some apps (and more downs)

Scan-3-460x719

Το μεσημέρι της Κυριακής, λίγο πριν στρώσουμε τραπεζομάντηλο (παλιές κακές μικροαστικές συνήθειες), θυμήθηκα ότι στο ψυγείο δεν υπάρχει ρετσίνα. Για να ολοκληρωθεί το μικροαστικό παζλ, έριξα μια ζακέτα στους ώμους -παρά το υποτιμητικό «μα καλά, είσαι σοβαρός τώρα; τόσα κρασιά»- και κατηφόρισα στο μικρομπακάλικο, εκατό μέτρα απ’ το σπίτι.

Βρήκα την Σοφία με ένα παλιοτετράδιο στο χέρι. Ξεφύλλιζε και τραβούσε γραμμές. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω. Αλλά πληρώνοντας δεν άντεξα.

«Είναι πολλοί;»

«Πάρα πολλοί»

«Και τι θα κάνεις;»

«Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πάρω ξανά τηλέφωνα και ν’ ακούω από άλλους βρισιές, από άλλους απειλές για να μη τολμήσω να ξανακαλέσω κι από άλλους κλάματα. Δεν ξέρω ποιος έχει ανάγκη και ποιος όχι. Μόνο σ’ όσους δεν απαντάνε δεν φοβάμαι να τηλεφωνήσω. Λέω ότι φύγαν, χάθηκαν, ίσως πήγαν κάπου καλύτερα, ευτυχώς γι αυτούς κι ας μη δω ευρώ τσακιστό, δεν ξέρω, χαμένα τα ‘χω κι εγώ. Ντρέπομαι να σηκώνω το ακουστικό. Στην αρχή θύμωνα, τώρα ντρέπομαι. Νιώθω ζητιάνα, καταλαβαίνεις;»

Τα ξανάζησα αυτά, σαν πολύ αχνή ανάμνηση, στα οκτώ, στα εννιά μου. Όταν πήγαινα στον φούρνο και έβλεπα ανοιχτά τα τεφτέρια, με ονόματα πιο πολλά κι απ’ τα ψωμιά και τα ταψιά. Το ίδιο και στο μανάβη της πάνω γειτονιάς. Τα ονόματα στο τεφτέρι κερδίζαν κατά κράτος τις ντομάτες «για φαγητό», τις δεύτερες, τις ζουληγμένες, αυτές που τελειώναν πάντα πρώτες πρώτες. Έμελλε να δω το ίδιο θέαμα και σήμερα, τις ίδιες δεύτερες και τρίτες ντομάτες σε καφάσια δίπλα στις ζυγαριές στα μεγαλομπακάλικα. Στις λαϊκές δεν πηγαίνω αργά, ακόμη κι όταν βρέχει με τα τουλούμια, περισσότερο αίμα θα δεις να κυλάει ανάμεσα στις τέντες και τα καφάσια παρά νερό. Μάχη για τρία πράσα, για μισολειωμένα αγγούρια, για ταλαιπωρημένα μήλα. Πόλεμος. Στο μπακάλικο του κυρ-Μενέλαου, τότε, τα «γράψ’το Μενέλη» ήταν περισσότερα κι απ’ τα μαντζουνάκια που γλυκοκοίταζα. Μικρός ήμουν, ποτέ δεν μ’ ένοιαξε να μάθω αν τα ονόματα απ’ το τεφτέρι σβήστηκαν μαζί με τα χρέη ή αν πρόλαβαν να σβηστούν πρώτα οι άνθρωποι. Ούτε καν ήξερα χρέος τι πάει να πει. Ξένες κι άγνωστες γλώσσες ήταν οι ταμπελίτσες «πίστωση τέλος» και «ο βερεσές πέθανε» που έβλεπα σε κάποια μαγαζάκια σε παραδιπλανές γειτονιές, προς το κέντρο της πόλης. Το πολύ πολύ να μου πέρασε κάποια στιγμή απ΄το μυαλό ότι τα τεφτέρια ήταν ένας τρόπος για να μη κουβαλάνε κάθε τρεις και λίγο οι άνθρωποι λεφτά επάνω τους και τους βαραίνουν, όπως εγώ όταν έβγαινα για μπάλα, που ούτε κεφτέ ήθελα να κρατάω στο χέρι. Όχι δίφραγκο.

Καταλάβαινα, λοιπόν. Ούτε διάθεση για κουβέντα, ούτε για να ξεφουρνίσω εξυπνάδες είχα. Είπα μόνο ένα «δύσκολα, για όλους δύσκολα» και έφυγα.

Δέκα βήματα πριν μπω στο σπίτι σκέφτηκα ότι τόσα και τόσα άλλαξαν από τότε. Αλλά τα χρέη ακόμη στα τεφτέρια γράφονται, όχι σε τάμπλετς και σε σμαρτφόουνς. Ούτε ένα app δεν είδα. Ούτε μισό. Ίσως για να διαβάζεις την ανημποριά, την ανέχεια, την απελπισία, την πίκρα, την αναπόφευκτη ντροπή κάποιων με ανθρώπινο, παλιοκαιρίσιο τρόπο. Αργά και βασανιστικά. Σελίδα, σελίδα.

٭

Advertisements

3 thoughts on “some apps (and more downs)

  1. Όλα, θέλουν τον τρόπο τους, για να γίνουν κατανοητά.
    Ακόμα και τα βάσανα των ανθρώπων…
    😦

  2. στης πρωινης ντροπης τη δουλεια.
    οι ντοματες για σαλτσα, φευγουν τοσο που σκεφτομαι τις πρωτες να τις ζουλω απ ευθειας.τα δε ψιλα στις πληρωμες εχουν αντικαταστησει καθε χαρτονομισμα αξιοπρεπειας,ντυμενα με ενδιαφερον του τυπου “θελετε ψιλα,να σας εξυπηρετησω?”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s