστο (και δώδεκα φεγγάρια μπόνους)

 

τρία, δυο, ένα, πάμε

 

 

Είναι Αύγουστος, νομίζω. Τα πάντα γύρω καίνε, το μέσα της όμως έχει λιώσει. Κι εγώ μαζί, κάνω ό,τι μπορώ αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά τα «ό,τι» δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Τριών χρόνων (ούτε καν) ο ένας, τριών μηνών η μικρή. Έχουμε ακούσει, έχουμε διαβάσει για τα μεθεόρτια της κύησης και τα -πολλές φορές- πηχτά κατακάθια που αφήνει στην ψυχή, άσε το σώμα, αυτό έπεται, ξανακαλουπώνεται, σοβαντίζεται με κάμποσους τρόπους. Για το μέσα που είναι αθέατο -κι άσε να λένε οι παπάδες, οι ποιητές και οι γιατροί- ούτε σκαλωσιές βρίσκεις εύκολα, ούτε καλά μαστόρια πάντα. Κλαίει βουβά εδώ και μέρες, βδομάδες, κάνει πως γελάει όταν είναι με κόσμο, χώνεται σε σκοτάδια όταν μένει μόνη κι ας είμαι συνέχεια δίπλα. Φοβάμαι και φοβάται και κανείς δεν μιλάει, τα κρακ ακούγονται, το τρέμεις αυτό το τσόφλι που πάει να σπάσει. Είναι Αύγουστος, νομίζω. Προσπαθούμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας, επί βδομάδες ότι φαγητό μπαίνει στο πιάτο έτσι φεύγει -άντε με δυο τρεις μπουκιές λιγότερες- για τον κάδο. Drugs don’t work. Θα φύγουμε λίγες μέρες οι δυο μας, λέμε. Kάνει καλό, μας είπαν οι άνθρωποι που τα σπουδάσαν αυτά. Και ξελέμε πριν καν στεγνώσει το νερό από το ντους πάνω μας. Δεν πάω πουθενά, λέει. Κι εγώ στο πουθενά θα μείνω, μαζί. Το μικρό είναι ήσυχο, κοιμάται νωρίς, ξυπνάει αργά, δεν μας ξενυχτάει, φοβόμαστε να το πάρουμε αγκαλιά μήπως και το μολύνουμε με το μαύρο μας, λίγων βδομάδων ψιχουλάκι. Φοβόμαστε να της χαμογελάσουμε μη τυχόν και φανούν δόντια. Είναι Αύγουστος και φοβόμαστε, τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί που φοβούνται τον Αύγουστο; Σκαλίζουμε τα πιάτα μας, μηχανικά. Κοιτάμε το κενό. Μηχανικά, συνειδητά, δεν ξέρω, περάσαν και εικοσιδυο χρόνια. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω εγώ, μόνο εγώ απαντώ πλέον, εκείνη δεν ακούει τηλέφωνα, πολλές φορές δεν ακούει και ανθρώπους να της μιλάνε. Shrinks don’t work. Ακούω, γνέφω ναι μόνος μου, κάνω υπολογισμούς μόνος μου, λέω εντάξει μόνος μου, είναι φορές που τα «μαζί» είναι αδιέξοδα και χρονοβόρα. Δεν πάω πουθενά, λέει. Νωρίς το απόγευμα ξεπαρκάρουμε. Πριν πέσει ο ήλιος φτάνουμε. Δεν πάω πουθενά, λέει όσο οδηγώ κοντά τριακόσια χιλιόμετρα. Εκεί πάμε, λέω.

Το μικρό δάσος πίσω τους ήταν φωτισμένο. Αυτοί οι τέσσερις, ίσως πέντε, αν δεν ξέχασα να μετράω, περάσαν βλέπεις και εικοσιδυο χρόνια, είχαν φως δικό τους. Για δυο, δυόμιση ώρες. Που έφτανε και περίσσεψε και για κείνην, για μας. Για τα τριακόσια χιλιόμετρα της επιστροφής, για μετά, για πολύ.

