μια φέτα κέικ

2013-11-30 13.07.52

Τα πρωινά -λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, όταν είμαι ήδη ξύπνιος- τραβάω το πάπλωμα για να καλύψω ακόμη και την τελευταία γωνιά από το σώμα μου. Κρυώνω, παλιά άντεχα. Τώρα μόνο κεφάλι έξω, αναγκαστικά. Ασφυκτιώ ακόμη και στη σκέψη ότι δεν θα αντικρίζω το ταβάνι, τις κουρτίνες ή τις βαλίτσες πάνω απ΄τη ντουλάπα. Παπλωματοφοβία. Οι εποχές που παίζαμε, ως παιδιά ή ημιενήλικες, κάτω απ’ τα παπλώματα παρήλθαν. Η τύχη τους αγνοείται. Κανείς μας δεν νοιάστηκε να μάθει αν ζουν ή αν σαπίζουν μόνες και ξεχασμένες σε κάποια γωνιά του μυαλού, μυαλό είναι, όχι ριζόρτ.

Κλείνω το ξυπνητήρι χωρίς να περιμένω να ακουστεί το μπιπ. Από καθαρή, ανόθευτη κακία. Για να του δείξω ποιος είναι το αφεντικό από κείνη την πλευρά του κρεβατιού. Μερικές φορές νομίζω πως με κοιτάζει με λύσσα. Μπορεί και να ονειρεύεται εκείνο το πρωινό που θα πάρει εκδίκηση. Δεν είμαι, όμως, σίγουρος οτι ονειρεύονται τα ξυπνητήρια. Για το ότι είναι σκατόψυχα είμαι σίγουρος.

Τα πόδια μου αναζητούν τις παντόφλες. Ακόμη και αρκουδοτόμαρο να είχε στρωμένο κάτω, χωρίς αυτές δεν κατεβαίνω απ΄το κρεβάτι. Αντανακλαστική κίνηση, όπως τότε που είδα το Jaws καθισμένος σαν τον Γκάντι, σαν το Βούδα, κάτι τέτοιο xanax δηλαδή, πάνω στην καρέκλα, δεκάξι χρονών μαντράχαλος. Άμα νιώσω χνουδίλα στις πατούσες ή στα ακροδάχτυλα ανακουφίζομαι κι ανοίγω μάτια. Χώνομαι μέσα τους -κι ας είναι ενάμιση νούμερο μικρότερες- και τις αφήνω να με οδηγήσουν στο μπάνιο. Τυφλά. Όπως κάνουν οι αόμματοι με τα σκυλιά τους. Οι μουλάδες με τον Αλλάχ.

Απέναντι απ’ τον καθρέφτη. Σταμάτησα από καιρό να μετράω. Τις άσπρες τρίχες. Τις ρυτίδες. Τα σημάδια στο δέρμα. Τα ξέφωτα στο κρανίο. Τους πόρους στη μύτη. Τις ζάρες στο λαιμό. Είναι από τα μαθηματικά που δεν διδάχθηκα ποτέ, από κανέναν δάσκαλο, καθηγητή ή μεγαλοπροφέσορα. Δυο μείον δεν κάνουν ούτε μισό συν. Βάλε δέκα μείον και βρες βιβλίο που να το γράφει σωστά. Δεν θα βρεις.

Νερό στο πρόσωπο. Οδοντόκρεμα. Νερό στο στόμα. Κι άλλο νερό στο πρόσωπο. Κάνει ψύχρα. Χτες βράδυ μπήκα κάτω απ’ το νερό ολόκληρος, δεν αντέχω να αναμετρηθώ με τη μπανιέρα ξανά. Ας βγω βρώμικος στη ζωή σήμερα. Μπορεί να μην έρθει πολύ κοντά μου, να μη με πάρει χαμπάρι.

