κρακ

James-Stewart-and-Grace-Kelly-in-Rear-window-directed-by-Alfred-Hitchcock-1954-1280x949

 

 

Καθηλωμένος, και χωρίς την Γκρέις δίπλα μου, από δευτεροκλασάτη και διόλου τεχνικολόρ αιτία, αν αναλογιστείς τον L.B. Jefferies. Αυτός έσπασε πόδι φωτογραφίζοντας ράλι με γυαλιστερά αυτοκίνητα, εγώ τσάκισα μέση παλεύοντας να ξετρυπώσω μια κατσαρόλα από την κρυψώνα της. Λιγότερο mannish δεν αντέχεται. Tρεις μέρες με θέα τέσσερα ντουβάρια κι έναν παροπλισμένο -τι πίκρα- ανεμιστήρα οροφής που θα ξαναζήσει σε οκτώ, εννιά μήνες. Από την μπαλκονόπορτα δεν βλέπω ψυχή απέναντι, πόσο μάλλον σασπένς και ύποπτους μακελειού. Χαζεύω, όσο αντέχω, την οθόνη που γεμίζει γράμματα τώρα. Την βαριέμαι πολύ γρήγορα, κανένα άξιο αναφοράς έγκλημα δεν συμβαίνει μέσα της. Minor incidents μονάχα. Kαι Thorwald του γλυκού νερού και των ρηχών θαλασσών.

Ο γιατρός είπε να μη σηκώνω ούτε σακούλα με ένα μήλο μέσα. Του απάντησα ότι κανείς σώφρων άνθρωπος δεν παίρνει σακούλα για ένα μήλο και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο άθλια τα οικονομικά μας για να αγοράζουμε μοναχικά μήλα. Έχω φίλους γιατρούς που τα πιάνουν στον αέρα αυτά, ετούτος είναι άλλης ράτσας και ούτε αν σέρνονται μπρος στα πόδια του μπορεί να τα αρπάξει. Τους βαριέμαι τους ανθρώπους που γεννήθηκαν -πάω στοίχημα- πληκτικοί, λογικό μου φαίνεται, μπορεί να με βαριούνται κι αυτοί, πάτσι.

Η μικρή μου πήρε, όταν επέστρεψα απ’ τα τσεκ ιν, δυο εξάδες κάλτσες. Είναι τόσο όμορφες που δεν το λέει η καρδιά σου να τις βάλεις στα πόδια. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν χιούμορ αν τις δουν φορεμένες αλλού και κάπως πρέπει να συμβιβαστώ με την ιδέα. Επίσης σκέφτομαι γιατί δεν γεννήθηκαν ακόμη κάλτσες που μπαίνουν μόνες τους, δεν έχουν φαντασία οι κατασκευαστές φαίνεται. Μου είπε και κάτι άλλο η μικρή, βρήκε ευκαιρία που με είδε σακάτη, αλλά η μάνα της δεν γέλασε. Δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα, πάντως. Δικό μου παιδί, αντάουμπτεντλι.

Drugs don’t work. Θέλει το χρόνο του, λέει. Και όχι ξάπλα, λέει. Αυτό είναι πλέον παρωχημένο. Πονάω όμως, λέω. Αν δεν πόναγες δεν θα με χρειαζόσουν, λέει. Να θυμηθώ να κοιτάξω στον τοίχο του ιατρείου του, αποκλείεται να έχει κορνιζαρισμένο πτυχίο αυτός. Έχει όμως μια εικονίτσα του Ρόμπερτ Πλαντ. Μαλακία του, με τέτοια ειδικότητα του Robert Wyatt θα ’πρεπε να έχει. Δεν έχουν χιούμορ οι άθρωπες.

Πρέπει να ντυθώ για να συρθώ ως το γραφείο, βαρέθηκα να απαντώ σε μέιλ κοιτώντας το ταβάνι. That’s a big fuckin’ challenge mo’fuckerz. Υπολόγισα ότι θα χρειαστώ περίπου μια ώρα. Για ρουτίνα ενός τέταρτου, το πολύ, μαζί και η διαδρομή. Ευτυχώς την Κυριακή τα ρολόγια γυρίσαν μια ώρα πίσω και βρήκα άλλοθι για το εφήμερο σακατλίκι και τις παρενέργειές του. Έχω καβάτζα απ’ αυτά αν και ενοχικός. Αν με στενεύει ένα άλλοθι, φτιάχνω άλλο. Τι σκατά είχε αυτό το χάπι μέσα. Την ώρα που παλεύω να βάλω μια κάλτσα σκέφτομαι τον Ramón Sampedro. Πόσο drama queen ακόμη..

Σήμερα ήταν να πετάξω ξανά. Ούτε καν. Σαν υπέργηρη καναδέζα τουρίστρια δεν μπαίνω σε αεροπλάνο. Ας περιμένουν οι Gates. Δεν θα χαθούμε εγώ κι αυτές. Σύνδρομο Στοκχόλμης, μάλλον. Κάτι τέτοιο.

Θα με διαβάζει κάποιος που δια βίου βλέπει με τρόμο το κρεβάτι και την πολυθρόνα με ρόδες σαν φυλακή-σωτήρα του και θα με φτύνει. Και οι μέρες είναι άνυδρες, αποκλείεται να λαθέψω για το τι έχω στα μούτρα μου.

I’m not much on rear window ethics τελικά. Και η εύθυμη widow ζει από την άλλη πλευρά του σπιτιού.

side 3

Unlabelled_audio_cassette

 

 

Ο Αύγουστος κυλάει περίεργα. Σαν μέλι που ξέφυγε απ’ το στόμα και προσγειώθηκε στα πόδια σου. Δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις με το δάχτυλο και να το ξαναγλείψεις ή αν πρέπει,  κάποια στιγμή, να πας να ξεπλυθείς.

the ocean (not)

IMG_0754

 

 

 

Όχι πολύ παλιά, η βουτιά στη θάλασσα -από την πρώτη ως την τελευταία, λίγο πριν πλυθούν και σηκωθούν στη ντουλάπα οι πετσέτες- ήταν Κάθαρση. Τα πάντα άδειαζαν, τα ζόρια και τα ’ναι μεν αλλά’ έμεναν πίσω, μη σου πω ότι ούτε στο φέρι κατόρθωναν να τρυπώσουν λάθρα. Τρεις νύχτες, πέντε, έξη (κατάφερνα και διψήφιες, απίστευτο) η έγνοια ήταν η πρωινή ανατριχίλα στην πρώτη γουλιά του καφέ, ποιο μπλε θα συναντήσω και πόσο κρύες θα ’ναι οι μπύρες. Όσα κι αν -δεν- είχε μέσα το πορτοφόλι.

