06:43 , Iούλιος 2034

(το παρόν είναι προϊόν θερινής μυθοπλασίας και δεν αποτελεί κατάλοιπο νοσταλγίας, αυτό πιστεύω)

Mου λείψανε οι κασέτες που γράφαμε, ώρες, μέρες ολόκληρες, για τις διακοπές. Σήμερα όλα με ένα touch στο κινητό, εύκολο σαν πληρωμένο γαμήσι. Σαν τον Shane McGowan με αναστυλωμένη οδοντοστοιχία. Γεμάτη πρόσοψη αλλά σου λείπει αυτό το οικείο κενό στο στόμα (που πάλευε να μην φαλτσάρει) και στην ψυχή.

Φρέντο, εσπρέσο, καπουτσίνο και η συνομοταξία τους μακέλεψαν τον ήχο από τα πούλια και τα ζάρια πάνω στο κοντραπλακέ. Τρείς ταξιαρχίες ντόρτια αποπειράθηκαν να αυτομολήσουν μετά από κάθε ρουφηξιά. Ένα ασόδυο συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω να ντύνεται εξάρες όσο οι άνθρωποι ήταν απορροφημένοι από τα βιοδιασπώμενα καλαμάκια. Ο τελευταίος καφές που ήπια και ήταν χίλια τα εκατό καλοκαίρι ήταν ένας κρύος φραπέ σκέτος σε ποτήρι λεμονάδας με ένα κουτάλι όρθιο μέσα, χωρίς καλαμάκι. Είχε χρώμα λασποβροχής και γεύση δανεικής (μη σου πω και κλεμμένης) ευτυχίας. Δεν σκέφτηκα στιγμή να ρωτήσω τι χρησιμότητα είχε το κουτάλι, οι ερωτήσεις λιώνουν γρήγορα το καλοκαίρι. Τα τζιτζίκια τριγύρω έπαιζαν πλακωτό με την ζέστη. Δεν έμαθα ποτέ ποιος κέρδισε.

Ήταν δεκαεννιά, ο άλλος είκοσι. Κατέβηκαν μονοπάτια και μάτωσαν από πουρνάρια μέχρι να φτάσουν και να πετάξουν ρούχα, γυμνοί και οι δυο, κανείς κοντά τους, ολομόναχοι,  βούτηξαν μετά από τρεις ώρες, μπορεί και τέσσερις, σε τέτοιες ηλικίες δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει ρολόι.

Πάρκαρε στο πλάτωμα, εκείνη σαρανταπέντε, εκείνος πενηντατρία, έπρεπε επειγόντως να υπακούσει στην κύστη του. ‘Θα ΄θελα να ‘ξερα δηλαδή, είναι δέκα λεπτά που σε παρακαλώ να κάνεις στην άκρη, τόσοι παράδρομοι και βρήκες να σταματήσεις σ’ αυτά τα μπαΐρια;’. Δεν του απάντησε, έριξε μια βιαστική ματιά στην γύμνια της εκεί κάτω χαμηλά, τον είδε να μπαίνει μέσα της ξανά και ξανά (για μια στιγμή πίστεψε πως τον ένιωσε κιόλας αλλά κατάφερε να μείνει ακίνητο κάθε χιλιοστό του προσώπου της) και έστριψε ένα τσιγάρο. Ρούφηξε τον καπνό σαν να ‘ταν το τελευταίο της χαρτάκι. Εκείνος ανέβασε το φερμουάρ χωρίς να σκουπιστεί.

Βίοι Αγνώστου. Φήμες λένε ότι έβλεπε αυτήν ακριβώς την εικόνα επί εξήντα καλοκαίρια. Το εξηκοστό πρώτο μπήκε στο κάδρο και χάθηκε για πάντα. Όχι μεσοπέλαγα. Αρόδου. Δεν έμαθε ποτέ τι τον περίμενε στην τελευταία διαδρομή.

‘Hταν στιγμές που ήθελα να γλείψω ως και την πλάτη της καρέκλας όπου στέγνωνε το μαγιώ της. Ποιάν πλάτη, ακόμη και τα πόδια, τις σούστες, τα ελατήρια κάτω απ’ το μαξιλαράκι. Και τις σταγόνες στο πάτωμα. Με τις μεταλλικές -φερ φορζέ ή όπως τις λένε- η παρόρμηση ήταν πιο έντονη, όταν έκαναν κατάληψη οι άλιμπερτ στα μπαλκόνια των ενοικιαζόμενων η επιθυμία άρχισε να φθίνει, πέρασαν βλέπεις και τα χρόνια της Μεγάλης Πείνας. Δυο τρεις φορές δοκίμασα, χωρίς να με βλέπει εκείνη, την γεύση από Lycra ελπίζοντας ότι κάτι ανθρώπινο θα είχε απομείνει πάνω του. Δεν ευτύχησα. Στο κάτω μισό θα είχα περισσότερες ελπίδες αλλά αυτό έβγαινε τελευταίο, αργά. Μετά εκείνη είχε γεύση από αλάτι και Lycra πάνω της και άφηνα ήσυχες τις καρέκλες.

Χαζεύεις τα μυρμήγκια που βρήκαν δρόμο για μια μισοφαγωμένη φέτα καρπούζι, χλιαρή πλέον. Στην αρχή την λαχταράς δροσερή, μετά νιώθεις πως φούσκωσες, την αφήνεις πάνω στο τραπέζι μήπως και αντέξεις άλλη μια πιρουνιά αλλά δεν την πετάς. Κάπως έτσι, αυτό λένε τα βιβλία και οι πιο σοφοί από μένα, συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όταν σκουπίσεις το τραπέζι τελειώνουν όλα. Ούτε η φέτα σε νοιάζει ούτε τα μυρμήγκια πάνω της. Οι ελαττωματικοί άνθρωποι, καλήν ώρα, ούτε μια μπουκιά μπορούν να απολαύσουν χωρίς να σκέφτονται -έστω φευγαλέα- ‘και μετά τι;’. Aκόμη κι όταν δεν το σκέφτονται, την ώρα που φτύνουν τα τελευταία κουκούτσια.

Σαν μυρμήγκι, αναλογίζομαι, δεν θα πω ποτέ ότι χόρτασα. Και ξάφνου τα αγαπώ και λαχταρώ να γίνω ένας δικός τους.

Πόσες ιστορίες έρωτα

Agfa ασπρόμαυρες

Kodak χρωματιστές

κρεμάστηκαν φοβισμένες πάνω σας

μπας και δεν πέσουν χάμω

τον χειμώνα.