Έχω δει σε ταινίες ότι μετά οι άνθρωποι ντύνονται και βρίσκονται γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι στην κουζίνα, γεμάτο με γάλατα, αβγόφετες, κορνφλέικς, χυμούς πορτοκάλι, σπιτίσια κέικ, χαμόγελα και «θα πας τα παιδιά εσύ ή εγώ;» και «θα αργήσω να γυρίσω, το μεσημέρι φάτε μόνοι σας» και «μη ξεχάσεις να πληρώσεις τις ασφάλειες σήμερα» και «μπαμπά είναι λίγο στραβή η γραβάτα» και «μας καλέσαν οι απέναντι για αύριο βράδυ, πάρε ένα κρασί όταν θα ΄ρχεσαι» και τέτοια ωραία stepford wives. Μπορεί να βλέπω και λάθος ταινίες ξέρω γω..

Κάθε πρωί ο δρόμος με φέρνει πάντα μπρος απ΄το νοσοκομείο. Μπορώ να αλλάξω διαδρομή, μα δεν το κάνω επίτηδες. Ποτέ δεν λοξοδρομώ. Γιατί κάθε μέρα μου λέω, εκεί ακριβώς απ’ έξω «Μαλακίες σκέφτεσαι. Μαλακίες γράφεις. Είτε καθαρός, είτε βρώμικος, θα έρθει κοντά σου. Κάθε πρωί. Κοίτα να της χαμογελάσεις και να της πεις πόσο όμορφη είναι και πόσο ωραία μυρίζει. Αλλιώς γυναίκα είναι, θα σε ξεσκίσει και θα σου γεμίσει με ορούς τα χέρια. Ή -ακόμη χειρότερα-  χέρια λατρεμένων σου. Κι άντε να σε δω πώς και τι θα γράφεις μετά».

Μερικές φορές -σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της ταινίας- πατάω το 18 στο cd. Από γινάτι. Χέσε τα μαθηματικά, λέω. Ξέχνα τις άσπρες τρίχες, τις ρυτίδες φαράγγια, τα ξέφωτα στο κεφάλι, το δέρμα που καταρρέει, το στραγγισμένο πορτοφόλι. Ξέχνα τα κι ας μη σε ξεχνάνε αυτά. Πάτα το 18. Μυρίζεις ωραία. Κι αυτή το ίδιο.

 ♫

Advertisements

one of those days

photo-18

Δεν ξέρω αν το λένε φετίχ αυτό,  αλλά έχω συνδέσει μούζικες με δωμάτια και μικρές μεταλλικές ταμπελίτσες πάνω σε υφάσματα και αφρώδη υλικά (ωραία λέξη δε τη λες, μα δε βρήκα εναλλακτική). Παλιά δωμάτια. Δηλαδή μπορεί να μην είναι φετίχ αλλά νεκρολογία.

Thin Lizzy (το Johnny the Fox, 1976) πρωτάκουσα από Boston. Ομοίως και το Softs, 1976 των Soft Machine. Όπως και τα «Λαϊκά 76» του Μητροπάνου (με κείνο το ψυχεδελικό τρίο «Δύο νύχτες / Αλίμονο / Θέλω απόψε να σου γράψω» στο φινάλε της δεύτερης πλευράς). Λίγο μετά το Songs from the wood, 1977 των Jethro Tull πάλι μέσα απ’ τα Boston. Στο δωμάτιο του Μιχάλη (και ενίοτε και στο δωματιάκι της ταράτσας). Στο στενό.

Songs in the key of life, 1976 απ’ τον Stevie Wonder, μέσα από Kenwood KL-777 ή 788 (οφείλω επιείκεια στη μνήμη μου, θα ήταν συνταξιούχος με το παλιο ασφαλιστικό). Μέσα από τα ίδια και Works, 1977 των Emerson, Lake & Palmer. Και Α trick of the tail, 1976. Το πρώτο χωρίς τον Gabriel στο μικρόφωνο. Παραλίγο θα ξέχναγα Ιron Butterfly και In-A-Gadda-Da-Vida, 1968. Άκουγα το όργανο του Doug Ingle αλλά τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο Revox παραδίπλα, χωμένο σαν Άγιο Λείψανο μέσα στη βιβλιοθήκη του Στέλιου, στις παρυφές (τότε) της πόλης, Δευτέρα Λυκείου, άντε Τρίτη ενδεχομένως. Είπαμε, επιείκεια.