Eδώ και κάμποσα χρόνια κάθε προσπάθεια είναι όλο και πιο επίπονη. Τσιμέντο έγινε η θάλασσα. Δεν τρυπιέται, παλεύω να βουτήξω και μένω ψιλοτσακισμένος έξω. Σαν να νιώθει ότι δεν την θέλω όπως παλιά κι ας λυσσάω ολόκληρο χειμώνα κι άνοιξη να ’ρθει η ώρα να την ξαναβρώ. Να πεις ότι άλλαξε αυτή, ή ότι δεν φτιάχνουν πια τις βουτιές όπως παλιά, προστυχιά κι αχαριστία θα είναι.

παράδεισος

POTHRIA-OUZOU-LUMINARC-ISLANDE-16-1440-0628952

 

Πίνοντας τον καφέ -σκέτο, η ζάχαρη σκοτώνει- νωρίς το πρωί, σκεφτόντουσαν αν το μεσημέρι θα φάνε γεμιστά, μακαρόνια με κιμά ή λίγο καρπούζι με τυρί γιατί ΄παραφάγαμε χτες βράδι, τι την θέλαμε και την μπύρα;’.

Ήρθε η ώρα να ρίξουν, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, μια βουτιά με τα εγγόνια αλλά νωρίς, πριν ο ήλιος αρχίσει να καίει άσχημα. Έχει αέρα σήμερα όμως. Και να χάσουν το μπάνιο τους τα παιδιά; Nα τα προσέχεις.

Tα πρόσεξε ο παππούς. Δυο φορές παιδιά του. Να ξεκουραστούν λίγο και τα μεγάλα παιδιά, πίσω στα τσιμέντα.

Έκανα κεφτέδες και λίγη σάλτσα μαζί με τα μακαρόνια, τα παιδιά δεν τα πολυτρώνε τα γεμιστά. Κι εσύ με μέτρο, το ουρικό πήρε την ανηφόρα. Σε μισή ώρα θα στρώσω, μη βάζεις ούζο τώρα, δεν έχεις το θεό σου, τσάμπα μιλάω.

Παράδεισος είναι εδώ, ευλογία. Σκιά, τζιτζίκια, αεράκι, μπούχτισα με τα μη σου και τη μουρμούρα, πόσα χρόνια μας έμειναν; Έχουμε παγάκια ή πάλι ξέχασες να βάλεις; Να ΄χα κι ένα τσιγάρο, δυο ρουφηξιές έστω. Παράδεισος.

 

 

’Σου μυρίζει κάτι; Τι καίγεται;’

 

 

 

 

 

Over?

peter_hammill_london_2018_2_photo_credit_james_sharrock

 

 

On Fridays I used to make up stories

One Friday they went away

 

Περάσαν σαρανταένα χρόνια από το Over. Kοντά δεκαπέντε χιλιάδες μέρες. Nights included.

Ο Μ αγάπησε τρία χρόνια αργότερα. Πολύ. Δεν μίλησε ποτέ, δεν χρειάστηκε. Στα είκοσι ή μιλάς πολύ ή τρώγεσαι με τα ρούχα σου, τουλάχιστον έτσι κάναμε τότε.

Δεν τον αδικώ που δεν είπε λέξη για κείνην που τον γάμησε ερήμην του, δεν την είδα ποτέ, δεν έμαθα καν το όνομά της. Υποθέτω πως υπήρχε, τουλάχιστον. Το ’χα από τότε το χούι, αν ο άλλος θέλει να μιλήσει ακούς, αν δεν θέλεις ν’ ακούσεις δεν ρωτάς, εύκολο, βολικό. Και τι γλώσσα να λυθεί άλλωστε άμα πίνεις ρόσο αντίκο με πορτοκαλάδα ή Βότρυς με παγάκια σε νεροπότηρο. Με μπίρες και ρετσίνες δεν μαγάριζε τον Θεό του.

Το πρωί με ξύπναγε -ναι, έριξα αμέτρητες κατάρες, από μέσα μου- με το Time heals, το βράδι ή τα ξημερώματα που γύριζα με υποδεχόταν με το Betrayed. Ενδιάμεσα δεν ξέρω τι έκανε. Πεταγόταν, μάλλον, ως το περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα. Δεν είμαι σίγουρος αν έτρωγε, δεν τον ρώτησα ποτέ, ήταν κλειστές και οι συρόμενες πόρτες, “όταν είναι κλειστές δεν μπαίνεις, δεν χτυπάς, δεν ρωτάς, δεν μιλάς”. “Kι αν έχεις πεθάνει ρε μαλάκα;”. “Θα μυρίζω άσχημα, τότε μπες”.  Η Σχολή δεν τον είδε για ένα μήνα, μπορεί και παραπάνω. Αυτόν που μια παράδοση να έχανε, έτρεχε για εξομολόγηση.

Το δισκάκι έλιωσε. Έγινε ένα με το πλατό. Πιο πολλές φορές μπήκε η βελόνα μέσα του παρά στο χέρι της Τζάνις, του Jimbo και του Χέντριξ μαζί. Έμαθα τα στιχάκια απ’ έξω. Ένα προς ένα. Λέξη προς λέξη, παύση προς παύση. Ήξερα πότε θα πάρει ανάσα ο Χάμιλ, πότε θα ουρλιάξει, πότε θα ψιθυρίσει, πότε θα κλαίει, πότε θα θυμώσει, ποια μέρα έκανε yoga, ποια στιγμή θα φωνάξει “I love you, I love you!”, ποιάν ακριβώς ώρα τον άφησε εκείνη η καργιόλα η Alice, ό,τι όνομα και να ΄χε. Όλες έχουν όνομα.

