knock knock knockin’ on summer’s door

Oι γυναίκες του σπιτιού πήγαν στην εκκλησία. Δεν ήταν δα και μεγάλο κατόρθωμα, η μια είναι στα διακόσια μέτρα και η άλλη στα τριακόσια. Παλιά, θυμάμαι, ούτε φαρμακείο μπορούσες να ανοίξεις αν δεν ήταν πεντακόσια, δεν ξέρω ακριβώς πόσα, μέτρα μακριά από άλλο. Τώρα ακόμη και μεσοτοιχία. ‘Ο παράς να πέφτει’ έλεγε ο παππούς μου, ο συνονόματος. Eκείνον δεν τον θυμάμαι ούτε μια φορά να ντύνεται για να πάει στην Ανάσταση. Υποθέτω κάτι πίστευε, εικονοστάσι και καντήλι υπήρχαν στο σπίτι, νομίζω ότι και τον σταυρό του έκανε, τα υπόλοιπα δικός του λογαριασμός. Δεν ήξερα αν ήθελα να τον ρωτήσω, κάποια στιγμή, δεν πρόλαβα κιόλας.

Κόντευε εννιά και βγήκα για μια μικρή βόλτα, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις εκκλησίες. Διασταυρώθηκα με αρκετούς, λαμπάδα στα χέρια, φαναράκι, είδα και καναδυό κόκκινα αυγά, ντυμένοι οι περισσότεροι όπως σηκώθηκαν από τον καναπέ κι αυτό -δεν κατάλαβα εκείνη τη στιγμή το γιατί- με έκανε να χαμογελάσω με ανακούφιση. Ένας φορούσε γραβάτα και νομίζω τον κοίταξα, λίγο έκπληκτος λίγο απορημένος, περισσότερο από όσο κοιτάς έναν άγνωστο στο δρόμο, είχα να δω -ζωντανά- φορεμένη γραβάτα κοντά ενάμιση χρόνο και μάλλον αναστατώθηκα, λίγο. Ελπίζω, αν και όταν ξανάρθει η ώρα, να θυμηθώ τον σωστό κόμπο, προς το παρόν τα ψαράκια (θάλασσα και ψαράκια είχε η τελευταία που μπήκε στο σπίτι) κοιμούνται στο κουτί τους που ακόμη δεν μπορώ να θυμηθώ τι εξαίσιο μυρίζει. Μα για να θυμηθείς κάτι, σκέφτομαι, πρέπει να ΄’χεις πρώτα συναντηθεί με κάποιο τρόπο μαζί του, άρα ματαιοπονείς. Ή, ξανασκέφτομαι, αποκτάς κίνητρο για να το ψάξεις. Ελπίζω οι άνθρωποι που περνάνε δίπλα μου να μη διαβάζουν σκέψεις και χαμόγελα. Μερικά πράγματα καλό είναι να μένουν δια βίου αμετάφραστα από αγνώστους.

Δυο ωραία, ψηλά κορίτσια, στο δρόμο για τα τριάντα, στενεύει το πεζοδρόμιο και περιμένω να περάσουν. Η μια μου χαμογελάει για ‘ευχαριστώ’, η άλλη κάτι πληκτρολογεί στο κινητό κρατώντας και την λαμπάδα. Είναι αξιοθαύμαστο τι μπορούν να κάνουν με ενάμιση δάχτυλο και μια οθόνη. Ευτυχώς τις έχω αφήσει πίσω μου τη στιγμή που σκέφτομαι το ‘τραγανιστά κωλαράκια’ γιατί ένα χαμόγελο, στην αρχή, και ένα νευρικό πνιχτό γέλιο ξεχύνονται σε πεζοδρόμιο και δρόμο και σκέφτομαι ότι είναι ώρα να τελειώνει αυτή η βόλτα πριν γίνω ο τζόκερ των μετρίων και φτωχών και με μαζεύουν νυχτιάτικα.

Η νύχτα είναι πάρα πολύ όμορφη. Πάρα πολύ. Είναι ζεστή και με ανατριχιάζει επειδή ούτε ένα φουτεράκι έριξα πάνω απ’ το τι-σερτ αλλά και να το φόραγα θα το έβγαζα, είναι ήσυχη και σκοτεινή μαζί, μυρίζει ‘θέλω’, μουσικές που αγαπώ και τις έχω κάπου καταχωνιασμένες, μυρίζει σαν ρούχο που ίδρωσε κι αφέθηκε στον ήλιο να στεγνώσει. Θα μπορούσα απλά να γράψω ‘αυτή η νύχτα είναι πρελούδιο επερχόμενου θέρους’ αλλά αυτά τα κοροϊδεύω. Δεν το γράφω. Πάντως αν ήταν γυναίκα θα μπορούσα, νομίζω, να την ερωτευτώ. Με την προϋπόθεση ότι θυμάμαι πώς γίνεται αυτό. Από μακριά ακούγονται καμπάνες.

Εντάξει, μεγάλωσες, μου λέω. Βάρυνες, άσπρισες, τα όχι κατατροπώνουν τα ναι σου. Με χαζομάρες παλαίωσης και ωρίμανσης μην παραμυθιάζεσαι, τα ‘aged in oak barrels’ δεν περνάνε εδώ. Αλλά όσο θυμάμαι πώς μυρίζει ο ήλιος και η ζέστη πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα, ένα σφηνάκι -αν με στίψω καλά- ίσως το βγάζω ακόμη.