Στο σπίτι του Φαίδωνα, λαθραία. Εγώ κι ο Γιώργος, που είχε -νομίμως- το κλειδί. Ακούμε όλα τα προεόρτια του Dark side of the moon (ή μεθεόρτια του A Saucerful of secrets, όπως το δει κανείς). Μore και Ummagumma, 1969 – Atom Heart Mother, 1970 – Meddle, 1971 – Obscured by clouds, 1972. Μονοκατοικία στην παλιά πόλη, τρίζαν τα παράθυρα στο One of these days, τα Celestion βγάζαν τα σώψυχά τους. Άλλοι παίρναν κλειδιά για να ξεμοναχιαστούν με κορίτσια σε δωμάτια, εμείς νυχτωνόμασταν με Floyd και σαλιαρίζαμε με ηχεία. Βλαμμένα, εντελώς. Τα πληρώσαμε ακριβά αυτά, αναδρομικά.

Στο σπίτι μου όλα βγήκαν μέσα απ’ τα -ίδια με του Στέλιου- Kenwood. Στην αρχή. Εκεί έμαθα να συλλαβίζω. From Aerosmith to War (με Eric Burdon). Και Yes, ναι. Σε Z εκείνα τα χρόνια δεν θυμάμαι τίποτε…Μετά που μπήκαν τα B&W στο σαλόνι, όταν είχε -για λίγο, πολύ λίγο- παχύνει το πορτοφόλι μου, αδυνάτισε η ψυχή μου. Και επηρέασε και την ακοή.

Κάποια στιγμή τα Boston (εκείνα με τον Ian Anderson μέσα τους) μετακόμισαν Αθήνα μαζί με μας. Άρχισαν να φιλοξενούν αυτοσχέδια φοιτητικά κηροπήγια -φυσικά με Calliga και Mateus- και σταχτοδοχεία πάνω τους. Ακούστηκαν πολλά από κει μέσα, τίποτε όμως τόσο καθαρά όσο το «θέλω απόψε να σου γράψω/μα φοβάμαι μήπως κλάψω». Και καπάκι τα άπαντα του Hammill, τον οποίον λάτρεψε ο συγκάτοικος. Περισσότερο απ’ όσο ο Θεός του την Alice.

Aρχές ’80, η μετάλλαξη είχε αρχίσει να συμβαίνει. Πήρε χρόνο αλλά ολοκληρώθηκε. Τα μεταλλικά ταμπελάκια σίγησαν.

 —

(Μικρό κειμενάκι, με χρονολογικές παραπομπές για να διαχέεται η γνώση. Ή έστω κάτι σαν αυτήν)

♫ ♪

some apps (and more downs)

Scan-3-460x719

Το μεσημέρι της Κυριακής, λίγο πριν στρώσουμε τραπεζομάντηλο (παλιές κακές μικροαστικές συνήθειες), θυμήθηκα ότι στο ψυγείο δεν υπάρχει ρετσίνα. Για να ολοκληρωθεί το μικροαστικό παζλ, έριξα μια ζακέτα στους ώμους -παρά το υποτιμητικό «μα καλά, είσαι σοβαρός τώρα; τόσα κρασιά»- και κατηφόρισα στο μικρομπακάλικο, εκατό μέτρα απ’ το σπίτι.

Βρήκα την Σοφία με ένα παλιοτετράδιο στο χέρι. Ξεφύλλιζε και τραβούσε γραμμές. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω. Αλλά πληρώνοντας δεν άντεξα.