Τη μέρα που ξύπνησα κι άκουσα John Mayall (ναι, ήμασταν άλλης ράτσας μαλακισμένα) κατάλαβα πως τέλειωσε το πένθος. Το ίδιο βράδι, επιστρέφοντας από μπίρες στην Aγία πλατεία του Αγίου Θωμά, άνοιξαν και οι συρόμενες.

Ελπίζω (δεν τα συζητάμε αυτά στα -άντα και στα -ήντα) κάποια στιγμή, στα χρόνια που ακολούθησαν -παντρεύτηκε, ήρθαν παιδιά, κοντεύουν και εγγόνια-, να τις ξανάκλεισε λίγο.

καισαρικές

IMG_2065

 

Πρωί χωρίς μεγάλες ζέστες, δυο Κυριακές, δυο βουτιές, ήδη. Πρώτη φορά Μάιο μετά από αιώνες, o βορράς δεν είναι παίξε-γέλασε. Παραδίπλα ψυχή, μπλε, αέρας και τσιγάρα μόνο. Ζήτημα να βγήκαν απ΄το στόμα μας τρεις κουβέντες, καλό ήταν αυτό. Όχι γιατί ξεχάσαμε να συζητάμε αλλά γιατί, επιτέλους, αγαπήσαμε την σιωπή την ώρα που ακούγεται το καλύτερο σάουντρακ στον κόσμο. Ως και οι ανομολόγητες σκέψεις μας έκαναν τη χάρη και το βούλωσαν.

Διακόσια μέτρα μακριά μας, άλλοι δυο. Κι άλλοι τρεις, μπορεί και τέσσερις, ποιος φοράει μυωπικά γυαλιά εκεί, από την άλλη πλευρά. Κανείς μόνος. Κρίμα αλλά καταλαβαίνω το γιατί. Κάποτε πήγαινα μόνος και μίλαγα ασταμάτητα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι έσερνα κι άλλους πολλούς μαζί. Τώρα δεν χωράμε απέναντι απ’ το μπλε.

Δυο νησιά απέναντι. Δεξιά κι αριστερά, ακίνητα. Τόσα χρόνια εκεί, άγκυρα, μουλαρωμένα. Ανάθεμά με κι αν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν φουρφούρισε το μέσα τους να πάνε λίγο μακρύτερα. Δεν λαχταράει η ψυχή τους να δουν κι άλλα μέρη; Ή φοβούνται μη τα ξεχάσουμε; Και στου διαόλου τη μάνα να πήγαιναν, πάλι θα τα βρίσκαμε. Αμέτρητα ’πρώτη φορά’ μας πάνω τους τα ζήσαμε, αλάθητο στίγμα, καρβουνάκια, λουμίνια, θυμίαμα, μνημόσυνα. Φτάνει.

Φυσάει και το τσιγάρο ανάβει με την τρίτη, την τέταρτη, την έκτη. Μόνο φτηνιάρικους αναπτήρες εκεί. Για την κάβλα της αναμονής της αναμμένης κάφτρας και της πρώτης ρουφηξιάς βρεμένος. Φτηνές ιεροτελεστίες, αυτές μας πλούτισαν όμως.

Αύριο πρωί πετάω, ξανά. Δεν αντίκρυσα ούτε ένα γλάρο σήμερα.

 

 

The Great Comeback

 

Looking for inspiration

 

 

Δέκα μήνες μετά, συνειδητοποίησε οτι οι τσαλακωμένες σελίδες δεν είχαν καν μια τόση δα μουτζούρα πάνω τους.

sealed with a hiss

Cigarette_ash

 

 

 

Το είχα κρατημένο αυτό το μισοκλεμμένο τιτλάκι. Το ΄χω συνήθεια, όπως κάναν κάποιοι παλιοί που γράφαν δυο στιχάκια (που ίσως αυγατίζαν, ίσως όχι) πάνω σε τσιγαρόκουτα. Τα πλακέ. Ποια σμάρτφον και ποια τάμπλετ. Δεν βγάζεις τσιγάρα μέσα από κινέζικα και κορεάτικα μαραφέτια. Κι ας νομίζεις ότι βρίσκονται σεκλέτια και ρουφήγματα και φυσήματα κρυμμένα κει μέσα. Τίποτε δεν βρίσκεται.

 

Το είχα, λοιπόν, κρατημένο αυτό. Για να βρω δέκα λέξεις να αραδιάσω από κάτω. Τέσσερα χρόνια πάνε, δεν βρήκα. Πέμπτο δεν περιμένω, ας τις γράψει κανένας άλλος. Ή ας ξεφυσήξει, από ανακούφιση, από στούμπωμα, από ουφλάντισμα έστω.

 

 

(5/6/2013)

casting lazy shadows

97090030

 

 

 

Tα παιδιά ήταν, ακόμη, budget size. Τέσσερα, ούτε καν, ο ένας, είχε χρονίσει το μικρό. Είπαμε να τολμήσουμε να τα αφήσουμε πίσω, σε σίγουρα χέρια, για δυο νύχτες. Να ξαναδούμε πώς είναι, πλέον, το ‘μόνοι’ πάνω σε ξένα σεντόνια.

Οικογένειες. Σίγουρα ξενοδοχεία, για τους πιο τυχερούς. All inclusive, καλό και κακό μαζί. Ο Λάνθιμος μας τα μπέρδεψε πολύ αργότερα.

Φύγαμε νωρίς. Είναι αλλιώς ο κόσμος στις εφτάμιση το πρωί τα καλοκαίρια. Και τα λιμάνια αλλιώς και τα καράβια και οι κάβοι, ακόμη και οι γλάροι. Και ο καφές αλλιώς, διπλός ελληνικός, την ώρα της αναμονής. Χαζεύοντας ασπροντυμένους ένστολους με αστεία μπογιαντισμένα παπούτσια και ξεφτισμένα κορδόνια.

Όχι, δεν θέλω τσιγάρο.

Η θάλασσα. Γράψαν άλλοι γι αυτήν. Δεν έμεινε λέξη. Κανένα τραγουδάκι μόνο, ίσως.

Βγαίνουμε τελευταίοι από τον καταπέλτη. Εμείς και δυο ζευγάρια με δίτροχα. Τα κορίτσια είναι ήδη μαυρισμένα. Τα τιραντάκια χαϊδεύουν τους ώμους τους, ο πρωινός ήλιος τα πόδια τους. Μετά θα αναλάβουν άλλοι. Έτσι πάνε αυτά.