Πριν τρία χρόνια -Αύγουστος ήταν, δεν γινόταν αλλιώς- έδωσα στη μικρή δυο δισκάκια. Και μια φωτογραφία, από κείνη τη νύχτα. Με ρώτησε τι είναι αυτά και γιατί, δεν είναι πολύ μαθημένα αυτά τα μικρά με τέτοια παλιοκαιρίσια. Music works, ήθελα να της πω. Αλλά μου φάνηκε πολύ κλισέ, πολύ σλογκανίστικο, πολύ λίγο. Χαμογέλασα μόνο, άφοβα πλέον και είπα “δικά σου”. Δεν χρειάζεται να ξέρουν τα πάντα. Ίσως το μάθει τώρα, από δω.

 

 

twelve-moons1

 

1123

10898222_1566718980239980_5280041979808234369_n

a tale of two glasses

37924167

Η επικοινωνία τους στα ίνμποξ είχε ξεκινήσει πριν πέντε εβδομάδες. Τυπικά και με κάποια προσεκτικά πειράγματα στην αρχή, ζυγίζαν ο ένας τον άλλον, γρήγορα προχωρήσαν σε προσωπικά δεδομένα αφού κανείς δεν φάνηκε να  κλέβει στο ζύγι. Στις τρεις εβδομάδες αποκαλύψαν τη γύμνια τους με πίξελ, ήπια στην αρχή, χωρίς μέτρο μετά. Στις δυο εβδομάδες ανακαλύψαν ότι εδώ και χρόνια γράφαν τις ίδιες ιστορίες, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, ακριβώς με την ίδια αρχή, μέση και τέλος. Τρόμαξαν και οι δυο. Ειδικά όταν δυο ιστορίες καλά κρυμμένες μέσα στους σκληρούς τους δίσκους ήταν τόσο ίδιες όσο ούτε ο καλύτερος γενετιστής θα μπορούσε να καταφέρει. Μετά από αυτό δεν μίλησαν για μια εβδομάδα. Προχτές, μετά από πολλή σκέψη, του έστειλε μήνυμα να βρεθούν. Εκείνος δίστασε αλλά είπε εντάξει.

Οι άλλοι θαμώνες στο εστιατόριο ήταν απορροφημένοι με τα δικά τους. Όχι τόσο πολύ όμως ώστε να μη προσέξουν τον άντρα που έβαζε κρασί σε δυο ποτήρια, έγνεφε ΄ναι΄, όχι’ και ’ίσως’, μερικές φορές μιλούσε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι και στο τέλος χάιδευε ένα φανταστικό χέρι απλωμένο προς την πλευρά του.

Όταν εκείνη γύρισε σπίτι έσβησε όλους τους λογαριασμούς της. Πολλά μπορεί να αντέξει κανείς αλλά να κάθεται σε ένα τραπέζι βάζοντας κρασί σε ένα ορφανό από στόμα ποτήρι, να γνέφει ’ναι’, ΄όχι’, ’ίσως’ και ‘μάλλον’ και να μιλάει χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι όσο είχε απλώσει το χέρι της μήπως και συναντηθεί με κάποιο άλλο, όχι.