«Είναι πολλοί;»

«Πάρα πολλοί»

«Και τι θα κάνεις;»

«Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πάρω ξανά τηλέφωνα και ν’ ακούω από άλλους βρισιές, από άλλους απειλές για να μη τολμήσω να ξανακαλέσω κι από άλλους κλάματα. Δεν ξέρω ποιος έχει ανάγκη και ποιος όχι. Μόνο σ’ όσους δεν απαντάνε δεν φοβάμαι να τηλεφωνήσω. Λέω ότι φύγαν, χάθηκαν, ίσως πήγαν κάπου καλύτερα, ευτυχώς γι αυτούς κι ας μη δω ευρώ τσακιστό, δεν ξέρω, χαμένα τα ‘χω κι εγώ. Ντρέπομαι να σηκώνω το ακουστικό. Στην αρχή θύμωνα, τώρα ντρέπομαι. Νιώθω ζητιάνα, καταλαβαίνεις;»

Τα ξανάζησα αυτά, σαν πολύ αχνή ανάμνηση, στα οκτώ, στα εννιά μου. Όταν πήγαινα στον φούρνο και έβλεπα ανοιχτά τα τεφτέρια, με ονόματα πιο πολλά κι απ’ τα ψωμιά και τα ταψιά. Το ίδιο και στο μανάβη της πάνω γειτονιάς. Τα ονόματα στο τεφτέρι κερδίζαν κατά κράτος τις ντομάτες «για φαγητό», τις δεύτερες, τις ζουληγμένες, αυτές που τελειώναν πάντα πρώτες πρώτες. Έμελλε να δω το ίδιο θέαμα και σήμερα, τις ίδιες δεύτερες και τρίτες ντομάτες σε καφάσια δίπλα στις ζυγαριές στα μεγαλομπακάλικα. Στις λαϊκές δεν πηγαίνω αργά, ακόμη κι όταν βρέχει με τα τουλούμια, περισσότερο αίμα θα δεις να κυλάει ανάμεσα στις τέντες και τα καφάσια παρά νερό. Μάχη για τρία πράσα, για μισολειωμένα αγγούρια, για ταλαιπωρημένα μήλα. Πόλεμος. Στο μπακάλικο του κυρ-Μενέλαου, τότε, τα «γράψ’το Μενέλη» ήταν περισσότερα κι απ’ τα μαντζουνάκια που γλυκοκοίταζα. Μικρός ήμουν, ποτέ δεν μ’ ένοιαξε να μάθω αν τα ονόματα απ’ το τεφτέρι σβήστηκαν μαζί με τα χρέη ή αν πρόλαβαν να σβηστούν πρώτα οι άνθρωποι. Ούτε καν ήξερα χρέος τι πάει να πει. Ξένες κι άγνωστες γλώσσες ήταν οι ταμπελίτσες «πίστωση τέλος» και «ο βερεσές πέθανε» που έβλεπα σε κάποια μαγαζάκια σε παραδιπλανές γειτονιές, προς το κέντρο της πόλης. Το πολύ πολύ να μου πέρασε κάποια στιγμή απ΄το μυαλό ότι τα τεφτέρια ήταν ένας τρόπος για να μη κουβαλάνε κάθε τρεις και λίγο οι άνθρωποι λεφτά επάνω τους και τους βαραίνουν, όπως εγώ όταν έβγαινα για μπάλα, που ούτε κεφτέ ήθελα να κρατάω στο χέρι. Όχι δίφραγκο.

Καταλάβαινα, λοιπόν. Ούτε διάθεση για κουβέντα, ούτε για να ξεφουρνίσω εξυπνάδες είχα. Είπα μόνο ένα «δύσκολα, για όλους δύσκολα» και έφυγα.