Στρίβουμε δεξιά. Σιγουράντζα. Για κει που μείναμε το τελευταίο καλοκαίρι πριν. Πέντε χρόνια. ‘Πάρε λίγα νερά να ’χουμε’. Ύπουλο πράμα οι αφυδατώσεις.

Πετάω τη σακούλα με τα νερά στο πίσω κάθισμα. Πατάω το play. Θα μας πάρει ένα τέταρτο να φτάσουμε. Όσο θέλει μια ιστοριούλα να γραφτεί, πάνω κάτω.

Δώσε ένα τσιγάρο τώρα.

δυο δισκάκια τον Αύγουστο (και δώδεκα φεγγάρια μπόνους)

 

τρία, δυο, ένα, πάμε

 

 

Είναι Αύγουστος, νομίζω. Τα πάντα γύρω καίνε, το μέσα της όμως έχει λιώσει. Κι εγώ μαζί, κάνω ό,τι μπορώ αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά τα «ό,τι» δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Τριών χρόνων (ούτε καν) ο ένας, τριών μηνών η μικρή. Έχουμε ακούσει, έχουμε διαβάσει για τα μεθεόρτια της κύησης και τα -πολλές φορές- πηχτά κατακάθια που αφήνει στην ψυχή, άσε το σώμα, αυτό έπεται, ξανακαλουπώνεται, σοβαντίζεται με κάμποσους τρόπους. Για το μέσα που είναι αθέατο -κι άσε να λένε οι παπάδες, οι ποιητές και οι γιατροί- ούτε σκαλωσιές βρίσκεις εύκολα, ούτε καλά μαστόρια πάντα. Κλαίει βουβά εδώ και μέρες, βδομάδες, κάνει πως γελάει όταν είναι με κόσμο, χώνεται σε σκοτάδια όταν μένει μόνη κι ας είμαι συνέχεια δίπλα. Φοβάμαι και φοβάται και κανείς δεν μιλάει, τα κρακ ακούγονται, το τρέμεις αυτό το τσόφλι που πάει να σπάσει. Είναι Αύγουστος, νομίζω. Προσπαθούμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας, επί βδομάδες ότι φαγητό μπαίνει στο πιάτο έτσι φεύγει -άντε με δυο τρεις μπουκιές λιγότερες- για τον κάδο. Drugs don’t work. Θα φύγουμε λίγες μέρες οι δυο μας, λέμε. Kάνει καλό, μας είπαν οι άνθρωποι που τα σπουδάσαν αυτά. Και ξελέμε πριν καν στεγνώσει το νερό από το ντους πάνω μας. Δεν πάω πουθενά, λέει. Κι εγώ στο πουθενά θα μείνω, μαζί. Το μικρό είναι ήσυχο, κοιμάται νωρίς, ξυπνάει αργά, δεν μας ξενυχτάει, φοβόμαστε να το πάρουμε αγκαλιά μήπως και το μολύνουμε με το μαύρο μας, λίγων βδομάδων ψιχουλάκι. Φοβόμαστε να της χαμογελάσουμε μη τυχόν και φανούν δόντια. Είναι Αύγουστος και φοβόμαστε, τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί που φοβούνται τον Αύγουστο; Σκαλίζουμε τα πιάτα μας, μηχανικά. Κοιτάμε το κενό. Μηχανικά, συνειδητά, δεν ξέρω, περάσαν και εικοσιδυο χρόνια. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνω εγώ, μόνο εγώ απαντώ πλέον, εκείνη δεν ακούει τηλέφωνα, πολλές φορές δεν ακούει και ανθρώπους να της μιλάνε. Shrinks don’t work. Ακούω, γνέφω ναι μόνος μου, κάνω υπολογισμούς μόνος μου, λέω εντάξει μόνος μου, είναι φορές που τα «μαζί» είναι αδιέξοδα και χρονοβόρα. Δεν πάω πουθενά, λέει. Νωρίς το απόγευμα ξεπαρκάρουμε. Πριν πέσει ο ήλιος φτάνουμε. Δεν πάω πουθενά, λέει όσο οδηγώ κοντά τριακόσια χιλιόμετρα. Εκεί πάμε, λέω.

Το μικρό δάσος πίσω τους ήταν φωτισμένο. Αυτοί οι τέσσερις, ίσως πέντε, αν δεν ξέχασα να μετράω, περάσαν βλέπεις και εικοσιδυο χρόνια, είχαν φως δικό τους. Για δυο, δυόμιση ώρες. Που έφτανε και περίσσεψε και για κείνην, για μας. Για τα τριακόσια χιλιόμετρα της επιστροφής, για μετά, για πολύ.

Πριν τρία χρόνια -Αύγουστος ήταν, δεν γινόταν αλλιώς- έδωσα στη μικρή δυο δισκάκια. Και μια φωτογραφία, από κείνη τη νύχτα. Με ρώτησε τι είναι αυτά και γιατί, δεν είναι πολύ μαθημένα αυτά τα μικρά με τέτοια παλιοκαιρίσια. Music works, ήθελα να της πω. Αλλά μου φάνηκε πολύ κλισέ, πολύ σλογκανίστικο, πολύ λίγο. Χαμογέλασα μόνο, άφοβα πλέον και είπα “δικά σου”. Δεν χρειάζεται να ξέρουν τα πάντα. Ίσως το μάθει τώρα, από δω.