H oοδυνηρή ενηλικίωση ήρθε όταν μέσα στο πιάτο με τα ώριμα ροδάκινα μπήκε παρείσακτο ένα μαχαίρι. Ο απογαλακτισμός από τα υγρά που κατρακυλούσαν και κολλούσαν στην γύμνια μας, σε στήθος, μπούτια, σαγόνι, λαιμό, χέρια νομίζω μας σημάδεψε για πάντα. Μετά το νερό τα ξέπλενε όλα, αφού πρώτα όμως μυρίζαμε ολόκληροι σαν ανθισμένος ροδακινώνας. Εκείνες ποτέ δεν κατάλαβαν πόση τρυφερότητα κι αγάπη έκρυβε το να θέλουμε να ξανασημαδευτούμε μαζί τους, να πνιγούμε, να ραντιστούμε με ότι αγίασμα τρέξει πάνω μας. Χωρίς να αφήσουμε ούτε σταγόνα νερό να μας αγγίξει μετά.

Ούτε που το φανταζόταν όταν γεννήθηκε (μου είναι άγνωστος ο τρόπος που γεννιούνται τα όστρακα) πως αφού πέθαινε και ξάσπριζε ανάμεσα σε χιλιάδες, εκατομμύρια άλλα, θα ζούσε μια δεύτερη ζωή καλά φυλαγμένο μέσα σε ένα πορτοφολάκι των δέκα ευρώ. Mου είναι, επίσης, άγνωστος ο τρόπος που σκέφτονται τα όστρακα. Και τα πορτοφολάκια.

Θα φάω σκόρδο αν φας κι εσύ μαζί μου. Μετά μπορώ να σε φάω ολόκληρο, του είπε. Πού ζουν αυτά τα μυρωμένα, λατρεμένα κορίτσια; Ακόμη κι ο Ρόμπινς, αυτή η αψεγάδιαστη ανθρωποπαγίδα, δεν κατάφερε να μαντρώσει ένα τέτοιο στις σελίδες του.

Φήμες λένε ότι η Τζάνις δεν είχε καλές σχέσεις με το νερό και το σαπούνι. Αν σκεφτείς ότι οι εννιά στις δέκα την θυμούνται για το Summertime, ο συνδυασμός είναι ολέθριος. Ποτέ δεν βρέθηκα κοντά της για να το επιβεβαιώσω, ήταν κομμάτι δύσκολο άλλωστε, όταν αυτή πέθανε εγώ ήμουν δέκα και άκουγα Μανώλη Χιώτη και Τζίμη Μακούλη στο σπίτι. Περίεργο σπίτι. Είχε μια βρύση έξω, αυλή που τσιτσίριζε όταν την έβρεχες με το λάστιχο (χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι αυτός ο ήχος ήταν ο δικός της αναστεναγμός ανακούφισης), κάναμε foot skating στο λείο τσιμέντο, δεν ξέραμε από skating τότε αλλά ποιος θυμάται σήμερα τι όνομα είχε, και σκάγαμε άσχημα με τον κώλο. Ευτυχώς γλιτώσαμε την αναπηρία αν και για την ήπια εγκεφαλική όρκο δεν παίρνω όσο σκέφτομαι τι μπορεί να συνδέει την απλυσιά της Τζόπλιν και τις μελανιές στα τρυφερά παιδικά κωλομέρια μας.

To σχήμα του νερού είναι αυτό που θα ‘θελα να είμαι.  Με κάθε γουλιά που πίνεις. Όταν βρέχεις το πρόσωπό σου. Την ώρα που ξεπλένεις την άμμο από τα πόδια σου. Όσο καθαρίζεις τις σαπουνάδες από τις μασχάλες σου. ‘Οπου με βάζεις θα είμαι. Ακόμη και την ώρα της διακοπής, στον Μεγάλο Καύσωνα που σκότωσε χιλιάδες. Για να με ψάχνεις απεγνωσμένα να σωθείς.

Λατρεμένα ρεντ-ε-ρουμ. Με τα άσπρα γαριασμένα σεντόνια σας που μύριζαν σαπούνι Μασσαλίας -δεν έχω ιδέα πώς μυρίζει αυτό αλλά πάντα μου ακουγόταν αρκετά ταξιδιάρικο- και κλεισούρα χειμωνιάτικη νωρίς τον Ιούνιο όταν σου έδειχναν μπαίνοντας πού είναι τα λινά κουβερτάκια, Βορράς γαρ. Παντζούρια ξύλινα με ετοιμοθάνατους μεντεσέδες, μισή χαραμάδα ανοιχτή κόντρα στον ήλιο. Με την μπετονιέρα από κάτω να ξεκινάει συναυλία στις 8. Τέσσερα μανταλάκια σε μισό μέτρο σκοινί για άπλωμα. Θέα στο πλυσταριό της ταράτσας και τους κιρσούς της ‘Ενοικιαζόμενα Δωμάτια Ειρήνη’ που την βάφτισαν Παρθένα, όσο άπλωνε μαξιλαροθήκες και μεταχειρισμένα σεντόνια που επιτέλους, μετά από ένα σκληρό οκτάμηνο στην απομόνωση, υποδέχτηκαν φρέσκο σπέρμα πάνω τους. Αν το ξανασκεφτείς ίσως και να ήταν rent a body τότε, μα τα ‘για πάντα’ και τα ‘μαζί’ δεν είχαν βρει μεταφραστή -και εκδότη- ακόμη.

Tέσσερις το πρωί.

Σκεπάζεις την γυμνή της πλάτη. Το κλιματιστικό ξεχάστηκε ανοιχτό, το δωμάτιο πάγωσε. Τα πολύ ζεστά καλοκαίρια, λένε οι θρύλοι και οι παραδόσεις, δεν σκεπάζεις πλάτες. Τις ξεγυμνώνεις κι άλλο. Μα αυτή είναι μια πλάτη που μιλάει και δεν ρισκάρεις να την ξυπνήσεις, οι πλάτες που ξυπνάνε χωρίς καφέ δίπλα αργούν να καταλάβουν τις προθέσεις σου. Για ένα δευτερόλεπτο έχεις την παρόρμηση να την φιλήσεις όσο ανεβάζεις το σεντόνι. Μα αυτή είναι μια πλάτη που φιλάει και φοβάσαι πως αν ακουμπήσει η γλώσσα σου στην ραχοκοκαλιά της θα ανταποδώσει και μετά θα τα πει όλα στο στόμα της και ίσως αυτό ζηλέψει και σου κρατάει μούτρα. Κι ακόμη χειρότερα, μπορεί να τα πει και στο στήθος της, στην κοιλιά, στα γόνατά της, στα δάχτυλα των ποδιών, στους καρπούς της, στους αστραγάλους, στα μαλλιά της, στην τοσοδούλα καλά κρυμμένη ελιά ψηλά στο πόδι της, ‘μην του έχετε εμπιστοσύνη αυτουνού, σήμερα άφησε χωρίς φιλιά εσάς, αύριο εμένα,  μεθαύριο μπορεί να βγει στο μπαλκόνι – τάχα μου για να πάρει μιαν ανάσα, τάχα μου γιατί πνίγεται που ξημερώνει και θα μας αποχωριστεί, τα ΄χει εύκολα τα λόγια- και να μας αφήσει χωρίς το στόμα, τη γλώσσα και τα χέρια του όσο κάνουμε ότι κοιμόμαστε΄.

Αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους, τέσσερις τα ξημερώματα σε ένα δωμάτιο απέναντι από την θάλασσα, μην πεις ότι δεν σε προειδοποίησα.

‘Ακουσα ιστορίες για ανθρώπους που χάσαν τα λογικά τους από το φως και το γαλάζιο και δεν επέστρεψαν ποτέ από το λιμάνι που κατέβηκαν. Δεν είμαι ένας από αυτούς.


Φωτογραφια 1 (εναρκτήρια σεκάνς) : Mανόλης Σαββίδης

Terminal 2

Photo : χαρισμένη από Nora Watson

1

Σηκώθηκε αξημέρωτα και την άφησε κοιμισμένη στο κρεβάτι, ξεσκέπαστη, μόνο με ένα μαξιλάρι ανάμεσα στα πόδια. Kάθε νύχτα το μαξιλάρι αυτό σκαρφάλωνε ως το κεφάλι της που μετά ζούσε πλέον ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια. Ξυπνούσε το πρωί απορώντας πώς ένα μαξιλάρι μπορεί από μόνο του να ταξιδεύει βόρεια. Αλλά αυτό είναι μέρος μιας άλλης ιστορίας που μπορεί να γραφτεί στο μέλλον, γιατί αν πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει ιστορία που δεν έχει ειπωθεί και γραφτεί είμαστε πάρα πολύ γελασμένοι.

2

Το google drive λέει :

It’s 418 miles or 673 km from Phoenix to Albuquerque, which takes about 6 hours, 32 minutes to drive.

From Albuquerque to Oklahoma City is 544 miles or 875 kilometers, it’s a 08 hours 20 minutes drive.

Mέσα σ’ αυτές τις δεκαπέντε ώρες ξύπνησε, διάβασε το σημείωμα, μπήκε στο ντους, μισοστέγνωσε τα μαλλιά της, έφυγε για τη δουλειά, τηλεφώνησε χωρίς να πάρει απάντηση, τσίμπησε ανόρεχτα κάτι -όσο κάτι άλλο την έτρωγε- ήταν σούρουπο όταν επέστρεψε σπίτι, δεν είχε κουράγιο να ξαναμπεί κάτω απ΄ το καυτό νερό, έπεσε για ύπνο κοιτάζοντας το άδειο μαξιλάρι δίπλα και ψιθύρισε τρεις-τέσσερις-δέκα φορές το όνομά του.

Αυτός που οδηγούσε επί 962 μίλια υπέθεσε ότι εκείνη τα έκανε όλα αυτά. Ποτέ δεν έμαθα και την δική της πλευρά της ιστορίας, σε όσα τραγουδάκια κι αν έψαξα.

Σήμερα μάλλον θα έπαιρνε την πτήση που φεύγει λίγο πριν χαράξει. Aυτός. Εκείνη ίσως ακόμη κοιμόταν την ώρα που θα ακουγόταν το ‘cabin crew please be seated for landing’. Μετά, βέβαια, δεν θα υπήρχε τραγούδι*.

3

Όταν ο Εno ηχογραφούσε το Music for Airports δεν είχα κλείσει τα δεκαοκτώ. Μαγεύτηκα από τον τίτλο. Σύντομα πρόλαβα να μάθω ότι τα αεροδρόμια δεν έχουν μουσικές. Εδώ και καιρό είμαι βέβαιος ότι μόνον αφίξεις και αναχωρήσεις έχουν. Κι όταν δεν είσαι εσύ αυτός που πετάς, δεν διαλέγεις πλευρά. Δεν θα είσαι τυχερός να περιμένεις μια ζωή στις αφίξεις. Δεν μπορείς να ‘χεις μόνον το ένα. Και το αντίστροφο ξέρω. Να είσαι αυτός που πετάς. Πάλι σε departures θα καταλήξεις. Έτσι είναι φτιαγμένα τα αεροδρόμια, εκνευριστικά μονοδιάστατα από γεννησιμιού τους. Δεν γεννήθηκε ακόμη ο άνθρωπος που θα τα βάλει μαζί τους και θα βγει αλώβητος.

4

Όλη η μουσική ζει ανάμεσα στο Arrivals και το Departures. Aν είσαι τυχερός, το μαθαίνεις κι αυτό. Οι ωραιότερες αγκαλιές του κόσμου, που διαρκούν θαρρείς χιλιάδες χρόνια, ζουν έξω από τις Αφίξεις. Τριγύρω απ’ τις Αναχωρήσεις οι αγκαλιές είναι σακατεμένες, ψυχορραγούν. Σε δευτερόλεπτα ξεψυχάνε. Δεν μας τα είπε αυτά ο Eno, τι να χωρέσει άλλωστε σε ένα δισκάκι.

5

*Κι όμως υπήρχε τραγούδι, θυμήθηκα ένα που πήγαινε «I’m leaving on a jet plane». Μετά δεν έχει άλλα στιχάκια. Έχει, αλλά πετάνε από το Terminal 1. Ελπίζοντας ότι κάποιος θα τα περιμένει πίσω απ’ το γυαλί. Ή έστω έξω, διπλοπαρκαρισμένος.

θήτα όπως θέρος

O ήλιος το καλοκαίρι, ειδικά σ’ αυτόν τον τόπο, είναι ίδιος για όλους. Ακόμη και με κλειστά μάτια. Ειδικά με κλειστά μάτια. Ένα ζεστό φιλόξενο σκοτάδι, με αναλαμπές φωτός από μακριά, σαν ένα μεγάλο «δεν είσαι μόνος».

Κάποιες φορές έχει μουσική. Είτε αυτή ακούγεται σαν το P των Labradford, είτε σαν το πατ πατ πατ της ομπρέλας κόντρα στο μελτέμι, σαν το κύμα λίγα μέτρα μακριά (κανένα δεν είναι όμοιο με το προηγούμενο ή με το επόμενο μα όλα είναι ίδια, δεν υπάρχει γενετιστής που θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό), είτε σαν ένα κινητό που χτυπάει ερήμην των αφεντικών του που είναι χωμένοι στο μπλε, είτε σαν το άνοιγμα της μπύρας, είτε σαν αυτήν που ακούγεται όταν χαϊδεύεις (ή χάιδευες, κάποτε) το γόνατό της.

