οι αρένες με τις λέξεις

28438826

Το ΄χω σκεφτεί πολλές φορές. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τρώει τον καθέναν και τον στέλνει να γράφει. Ή να νομίζει ότι γράφει. Ή στ΄αλήθεια να γράφει σπουδαία. Κάτι. Ο,τι. Όπου.

Ούτε ξέρω, ούτε με νοιάζει. Καθένας έχει δικαίωμα και υποχρέωση ιερή να παλεύει με τα δικά του διαόλια. Ή να παίζει μαζί τους. Απ’ αυτή την αρένα ή τον παιχνιδότοπο, κάτι θα βγει. Σε κάποια μορφή, ας είναι βιβλίο, ας είναι ποστ, ας είναι μια σελίδα κάπου, ας είναι βαμμένο και σε τοίχο. Ποιοί απ’ έξω μπορεί να νοιάζονται, πάλι δεν το ξέρω. Αν έστω και μια στιγμή με βρω να τρώω τη σκόνη των άλλων μέσα στην αρένα (και να νιώθω το χώμα στο στόμα μου, το χώμα τους στο δικό μου στόμα), με αφορά. Αν κάθομαι στην κερκίδα αδιάφορος, νυσταγμένος και βαριεστημένος περιμένοντας να βγουν τα επόμενα θηρία, το βλέμμα μου ποτέ δεν θα καταφέρει να διασταυρωθεί με τις λέξεις κάποιων. Μπορεί να μη φταίνε οι λέξεις, θα μου πεις. Ούτε οι κάποιοι.

Οι βαριά αρματωμένοι μέσα στα πριβέ τους κολοσσαία ανέκαθεν με απωθούσαν. Mε φόβιζαν, μάλλον, οι αστραφτερές τους λέξεις. Οι κοφτερές παραβολές. Τα αιχμηρά τους νοήματα. Τα πλουμιστά μυαλά κάτω απ΄τις σπουδαίες περικεφαλαίες τους. Πίστευα κι ακόμη πιστεύω, ο αφελής, ότι το θεριό το αντιμετωπίζεις γυμνός. Με μια λεπίδα μόνο. Με δέκα, είκοσι αφτιασίδωτες λέξεις. Γιατί νικητής δεν θα βγεις, όπως και να ‘χει. Μετά το ένα θα σε περιμένει κι άλλο. Κι άλλο. Κι ακόμη ένα. Κι αν -που δεν- γλιτώσεις απ’ αυτά, σε περιμένει η κερκίδα. Γιατί παραδέξου το : όσο και να το αποδιώχνεις απ’ την πιο αραχνιασμένη γωνιά του μυαλού σου, δεν είσαι μέσα στην αρένα για να παλέψεις μόνος. Είσαι και για να δείξεις στους απ’ έξω ότι μπορείς. Κακό δεν είναι. Μα αν καταλήξεις να ματώνεις μόνο για την κερκίδα, για να αναφωνεί εκείνη τα «αχ», τα «πω πω», τα «ωχ», τα «ααα», όσην ώρα ετοιμάζει τον αντίχειρα για κάτω ή πάνω κι εσύ έχεις μυαλό -ρίχνοντας λοξές ματιές- μόνο για το δάχτυλο, τότε τα θηρία θα ‘χουν πεθάνει μέσα σου πριν καν πατήσουν χώμα. Αν δεν βρεθείς έστω και μια φορά χαμένος, φοβισμένος, απελπισμένος, αποφασισμένος στη wild side μαζί τους, δεν θα καταδεχτούν να βγουν για να σε κοιτάξουν στα μάτια. Και χωρίς θηρία κολοσσαίο δεν υπάρχει. Στο τέλος ούτε καν θεατές..

υ.γ. άσχετο, σχετικό, μα χρεωστούμενο :  Φειδιππίδου 29, τριανταπέντε χρόνια πριν, στο πικ-απ το Transformer, πρώτοι μήνες στη μεγάλη πόλη, το χωριατάκι ανοίγει διάπλατα αυτιά και ψυχή στα πρωτάκουστα, ευχαριστώ Γιάννη, ευχαριστώ Lou

απουσιολόγια

-000033

Μεσημέρια Κυριακής. Τρώει χωρίς να μιλάει, όλο και πιο συχνά. Μερικές φορές θαρρείς ότι το κάνει από υποχρέωση. Δυο χρόνια πριν δεν έβλεπες την πλάτη της καρέκλας στην κορυφή, την «καρέκλα του». Τώρα το περίγραμμά του χάνεται μέσα στην ίδια καρέκλα. Στέλνει λίγα κιλά του κάπου αλλού, μακριά, κάθε χρόνο, για να συνηθίσουμε στην απουσία τους. Μέχρι να συνηθίσουμε στην εικόνα της άδειας καρέκλας και στο φευγιό του. Τα σιχαίνομαι αυτά τα κυριακάτικα μεσημέρια, αυτές τις πρόβες του αποχαιρετισμού. Τα σιχαίνομαι και μετράω μια μια τις ώρες μέχρι το στρωμένο τραπέζι, την επόμενη Κυριακή. Για όσο υπάρχουν Κυριακές μαζί του.