Δέκα βήματα πριν μπω στο σπίτι σκέφτηκα ότι τόσα και τόσα άλλαξαν από τότε. Αλλά τα χρέη ακόμη στα τεφτέρια γράφονται, όχι σε τάμπλετς και σε σμαρτφόουνς. Ούτε ένα app δεν είδα. Ούτε μισό. Ίσως για να διαβάζεις την ανημποριά, την ανέχεια, την απελπισία, την πίκρα, την αναπόφευκτη ντροπή κάποιων με ανθρώπινο, παλιοκαιρίσιο τρόπο. Αργά και βασανιστικά. Σελίδα, σελίδα.

٭

η Κυρία Ούτε

28791449 (1).last

 

Καθόταν σε μια σακατεμένη καρέκλα, δυο βήματα απ΄ το παράθυρο (έμοιαζε μ’ αυτό που καθόταν ο Hammill στο Over αλλά δίχως λιβάδια έξω, έβλεπε σε μια τσιμεντένια αυλή με τρία παγκάκια μονάχα) και διάβαζε αυτά που της είχε χαρίσει πριν πολλά πολλά -και βάλε- χρόνια.

Δεν αναγνώριζε τίποτε. Ούτε μια γωνιά, ούτε μυρωδιά, ούτε μούζικα, ούτε γέλιο, ούτε άλγος, ούτε ρούχο, ούτε γεύση, ούτε τσιγάρο, τίποτε. Μια στρατιά από ούτε. Δοκίμασε και με τα ακροδάχτυλα. Νέκρα. Μια ισιάδα, ούτε ένα τόσο δα «αχ», τίποτε. Mήτε ψηλαφώντας κατόρθωσε να πέσει πάνω σε κάτι ζωντανό.

Την ρώταγαν οι νοσηλεύτριες κάθε μέρα -βλέποντάς την χωμένη μια και δυο ώρες σε κάθε σελίδα- «δεν θυμάσαι τίποτε; ούτε μια γραμμή; σε καμιά ιστορία; oύτε μια λέξη, έστω;».

Όσο περνούσαν οι μήνες, η ερώτηση αδυνάτιζε. Έγινε τυπική, βαριεστημένη, χλιαρή. Λείψανο νοιαξίματος. Ρετάλια περιέργειας.

«Τίποτε; Ούτε μια;»

Στην αρχή απαντούσε «ούτε». Μετά, είτε γιατί την κούρασε η επιμονή τους να της απευθύνονται στον ενικό ή γιατί το ΄βρισκε πια ανώφελο να μιλά, έγνεφε όχι με το κεφάλι. Στο τέλος μόνο με τα μάτια.

Κάποια μέρα, Κυριακή ήταν, κανείς δεν την ρώτησε. Κι από τότε μείναν και τα βλέφαρα αγύμναστα.

απλά μαθήματα οικιακής οικονομίας

28764765.last

Βρήκαν ένα αξιοπρεπές ξενοδοχείο με εσωτερική πισίνα, χαμάμ, spa και τα συναφή ξέφτια της ευζωίας. Με εξήντα ευρώ τη βραδιά, όσο κι αν ξαναμέτρησαν τα -ας πούμε- περισσευούμενα δεν ξεχειλώσαν τα βράδια, μείναν δυο. Την πρώτη μέρα οι άντρες ψηφίσαν πισίνα, οι γυναίκες είπαν ότι δεν θέλουν να μουλιάσουν και κλειστήκαν σ’ ένα δωμάτιο η καθεμιά, πεσμένες μπρούμυτα, τυλιγμένες με μια πετσέτα, για να τις τρίψουν. Η μια φόραγε καθαρό καινούριο εσώρουχο, για την άλλη αγνοούσε, δεν βγήκε απ’ το δικό του δίκλινο.

Τρεις μέρες μετά που γύρισαν, είπε στην άλλη όταν βρέθηκαν κάποια στιγμή μόνοι : «δεν ξέρω γιατί κρατήθηκα και δεν έδωσα ένα εικοσάρικο σ’ αυτόν που σ’ έτριβε, για να φύγει ήσυχα απ΄το δωμάτιο και να συνεχίσω εγώ»

Τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και απάντησε : «αν το ΄ξερα θα του ‘δινα πρώτη ένα πενηντάρικο για να ξεκουμπιστεί».