Είτε σαν την αίσθηση στην κοιλιά (που του έχει παραδοθεί γυμνή) όπως -έτσι λένε τα βιβλία, τα τραγούδια, η μνήμη- στον έρωτα.

knock knock knockin’ on summer’s door

Oι γυναίκες του σπιτιού πήγαν στην εκκλησία. Δεν ήταν δα και μεγάλο κατόρθωμα, η μια είναι στα διακόσια μέτρα και η άλλη στα τριακόσια. Παλιά, θυμάμαι, ούτε φαρμακείο μπορούσες να ανοίξεις αν δεν ήταν πεντακόσια, δεν ξέρω ακριβώς πόσα, μέτρα μακριά από άλλο. Τώρα ακόμη και μεσοτοιχία. ‘Ο παράς να πέφτει’ έλεγε ο παππούς μου, ο συνονόματος. Eκείνον δεν τον θυμάμαι ούτε μια φορά να ντύνεται για να πάει στην Ανάσταση. Υποθέτω κάτι πίστευε, εικονοστάσι και καντήλι υπήρχαν στο σπίτι, νομίζω ότι και τον σταυρό του έκανε, τα υπόλοιπα δικός του λογαριασμός. Δεν ήξερα αν ήθελα να τον ρωτήσω, κάποια στιγμή, δεν πρόλαβα κιόλας.

Κόντευε εννιά και βγήκα για μια μικρή βόλτα, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις εκκλησίες. Διασταυρώθηκα με αρκετούς, λαμπάδα στα χέρια, φαναράκι, είδα και καναδυό κόκκινα αυγά, ντυμένοι οι περισσότεροι όπως σηκώθηκαν από τον καναπέ κι αυτό -δεν κατάλαβα εκείνη τη στιγμή το γιατί- με έκανε να χαμογελάσω με ανακούφιση. Ένας φορούσε γραβάτα και νομίζω τον κοίταξα, λίγο έκπληκτος λίγο απορημένος, περισσότερο από όσο κοιτάς έναν άγνωστο στο δρόμο, είχα να δω -ζωντανά- φορεμένη γραβάτα κοντά ενάμιση χρόνο και μάλλον αναστατώθηκα, λίγο. Ελπίζω, αν και όταν ξανάρθει η ώρα, να θυμηθώ τον σωστό κόμπο, προς το παρόν τα ψαράκια (θάλασσα και ψαράκια είχε η τελευταία που μπήκε στο σπίτι) κοιμούνται στο κουτί τους που ακόμη δεν μπορώ να θυμηθώ τι εξαίσιο μυρίζει. Μα για να θυμηθείς κάτι, σκέφτομαι, πρέπει να ΄’χεις πρώτα συναντηθεί με κάποιο τρόπο μαζί του, άρα ματαιοπονείς. Ή, ξανασκέφτομαι, αποκτάς κίνητρο για να το ψάξεις. Ελπίζω οι άνθρωποι που περνάνε δίπλα μου να μη διαβάζουν σκέψεις και χαμόγελα. Μερικά πράγματα καλό είναι να μένουν δια βίου αμετάφραστα από αγνώστους.

Δυο ωραία, ψηλά κορίτσια, στο δρόμο για τα τριάντα, στενεύει το πεζοδρόμιο και περιμένω να περάσουν. Η μια μου χαμογελάει για ‘ευχαριστώ’, η άλλη κάτι πληκτρολογεί στο κινητό κρατώντας και την λαμπάδα. Είναι αξιοθαύμαστο τι μπορούν να κάνουν με ενάμιση δάχτυλο και μια οθόνη. Ευτυχώς τις έχω αφήσει πίσω μου τη στιγμή που σκέφτομαι το ‘τραγανιστά κωλαράκια’ γιατί ένα χαμόγελο, στην αρχή, και ένα νευρικό πνιχτό γέλιο ξεχύνονται σε πεζοδρόμιο και δρόμο και σκέφτομαι ότι είναι ώρα να τελειώνει αυτή η βόλτα πριν γίνω ο τζόκερ των μετρίων και φτωχών και με μαζεύουν νυχτιάτικα.

Η νύχτα είναι πάρα πολύ όμορφη. Πάρα πολύ. Είναι ζεστή και με ανατριχιάζει επειδή ούτε ένα φουτεράκι έριξα πάνω απ’ το τι-σερτ αλλά και να το φόραγα θα το έβγαζα, είναι ήσυχη και σκοτεινή μαζί, μυρίζει ‘θέλω’, μουσικές που αγαπώ και τις έχω κάπου καταχωνιασμένες, μυρίζει σαν ρούχο που ίδρωσε κι αφέθηκε στον ήλιο να στεγνώσει. Θα μπορούσα απλά να γράψω ‘αυτή η νύχτα είναι πρελούδιο επερχόμενου θέρους’ αλλά αυτά τα κοροϊδεύω. Δεν το γράφω. Πάντως αν ήταν γυναίκα θα μπορούσα, νομίζω, να την ερωτευτώ. Με την προϋπόθεση ότι θυμάμαι πώς γίνεται αυτό. Από μακριά ακούγονται καμπάνες.

Εντάξει, μεγάλωσες, μου λέω. Βάρυνες, άσπρισες, τα όχι κατατροπώνουν τα ναι σου. Με χαζομάρες παλαίωσης και ωρίμανσης μην παραμυθιάζεσαι, τα ‘aged in oak barrels’ δεν περνάνε εδώ. Αλλά όσο θυμάμαι πώς μυρίζει ο ήλιος και η ζέστη πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα, ένα σφηνάκι -αν με στίψω καλά- ίσως το βγάζω ακόμη.

μαζί

Εδώ βλέπουμε δυο ανθρώπους στο ίδιο πλάνο. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πριν δέκα δευτερόλεπτα ήταν στο ίδιο ακριβώς σημείο της εικόνας. Πολύ περισσότερο αν πριν δέκα λεπτά άγγιζαν ο ένας τον άλλον. Ίσως μόλις μισή ώρα πριν ξάπλωναν γυμνοί, με το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της και το χέρι της στην κοιλιά του. Σαράντα λεπτά νωρίτερα ίσως αντάλλαξαν «σε χύνω». Μπορεί και να μην αντάλλαξαν τίποτε, να ήταν αυτός κουρασμένος κι αυτή θυμωμένη. Ή το αντίστροφο. Ίσως πέρασαν όλη τη νύχτα μαζί, με αλήθειες, γέλια και λίγα αναπόφευκτα ψέματα. Ενδεχομένως μόνον λίγες ώρες, με σκέτα ψέματα. Μπορεί να της είπε, φεύγοντας απ’ το δωμάτιο, «θα μου λείψεις». Μπορεί και να του απάντησε, είχε φασαρία στον δρόμο από κάτω και δεν ακούστηκε τι. Υπάρχει περίπτωση να μίλησε πρώτη λέγοντας «άργησα, πρέπει να φύγω». Τώρα δεν ξέρουμε πού πηγαίνει καθένας τους, ούτε κι αν θα ξανασυναντηθούν. Για την ακρίβεια δεν ξέρουμε αν βρέθηκαν καν κι αν γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αλλά ανέκαθεν έβρισκα πιο ενδιαφέρουσες τις έστω ανύπαρκτες ιστορίες μέσα στις εικόνες παρά την εικόνα την ίδια.

Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα, η ιστορία θα γραφόταν διαφορετικά.

η κρυφή ζωή της

Παιδιά, σπίτι, σύζυγος, δουλειά αλλά δεν είναι η Μαίρη Παναγιωταρά. Yπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας -ή εμείς ανάμεσά τους- αλλά αυτή δεν είναι. Δεν φτιάχνει καφέ στο αφεντικό, δεν της πιάνει τον κώλο -όχι κυριολεκτικά, μεταφορικά έχει γεμίσει μελανιές-, τα παιδιά μεγάλωσαν και δεν χρειάζονται διάβασμα (αλλά θα είναι ο Τράβις Μπικλ τους για καιρό ακόμη), τα πιάτα μπαίνουν στο πλυντήριο και μόνο τα φλυτζάνια του καφέ πλένονται στο χέρι,  ο νους του άντρα στο σπίτι όλο και πιο σπάνια «είναι στο κακό» και δεν βρίσκω τίποτε παράξενο, τραγικό ή έστω πικρό σε αυτό μετά από είκοσι και εικοσιπέντε χρόνια, για σιδέρωμα και καθάρισμα (γενική) δεν βάζει έγνοια αφού μια και δυο φορές την εβδομάδα θα έρθει η ευγενική και έμπιστη κυρία που τα φροντίζει αυτά, για πλυντήριο δεν παίρνω όρκο αφού κανείς μας δεν θέλει να βλέπει κάποιον τρίτο να βγάζει τα άπλυτά του στη φόρα από το καλάθι στον 9κιλο κάδο και ίσως χειρίζεται μόνη της το λεπτό αυτό θέμα με τα άσπρα και τα χρωματιστά και τα μαύρα που είναι μια φλύαρη κατηγορία από μόνα τους, ενδιάμεσα της διαδρομής δουλειά-σπίτι ανεφοδιάζει τους γέροντες -αν υπάρχουν ακόμη- με φάρμακα, ένα γλυκό και λίγο χρόνο (can’t buy time αλλά πώς τους το λες αυτό), κάποιες φορές επιτρέπει στον εαυτό της να νιώσει ράκος ένα πεντάλεπτο την μέρα που κι αυτό το κρύβει με τρόπο που τρομάζει, μακιγιάρεται προσεκτικά απ’ έξω και όσο περνάει ο καιρός οι σοβάδες καταρρέουν από μέσα -ούτε λόγος για μερεμέτια και βαψίματα-, προσέχει το σώμα της και γαμάει την ψυχή της, εξολοθρεύει όσες άσπρες και γκρι τρίχες ξεμυτίσουν από τα χαρακώματα των -άντα, δεν αγαπάει τις ρυτίδες της και πιστεύει πως όσοι λένε οτι τις λατρεύουν είναι μεγάλοι ψεύτες και θέλουν εν κατακλείδι να της πιάσουνε τον κώλο, ίσως κάποιες στιγμές της έρχεται να κάνει φονικό αλλά έχει MSc και PhD στο self-restraint.

Κι όταν οι άλλοι θα παν να κοιμηθούν κανονικά, κάποια νύχτα μπορεί να ανάψει ένα τσιγάρο για τρία-τέσσερα λεπτά καταδικά της, με το κεφάλι γερμένο πίσω και μάτια κλειστά. Δεν την ξέρω και δεν ισχυρίζομαι πως έχει ή δεν έχει και δεύτερη και τρίτη ζωή (ίσως σπέσιαλ, ίσως καταπληκτική, ίσως δείγμα τυπικό/ίσως όχι) αλλά αυτά τα λίγα λεπτά με την κάφτρα να καίει επικίνδυνα δίπλα στα γυμνά πόδια της και στην γυμνή κοιλιά της σκέφτομαι -εγώ, ο παρείσακτος- πως μπορεί και να είναι η κρυφή ζωή της ερήμην όλων, μα όλων, των άλλων.

πέντε παράγραφοι

Ξύπνιος απ’ τις εξήμιση. For no good reason. For no reason at all. Ίσως μόνον για να διαπιστώσει ότι είναι ζωντανός. Γιατί αν έχεις πεθάνει το βράδι είναι πρακτικά αδύνατον να σηκωθείς, χωρίς την ευγενική συνδρομή άλλων, το πρωί. Αυτός ζούσε πάντως. Ξαναδιάβασε το μήνυμα, δέκα ημερών, που έγραφε μόνο «σε πεθύμησα» και βεβαιώθηκε. Μετά το δωμάτιο μύρισε καφέ.  

Στα δωμάτια των ξενοδοχείων (άλλοτε τα σιχαινόταν, άλλοτε ασφυκτιούσε χωρίς αυτά) κάποιες νύχτες σκεφτόταν ποιος άραγε να έμενε στην επόμενη πόρτα (πρακτικά κανείς γιατί οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα σε πόρτες). Τις περισσότερες φορές δεν ακουγόταν απολύτως τίποτε από δίπλα, κάτι αρκετά παράξενο μιας και ξέρουμε όλοι πως τα ντουβάρια των δωματίων στα ξενοδοχεία μπορεί να έχουν μάτια και αυτιά -είναι κάπως τρομαχτικό αυτό μα, πίστεψέ με, το ξεπερνάς με τον καιρό- αλλά μόνωση δεν έχουν. Για πάρα πολύ ακαθόριστους και συγκεκριμένους λόγους θα ήθελε να βρίσκεται μια γυναίκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι του διπλανού δωμάτιου. Αν, μάλιστα, ήταν καλοκαίρι (η, έστω, καλοκαίρι εκεί που βρισκόταν, είναι μπερδεμένα κι αυτά πολλές φορές αν σε πηγαινοφέρνουν αεροπλάνα) την σκεφτόταν γυμνή μπρούμυτα πάνω από το στρωμένο κι απείραχτο κρεβάτι να πληκτρολογεί «σε πεθύμησα». Κάποιος, κάποια, κάπου, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά θα ζωντάνευε. Μετά αυτός τραβούσε τις κουρτίνες και έβλεπε, μισόγυμνος, την πόλη έξω, εκείνη δεν ήταν στο διπλανό -άδειο- δωμάτιο, έτσι γίνεται με τις ιστορίες αυτές, εξελίσσονται ερήμην σου. Σόλο. Δεν είμαστε όλοι πλασμένοι για Chelsea Hotel, ούτε καν μεσοτοιχίας.