-000043ESC

Φέτος το καλοκαίρι δεν κατορθώσαμε να βρούμε δωμάτιο με θέα θάλασσα. Δεν ήταν δύσκολο όμως. Μια μέρα λείψαμε όλη κι όλη από το σπίτι. Εκείνη τη μέρα οδήγησα πεντακόσια χιλιόμετρα, μπήκα μέσα της με κατεβασμένα τα στόρια, μετά βγήκαμε στην άδεια πόλη για μπίρες, κάπνισε εφτά τσιγάρα, είπαμε πέντε κουβέντες, ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο, ανάψαμε το κλιματιστικό, σκεπάστηκα -ο μισός- με το σεντόνι. Στις τέσσερις το πρωί την βρήκα στην κουζίνα να καπνίζει. Την ρώτησα αν είναι καλά. Έγνεψε κάτι σαν «ναι». Δεν την πίστεψα, μα δεν ήταν δύσκολο. Μάθαμε από καιρό να σκεπαζόμαστε ο ένας με τα ψέμματα του άλλου χωρίς να ρωτάμε πολλά.

-2578

Στο σπίτι του Στέλιου, ακούμε δισκάκια, μισόν αιώνα πριν. Λιγότερο ήταν. Μα αν μου ΄λεγες πως πέρασαν εκατό χρόνια, καμιά έκπληξη δεν θα ‘βλεπες χαραγμένη στο πρόσωπό μου. Μπορεί και να σε πίστευα.

Ripples never come back.

«Δεν τραγουδάει σαν τον Gabriel. Ποτέ δεν θα ‘ναι ξανά οι ίδιοι»

Ούτε κι εμείς. Bγήκαμε σε μιαν ακτή χωρίς να το καταλάβουμε, πέρασαν μέρες και νύχτες περιμένοντας το επόμενο κύμα για να μας ξαναπάρει μέσα. Κι όταν ήρθε μας βρήκε εκατό, διακόσια μέτρα μακριά, σε μια γωνιά που συρθήκαμε για να ΄μαστε σίγουροι πως θα μείνουμε για πάντα εκεί. Αφού μετά από τόσο καιρό στεγνοί, φοβηθήκαμε το έξω.

Sea Mountain

Όχι.

Όχι, τι ;

Δεν μου θυμίζει τίποτε αυτό το μέρος. Πάντα με φόβιζαν τα ύψη και τα σκοτεινά νερά. Ποτέ δεν ήμουν εγώ εκεί μαζί σου.

Ήμουν εγώ όμως. Αυτό σου ‘λεγα πάντα. «Δεν είσαι δω». Και συ χαμογέλαγες. Και γω δεν μπορούσα να μεταφράσω. Κάτι παραπάνω ήξερες, τελικά..

εικόνες : Peter Schmidt

confessions of a mind eater

28382717 (1)

Χλιαρός και μέτριος -mediocre, όπως θα ‘λεγε κι ο αγαπημένος μου Σαλιέρι αν μιλούσε σαιξπηρικά- ήμουν ανέκαθεν, μα αυτό δεν με εμπόδισε από το ν΄αφήνομαι να μου χαιδεύει συχνά πυκνά το μυαλό η Ταγγέρη της παρέας των Μπάροουζ, Μπόουλς και Κέρουακ. Μια Ταγγέρη χωρίς κανέναν απ’ την άχρωμη ράτσα μου στους δρόμους και στα σουκ της. Δεν την αντέχω αυτή τη ράτσα, ούτε καν τη σκιά της, ούτε το άρωμα της γλυκόξινης αποσύνθεσης που με περικυκλώνει όταν διασταυρώνονται οι δρόμοι μας.

Να πάω Ταγγέρη, όπως Ιθάκη.

Ένα κάπου. Στο δρόμο. Αλλά με επιστροφή. Ο χλιαρός δεν θα μ’ εγκαταλείψει ποτέ. Το πιο τεμπέλικο σκυλί, το πιο επίμονο, το πιο πιστό. Πυξίδα και κατάρα.