μαζί

Εδώ βλέπουμε δυο ανθρώπους στο ίδιο πλάνο. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πριν δέκα δευτερόλεπτα ήταν στο ίδιο ακριβώς σημείο της εικόνας. Πολύ περισσότερο αν πριν δέκα λεπτά άγγιζαν ο ένας τον άλλον. Ίσως μόλις μισή ώρα πριν ξάπλωναν γυμνοί, με το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της και το χέρι της στην κοιλιά του. Σαράντα λεπτά νωρίτερα ίσως αντάλλαξαν «σε χύνω». Μπορεί και να μην αντάλλαξαν τίποτε, να ήταν αυτός κουρασμένος κι αυτή θυμωμένη. Ή το αντίστροφο. Ίσως πέρασαν όλη τη νύχτα μαζί, με αλήθειες, γέλια και λίγα αναπόφευκτα ψέματα. Ενδεχομένως μόνον λίγες ώρες, με σκέτα ψέματα. Μπορεί να της είπε, φεύγοντας απ’ το δωμάτιο, «θα μου λείψεις». Μπορεί και να του απάντησε, είχε φασαρία στον δρόμο από κάτω και δεν ακούστηκε τι. Υπάρχει περίπτωση να μίλησε πρώτη λέγοντας «άργησα, πρέπει να φύγω». Τώρα δεν ξέρουμε πού πηγαίνει καθένας τους, ούτε κι αν θα ξανασυναντηθούν. Για την ακρίβεια δεν ξέρουμε αν βρέθηκαν καν κι αν γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αλλά ανέκαθεν έβρισκα πιο ενδιαφέρουσες τις έστω ανύπαρκτες ιστορίες μέσα στις εικόνες παρά την εικόνα την ίδια.

Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα, η ιστορία θα γραφόταν διαφορετικά.

η κρυφή ζωή της

Παιδιά, σπίτι, σύζυγος, δουλειά αλλά δεν είναι η Μαίρη Παναγιωταρά. Yπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας -ή εμείς ανάμεσά τους- αλλά αυτή δεν είναι. Δεν φτιάχνει καφέ στο αφεντικό, δεν της πιάνει τον κώλο -όχι κυριολεκτικά, μεταφορικά έχει γεμίσει μελανιές-, τα παιδιά μεγάλωσαν και δεν χρειάζονται διάβασμα (αλλά θα είναι ο Τράβις Μπικλ τους για καιρό ακόμη), τα πιάτα μπαίνουν στο πλυντήριο και μόνο τα φλυτζάνια του καφέ πλένονται στο χέρι,  ο νους του άντρα στο σπίτι όλο και πιο σπάνια «είναι στο κακό» και δεν βρίσκω τίποτε παράξενο, τραγικό ή έστω πικρό σε αυτό μετά από είκοσι και εικοσιπέντε χρόνια, για σιδέρωμα και καθάρισμα (γενική) δεν βάζει έγνοια αφού μια και δυο φορές την εβδομάδα θα έρθει η ευγενική και έμπιστη κυρία που τα φροντίζει αυτά, για πλυντήριο δεν παίρνω όρκο αφού κανείς μας δεν θέλει να βλέπει κάποιον τρίτο να βγάζει τα άπλυτά του στη φόρα από το καλάθι στον 9κιλο κάδο και ίσως χειρίζεται μόνη της το λεπτό αυτό θέμα με τα άσπρα και τα χρωματιστά και τα μαύρα που είναι μια φλύαρη κατηγορία από μόνα τους, ενδιάμεσα της διαδρομής δουλειά-σπίτι ανεφοδιάζει τους γέροντες -αν υπάρχουν ακόμη- με φάρμακα, ένα γλυκό και λίγο χρόνο (can’t buy time αλλά πώς τους το λες αυτό), κάποιες φορές επιτρέπει στον εαυτό της να νιώσει ράκος ένα πεντάλεπτο την μέρα που κι αυτό το κρύβει με τρόπο που τρομάζει, μακιγιάρεται προσεκτικά απ’ έξω και όσο περνάει ο καιρός οι σοβάδες καταρρέουν από μέσα -ούτε λόγος για μερεμέτια και βαψίματα-, προσέχει το σώμα της και γαμάει την ψυχή της, εξολοθρεύει όσες άσπρες και γκρι τρίχες ξεμυτίσουν από τα χαρακώματα των -άντα, δεν αγαπάει τις ρυτίδες της και πιστεύει πως όσοι λένε οτι τις λατρεύουν είναι μεγάλοι ψεύτες και θέλουν εν κατακλείδι να της πιάσουνε τον κώλο, ίσως κάποιες στιγμές της έρχεται να κάνει φονικό αλλά έχει MSc και PhD στο self-restraint.