 

 

twelve-moons1

 

1123

10898222_1566718980239980_5280041979808234369_n

a tale of two glasses

37924167

Η επικοινωνία τους στα ίνμποξ είχε ξεκινήσει πριν πέντε εβδομάδες. Τυπικά και με κάποια προσεκτικά πειράγματα στην αρχή, ζυγίζαν ο ένας τον άλλον, γρήγορα προχωρήσαν σε προσωπικά δεδομένα αφού κανείς δεν φάνηκε να  κλέβει στο ζύγι. Στις τρεις εβδομάδες αποκαλύψαν τη γύμνια τους με πίξελ, ήπια στην αρχή, χωρίς μέτρο μετά. Στις δυο εβδομάδες ανακαλύψαν ότι εδώ και χρόνια γράφαν τις ίδιες ιστορίες, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, ακριβώς με την ίδια αρχή, μέση και τέλος. Τρόμαξαν και οι δυο. Ειδικά όταν δυο ιστορίες καλά κρυμμένες μέσα στους σκληρούς τους δίσκους ήταν τόσο ίδιες όσο ούτε ο καλύτερος γενετιστής θα μπορούσε να καταφέρει. Μετά από αυτό δεν μίλησαν για μια εβδομάδα. Προχτές, μετά από πολλή σκέψη, του έστειλε μήνυμα να βρεθούν. Εκείνος δίστασε αλλά είπε εντάξει.

Οι άλλοι θαμώνες στο εστιατόριο ήταν απορροφημένοι με τα δικά τους. Όχι τόσο πολύ όμως ώστε να μη προσέξουν τον άντρα που έβαζε κρασί σε δυο ποτήρια, έγνεφε ΄ναι΄, όχι’ και ’ίσως’, μερικές φορές μιλούσε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι και στο τέλος χάιδευε ένα φανταστικό χέρι απλωμένο προς την πλευρά του.

Όταν εκείνη γύρισε σπίτι έσβησε όλους τους λογαριασμούς της. Πολλά μπορεί να αντέξει κανείς αλλά να κάθεται σε ένα τραπέζι βάζοντας κρασί σε ένα ορφανό από στόμα ποτήρι, να γνέφει ’ναι’, ΄όχι’, ’ίσως’ και ‘μάλλον’ και να μιλάει χαμηλόφωνα σκύβοντας προς την άδεια καρέκλα απέναντι όσο είχε απλώσει το χέρι της μήπως και συναντηθεί με κάποιο άλλο, όχι.

____

ιστορίες από τα άγραφα

Ο πατέρας μου την ώρα του καφέ μου λέει τις ίδιες ιστορίες για τα χαμηλοτάβανα ταβερνάκια δυο τετράγωνα μακριά από το πατρικό του (φυσικά όλη η πόλη δέκα τετράγωνα κι ένα λιμάνι ήταν τότε), τις παράγκες μέσα σε δασάκια (ήταν συναρπαστικές οι καρδιές των πόλεων παλιά) που σερβίραν καρτούτσο με στραγάλια και ελιές Μάκρης για μεζέ («άντε σπάνια και κανένα λάχανο τουρσί, το χειμώνα»), τους -«θεός σχωρέσ’τον»– φίλους, συναδέλφους και συμπότες του, τον τηγανητό γουλιανό με την ρόκα – «σ’ έκανε να δακρύζεις απ’ την αψάδα βρε αγόρι μου» – δίπλα στις μαλαματίνες, την γλυκιά ζάλη και νύστα μετά τις μεσημεριανές Φιξ, νύστα άλφα ποιότητας που τον έκανε να βουτάει την πένα μέσα στον καφέ αντί για το μελάνι τα απογεύματα στο γραφείο, μιλάει σχεδόν με ενθουσιασμό για το πόσο ωραία ταίριαξαν βάτος αχνιστός, συκωτάκια, γλυκάδια και τραίνα με μια νύχτα Ιούλη μήνα στο Διδυμότειχο, θυμάται τον πατέρα του που τον πέτυχε με το τσιγάρο στο χέρι την ώρα που έστριβε για το σπίτι, «εικοσιτεσσάρων χρονών παλληκαράκι και δεν κάπνιζα μπροστά του, πρόλαβα και γύρισα το τσιγάρο ανάποδα, ήταν μακριά και τα μανίκια απ΄το καινούριο παλτό, είπα ότι τη γλίτωσα, με έπιασε στην κουβέντα, ο καπνός άρχισε να βγαίνει από τον γιακά, με ακούμπησε στον ώμο και μου είπε ‘άντε, φεύγω τώρα για να μη λαμπαδιάσεις ολόκληρος και κλαίμε και το παλτό’».

Ευτυχώς μας μείναν κοινός τόπος οι μαλαματίνες, τις συναντάμε παρέα μια, ίσως δυο φορές το μήνα, από ένα μπουκάλι μένει ανέγγιχτο το μισό αλλά κι αυτός κι εγώ είμαστε ακόμη ολόκληροι και τυχεροί και τα ποτήρια μας ακουμπάνε το ένα το άλλο, το ίδιο και οι ματιές μας κι ας σκεφτόμαστε άλλα εκείνος κι άλλα εγώ. Κι αυτό είναι μια αληθινά σπουδαία ιστορία, είτε την γράψεις είτε όχι.

για ένα πουκάμισο καθόλου αδειανό

fi4grpoeqkmx86_1_a

Δεν με είχε προειδοποιήσει γι’ Αυτό. Εννοώ ότι κάποια στιγμή θα χτυπούσε το κουδούνι, θα άνοιγα την πόρτα και θα αντίκριζα κάτι Τέτοιο.

Κεφαλαία όλα, ναι. Τίποτε λιγότερο.

“Γειά. Ποιος είσαι εσύ; Ζητάνε τον Μιχάλη στο τηλέφωνο. Είναι μέσα;”

Φοιτητόσπιτο αρχές των έιτις, ακόμη και στην Αθήνα, με τηλέφωνο ήταν πιο σπάνιο κι από σουτιέν στο Salon Kitty. Ή από σόλο σε δισκάκι των Sex Pistols. Ο καργιόλης όμως την είχε βρει την άκρη, δυο πόρτες παραδίπλα, στον ίδιο όροφο. Χωρίς να μου πει κουβέντα.

Κατάφερα να πω ’δεν είναι’. Να δείξω ατάραχος κι αδιάφορος από το θέαμα όχι.

Κοροϊδεύω τα επίθετα που δεν αφήνουν τις απλές λέξεις να βγουν μόνες τους βόλτα και τρέχουν να στριμωχτούν από δίπλα, κολλιτσίδες, βδέλλες, ρεμόρες. Αυτά τα χείλια της κι αυτά τα στήθη όμως δεν γίνεται να τα αφήσεις ορφανά σαν πας να τα περιγράψεις σήμερα. Σκέψου ο,τι επίθετο, όποιον υπερθετικό κι όποιον χαρακτηρισμό θες, τριπλασίασέ τα και πάλι θα τα αδικήσεις.