το κούρεμα

centerfold2-PM198402A1-01-lrg

Πριν μας πλακώσουν ακόμη τα κρύα, πριν μας πλαγιοκοπήσουν τα έξοδα, προτού τα σχέδια -που εθιμικά κάνουμε, επί χάρτου και οθόνης-  για τις χρονιάρες μέρες του Δεκέμβρη γίνουν πολύπλοκα, καθίσαμε και βάζαμε κάτω ημερομηνίες και αριθμούς. Κατά έναν εντελώς ακατανόητο λόγο, βγαίναν και τα δυο. Δωμάτια με σαράντα ευρώ, ημέρες ελεύθερες. Κι ένα μεγάλο γαμώτο για άλλοθι, στην απόκοτη και παράτολμη σκέψη του να ξοδέψουμε δυο κατοστάρικα που τουλάχιστον δέκα τρύπες τα κοιτάζουν με λαχτάρα για να τις βουλώσουν.

Εντάξει γαμώτο, ας είναι και διακόσια, ας είναι και τριακόσια. Ολόκληρο καλοκαίρι πέρασε, και φέτος και πέρυσι κι απ΄το καβούκι μας δεν ξεμυτίσαμε, δεν δικαιούμαστε κι εμείς μισήν ανάσα; δυο βράδια μακριά από αυτά τα ντουβάρια να μη τα αξιωθούμε;

Να τα αξιωθούμε, λοιπόν. Καθισμένοι απέναντι απ’ την οθόνη -δευτεροκλασάτοι φον Κλαούζεβιτς της ευζωίας- σχεδιάζαμε, βλέπαμε, απορρίπταμε, σώζαμε στα «αγαπημένα», χλευάζαμε, ζηλεύαμε (εκείνα που δεν αγγιζόταν απ΄το μπάτζετ μας) και πίναμε. Πάντα ο καλός προγραμματισμός θέλει ποτήρι δίπλα. Για να γίνει καλύτερος. Ή για να πάει από κει που ήρθε, όταν -ως συνήθως- οι τύψεις στριμώχναν τα άλλοθι σε μια πολύ σκοτεινή γωνιά του μυαλού και τους δείχναν ποιός κάνει κουμάντα κει μέσα.

Δυο που είχαν ακόμη ελεύθερα δωμάτια μας άρεσαν, το ένα είχε και εσωτερική πισίνα, το άλλο όχι. Μικρή η διαφορά στην τιμή, ένα εικοσιπεντάρι τη βραδιά, χαλάλι λες. Αλλά εκεί αρχίσαν οι δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Καλόβλεπα την πισίνα, μια βουτιά με χιόνια έξω, σαν να είσαι ακόμη μέσα στη μήτρα και δεν θες να ξεμυτίσεις. Να ικετεύεις τις συσπάσεις ν’ αργήσουν. Να σε βρει η νύχτα να πλατσουρίζεις παπουδιασμένος, σε νερό χλιαρό πλέον, αλλά με τέτοια γαλήνη εντός σου που ως κι ο Βούδας δεν αξιώθηκε ποτέ να ζήσει.

Εκείνες πάλι όχι.

Δεν μ΄αρέσουν πολύ αυτές οι πισίνες. Προτιμώ μια σάλα, μια τζαμαρία, τζην, μοχέρ πουλόβερ, ζεστό φλιτζάνι κι έξω χιόνι όσο βλέπει το μάτι σου.

Τα ίδια και η άλλη.

Ναι, άσε τα πλατσουρίσματα. Κι εγώ δεν θέλω, καλύτερα δίπλα σ’ ένα τζάκι, ένα ποτό στο χέρι, χωρίς πολλές κουβέντες, φασαρία, άντε μια μουσική πίσω. Όχι τζιν όμως, ένα κολάν μια χαρά είναι. Μη σου πω κι ένα πουλόβερ σκέτο.

Καθένας με τις φαντασιώσεις του. Δεν τις αδίκησα που σκεφτόταν έτσι. Αλλά απάντησα, λόγω αδυναμίας χαρακτήρα.

Κι εμένα μ’ αρέσουν αυτά με τα μοχέρ και τα τζάκια. Σαν παλιό Playboy των σέβεντις, τότε που το γκαζόν εκεί χαμηλά κάτω απ΄τον αφαλό σας δεν ήταν ακόμη απαγορευμένο, ούτε ξορκιζόταν σαν δαίμονας.

Από τα υποτιμητικά τους βλέμματα, αυτό το βαρετό πλέον «ο,τι και να συζητάμε, το μυαλό σας μόνο εκεί, όλοι ίδιοι είστε τελικά», κατάλαβα πως δύσκολα και φέτος θα κατορθώσουμε να βγούμε έξω απ’ αυτά τα ντουβάρια. Και δεν θα φταίει το γκαζόν, βέβαια..