Κι όταν οι άλλοι θα παν να κοιμηθούν κανονικά, κάποια νύχτα μπορεί να ανάψει ένα τσιγάρο για τρία-τέσσερα λεπτά καταδικά της, με το κεφάλι γερμένο πίσω και μάτια κλειστά. Δεν την ξέρω και δεν ισχυρίζομαι πως έχει ή δεν έχει και δεύτερη και τρίτη ζωή (ίσως σπέσιαλ, ίσως καταπληκτική, ίσως δείγμα τυπικό/ίσως όχι) αλλά αυτά τα λίγα λεπτά με την κάφτρα να καίει επικίνδυνα δίπλα στα γυμνά πόδια της και στην γυμνή κοιλιά της σκέφτομαι -εγώ, ο παρείσακτος- πως μπορεί και να είναι η κρυφή ζωή της ερήμην όλων, μα όλων, των άλλων.

πέντε παράγραφοι

Ξύπνιος απ’ τις εξήμιση. For no good reason. For no reason at all. Ίσως μόνον για να διαπιστώσει ότι είναι ζωντανός. Γιατί αν έχεις πεθάνει το βράδι είναι πρακτικά αδύνατον να σηκωθείς, χωρίς την ευγενική συνδρομή άλλων, το πρωί. Αυτός ζούσε πάντως. Ξαναδιάβασε το μήνυμα, δέκα ημερών, που έγραφε μόνο «σε πεθύμησα» και βεβαιώθηκε. Μετά το δωμάτιο μύρισε καφέ.  

Στα δωμάτια των ξενοδοχείων (άλλοτε τα σιχαινόταν, άλλοτε ασφυκτιούσε χωρίς αυτά) κάποιες νύχτες σκεφτόταν ποιος άραγε να έμενε στην επόμενη πόρτα (πρακτικά κανείς γιατί οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα σε πόρτες). Τις περισσότερες φορές δεν ακουγόταν απολύτως τίποτε από δίπλα, κάτι αρκετά παράξενο μιας και ξέρουμε όλοι πως τα ντουβάρια των δωματίων στα ξενοδοχεία μπορεί να έχουν μάτια και αυτιά -είναι κάπως τρομαχτικό αυτό μα, πίστεψέ με, το ξεπερνάς με τον καιρό- αλλά μόνωση δεν έχουν. Για πάρα πολύ ακαθόριστους και συγκεκριμένους λόγους θα ήθελε να βρίσκεται μια γυναίκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι του διπλανού δωμάτιου. Αν, μάλιστα, ήταν καλοκαίρι (η, έστω, καλοκαίρι εκεί που βρισκόταν, είναι μπερδεμένα κι αυτά πολλές φορές αν σε πηγαινοφέρνουν αεροπλάνα) την σκεφτόταν γυμνή μπρούμυτα πάνω από το στρωμένο κι απείραχτο κρεβάτι να πληκτρολογεί «σε πεθύμησα». Κάποιος, κάποια, κάπου, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά θα ζωντάνευε. Μετά αυτός τραβούσε τις κουρτίνες και έβλεπε, μισόγυμνος, την πόλη έξω, εκείνη δεν ήταν στο διπλανό -άδειο- δωμάτιο, έτσι γίνεται με τις ιστορίες αυτές, εξελίσσονται ερήμην σου. Σόλο. Δεν είμαστε όλοι πλασμένοι για Chelsea Hotel, ούτε καν μεσοτοιχίας.

Κάποτε της είχε πει «σου πάνε τα μαύρα» και λίγο μετά «είναι αρρώστια τα πόδια σου». Πάρα πολύ κακή επιλογή την εποχή που οι άνθρωποι ξεκληριζόταν κατά χιλιάδες από έναν γαμημένο αόρατο ιό κάθε μέρα. Αυτός που υποτίθεται τα είχε καλά με τις λέξεις διάλεξε τις χειρότερες την χειρότερη στιγμή, θαρρείς και οι άλλες στέρεψαν. Απάντηση δεν πήρε ποτέ, εξόν από ένα αμετάφραστο ημιχαμόγελο, και αποφάσισε την επόμενη φορά, αν υπήρχε επόμενη, να δοκιμάσει ένα «σου πάει η γύμνια, με καβλώνουν τα πόδια σου». Τέτοιες εποχές δεν προσφέρονται για λογιοσύνες.

Σκάλιζε τα ράφια με τα βινύλια, ανέγγιχτα μήνες, μερικά και χρόνια. Αν ήταν σώματα θα είχαν μαραζώσει. Ανάμεσα σε Κoeln Concert και Remain in light (χάος και αταξία, λατρεμένα χούγια) βρήκε ένα σημείωμα, μαύρο μολύβι, όμορφα γράμματα. «Είναι δύσκολο να γράφουμε πια».To έφερε στη μύτη του. Μάταια. Το έβαλε ανάμεσα σε Darkness at the edge of town και ABBA Greatest Hits και θα δοκίμαζε λίγες βδομάδες αργότερα.

Μετρούσε μια μια τις μέρες, τις ώρες μέχρι να ξανασυναντηθούν. Ήθελε να του γράψει δυο λέξεις μόνο, «σε πεθύμησα», αλλά δεν είχε καμία απολύτως ιδέα σε ποιο νούμερο στέλνεις μήνυμα στο καλοκαίρι και έβαλε το κινητό να φορτίζει.

in the still of the night

Νόμισα πως άκουγα κάποιους θορύβους αργά τις νύχτες από εδώ μέσα. Έλεγα θα φταίνε οι μουγκές μέρες που περνάμε. Κι άλλαζα πλευρό.