’Εσύ είσαι λοιπόν ο συγκάτοικός; πού είσαι εξαφανισμένος τόσο καιρό;’

Aλήτη. Γαμιόλη. Ταμάχι. Μοναχοφάη. Μπινέ. Που λέξη δεν είπες ποτέ για τη σπηλιά των θησαυρών δίπλα.

Κάτι είπα, να μην ενοχλώ κι εγώ, μη σας αναστατώνουμε, κάποια τέτοια καθωσπρεπική σαχλαμάρα, χαμογέλαγα μάλλον γιατί χαμογέλασε κι αυτή, χαμογέλασαν και τα στήθη της κάτω από αυτό που υποτίθεται φορούσε. Είχα δει κι αγγίξει αληθινά, είχα δει χάρτινα, είχα δει στην οθόνη, είχα δει στα όνειρά μου αλλά Τέτοια δεν είχα δει. Αν τη βλέπαν αυτοί που καναν casting για το Playboy και το Hustler θα πέφταν στα πόδια της (δεν κατάφερε η ματιά μου να κατέβει χαμηλά, το παραδέχομαι, αλλά ποιος νοιάζεται για το τι θα προσκυνήσει αν είναι να πιάσει τόπο η προσευχή του), αν την βλέπαν το Penthouse και το Οui θα αυτοαναφλεγόντουσαν από ντροπή για τις δευτεράτζες που κρύβαν μέσα τους.

Μέσα σε τρία λεπτά, εκεί στην εξώπορτα, έμαθα τα πάντα. Ζούσε με την αδερφή της, δίπλα μας. Γέννημα θρέμμα Αμπελοκηπιώτισσες. Την καλύτερη γειτονιά διαλέξαμε για να μείνουμε, να δώσουμε το τηλέφωνο στους δικούς μας για να μας παίρνουν όποτε θέλουν, καμιά ανησυχία, ας είναι και μεσάνυχτα, αν θέλουμε κάποια στιγμή να πάρουμε κι εμείς να μη διστάσουμε, ότι ώρα και να ΄ναι, μόνες ζουν και δεν ενοχλούμε, να μη το σκεφτούμε αν θέλουμε να χτυπήσουμε κουδούνι, σε νοσοκομείο η μια (δεν θυμάμαι λεπτομέρειες), σε τράπεζα η άλλη, όλο και κάποια θα βρίσκεται σπίτι, την εικόνα και το όνομα της αδερφής της δεν τα θυμάμαι, περάσαν και τριαντατόσα χρόνια, το δικό της όμως -και τη φωνή της, τόσο υγρή σαγρέ χροιά- ποτέ. Με τις ηλικίες δεν τα πήγαινα και πολύ καλά, καθένας πάνω από τριάντα, τριανταπέντε χρονών ήταν χαμένη υπόθεση, νεκρός για έναν εικοσάρη, κι αυτή θα έπρεπε να ήταν ήδη πολύ νεκρή αλλά δεν θυμάμαι καμία πιο Ζωντανή όταν χτυπούσε το κουδούνι κι έλεγε με κείνη τη φωνή που ανάσταινε χίλιους Λάζαρους μαζί ’έλα, σε θέλουν στο τηλέφωνο, αν δεν ήπιες καφέ έχω έτοιμο’.

Μια φορά που ήμασταν μαζεμένοι στο σπίτι καμιά δεκαριά (ίσως είχαμε και δυο τρία κορίτσια παρέα) χτύπησε το κουδούνι και ήταν εκείνη, κάποιον απ΄τους δυο μας ζητούσαν στο τηλέφωνο. Δεν θυμάμαι ποιόν, δεν θυμάμαι ποιος άνοιξε, θυμάμαι καλά ότι ο πρώτος που μίλησε -έναν αιώνα αφού εκείνη έφυγε- είπε ένα ξέψυχο και λιγωμένο “ρε μαλάκες, τι ήταν Αυτό;”. Το είπε με κεφαλαίο, πάω και στοίχημα. Μετά αρχίσαν τα πειράγματα, ’τρώτε καλά μπαγάσες’, ’σας ρουφάει και το μεδούλι η θείτσα’, ’ρε μαλάκα, γι’ αυτό έρεψες;‘ και εσύ καμώνεσαι ότι γελάς και απολαμβάνεις -όπως όλα τα σαψάλικα εικοσάχρονα, τα αγοράκια εν γένει δηλαδή κι ας τους πέφτει ο προστάτης ως το πάτωμα- τα τζούφια παράσημα.

Αφού λοιπόν βρήκα παπά που δεν βαρυγκωμούσε, ίσα ίσα, είπα να θάψω όσους περισσότερους μπορούσα κι έτσι το κουδούνι μας –’έλα, σε ζητάνε’–  χτυπούσε κάθε δεύτερη μέρα. Πρώτα έβλεπα τα στήθη της όταν άνοιγα την πόρτα, μετά τα χείλια της, στο τέλος αυτήν. Είχε πια τρισυπόστατη ύπαρξη, μιας ιδιαίτερης μορφής αγιοσύνη, αν υπήρχε Holy Trinity ήταν αυτή, καμία άλλη. Μια μεγάλη μέρα που έλειπε ο συγκάτοικος πρότεινα, αφού τέλειωσα με το τηλεφώνημα – ‘ναι ρε μάνα, θα της πω ξανά ότι την ευχαριστείς, εντάξει, θα της το πω κι εγώ, ναι, τα έδωσα τα γλυκά ρε μάνα, μη με ξαναστείλεις να τρέχω στα ΚΤΕΛ σε παρακαλώ, στου διαόλου τη μάνα είναι, να χαρείς’–  να της φτιάξω εγώ καφέ, στο δικό μου σπίτι. Το πρόβαρα μιάμιση εβδομάδα και πάλι άθλιο βγήκε. Μα είπε ’ναι’, δεν φαινόταν να νοιάζεται για την υποκριτική αρκεί, έτσι πίστευα, να γυριζόταν η σκηνή μια κι έξω. Ήρθε και το σπίτι μύρισε σάρκα φρεσκομπανιαρισμένη. Μεγάλες στιγμές για φοιτητόσπιτο, νομίζω ότι μύριζε και μετά από δέκα μέρες, μη σου πω κι ότι μύριζε μέχρι που τα μάζεψα· κάποια στιγμή όλα για να γυρίσω πίσω.