____

ιστορίες από τα άγραφα

Ο πατέρας μου την ώρα του καφέ μου λέει τις ίδιες ιστορίες για τα χαμηλοτάβανα ταβερνάκια δυο τετράγωνα μακριά από το πατρικό του (φυσικά όλη η πόλη δέκα τετράγωνα κι ένα λιμάνι ήταν τότε), τις παράγκες μέσα σε δασάκια (ήταν συναρπαστικές οι καρδιές των πόλεων παλιά) που σερβίραν καρτούτσο με στραγάλια και ελιές Μάκρης για μεζέ («άντε σπάνια και κανένα λάχανο τουρσί, το χειμώνα»), τους -«θεός σχωρέσ’τον»– φίλους, συναδέλφους και συμπότες του, τον τηγανητό γουλιανό με την ρόκα – «σ’ έκανε να δακρύζεις απ’ την αψάδα βρε αγόρι μου» – δίπλα στις μαλαματίνες, την γλυκιά ζάλη και νύστα μετά τις μεσημεριανές Φιξ, νύστα άλφα ποιότητας που τον έκανε να βουτάει την πένα μέσα στον καφέ αντί για το μελάνι τα απογεύματα στο γραφείο, μιλάει σχεδόν με ενθουσιασμό για το πόσο ωραία ταίριαξαν βάτος αχνιστός, συκωτάκια, γλυκάδια και τραίνα με μια νύχτα Ιούλη μήνα στο Διδυμότειχο, θυμάται τον πατέρα του που τον πέτυχε με το τσιγάρο στο χέρι την ώρα που έστριβε για το σπίτι, «εικοσιτεσσάρων χρονών παλληκαράκι και δεν κάπνιζα μπροστά του, πρόλαβα και γύρισα το τσιγάρο ανάποδα, ήταν μακριά και τα μανίκια απ΄το καινούριο παλτό, είπα ότι τη γλίτωσα, με έπιασε στην κουβέντα, ο καπνός άρχισε να βγαίνει από τον γιακά, με ακούμπησε στον ώμο και μου είπε ‘άντε, φεύγω τώρα για να μη λαμπαδιάσεις ολόκληρος και κλαίμε και το παλτό’».

Ευτυχώς μας μείναν κοινός τόπος οι μαλαματίνες, τις συναντάμε παρέα μια, ίσως δυο φορές το μήνα, από ένα μπουκάλι μένει ανέγγιχτο το μισό αλλά κι αυτός κι εγώ είμαστε ακόμη ολόκληροι και τυχεροί και τα ποτήρια μας ακουμπάνε το ένα το άλλο, το ίδιο και οι ματιές μας κι ας σκεφτόμαστε άλλα εκείνος κι άλλα εγώ. Κι αυτό είναι μια αληθινά σπουδαία ιστορία, είτε την γράψεις είτε όχι.

για ένα πουκάμισο καθόλου αδειανό

fi4grpoeqkmx86_1_a

Δεν με είχε προειδοποιήσει γι’ Αυτό. Εννοώ ότι κάποια στιγμή θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγα την πόρτα και θα αντίκριζα κάτι Τέτοιο.

Κεφαλαία όλα, ναι. Τίποτε λιγότερο.

“Γειά. Ποιος είσαι εσύ; Ζητάνε τον Μιχάλη στο τηλέφωνο. Είναι μέσα;”

Φοιτητόσπιτο αρχές των έιτις, ακόμη και στην Αθήνα, με τηλέφωνο ήταν πιο σπάνιο κι από σουτιέν στο Salon Kitty. Ή από σόλο σε δισκάκι των Sex Pistols. Ο καργιόλης όμως την είχε βρει την άκρη, δυο πόρτες παραδίπλα, στον ίδιο όροφο. Χωρίς να μου πει κουβέντα.

Κατάφερα να πω ’δεν είναι’. Να δείξω ατάραχος κι αδιάφορος από το θέαμα όχι.

Κοροϊδεύω τα επίθετα που δεν αφήνουν τις απλές λέξεις να βγουν μόνες τους βόλτα και τρέχουν να στριμωχτούν από δίπλα, κολλιτσίδες, βδέλλες, ρεμόρες. Αυτά τα χείλια της κι αυτά τα στήθη όμως δεν γίνεται να τα αφήσεις ορφανά σαν πας να τα περιγράψεις σήμερα. Σκέψου ο,τι επίθετο, όποιον υπερθετικό κι όποιον χαρακτηρισμό θες, τριπλασίασέ τα και πάλι θα τα αδικήσεις.

’Εσύ είσαι λοιπόν ο συγκάτοικός; πού είσαι εξαφανισμένος τόσο καιρό;’

Aλήτη. Γαμιόλη. Ταμάχι. Μοναχοφάη. Μπινέ. Που λέξη δεν είπες ποτέ για τη σπηλιά των θησαυρών δίπλα.