Tράβηξε δυο μήνες αυτό, μπήκα χτες.

Είχα δίκιο,τελικά, μα δεν επρόκειτο για κάτι σπουδαίο.

Λέξεις που ξεψυχούσαν ήταν, ελλείψει ματιών που θα τους έδιναν μια κάποια σημασία.

Κάποια μέρα θα βρω λίγες ώρες ελεύθερες να μπω με την ησυχία μου να τις θάψω μια μια.

sour times/strange days/

ΔΕΥΤΕΡΑ ( ή Τρίτη, ή Τετάρτη ή Πέμπτη…)

Άνοιγμα μάτια στις 6. Κλείσιμο αφύπνισης κινητού (προγραμματισμένο στις 07:01, μη ρωτάς γιατί) για να μην ξυπνήσουν αλαφιασμένοι αξημέρωτα οι υπόλοιποι. Πέταγμα παπλώματος στις 6 και 5. Κατούρημα. Ντους. Τριμάρισμα. 6 και μισή καφές νούμερο 1, μια τζούρα πράμα. Κωλοβάρεμα ως τις 7 παρα τεταρτο. Κινητό και κωλοβάρεμα, ομοίως, ως τις 7. Βρακί, κάλτσες. Και λάθος βρακί να βάλεις νο μπιγκ ντιλ, αυτές τις εποχές μόνο εσύ, η λατρεία σου στο σπίτι και -χτύπα ξύλο- στα εξωτερικά του νοσοκομείου υπάρχει περίπτωση να το δουν. Για την γυναίκα δεν παίρνω και όρκο, πιο πιθανό -χτύπα ξύλο- στο νοσοκομείο. Κάλτσες σε παράταξη στο συρτάρι σαν παρέλαση Βόρειας Κορέας, πουτάνα OCD την κατέστρεψες. Μ’ αυτές κανένα λάθος, πιο πιθανό να κάνει αντιπολίτευση ο Σκάι στον Μητσοτάκη παρά να πετύχεις κατά λάθος διχρωμία ή άλλο σχέδιο. Εφτά και τέταρτο ντυμένος. Τραβάω κουρτίνα. Τέτοια ώρα καλοκαίρι η απέναντι έπινε καφέ στο μπαλκόνι με βρακί και τι-σερτ. Τώρα μόνο περιστέρια χέζουν. Εφτάμιση στο αυτοκίνητο. Αυτά τα δεκάλεπτα κενά μνήμης-κωλοβάρεμα είναι ύποπτα και ύπουλα, δεν ξέρω τι γίνεται εντός τους. Οκτώ παρά εικοσιπέντε παρκάρισμα με αλάρμ στη διαδρομή και καφές 2. Το κορίτσι στο ταμείο είναι όμορφο αλλά η μάσκα της δεν είναι. Ξεχνάω το πρόσωπό της σιγά-σιγά. Spotify. Φλίτγουντ Μακ με την ξανθούλα πόκετ σάιζ. Αν δεν υπήρχε η Ντέμπι ίσως τα έφτιαχνα μαζί της. Οκτώ παρά δέκα, παρά πέντε, με καλημερίζουν στην πύλη, κάποιες φορές είμαι αφηρημένος και δεν ανταποδίδω και νιώθω, με αναδρομικότητα ραν ταν πλαν, πολύ γαïδούρι αλλά τους χαιρετάω διπλά όταν φεύγω (αν δεν είμαι πάλι αφηρημένος ή χαμένος σε καργιόλες σκέψεις) και έτσι νομίζω ότι ψιλοξεχρεώνω.

Κενό. Μεροκάματο. None of your business. Απλά οθόνες και καφέδες 2μιση, 3 και 4.

Έξη, εξήμιση, νύχτα πάντως, ξεπαρκάρω. Ρίχνω μια τελευταία ματιά μήπως ξέχασα ανοιχτά φώτα στο γραφείο. Αντανακλαστική κίνηση, βλακωδώς, αφού και να τα ξέχασα θα κλείσουν μόνα τους στις οκτώ. Ξεχνάω φεύγοντας να ανταποδώσω την καληνύχτα στον φύλακα αφού -εν τω μεταξύ- προλαβαίνει (γαμιόλη Μέρφι, «μόλις πάρει μπρος ο κινητήρας ενεργοποιείται αυτόματα το κινητό») να χτυπήσει το τηλέφωνο πριν περάσω την πύλη, γιατί εσύ μπορεί να έκλεισες δεκάωρο ή εντεκάωρο αλλά απ’ την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι όλοι στα ντουζένια τους κι όλο και κάτι ‘τελευταίο-επείγον’ θα θυμήθηκαν οι goudaνθρωποι και οι Brexitάδες.