Κάποτε της είχε πει «σου πάνε τα μαύρα» και λίγο μετά «είναι αρρώστια τα πόδια σου». Πάρα πολύ κακή επιλογή την εποχή που οι άνθρωποι ξεκληριζόταν κατά χιλιάδες από έναν γαμημένο αόρατο ιό κάθε μέρα. Αυτός που υποτίθεται τα είχε καλά με τις λέξεις διάλεξε τις χειρότερες την χειρότερη στιγμή, θαρρείς και οι άλλες στέρεψαν. Απάντηση δεν πήρε ποτέ, εξόν από ένα αμετάφραστο ημιχαμόγελο, και αποφάσισε την επόμενη φορά, αν υπήρχε επόμενη, να δοκιμάσει ένα «σου πάει η γύμνια, με καβλώνουν τα πόδια σου». Τέτοιες εποχές δεν προσφέρονται για λογιοσύνες.

Σκάλιζε τα ράφια με τα βινύλια, ανέγγιχτα μήνες, μερικά και χρόνια. Αν ήταν σώματα θα είχαν μαραζώσει. Ανάμεσα σε Κoeln Concert και Remain in light (χάος και αταξία, λατρεμένα χούγια) βρήκε ένα σημείωμα, μαύρο μολύβι, όμορφα γράμματα. «Είναι δύσκολο να γράφουμε πια».To έφερε στη μύτη του. Μάταια. Το έβαλε ανάμεσα σε Darkness at the edge of town και ABBA Greatest Hits και θα δοκίμαζε λίγες βδομάδες αργότερα.

Μετρούσε μια μια τις μέρες, τις ώρες μέχρι να ξανασυναντηθούν. Ήθελε να του γράψει δυο λέξεις μόνο, «σε πεθύμησα», αλλά δεν είχε καμία απολύτως ιδέα σε ποιο νούμερο στέλνεις μήνυμα στο καλοκαίρι και έβαλε το κινητό να φορτίζει.

in the still of the night

Νόμισα πως άκουγα κάποιους θορύβους αργά τις νύχτες από εδώ μέσα. Έλεγα θα φταίνε οι μουγκές μέρες που περνάμε. Κι άλλαζα πλευρό.

Tράβηξε δυο μήνες αυτό, μπήκα χτες.

Είχα δίκιο,τελικά, μα δεν επρόκειτο για κάτι σπουδαίο.

Λέξεις που ξεψυχούσαν ήταν, ελλείψει ματιών που θα τους έδιναν μια κάποια σημασία.

Κάποια μέρα θα βρω λίγες ώρες ελεύθερες να μπω με την ησυχία μου να τις θάψω μια μια.

sour times/strange days/

ΔΕΥΤΕΡΑ ( ή Τρίτη, ή Τετάρτη ή Πέμπτη…)

Άνοιγμα μάτια στις 6. Κλείσιμο αφύπνισης κινητού (προγραμματισμένο στις 07:01, μη ρωτάς γιατί) για να μην ξυπνήσουν αλαφιασμένοι αξημέρωτα οι υπόλοιποι. Πέταγμα παπλώματος στις 6 και 5. Κατούρημα. Ντους. Τριμάρισμα. 6 και μισή καφές νούμερο 1, μια τζούρα πράμα. Κωλοβάρεμα ως τις 7 παρα τεταρτο. Κινητό και κωλοβάρεμα, ομοίως, ως τις 7. Βρακί, κάλτσες. Και λάθος βρακί να βάλεις νο μπιγκ ντιλ, αυτές τις εποχές μόνο εσύ, η λατρεία σου στο σπίτι και -χτύπα ξύλο- στα εξωτερικά του νοσοκομείου υπάρχει περίπτωση να το δουν. Για την γυναίκα δεν παίρνω και όρκο, πιο πιθανό -χτύπα ξύλο- στο νοσοκομείο. Κάλτσες σε παράταξη στο συρτάρι σαν παρέλαση Βόρειας Κορέας, πουτάνα OCD την κατέστρεψες. Μ’ αυτές κανένα λάθος, πιο πιθανό να κάνει αντιπολίτευση ο Σκάι στον Μητσοτάκη παρά να πετύχεις κατά λάθος διχρωμία ή άλλο σχέδιο. Εφτά και τέταρτο ντυμένος. Τραβάω κουρτίνα. Τέτοια ώρα καλοκαίρι η απέναντι έπινε καφέ στο μπαλκόνι με βρακί και τι-σερτ. Τώρα μόνο περιστέρια χέζουν. Εφτάμιση στο αυτοκίνητο. Αυτά τα δεκάλεπτα κενά μνήμης-κωλοβάρεμα είναι ύποπτα και ύπουλα, δεν ξέρω τι γίνεται εντός τους. Οκτώ παρά εικοσιπέντε παρκάρισμα με αλάρμ στη διαδρομή και καφές 2. Το κορίτσι στο ταμείο είναι όμορφο αλλά η μάσκα της δεν είναι. Ξεχνάω το πρόσωπό της σιγά-σιγά. Spotify. Φλίτγουντ Μακ με την ξανθούλα πόκετ σάιζ. Αν δεν υπήρχε η Ντέμπι ίσως τα έφτιαχνα μαζί της. Οκτώ παρά δέκα, παρά πέντε, με καλημερίζουν στην πύλη, κάποιες φορές είμαι αφηρημένος και δεν ανταποδίδω και νιώθω, με αναδρομικότητα ραν ταν πλαν, πολύ γαïδούρι αλλά τους χαιρετάω διπλά όταν φεύγω (αν δεν είμαι πάλι αφηρημένος ή χαμένος σε καργιόλες σκέψεις) και έτσι νομίζω ότι ψιλοξεχρεώνω.

Κενό. Μεροκάματο. None of your business. Απλά οθόνες και καφέδες 2μιση, 3 και 4.

Έξη, εξήμιση, νύχτα πάντως, ξεπαρκάρω. Ρίχνω μια τελευταία ματιά μήπως ξέχασα ανοιχτά φώτα στο γραφείο. Αντανακλαστική κίνηση, βλακωδώς, αφού και να τα ξέχασα θα κλείσουν μόνα τους στις οκτώ. Ξεχνάω φεύγοντας να ανταποδώσω την καληνύχτα στον φύλακα αφού -εν τω μεταξύ- προλαβαίνει (γαμιόλη Μέρφι, «μόλις πάρει μπρος ο κινητήρας ενεργοποιείται αυτόματα το κινητό») να χτυπήσει το τηλέφωνο πριν περάσω την πύλη, γιατί εσύ μπορεί να έκλεισες δεκάωρο ή εντεκάωρο αλλά απ’ την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι όλοι στα ντουζένια τους κι όλο και κάτι ‘τελευταίο-επείγον’ θα θυμήθηκαν οι goudaνθρωποι και οι Brexitάδες.