Κάτι είπα, να μην ενοχλώ κι εγώ, μη σας αναστατώνουμε, κάποια τέτοια καθωσπρεπική σαχλαμάρα, χαμογέλαγα μάλλον γιατί χαμογέλασε κι αυτή, χαμογέλασαν και τα στήθη της κάτω από αυτό που υποτίθεται φορούσε. Είχα δει κι αγγίξει αληθινά, είχα δει χάρτινα, είχα δει στην οθόνη, είχα δει στα όνειρά μου αλλά Τέτοια δεν είχα δει. Αν τη βλέπαν αυτοί που καναν casting για το Playboy και το Hustler θα πέφταν στα πόδια της (δεν κατάφερε η ματιά μου να κατέβει χαμηλά, το παραδέχομαι, αλλά ποιος νοιάζεται για το τι θα προσκυνήσει αν είναι να πιάσει τόπο η προσευχή του), αν την βλέπαν το Penthouse και το Οui θα αυτοαναφλεγόντουσαν από ντροπή για τις δευτεράτζες που κρύβαν μέσα τους.

Μέσα σε τρία λεπτά, εκεί στην εξώπορτα, έμαθα τα πάντα. Ζούσε με την αδερφή της, δίπλα μας. Γέννημα θρέμμα Αμπελοκηπιώτισσες. Την καλύτερη γειτονιά διαλέξαμε για να μείνουμε, να δώσουμε το τηλέφωνο στους δικούς μας για να μας παίρνουν όποτε θέλουν, καμιά ανησυχία, ας είναι και μεσάνυχτα, αν θέλουμε κάποια στιγμή να πάρουμε κι εμείς να μη διστάσουμε, ότι ώρα και να ΄ναι, μόνες ζουν και δεν ενοχλούμε, να μη το σκεφτούμε αν θέλουμε να χτυπήσουμε κουδούνι, σε νοσοκομείο η μια (δεν θυμάμαι λεπτομέρειες), σε τράπεζα η άλλη, όλο και κάποια θα βρίσκεται σπίτι, την εικόνα και το όνομα της αδερφής της δεν τα θυμάμαι, περάσαν και τριαντατόσα χρόνια, το δικό της όμως -και τη φωνή της, τόσο υγρή σαγρέ χροιά- ποτέ. Με τις ηλικίες δεν τα πήγαινα και πολύ καλά, καθένας πάνω από τριάντα, τριανταπέντε χρονών ήταν χαμένη υπόθεση, νεκρός για έναν εικοσάρη, κι αυτή θα έπρεπε να ήταν ήδη πολύ νεκρή αλλά δεν θυμάμαι καμία πιο Ζωντανή όταν χτυπούσε το κουδούνι κι έλεγε με κείνη τη φωνή που ανάσταινε χίλιους Λάζαρους μαζί ’έλα, σε θέλουν στο τηλέφωνο, αν δεν ήπιες καφέ έχω έτοιμο’.

Μια φορά που ήμασταν μαζεμένοι στο σπίτι καμιά δεκαριά (ίσως είχαμε και δυο τρία κορίτσια παρέα) χτύπησε το κουδούνι και ήταν εκείνη, κάποιον απ΄τους δυο μας ζητούσαν στο τηλέφωνο. Δεν θυμάμαι ποιόν, δεν θυμάμαι ποιος άνοιξε, θυμάμαι καλά ότι ο πρώτος που μίλησε -έναν αιώνα αφού εκείνη έφυγε- είπε ένα ξέψυχο και λιγωμένο “ρε μαλάκες, τι ήταν Αυτό;”. Το είπε με κεφαλαίο, πάω και στοίχημα. Μετά αρχίσαν τα πειράγματα, ’τρώτε καλά μπαγάσες’, ’σας ρουφάει και το μεδούλι η θείτσα’, ’ρε μαλάκα, γι’ αυτό έρεψες;‘ και εσύ καμώνεσαι ότι γελάς και απολαμβάνεις -όπως όλα τα σαψάλικα εικοσάχρονα, τα αγοράκια εν γένει δηλαδή κι ας τους πέφτει ο προστάτης ως το πάτωμα- τα τζούφια παράσημα.