Εξήμιση, εφτά παρά σε μεγαλομπακάλικο. Η λίστα έχει έρθει προ πολλού στο κινητό. Δεν ζουν παιδιά στο σπίτι, νερόφιδα ζουν, μισή ντουζίνα χυμούς και δυο λίτρα γάλα κάθε μέρα, γερά να είναι τα πουλάκια μου. Τα αγαπώ unconditionally όμως, κοντεύει καιρός που θα αδειάσουν τα δωμάτια-χρηματοκιβώτια και θα μείνω πάμπτωχος αλλά θα τους λέω, στο τηλέφωνο, ότι είμαι πάμπλουτος. Αρχίδια θα είμαι. Όσο πηγαίνω σχεδόν τρέχοντας στο ταμείο (ο σχωρεμένος ο Ρομέρο θα έκανε παπάδες σκηνοθετώντας σήμερα σε μάρκετ γεμάτα με ασυμπτωματικούς αντί για ζόμπι) χτυπάει τηλέφωνο «Skinos πήρες;», «γιατί, είχε η λίστα Skinos;», «γιατί είχε τζιν και Τζακ που κουβάλησες το Σάββατο;», δεν βγάζεις άκρη ούτε γλώσσα, λες μόνο ένα «εντάξει μωρό μου, δεν θα φτωχύνουμε με λίγο μαστιχόζουμο, πάω» και κλείνω πριν προλάβω να ακούσω κριτική για το χιούμορ μου που ξεψυχάει εβδομάδα με τη βδομάδα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό προς λεπτό. Σεφερλή θα σε αποκαθηλώσω πριν μπει η άνοιξη.

Κενό.

Spotify. Πέφτω πάνω σε Πετ Σοπ Μπόηζ. Παίρνω τον περιφερειακό για να ακούσω όλο το Vampires. Δεκάδες Βηταεξάδες στα πεζοδρόμια. Και αμέτρητα σκυλιά. Πέθανε νωρίς ο Ρομέρο τελικά. Και η Κρουέλα. Kάνε ότι δεν το διάβασες.

Παρκάρισμα.

Κανείς παπάρας δεν φιλοτιμήθηκε να ανάψει τα φώτα της πυλωτής. Το κάνουν επίτηδες, περιμένοντας εμένα να τα ανάψω στις εφτάμιση που φτάνω, τέρατα οικονομίας και σταρχιδισμού όλοι τους. Όταν ξαναγίνω διαχειριστής θα βάλω στα κοινόχρηστα «Επίδομα καντηλανάφτη», τσάμπα τίποτε πλέον κουφάλες.

Ασανσέρ με προφυλάξεις έξτρα. Δεν μπορώ να ξέρω ποιος ασυμπτωματικός έκανε βόλτες στους ορόφους μ’ αυτό. Ευτυχώς τρεις όροφοι είναι, ανεβάζω μάσκα ως το μέτωπο -δεν έχω μεγάλη μούρη, βολεύει- και κρατάω αναπνοή. Ο Enzo Molinari των πτωχών.

Ξεκλειδώνω.

Στις δυο, τρεις ώρες που μεσολαβούν μέχρι να με πάρει ο ύπνος με την ροζ φλις στον καναπέ (σετάρει ωραία το ροζ με τις γκρι τρίχες, την γκρι βερμούδα και το μαύρο παρτάλι τι σερτ) έχω προλάβει να μάθω το σκορ νεκρών της ημέρας, να κάνω ντους, να βάλω ρούχα στην κρεμάστρα και να τα βγάλω έξω στο μπαλκόνι ανάβοντας -με την ευκαιρία- τα λίγο καταναγκαστικά happiness λαμπάκια, να πατήσω κουμπί στα μικροκύματα, να απαντήσω «όλα καλά» και «τα συνηθισμένα» στα «πώς πήγε η μέρα σήμερα;» και «κανένα νέο;» and the rest is none of anyone’s business μέχρι να πάει έντεκα και να με ξυπνήσει ένα τρυφερά γνώριμο «θα βλέπουμε ταινία ή θα ακούμε ροχαλητό τώρα;».

Μετά παλεύω να κοιμηθώ στο κρεβάτι εμβαδομετρώντας το ταβάνι και μετρώντας εμβόλια να πηδάνε φράχτες εμβολιαστικών κέντρων όσο περιμένω να ξημερώσει Τρίτη (ή Τετάρτη, ή Πέμπτη, ή Παρασκευή). Άνοιγμα μάτια στις 6. Κλείσιμο αφύπνισης κινητού (προγραμματισμένο στις 07:01, μη ρωτάς γιατί)……..

2021

image (27)

 

Τα ουφ σφράγισαν τα μεταξύ τους σύνορα. Ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά μα ειδικά από εκείνη τη χρονιά που τα ουφ της ανακούφισης κατηγορήθηκαν ότι συνομιλούσαν μυστικά με κάποια αγχωμένα ουφ για να τα πείσουν να αλλαξοπιστήσουν, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν, λίγο αργότερα, αποκαλύφθηκε πως μια ομάδα από αγχωμένα ουφ προσπαθούσε να δελεάσει -άγνωστο με τι τίμημα- κάποια λιπόψυχα ουφ ανακούφισης.

 

Ακολούθησε ψυχρός πόλεμος. Εντελώς ψυχρός, στα όρια του απόλυτου μηδέν.

 

Τώρα δεν περνάει τίποτε κι απ’ τις δυο μεριές. Όσοι ξεμείναμε στην νεκρή ζώνη θάψαμε όλα τα ουφ στα σωθικά μας και ράψαμε το στόμα μας γιατί φοβόμαστε μήπως μια νύχτα συμμαχήσουν και ξεσπάσουν πάνω μας.