Μετά χώθηκαν και οι δυο στις σκέψεις τους. Αυτός πικρά μετανοιωμένος που δεν τόλμησε μα και ανακουφισμένος που γλίτωσε τα είκοσι, αφού θα πλήρωνε πρώτη εκείνη. Και η άλλη θυμωμένη με τον εαυτό της γιατί λίγο έλειψε να χάσει τριάντα ολόκληρα ευρώ πάνω απ’ την τρέχουσα τιμή της εφήμερης καύλας.

Εκεί έξω, σε γκισέ, ταμεία και ATM η ζωή συνεχιζόταν χωρίς να δίνει δεκάρα για τέτοιας λογής ισοτιμίες..

ιστορίες με ελαφρές αναταράξεις (κατά διαστήματα)

27457004 (1)

Νομίζω ότι περί αυτού πρόκειται, μου λέω. Ακόμη κι αν κάποια στιγμή βεβαιωθείς (είναι απέθαντη κι ανεξέλεγκτη αυτή η σιχαμερή μελούρα μέσα μου) πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου -ή η δικιά σου, μερικές φορές αυτά τα δυο γίνονται αξεδιάλυτα ένα, σχεδόν σιαμαία- τίποτε δεν θ’ αλλάξει τον τρόπο που ο πλανήτης περιστρέφεται. Ή το μέρος απ’ όπου σκάει μύτη ο ήλιος. Ούτε τα άστρα θα βρεθούν θαμμένα κάτω από ωκεανούς ή βουνά. Εκεί που τα άφησες, ή σ’ άφησαν, εκεί θα περιμένουν. Ρούπι δεν θα το κουνήσουν. Σαν σκυλιά στον τάφο του αφεντικού τους. Ή παλιά χρέη, που σε κοιτάνε στα μάτια δείχνοντας τα λερά δόντια τους. Τίποτε άλλο αμετακίνητο δεν μου ‘ρχεται τώρα στο μυαλό. Οι εμμονές μου δεν μετράνε.

Γυρνάω πίσω και ξεφυλλίζω -τρόπος του λέγειν, άφαντο το χαρτί- όσα έγραψα πως βίωσα. Πέντε ολοκληρωτικές καταστροφές -και ισάριθμες αναπαλαιώσεις, πλέον- από αδέσποτους e-μετεωρίτες, δέκα εσωτερικοί πόλεμοι (εκ των οποίων καναδυό απ’ αυτούς τους σαχλούς love wars του Paul Heaton), είκοσι κατακρημνίσεις από λόφους και λιβάδια, δεκαπέντε αεροπορικές τραγωδίες που συνέβησαν μερικές μέρες μετά την προσγείωση (κι άλλες τόσες πριν καν την απογείωση), εφτά τρομαχτικές πυρκαγιές που ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει γιατί ίχνος από στάχτη δεν βρέθηκε μετά για να μελετηθεί, τρεις μεγάλοι λιμοί ανάμεσα σε τέσσερα Μεγάλα Φαγοπότια, ένα μουντιάλ δίχως Ζιντάν, δέκα βαθιές -σαν την τάφρο των Μαριάνων- ρυτίδες, καντάρια από αίμα, ψέμα και σπέρμα που ακόμη δεν αξιώθηκαν να δουν μέρες ξηρασίας μπας και ξεκουραστούν μια στάλα, μερικές χιλιάδες τρίχες που είπαν «φεύγω» και το κράτησαν μανιάτικο μη επιστρέφοντας ποτέ για να δουν τ’ αδέρφια τους ν’ ασπρίζουν και να ξεψυχούν πάνω σε ένα κεφάλι που έκανε την απόσταση απ’ το απόλυτο μηδέν ως τους 13,6×106     Κelvin μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. O Μπολτ θα είχε πεθάνει από ντροπή αν μπορούσε να το δει αυτό.