Εξήμιση, εφτά παρά σε μεγαλομπακάλικο. Η λίστα έχει έρθει προ πολλού στο κινητό. Δεν ζουν παιδιά στο σπίτι, νερόφιδα ζουν, μισή ντουζίνα χυμούς και δυο λίτρα γάλα κάθε μέρα, γερά να είναι τα πουλάκια μου. Τα αγαπώ unconditionally όμως, κοντεύει καιρός που θα αδειάσουν τα δωμάτια-χρηματοκιβώτια και θα μείνω πάμπτωχος αλλά θα τους λέω, στο τηλέφωνο, ότι είμαι πάμπλουτος. Αρχίδια θα είμαι. Όσο πηγαίνω σχεδόν τρέχοντας στο ταμείο (ο σχωρεμένος ο Ρομέρο θα έκανε παπάδες σκηνοθετώντας σήμερα σε μάρκετ γεμάτα με ασυμπτωματικούς αντί για ζόμπι) χτυπάει τηλέφωνο «Skinos πήρες;», «γιατί, είχε η λίστα Skinos;», «γιατί είχε τζιν και Τζακ που κουβάλησες το Σάββατο;», δεν βγάζεις άκρη ούτε γλώσσα, λες μόνο ένα «εντάξει μωρό μου, δεν θα φτωχύνουμε με λίγο μαστιχόζουμο, πάω» και κλείνω πριν προλάβω να ακούσω κριτική για το χιούμορ μου που ξεψυχάει εβδομάδα με τη βδομάδα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό προς λεπτό. Σεφερλή θα σε αποκαθηλώσω πριν μπει η άνοιξη.

Κενό.

Spotify. Πέφτω πάνω σε Πετ Σοπ Μπόηζ. Παίρνω τον περιφερειακό για να ακούσω όλο το Vampires. Δεκάδες Βηταεξάδες στα πεζοδρόμια. Και αμέτρητα σκυλιά. Πέθανε νωρίς ο Ρομέρο τελικά. Και η Κρουέλα. Kάνε ότι δεν το διάβασες.

Παρκάρισμα.

Κανείς παπάρας δεν φιλοτιμήθηκε να ανάψει τα φώτα της πυλωτής. Το κάνουν επίτηδες, περιμένοντας εμένα να τα ανάψω στις εφτάμιση που φτάνω, τέρατα οικονομίας και σταρχιδισμού όλοι τους. Όταν ξαναγίνω διαχειριστής θα βάλω στα κοινόχρηστα «Επίδομα καντηλανάφτη», τσάμπα τίποτε πλέον κουφάλες.

Ασανσέρ με προφυλάξεις έξτρα. Δεν μπορώ να ξέρω ποιος ασυμπτωματικός έκανε βόλτες στους ορόφους μ’ αυτό. Ευτυχώς τρεις όροφοι είναι, ανεβάζω μάσκα ως το μέτωπο -δεν έχω μεγάλη μούρη, βολεύει- και κρατάω αναπνοή. Ο Enzo Molinari των πτωχών.

Ξεκλειδώνω.

Στις δυο, τρεις ώρες που μεσολαβούν μέχρι να με πάρει ο ύπνος με την ροζ φλις στον καναπέ (σετάρει ωραία το ροζ με τις γκρι τρίχες, την γκρι βερμούδα και το μαύρο παρτάλι τι σερτ) έχω προλάβει να μάθω το σκορ νεκρών της ημέρας, να κάνω ντους, να βάλω ρούχα στην κρεμάστρα και να τα βγάλω έξω στο μπαλκόνι ανάβοντας -με την ευκαιρία- τα λίγο καταναγκαστικά happiness λαμπάκια, να πατήσω κουμπί στα μικροκύματα, να απαντήσω «όλα καλά» και «τα συνηθισμένα» στα «πώς πήγε η μέρα σήμερα;» και «κανένα νέο;» and the rest is none of anyone’s business μέχρι να πάει έντεκα και να με ξυπνήσει ένα τρυφερά γνώριμο «θα βλέπουμε ταινία ή θα ακούμε ροχαλητό τώρα;».

Μετά παλεύω να κοιμηθώ στο κρεβάτι εμβαδομετρώντας το ταβάνι και μετρώντας εμβόλια να πηδάνε φράχτες εμβολιαστικών κέντρων όσο περιμένω να ξημερώσει Τρίτη (ή Τετάρτη, ή Πέμπτη, ή Παρασκευή). Άνοιγμα μάτια στις 6. Κλείσιμο αφύπνισης κινητού (προγραμματισμένο στις 07:01, μη ρωτάς γιατί)……..

2021

image (27)

 

Τα ουφ σφράγισαν τα μεταξύ τους σύνορα. Ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά μα ειδικά από εκείνη τη χρονιά που τα ουφ της ανακούφισης κατηγορήθηκαν ότι συνομιλούσαν μυστικά με κάποια αγχωμένα ουφ για να τα πείσουν να αλλαξοπιστήσουν, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν, λίγο αργότερα, αποκαλύφθηκε πως μια ομάδα από αγχωμένα ουφ προσπαθούσε να δελεάσει -άγνωστο με τι τίμημα- κάποια λιπόψυχα ουφ ανακούφισης.

 

Ακολούθησε ψυχρός πόλεμος. Εντελώς ψυχρός, στα όρια του απόλυτου μηδέν.

 

Τώρα δεν περνάει τίποτε κι απ’ τις δυο μεριές. Όσοι ξεμείναμε στην νεκρή ζώνη θάψαμε όλα τα ουφ στα σωθικά μας και ράψαμε το στόμα μας γιατί φοβόμαστε μήπως μια νύχτα συμμαχήσουν και ξεσπάσουν πάνω μας.

 

 

 

 

 

 

2023

327f21801c379308533b3918e8521033    image (26)

 

 

Περίεργος Αύγουστος εκείνος του ‘23. Δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω εγώ γι αυτόν ή, για να μην εκλάβει την απόπειρά μου ως Ύβριν, να αφήσω να γράψει (ή να μην αφιερώσει ούτε σημείο στίξης) αυτός για μένα. Ερήμην, έτσι κι αλλιώς.

 

 

 

1975

istockphoto-1136649547-612x612

 

 

Δεν θυμάμαι πολλά από κείνη τη χρονιά. Μόνο την εικόνα της μικρής κόρης του φροντιστή μου στα Μαθηματικά, τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερή από μένα, που κατέβαινε αγουροξυπνημένη κατά τις μία στη θάλασσα.

 

 

Με άσπρο μπικίνι.

 

 

Και δεν ήξερα αν ήταν ο ήλιος που με έλιωνε ή οι σκιές κάτω από το λευκό lycra.

Θυμάμαι, σίγουρα, τις φωνές των μανάδων «θα σε κάψει ο ήλιος, βάλε αντηλιακό και καπέλο» μα αδιαφορούσαμε όλα τα άγαρμπα δεκαπεντάχρονα, σκιές που να σε καίνε έτσι δεν είχαμε συναντήσει ποτέ πριν. Κι όσο περισσότερο νερό έπεφτε πάνω τους, μέσα στην θάλασσα ή μετά στα ντους,  όσο πιο σκούρο φέγκριζε κάτω απ’ το λευκό τόσο πιο αβάσταχτη η κάψα.