 

 

 

 

 

 

2023

327f21801c379308533b3918e8521033    image (26)

 

 

Περίεργος Αύγουστος εκείνος του ‘23. Δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω εγώ γι αυτόν ή, για να μην εκλάβει την απόπειρά μου ως Ύβριν, να αφήσω να γράψει (ή να μην αφιερώσει ούτε σημείο στίξης) αυτός για μένα. Ερήμην, έτσι κι αλλιώς.

 

 

 

1975

istockphoto-1136649547-612x612

 

 

Δεν θυμάμαι πολλά από κείνη τη χρονιά. Μόνο την εικόνα της μικρής κόρης του φροντιστή μου στα Μαθηματικά, τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερή από μένα, που κατέβαινε αγουροξυπνημένη κατά τις μία στη θάλασσα.

 

 

Με άσπρο μπικίνι.

 

 

Και δεν ήξερα αν ήταν ο ήλιος που με έλιωνε ή οι σκιές κάτω από το λευκό lycra.

Θυμάμαι, σίγουρα, τις φωνές των μανάδων «θα σε κάψει ο ήλιος, βάλε αντηλιακό και καπέλο» μα αδιαφορούσαμε όλα τα άγαρμπα δεκαπεντάχρονα, σκιές που να σε καίνε έτσι δεν είχαμε συναντήσει ποτέ πριν. Κι όσο περισσότερο νερό έπεφτε πάνω τους, μέσα στην θάλασσα ή μετά στα ντους,  όσο πιο σκούρο φέγκριζε κάτω απ’ το λευκό τόσο πιο αβάσταχτη η κάψα.

Κάπως έτσι κύλησε εκείνος ο Αύγουστος. Με δανεικούς καύσωνες υπό σκιάν. Μετά βρήκαμε και δικούς μας αλλά αν μας ρώταγες σήμερα νομίζω πως ένα έγκαυμα απ’ τις σκιές εκείνες το ΄χουμε ακόμη κάπου πάνω μας.

1976

image (25)

 

Tην χρονιά που έκλεινα τα δεκάξι, ένα από τα δέκα καλύτερα ποπ τραγούδια όλων των εποχών -δεν θυμάμαι να το είπε ο Πετρίδης εκείνη την ώρα, εγώ το λέω όμως-  έγλειφε τις μελανιές μου όσο με χτυπούσε αλύπητα στο πάτωμα μια γαμημένη διαφορική εξίσωση τρεις μέρες πριν τις εξετάσεις.

 

Έχω διαβάσει αμέτρητα βιβλία, έστω διηγηματάκια, που έχουν κάτι τέτοιο αβάσταχτα πρωτότυπο γραμμένο στην εξώπορτα. Κάποια, μάλιστα, το κάνουν ακόμη πιο εμφατικό για να πιάσουν από τα μούτρα τον καλοπροαίρετο αναγνώστη.

 

Tην χρονιά που πέθανε ο Λουκίνο Βισκόντι  κι εγώ έβαζα ακόμη Clearasil στη μούρη μου, o Eric Stewart πήρε τηλέφωνο τον Lol Cream στις πέντε το πρωί φωνάζοντας «το ‘χω!».

 

Ίσως και αλλιώς, όμως, αν πιστεύεις ότι ο Θεός -όποιος- κάτι χρώσταγε σε μια ατάλαντη ρέπλικα του Τομ Ρόμπινς.

 

O George πέθανε στο  Thornton του Lancashire, ένα κωλοχώρι τέσσερα μίλια έξω απ’ το Μπλάκπουλ, τη μέρα που συμπλήρωνε 49 χρόνια και 8 μήνες ζωής. Ενδεχομένως θα σκεφτείς «νέος, μαλακία» αλλά για χήνος γεννημένος την ίδια χρονιά με το πρώτο διώροφο κόκκινο της Leyland δεν τα πήγε καθόλου άσχημα. Την ώρα που τον έθαβαν -δεν το ΄λεγε η καρδιά τους αλλά και οι μασέλες τους να τον βάλουν σε πίτα ή να τον παραγεμίσουν με πορτοκάλια, δαφνόφυλλα και κρεμμύδια-  ένα τραγουδάκι στο ραδιόφωνο που μίλαγε για hazy days έκανε σεκόντο στο φτυάρι..

 

Όταν για πρόλογο θέλεις τέσσερις ώρες (τόσες έκανα, πάνω-κάτω, τριγυρίζοντας με το βρακί στο σπίτι, πίνοντας νερό και μασουλώντας μπαγιάτικα καλαμποκοτσίπς με γεύση τσίλι) είναι, επιτέλους, ώρα να συνειδητοποιήσεις  πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να γράψεις κάτι μεγαλύτερο (να χαρείς, άσε τα παρηγορητικά «δεν μετράει το μέγεθος, μετράει η τεχνική») από εκατό σελίδες σε μέγεθος 24Χ16 πυκνοτυπωμένες, ειδικά όταν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς θέλεις να πεις και σε ποιόν.