Αφού λοιπόν βρήκα παπά που δεν βαρυγκωμούσε, ίσα ίσα, είπα να θάψω όσους περισσότερους μπορούσα κι έτσι το κουδούνι μας –’έλα, σε ζητάνε’–  χτυπούσε κάθε δεύτερη μέρα. Πρώτα έβλεπα τα στήθη της όταν άνοιγα την πόρτα, μετά τα χείλια της, στο τέλος αυτήν. Είχε πια τρισυπόστατη ύπαρξη, μιας ιδιαίτερης μορφής αγιοσύνη, αν υπήρχε Holy Trinity ήταν αυτή, καμία άλλη. Μια μεγάλη μέρα που έλειπε ο συγκάτοικος πρότεινα, αφού τέλειωσα με το τηλεφώνημα – ‘ναι ρε μάνα, θα της πω ξανά ότι την ευχαριστείς, εντάξει, θα της το πω κι εγώ, ναι, τα έδωσα τα γλυκά ρε μάνα, μη με ξαναστείλεις να τρέχω στα ΚΤΕΛ σε παρακαλώ, στου διαόλου τη μάνα είναι, να χαρείς’–  να της φτιάξω εγώ καφέ, στο δικό μου σπίτι. Το πρόβαρα μιάμιση εβδομάδα και πάλι άθλιο βγήκε. Μα είπε ’ναι’, δεν φαινόταν να νοιάζεται για την υποκριτική αρκεί, έτσι πίστευα, να γυριζόταν η σκηνή μια κι έξω. Ήρθε και το σπίτι μύρισε σάρκα φρεσκομπανιαρισμένη. Μεγάλες στιγμές για φοιτητόσπιτο, νομίζω ότι μύριζε και μετά από δέκα μέρες, μη σου πω κι ότι μύριζε μέχρι που τα μάζεψα· κάποια στιγμή όλα για να γυρίσω πίσω.

Αλλά όχι. Η σκηνή δεν γυρίστηκε ποτέ. Είναι εύκολο να πιστεύεις ο,τι θες, να βάζεις τη μνήμη σου να ψευδομαρτυρήσει, να σκαρώνεις φανταστικά σενάρια, να παραστήσεις τον Mπεν Μπράντοκ ξερωγω. Νομίζω πιάσαμε κουβέντα περί ανέμων και υδάτων αλλά ούτε στιγμή περί δαιμόνων. Με ανέμους και νερά δεν πας πουθενά όμως, δηλαδή με κουβέντες γενικά δεν πας ούτε χιλιοστό μακρύτερα κι ας καθόταν μισό μέτρο παραδίπλα μου κι ας ήθελα σα λυσσασμένος να τρυπώσω μέσα στη μπλούζα της και να μείνω εκεί ώσπου να ‘ρθει αυτή η Δευτέρα Παρουσία που λένε, να μην έχω και έγνοιες με Στατιστικές, Μακροοικονομίες, Λογιστική ΙΙ και εξεταστικές. Αγαπούσα όμως και ο καφές έμεινε χωρίς κουλουράκι. Το -ούτε καν-  μισό μέτρο δεν γεφυρώθηκε. Ευτυχώς δεν ήμουν μηχανικός, να κάνω σεπούκου και να ΄χει τραγικό τέλος η ιστορία.

Λίγες μέρες μετά εμφανίστηκε άντρας στο σπίτι τους, με στολή. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς στολή αλλά δεν είχε και μεγάλη σημασία. Λόγω ανατροφής και επιστημοσύνης κατάλαβα ότι δεν είναι πρέπον να ενοχλείς με τηλεφωνήματα όταν βγαίνει η στολή και η άσπρη ρόμπα. Κι έτσι ξαναχάρηκε ο ασυμπάθηστος ο περιπτεράς μου, Bουρνάζου και Σούτσου γωνία και ο ΟΤΕ στην Πατησίων που με είχαν χάσει για βδομάδες.