Και λοιπόν;

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που είναι (που είμαστε) κάτω μακριά, σαν στρέψουν το βλέμμα τους ψηλά βλέπουν μια ή δυο λευκές γραμμές πίσω απ’ το μέταλλο που λαμπυρίζει. Μια ή δυο ωραίες αδιατάραχτες κι αδιάκοπες ευθείες και μια αόρατη -για τους πολλούς- σβήστρα που καθαρίζει κάθε λίγο τα ξέφτια της διαδρομής πάνω στο γαλάζιο (όσο υπάρχει ανοιχτός καιρός), για να ΄ναι οι ευθείες καθαρές και σίγουρες. Σαν τραβηγμένες με χάρακα και χέρι που δεν τρέμει. Ακόμη κι αν ο καιρός εκεί πάνω, εκεί πέρα, εκεί μέσα, είναι τέτοιος που όχι γραμμή, μα ούτε τελεία μπορείς να χαράξεις. Ευθείες βλέπουμε από μακριά. Μόνο ευθείες. Μέχρι να χαθούν.

Εδώ και πολύ καιρό λοιπόν, γεμίζω την οθόνη με τελείες. Απ’ αυτές που μεταμφιέζονται σε πολαρόιντ, σε μούζικες, σε μυρωδιές, σε τέτοιας λογής μικρά πραματάκια. Ακόμη και τις ώρες που είναι χαρά θεού έξω. Για να δω -αν ποτέ τις ενώσω- ως πού πάει (αν πάει) αυτή η γραμμή με τις ελαφρές αναταράξεις κατά διαστήματα. Αυτό είναι όλο.

μήτε ιερό, μηδέ όσιο

28735499

Την έβλεπε όρθια απέναντι, στο διπλανό μεγάλο τραπέζι. Με τα χέρια της απλωμένα, ν’ακουμπάνε την πλάτη απ΄ τις καρέκλες δεξιά κι αριστερά. Μαλλιά φρέσκα, κομμωτηρίου, που πηγαίναν πέρα-δώθε όσο μίλαγε και γελούσε. Μπράτσα γυμνά, φαινόταν -ακόμη κι από τρία μέτρα μακριά- πως ώρες ώρες ανατρίχιαζαν και στέλναν κατευθείαν πάνω του το άρωμά της. Τα πόδια σταυρωμένα, το ένα πίσω από το άλλο, ένα ζευγάρι γάμπες που αγγίζαν η μια την άλλη ξεδιάντροπα. Ερήμην του. Μαύρο φόρεμα που έπεφτε ως το γόνατο, μετά πόδια συσκευασμένα μέσα σε μαύρο καλσόν, στο τέλος του δρόμου μαύρες γόβες. Η Στολή. Μερικές φορές είναι πολύ υγρά τα στερεότυπα. Και ζεματάνε.

Αφού πρώτα έσκυψε λίγο (εκείνο το λίγο, το πολύ λίγο που θολώνει πρώτα τα μάτια και μετά το μυαλό) για να της γεμίσουν το ποτήρι που κρατούσε, πήγε και κάθισε. Ακριβώς απέναντί του. Τίποτε δεν χώριζε το βλέμμα του από το περίγραμμά της. Θα σκότωνε για να είναι το μαξιλάρι της καρέκλας της. Να ένιωθε τη σάρκα της πάνω του μέχρι να φάει το σαράκι ακόμη και το τελευταίο ροκανίδι της καρέκλας. Δεν άντεξε πολύ, σε τριάντα δευτερόλεπτα την έγδυσε μπροστά σε εξήντα -μπορεί και παραπάνω- ζευγάρια μάτια. Αφού πρώτα της έστειλε μια προκήρυξη, αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Που τέλειωνε : «Σε αντίποινα για το φερμουάρ που ποτέ δεν κατέβασα. Σαν τιμωρία για το καλσόν που δεν μύρισα ποτέ».

٭