 

Αν τυχόν ενδιαφέρεσαι, το τραγουδάκι έλεγε μετά

How can we ever recapture the feeling

of lazy ways

 

 

 

 

-ΤΗΕ END-

 

σαμερτάιμ μπλουζ

Gary-Oldman-Parasol-New-Mexico-2009-c-Gary-Oldman-Courtesy-of-Flowers-Gallery.web_

 

Η πιο ανέμπνευστη μαρκίζα ποστ έβερ, μέχρι την επόμενη. Αλλά πέρασαν οι καιροί που κωλοσφιγγόμουν για να γεννήσω λέξεις. Κι αν κάποια στιγμή νιώθω, φευγαλέα, να κοιλοπονώ κρυφοκοιτάζοντας το πληκτρολόγιο, καταλήγει ανεμογκάστρι. Όταν δεν αφήνω τίποτε να μπει, τίποτε θα βγει. Fair.

 

Αν καταφέρω να γράψω κάτι που θα γεννηθεί από τα τίποτε, θα είναι μια μεγάλη στιγμή για την λογοτεχνία, μια ανάμεσα σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια στιγμές τίποτε ακόμη. Ούτε εδώ πρωτοτυπία.

 

Αν όμως, θέλω να γράψω μια ιστορία όλο ψέμματα. Από το πρώτο γράμμα μέχρι το κλείσιμο και το save. Είμαι διατεθειμένος να την πιστέψω. Kι αν υπάρχουν κηλίδες αλήθειας, που θα μου ‘χουν ξεφύγει, μπορώ να τις εξαφανίσω μια προς μία στη διόρθωση. Το ίδιο, έχω ακούσει, παίζεται και με ζωές. Σχεδόν απίστευτο μου φαίνεται.

 

Με πέταξε έξω το wordpress. Έψαχνα, την ώρα που μετρούσα τα ξεψυχισμένα παγάκια στον καφέ, να βρω τους κωδικούς. Κουτσά-στραβά κάτι γίνεται μ’ αυτό. Για άλλα που σε κλειδώνουν απ’ έξω, πιο σοβαρά από τα κλιπιτκλίπ των CapsLk, Ctrl και Delete, δεν έσωσα πουθενά κωδικούς και το πληρώνω ήδη. Fair.

 

Πάει καιρός που δεν διαβάζω. Παλεύω αλλά μάταια. Δύσκολα τελειώνω ένα κεφάλαιο, τις πιο πολλές φορές είμαι αποκαμωμένος ήδη με μια σελίδα. Δεν νομίζω οτι ντρέπομαι γι αυτό. Υπάρχουν πολλά στην επετηρίδα ντροπής για να με γαμήσουν καλύτερα.

 

Ευτυχώς υπάρχει η μουσική. Δεν πολυβγαίνουμε πια μαζί αλλά όταν ξυπνούν οι κάβλες, όποια μέρα και ώρα, ποτέ δεν μου λέει όχι. Σε κανέναν, μα αυτό δεν με αφορά ούτε και με πληγώνει.

 

Με πληγώνει να μη βλέπω τα παιδιά μου να γελάνε φωναχτά. Με σκοτώνει. Τα στεγνά άνυδρα χαμόγελα σοδομίσαν την χαρά. Αυτή θέλει δάκρυα από γέλια για να ανθίσει και να θεριέψει. Χαρά μονάχα μέσα σε γλάστρα δεν αντέχεται.

 

Ελπίζω κάποια στιγμή να αρχίσει το καλοκαίρι πριν τελειώσει.

 

 

andmoreagainor

5d5aadfa825e635c8458ea73image (6)

 

 

 

Εδώ βλέπεις δυο εικόνες. Η μια είναι στενόχωρη γιατί έρχεται το καράβι που σημαίνει ότι τέλειωσε το καλοκαίρι σου αλλά μπορεί και να μην είναι αφού έρχεται το καράβι που θα σε πάει αλλού για να συνεχίσεις εκεί το καλοκαίρι σου μα μπορεί και να μη σημαίνει τίποτε αφού δεν έρχεται για σένα το καράβι, μπορεί, πάλι, να σημαίνει πάρα πολλά αν σου είπε «έρχομαι με το καράβι που φτάνει στις τέσσερις». Μετά δεν υπάρχει καράβι, κάτι που μπορεί να είναι εξαιρετικά δυσάρεστο αφού θα αργήσεις να φύγεις για να πας να τον/την βρεις αν δεν είστε ήδη μαζί ή εξαιρετικά ανακουφιστικό αφού έχεις ακόμη ώρα για τρεις-τέσσερις τελευταίες μπίρες ή μπορεί να είναι απλά αδιάφορο αφού δεν περιμένεις κανένα πλοίο και -το κυριότερο- μπορεί όλα να βαίνουν καλώς εφόσον το καράβι συνεχίζει να πλέει κάπου έξω από το κάδρο. Κάπως έτσι επανασυνειδητοποιείς ότι μια εικόνα μπορεί να είναι πάρα πολλές εικόνες ταυτόχρονα ανάλογα με το πόσα ζευγάρια μάτια την κοιτάζουν και αυτό είναι το πάρα πολύ φτηνό συμπέρασμα μιας ημέρας που το μόνο που έχεις απέναντί σου είναι μια οθόνη με αριθμούς και γράμματα που κι αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απλά μια οθόνη με αριθμούς και γράμματα γιατί κάποιος άλλος μπορεί να βλέπει κάτι διαφορετικό από σένα κοιτάζοντας αριθμούς και γράμματα γιατί τα ίδια γράμματα και οι ίδιοι αριθμοί μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικοί για τον καθέναν μας και υποθέτω δεν τελειώνει πουθενά αυτό είτε βλέπεις άδειο ορίζοντα είτε όχι γιατι δεν ξέρεις αν όλοι βλέπουμε τον ίδιο ορίζοντα με τον ίδιο τρόπο και -ακόμη χειρότερα- αν το βλέμμα σου φτάνει μόνο μέχρι τους τοίχους γύρω σου αλλά, σκέφτομαι, υπάρχουν και ματιές που τρυπάνε τοίχους και με κάποιο τρόπο πρέπει να τελειώνει όλο αυτό γιατί αν βλέπεις θάλασσα κι ένα καράβι και δεν αδειάζει το μυαλό σου αλλά ασφυκτιά από συνωστισμό με τι, πως, γιατι, που, αλλά, ίσως, δεν, και κάθεσαι και αραδιάζεις μια στοίβα λέξεις, κάτι δεν πάει καθόλου καλά ή -αντιθέτως- μια χαρά πάει γιατί τίποτε δεν είναι μόνον αυτό που βλέπεις σε δυο εικόνες που δεν είναι δυο γιατί δεν τις βλέπεις μόνον εσύ