Αλλά όχι. Η σκηνή δεν γυρίστηκε ποτέ. Είναι εύκολο να πιστεύεις ο,τι θες, να βάζεις τη μνήμη σου να ψευδομαρτυρήσει, να σκαρώνεις φανταστικά σενάρια, να παραστήσεις τον Mπεν Μπράντοκ ξερωγω. Νομίζω πιάσαμε κουβέντα περί ανέμων και υδάτων αλλά ούτε στιγμή περί δαιμόνων. Με ανέμους και νερά δεν πας πουθενά όμως, δηλαδή με κουβέντες γενικά δεν πας ούτε χιλιοστό μακρύτερα κι ας καθόταν μισό μέτρο παραδίπλα μου κι ας ήθελα σα λυσσασμένος να τρυπώσω μέσα στη μπλούζα της και να μείνω εκεί ώσπου να ‘ρθει αυτή η Δευτέρα Παρουσία που λένε, να μην έχω και έγνοιες με Στατιστικές, Μακροοικονομίες, Λογιστική ΙΙ και εξεταστικές. Αγαπούσα όμως και ο καφές έμεινε χωρίς κουλουράκι. Το -ούτε καν-  μισό μέτρο δεν γεφυρώθηκε. Ευτυχώς δεν ήμουν μηχανικός, να κάνω σεπούκου και να ΄χει τραγικό τέλος η ιστορία.

Λίγες μέρες μετά εμφανίστηκε άντρας στο σπίτι τους, με στολή. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς στολή αλλά δεν είχε και μεγάλη σημασία. Λόγω ανατροφής και επιστημοσύνης κατάλαβα ότι δεν είναι πρέπον να ενοχλείς με τηλεφωνήματα όταν βγαίνει η στολή και η άσπρη ρόμπα. Κι έτσι ξαναχάρηκε ο ασυμπάθηστος ο περιπτεράς μου, Bουρνάζου και Σούτσου γωνία και ο ΟΤΕ στην Πατησίων που με είχαν χάσει για βδομάδες.

Η Ελένη πρέπει σήμερα, αν ζει καλή της ώρα, να είναι περασμένα εβδομήντα, ίσως πατημένα εβδομηνταπέντε. Σκέφτηκα να βάλω μόνο αρχικά, αλλά δεν ήταν γυναίκα για περιττές κι ανούσιες διακριτικότητες. Ούτε η ιστορία αυτή για φτιασιδωμένο επίλογο. Ελπίζω μόνο να με συγχώρεσε, αν τα ξανασκέφτηκε ποτέ, για τα άνυδρα πηγαινέλα και τον σκέτο καφέ.

Rotel blues, II

14526921302_a3d92a006a_b

Πριν πολλά πολλά χρόνια -σήμερα είναι και επίκαιρο να πει κανείς ’την εποχή των μαμούθ και των παγετώνων’- ήταν μια μέρα σαν κι αυτήν που βρέθηκα σ΄ ένα παγωμένο δωμάτιο μαζί με ένα κορίτσι που το δέρμα του μύριζε γάλα και αμύγδαλο και τα μαλλιά του γυαλίζαν σαν τους σπασμένους πάγους έξω στα πεζοδρόμια.

Το δωμάτιο ήταν ευγενής παραχώρηση ενός ενήλικα, που σίγουρα θα ’βρει κάποτε θέση σε κάποιον παράδεισο για την χειρονομία του αυτή, και οι οδηγίες που έδωσε ρητές και ξεκάθαρες: “όπως το βρείτε το σπίτι και τον καναπέ έτσι θα τα αφήσετε, βάλε μουσική αλλά μη τυχόν και δω γρατζουνιά σε δίσκο ο οποίος θα ξαναμπεί μετά στη θέση που βρισκόταν. Θέρμανση δεν θα έχει, έχει όμως ουίσκι και Μεταξά στο ντουλάπι κάτω από τον ενισχυτή. Ποτήρια καθαρά και στη θέση τους, όταν φύγετε. Πριν πάει δυο γιατί στις δυόμιση σχολάω”.

Θέρμανση δεν είχε (δεν ξέρω γιατί, δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, ποιος νοιάζεται για άνευ σημασίας λεπτομέρειες) και αυτό σήμερα θα πόναγε πολύ μα τότε δεν ήταν παρά μια ειρήσθω εν παρόδω υπενθύμιση. Η μόνη ζέστη έβγαινε από έναν ROTEL, από κείνο το αναιμικό κίτρινο φως που λαμπύριζε πίσω από τους αριθμούς και τις βελόνες που ανεβοκατέβαιναν όχι με την μουσική αλλά από τα ντουπ ντουπ κάτω από τις χοντρές μας μπλούζες. Ακόμη κι όταν βγήκαν οι μπλούζες, το δωμάτιο ήταν σαν χαμάμ. Να ήταν το φως αυτό, να ήταν το δισκάκι που βάλαμε -Wish you were here, σιγουράντζα μονόδρομος- ,  να ήταν ο Μεταξάς και η πρώτη μας γνωριμία μαζί του, να ήταν ότι η ώρα κόντευε μία κι ακόμη με τα στόματά μας καταγινόμασταν, ήρθαμε και κορώσαμε.

Δεν ξέρω τι είναι κρύο σήμερα. Τότε κρύο ήταν το ρολόι να δείχνει δυο και είκοσι (δεν αφήνεις έτσι εύκολα τα κορίτσια που το δέρμα τους μυρίζει γάλα και αμύγδαλο), να κλείνεις την πόρτα, να αφήνεις το κλειδί κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας και καθένας να παίρνει το δρόμο για το σπίτι του. Που είχε θέρμανση αλλά για μέρες -ως την επόμενη φορά δηλαδή- είχε τον χρόνο παγωμένο στις δυο και είκοσι.