Κάπως έτσι κύλησε εκείνος ο Αύγουστος. Με δανεικούς καύσωνες υπό σκιάν. Μετά βρήκαμε και δικούς μας αλλά αν μας ρώταγες σήμερα νομίζω πως ένα έγκαυμα απ’ τις σκιές εκείνες το ΄χουμε ακόμη κάπου πάνω μας.

1976

image (25)

 

Tην χρονιά που έκλεινα τα δεκάξι, ένα από τα δέκα καλύτερα ποπ τραγούδια όλων των εποχών -δεν θυμάμαι να το είπε ο Πετρίδης εκείνη την ώρα, εγώ το λέω όμως-  έγλειφε τις μελανιές μου όσο με χτυπούσε αλύπητα στο πάτωμα μια γαμημένη διαφορική εξίσωση τρεις μέρες πριν τις εξετάσεις.

 

Έχω διαβάσει αμέτρητα βιβλία, έστω διηγηματάκια, που έχουν κάτι τέτοιο αβάσταχτα πρωτότυπο γραμμένο στην εξώπορτα. Κάποια, μάλιστα, το κάνουν ακόμη πιο εμφατικό για να πιάσουν από τα μούτρα τον καλοπροαίρετο αναγνώστη.

 

Tην χρονιά που πέθανε ο Λουκίνο Βισκόντι  κι εγώ έβαζα ακόμη Clearasil στη μούρη μου, o Eric Stewart πήρε τηλέφωνο τον Lol Cream στις πέντε το πρωί φωνάζοντας «το ‘χω!».

 

Ίσως και αλλιώς, όμως, αν πιστεύεις ότι ο Θεός -όποιος- κάτι χρώσταγε σε μια ατάλαντη ρέπλικα του Τομ Ρόμπινς.

 

O George πέθανε στο  Thornton του Lancashire, ένα κωλοχώρι τέσσερα μίλια έξω απ’ το Μπλάκπουλ, τη μέρα που συμπλήρωνε 49 χρόνια και 8 μήνες ζωής. Ενδεχομένως θα σκεφτείς «νέος, μαλακία» αλλά για χήνος γεννημένος την ίδια χρονιά με το πρώτο διώροφο κόκκινο της Leyland δεν τα πήγε καθόλου άσχημα. Την ώρα που τον έθαβαν -δεν το ΄λεγε η καρδιά τους αλλά και οι μασέλες τους να τον βάλουν σε πίτα ή να τον παραγεμίσουν με πορτοκάλια, δαφνόφυλλα και κρεμμύδια-  ένα τραγουδάκι στο ραδιόφωνο που μίλαγε για hazy days έκανε σεκόντο στο φτυάρι..

 

Όταν για πρόλογο θέλεις τέσσερις ώρες (τόσες έκανα, πάνω-κάτω, τριγυρίζοντας με το βρακί στο σπίτι, πίνοντας νερό και μασουλώντας μπαγιάτικα καλαμποκοτσίπς με γεύση τσίλι) είναι, επιτέλους, ώρα να συνειδητοποιήσεις  πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να γράψεις κάτι μεγαλύτερο (να χαρείς, άσε τα παρηγορητικά «δεν μετράει το μέγεθος, μετράει η τεχνική») από εκατό σελίδες σε μέγεθος 24Χ16 πυκνοτυπωμένες, ειδικά όταν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς θέλεις να πεις και σε ποιόν.

 

Αν τυχόν ενδιαφέρεσαι, το τραγουδάκι έλεγε μετά

How can we ever recapture the feeling

of lazy ways

 

 

 

 

-ΤΗΕ END-

 

σαμερτάιμ μπλουζ

Gary-Oldman-Parasol-New-Mexico-2009-c-Gary-Oldman-Courtesy-of-Flowers-Gallery.web_

 

Η πιο ανέμπνευστη μαρκίζα ποστ έβερ, μέχρι την επόμενη. Αλλά πέρασαν οι καιροί που κωλοσφιγγόμουν για να γεννήσω λέξεις. Κι αν κάποια στιγμή νιώθω, φευγαλέα, να κοιλοπονώ κρυφοκοιτάζοντας το πληκτρολόγιο, καταλήγει ανεμογκάστρι. Όταν δεν αφήνω τίποτε να μπει, τίποτε θα βγει. Fair.

 

Αν καταφέρω να γράψω κάτι που θα γεννηθεί από τα τίποτε, θα είναι μια μεγάλη στιγμή για την λογοτεχνία, μια ανάμεσα σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια στιγμές τίποτε ακόμη. Ούτε εδώ πρωτοτυπία.

 

Αν όμως, θέλω να γράψω μια ιστορία όλο ψέμματα. Από το πρώτο γράμμα μέχρι το κλείσιμο και το save. Είμαι διατεθειμένος να την πιστέψω. Kι αν υπάρχουν κηλίδες αλήθειας, που θα μου ‘χουν ξεφύγει, μπορώ να τις εξαφανίσω μια προς μία στη διόρθωση. Το ίδιο, έχω ακούσει, παίζεται και με ζωές. Σχεδόν απίστευτο μου φαίνεται.

 

Με πέταξε έξω το wordpress. Έψαχνα, την ώρα που μετρούσα τα ξεψυχισμένα παγάκια στον καφέ, να βρω τους κωδικούς. Κουτσά-στραβά κάτι γίνεται μ’ αυτό. Για άλλα που σε κλειδώνουν απ’ έξω, πιο σοβαρά από τα κλιπιτκλίπ των CapsLk, Ctrl και Delete, δεν έσωσα πουθενά κωδικούς και το πληρώνω ήδη. Fair.

 

Πάει καιρός που δεν διαβάζω. Παλεύω αλλά μάταια. Δύσκολα τελειώνω ένα κεφάλαιο, τις πιο πολλές φορές είμαι αποκαμωμένος ήδη με μια σελίδα. Δεν νομίζω οτι ντρέπομαι γι αυτό. Υπάρχουν πολλά στην επετηρίδα ντροπής για να με γαμήσουν καλύτερα.

 

Ευτυχώς υπάρχει η μουσική. Δεν πολυβγαίνουμε πια μαζί αλλά όταν ξυπνούν οι κάβλες, όποια μέρα και ώρα, ποτέ δεν μου λέει όχι. Σε κανέναν, μα αυτό δεν με αφορά ούτε και με πληγώνει.

 

Με πληγώνει να μη βλέπω τα παιδιά μου να γελάνε φωναχτά. Με σκοτώνει. Τα στεγνά άνυδρα χαμόγελα σοδομίσαν την χαρά. Αυτή θέλει δάκρυα από γέλια για να ανθίσει και να θεριέψει. Χαρά μονάχα μέσα σε γλάστρα δεν αντέχεται.

 

Ελπίζω κάποια στιγμή να αρχίσει το καλοκαίρι πριν τελειώσει.