τα τσιγκέλια

28341252

Είπα να το καταχωνιάσω στο βάθος του μυαλού για να μην κάνω λεκέδες στο σένιο τραπεζομάντηλο του σαββατοκύριακου. Μα ο λεκές βγήκε βόλτα με την καινούρια βδομάδα, όσο και να τα κρύψεις αυτά δεν φεύγουν μόνα τους.

Μεσημέρι Σαββάτου στον χασάπη. Κιμάδες, κότες, τα σχετικά, προμήθειες βδομάδας για να μη ξανατρέχουμε. Οι προνομιούχοι.

Πάνω στο γυαλί του ψυγείου με τα κοψίδια, τις σπάλες και τα συκώτια, αραδιασμένες καμιά τριανταριά -ίσως να ΄ταν και περισσότερες- κάρτες.

Φιλόλογος. Μαθηματικός. Αγγλικής Φιλολογίας. Κι άλλη φιλόλογος. Ιστορικό-αρχαιολογικό, μαθήματα Ιστορίας λέει. Φυσικός. Κι ένας μαθηματικός ακόμη, χωμένος κάτω από μια της Γαλλικής, πλάι σ’ άλλον φιλόλογο παραδίπλα. Κι άλλος ένας. Μέτρησα και τρεις δικηγόρους. Ανάμεσα σε άλλον ένα φυσικό, μια της αγγλικής και μια ψυχολόγο. Με ένα όνομα και ένα κινητό τηλέφωνο, μερικές και με δυο φοβισμένες κουβέντες παραπάνω, «αριστούχος», «προετοιμασία υποψήφιων θεωρητικής κατεύθυνσης», «εμπειρία διδασκαλίας σε παιδιά δημοτικού-γυμνασίου», «τιμές προσιτές», δεν άντεξα να διαβάσω κι άλλα. Η μυρωδιά από το αίμα, μέσα κι έξω απ΄το ψυγείο, ανακάτεψε τα σωθικά μου, λίγο έλειψε να βγω έξω για να με χτυπήσει καθαρός αέρας.

Το τι αγώνα, ξενύχτι, χρήμα, κλάμα, χαρά κι απογοήτευση κρύβει πίσω της κάθε γαμημένη κάρτα το ξέρω, το ξέρουν κι όσοι το ζουν, βλέποντας τα παιδιά τους να κάνουν κιμά όσα ωραία σκεφτόντουσαν για το αύριο. Άμα είσαι ορθολογιστής άνθρωπος θα πεις «καθένας κάνει τις επιλογές του, αυτή είναι η ζωή, μη γίνεσαι drama queen δευτεριάτικα». Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Δεν χωράνε όλοι μέσα στο success story. Γι αυτό υπάρχει κι ο πάγκος με το μπαλτά και τα κρεατομάχαιρα. Για να βολευτείς μέσα σε μια σακκούλα.

Πλήρωσα, έκανα να φύγω. Ο Βασίλης μου ΄δωσε την απόδειξη και τη χαριστική βολή : «οκτώ ευρώ την ώρα, η άλλη είπε και με έξη αναλαμβάνει. Σκέτο σφαγείο ρε φίλε. Αυτή που έρχεται και σιδερώνει στο σπίτι παίρνει δέκα την ώρα. Έρχονται και με ρωτάνε αν μπορούν ν’ αφήσουν την κάρτα τους, γνέφω ‘ναι’ και τις πιο πολλές φορές κοιτάω το ματωμένο πάτωμα από ντροπή κι αμηχανία, δεν μπορώ να δω μάτια. Είναι τόσοι πολλοί πια».

Ήθελα να του πω «βγάλτα από κει πάνω, είναι ντροπή για τα παιδιά» μα δεν τόλμησα. Όχι, εκεί να τα αφήσει. Πάνω στα τσιγκέλια. Για να μη ξεχνάμε -όσοι ακόμη δεν στερούμαστε τα «βασικά»- ότι το σφαγείο είναι ολόγυρά μας. Και μας κοιτάζει λάγνα..

*

μισή ώρα, Οκτώβρης του 2013

anna-karina-beautiful-black-and-white-cigarette-collar-Favim.com-180172

Ούτε σε τοίχους χρειάζεται να το δω βαμμένο, ούτε χαραγμένο αδέξια ή με περισσή φροντίδα σε πέτρες, ξύλα ή μάρμαρα, ούτε κολλημένο -γέννημα προβλέψιμων μυαλών- πάνω σε φτηνές λαμαρίνες.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι

Έξω από εισαγωγικά. Μπορεί να το γέννησε η καύλα του ποιητή αλλά δικό μας είναι. Αυτό μαζί το γράψαμε. Και το κατάλαβες με φαίνεται, κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες. Κι ας άναψε με την πρώτη το τσιγάρο