μπλαντ μπράδερς (ριμέικ)

08garyoldmandracula

 

(ντριιιιν)

 

 

Έλα, πήρα τα αιματολογικά, τα πήρες τα δικά σου ;

 

Ναι, μισό

 

Έλα ρε, κάνε γρήγορα, έχω αγωνία , θα σπάσει η καρδoύλα μου, όπως όταν παίρναμε ελέγχους στα τρίμηνα

 

Καλά ντε, δεν τα κρέμασα και κάδρο απ΄την περηφάνεια, λέγε

 

Χοληστερίνη

 

Ναι, χοληστερίνη τι ;

 

Πες εσύ

 

Όχι, εσύ πες πρώτα

 

Καλά, αλλά στα τριγλυκερίδια θα πεις εσύ πρώτος

 

Νταξ’

 

299

 

Τι 299 ρε παπάρα ; αριθμός είναι αυτός ;

 

Καλά είναι

 

Καλάθια είναι, στα πόσα νομίζεις ότι καίγεσαι ;

 

Πριν δυο μήνες είχα 365

 

Φαντάσου να ‘πεφτες και σε δίσεκτη χοληστερίνη

 

Γαμώ τα χιούμορ τα σεφερλίδικα. Γι αυτό σε λέω, μια χαρά είναι το 299

 

Αρχίδια είναι. Τριγλυκερίδια

 

Σειρά σου

 

Σωστά. 120

 

Φακ! με ξέσκισες , 250

 

Γιες ! double score !

 

Πώς το κάνεις αυτό ρε μαλάκα ;

 

Δωροδοκώ την μικροβιολόγο

 

Το ‘ξερα ! είσαι σκουλήκι

 

Naι αλλά υγιέστατο, λέγε , ζάχαρο

 

Εσύ πες

 

Θα σκυλομετανιώσεις

 

Καλά , 156

 

Τι έφαγες ρε σαφλαμά με το που άνοιξες τα μάτια σου ;

 

Δυο κουλούρια κι ένα σταφιδόψωμο

 

Nηστικός δεν σου είπε ;

 

Ε είπε, πιστήμονας είναι, ας βγάλει τα κουλούρια και το σταφιδόψωμο απ’ τα 146, τι σκατά τους μάθαν στις Ιατρικές;

 

Αδιόρθωτος είσαι ρε αγόρι μου

 

Πείναγα πολύ αφού, εσύ πόσο ;

 

88

 

Φτου γαμίδια!

 

Στα μούτρα σου, ουρία, πόσο ;

 

55

 

Ώι , ώι

 

Εσύ πόσα ώι ;

 

25

 

Φακ ! τι σκατά κάνω παρέα μαζί σου γαμώτη μου ;

 

Eρυθρά

 

Όχι

 

Τι όχι ;

 

Αυτά είναι παιδικές αρρώστιες, δεν τα ψάχνω

 

Αιμοσφαίρια ρε παπάρι

 

Αααααα , μισό,  5 εκατομμύρια και διακόσιες χιλιάδες

 

Καλός είσαι, εγώ μείον τις διακόσιες

 

Γιες ! Γιες ! Γιές !

 

Λευκά

 

Σειρά σου

 

6 χιλιάρικα

 

Δέκα ! Δέκα ! Δέκα ! Γι..

 

Mην πεις γιες ! στην κόψη είσαι, ψάξου

 

Δεν κερδίζουν τα δέκα τα έξη ρε σαφλαμά ;

 

Μην είσαι παπάρας , αιματοκρίτης

 

36

 

Τι είναι αυτό ;

 

Νούμερο

 

Και το λες έτσι ψύχραιμα ;

 

Ναι γιατί ; κλεμμένο είναι ; δικό μου είναι

 

Ψάξου

 

Χέσε με ρε σούπερμαν, πόσος είναι ο δικός σου ;

 

47

 

E τι σκατά φίλος είσαι ; δεν μπορείς να μου δανείσεις 5 για να μη τρέχω ;

 

Oύτε το ουρικό οξύ μου σου δανείζω

 

Ωπα ! τι λέει το κοντέρ γι αυτό ;

 

4,5

 

Κι εγώ

 

Κι εσύ τι ;

 

4,5

 

Δεν σε πιστεύω

 

Ώχου μωρέ μαλάκα, καλά , 7

 

Ώι, ώι !

 

Tι ώι! ώι! ρε παπάρα ; ας έκανα κι εγώ τα γλυκά μάτια στη μικροβιολόγο και θα σου λεγα

 

Ποια γλυκά μάτια ρε ; την ξέρεις τη μικροβιολόγο μου ; εξηνταπέντε χρονών είναι και μοιάζει με μπερζέρα

 

Για την υγεία κάθε θυσία είναι μονόδρομος

 

Τι γίδι που είσαι

 

PSA μέτρησες ;

 

Ναι , 1,5

 

Εγώ 0,5

 

Με γειά

 

Φχαριστώ, καλύτερος δεν είμαι ;

 

E είσαι και 40πλην, μη μου χώνεσαι με ευκολάκια

 

Θα σε φάει η ζήλια επειδή σε ξέσκισα εδώ

 

Θες να πούμε κι άλλα ;

 

Όχι ρε, βαρέθηκα , θα πάμε το βράδυ για μπύρες ;

 

Aν δεν σου πέσει η χοληστερίνη ως τα γόνατα εγώ δεν σε βγάζω έξω

 

Δεν κοιτάς τα χάλια σου στο PSA , στη χοληστερίνη μου έμεινε το μάτι σου

 

Πάμε για κανένα mojito καλύτερα ;

 

Ναι, ναι, ο δυόσμος κάνει καλό στη φερριτίνη

 

Και μετά κανένα maltάκι

 

Γαμώ ! θα χτυπήσει ταβάνι η HDL

 

Τι σκατά τις θέλουμε τις εξετάσεις ;

 

Έλα ντε, με 140 ευρώ θα πίναμε όλο το μαγαζί

 

Άντε κλείνω τώρα, έχω ραντεβού με τον oυρολόγο

 

Μην τον κοιτάξεις στα μάτια

 

Όχι ρε, αυτό μου έλειπε, δάχτυλο με υγρά βλέμματα και τρυφερότητα

 

Γεια, στις δέκα;

 

Γεια, οκ

 

(κλικ)

 

 

 

 

(πίσω στις παλιές καλές μέρες του ΕΟΠΠΥΥ)