Η Ελένη πρέπει σήμερα, αν ζει καλή της ώρα, να είναι περασμένα εβδομήντα, ίσως πατημένα εβδομηνταπέντε. Σκέφτηκα να βάλω μόνο αρχικά, αλλά δεν ήταν γυναίκα για περιττές κι ανούσιες διακριτικότητες. Ούτε η ιστορία αυτή για φτιασιδωμένο επίλογο. Ελπίζω μόνο να με συγχώρεσε, αν τα ξανασκέφτηκε ποτέ, για τα άνυδρα πηγαινέλα και τον σκέτο καφέ.

Rotel blues, II

14526921302_a3d92a006a_b

Πριν πολλά πολλά χρόνια -σήμερα είναι και επίκαιρο να πει κανείς ’την εποχή των μαμούθ και των παγετώνων’- ήταν μια μέρα σαν κι αυτήν που βρέθηκα σ΄ ένα παγωμένο δωμάτιο μαζί με ένα κορίτσι που το δέρμα του μύριζε γάλα και αμύγδαλο και τα μαλλιά του γυαλίζαν σαν τους σπασμένους πάγους έξω στα πεζοδρόμια.

Το δωμάτιο ήταν ευγενής παραχώρηση ενός ενήλικα, που σίγουρα θα ’βρει κάποτε θέση σε κάποιον παράδεισο για την χειρονομία του αυτή, και οι οδηγίες που έδωσε ρητές και ξεκάθαρες: “όπως το βρείτε το σπίτι και τον καναπέ έτσι θα τα αφήσετε, βάλε μουσική αλλά μη τυχόν και δω γρατζουνιά σε δίσκο ο οποίος θα ξαναμπεί μετά στη θέση που βρισκόταν. Θέρμανση δεν θα έχει, έχει όμως ουίσκι και Μεταξά στο ντουλάπι κάτω από τον ενισχυτή. Ποτήρια καθαρά και στη θέση τους, όταν φύγετε. Πριν πάει δυο γιατί στις δυόμιση σχολάω”.

Θέρμανση δεν είχε (δεν ξέρω γιατί, δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, ποιος νοιάζεται για άνευ σημασίας λεπτομέρειες) και αυτό σήμερα θα πόναγε πολύ μα τότε δεν ήταν παρά μια ειρήσθω εν παρόδω υπενθύμιση. Η μόνη ζέστη έβγαινε από έναν ROTEL, από κείνο το αναιμικό κίτρινο φως που λαμπύριζε πίσω από τους αριθμούς και τις βελόνες που ανεβοκατέβαιναν όχι με την μουσική αλλά από τα ντουπ ντουπ κάτω από τις χοντρές μας μπλούζες. Ακόμη κι όταν βγήκαν οι μπλούζες, το δωμάτιο ήταν σαν χαμάμ. Να ήταν το φως αυτό, να ήταν το δισκάκι που βάλαμε -Wish you were here, σιγουράντζα μονόδρομος- ,  να ήταν ο Μεταξάς και η πρώτη μας γνωριμία μαζί του, να ήταν ότι η ώρα κόντευε μία κι ακόμη με τα στόματά μας καταγινόμασταν, ήρθαμε και κορώσαμε.

Δεν ξέρω τι είναι κρύο σήμερα. Τότε κρύο ήταν το ρολόι να δείχνει δυο και είκοσι (δεν αφήνεις έτσι εύκολα τα κορίτσια που το δέρμα τους μυρίζει γάλα και αμύγδαλο), να κλείνεις την πόρτα, να αφήνεις το κλειδί κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας και καθένας να παίρνει το δρόμο για το σπίτι του. Που είχε θέρμανση αλλά για μέρες -ως την επόμενη φορά δηλαδή- είχε τον χρόνο παγωμένο στις δυο και είκοσι.