writers on the storm (remix)

54a09c6e3551d4b147a2628f6a064085

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

( είναι κάποιες ιστορίες που ως άγραφες είναι προτιμότερο να μείνουν έτσι για να μπορούν να μην ξαναγραφτούν πολλές φορές ακόμη )

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

τρεις πολαρόïντ από το φετινό θέρος

 

IMG_3694

 

 

 

Κάθονται απέναντί μας την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Την ταΐζει μικρές μπουκιές. Είναι όμορφη γυναίκα, πρέπει να ήταν πολύ ωραίο κορίτσι στα νιάτα της, μισό αιώνα -και παραπάνω- πριν. Της σκουπίζει το στόμα μετά από κάθε μπουκιά. Είναι στραμμένη προς τα μένα αλλά το βλέμμα της έχει το μεγαλύτερο κενό που έχω δει ποτέ. ‘Δεν τρως’, μου λέει. ‘Δεν πεινάω πολύ’, της λέω. Της χαïδεύει το χέρι. Πιάνω, ασυναίσθητα, το δικό της, ‘έχεις τσιγάρα; τέλειωσαν τα δικά μου’.

 

Tους βρήκαμε στο πρώτο τραπεζάκι, θεωρείο σωστό, δίπλα στα αχνά φωτισμένα βράχια. Μπροστά τους έχουν κάτι μισοάδειο με πράσινα φύλλα μέσα. Κανείς τους δεν καπνίζει. Αυτή παίρνει το ζακετάκι της και το ρίχνει στους ώμους. Το πρόσωπο εκείνου φωτίζεται από την οθόνη του κινητού. Φωτογραφίζει την πανσέληνο πίσω της. Την στέλνει κάπου, στο φέισμπουκ, στο ίνσταγκραμ, σε μιαν άλλη, σε κάποιον άλλον, ίσως πουθενά. Μια ώρα αργότερα τα φύλλα μέσα στα ποτήρια δεν επιπλέουν. Δεν έχουν ανταλλάξει λέξη, εξήντα λεπτά -από την ώρα που τους είδα- με στόμα κλειστό. Σηκώνεται πρώτη εκείνη, έχει πιασμένα τα μαλλιά πίσω, μυρίζει ωραία τη στιγμή που περνάει δίπλα μου, το ζακετάκι της μυρίζει μαλακτικό, δυο βήματα πίσω της εκείνος, ρίχνει μια ματιά αν ξέμεινε κάτι πίσω στο τραπέζι, δεν βλέπει τίποτε, εγώ βλέπω αλλά δεν μου πέφτει λόγος. Το κορίτσι που καθαρίζει το τραπέζι τους μαζεύει μαζί με το φιλοδώρημα και τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, χωρίς να το ξέρει. Όταν μεγαλώσει ίσως καταλάβει γιατί κάποιες φορές είναι τόσο ασήκωτος ένας δίσκος με μόνο δυο ποτήρια πάνω του.

 

Ζητάει από τον μπαμπά του ‘δυο ευρώ ακόμη’. Εκείνος το έχει έτοιμο, ‘τελευταίο όμως, το συμφωνήσαμε, μετά ύπνο’. Το πεντάχρονο ανεβαίνει σε ένα τρενάκι που κάνει κύκλους κυνηγώντας τον εαυτό του. Ο μπαμπάς περιμένει στο παγκάκι να τελειώσουν οι έξη στροφές. Μαμά δεν βλέπω. Ίσως τρώει εκεί τριγύρω παγωτό μαζί με την κόρη της και βρεθούν μετά όλοι μαζί. Μπορεί να μην υπάρχει μαμά. Ούτε κόρη. Ούτε παγωτό. Πώς τα καταφέρνω πάντα να χώνομαι σ’ ένα τρενάκι που κάνει κύκλους μέσα στο κεφάλι μου κυνηγώντας τον εαυτό του ποτέ δεν το κατάλαβα.