σαμερτάιμ μπλουζ

Gary-Oldman-Parasol-New-Mexico-2009-c-Gary-Oldman-Courtesy-of-Flowers-Gallery.web_

 

Η πιο ανέμπνευστη μαρκίζα ποστ έβερ, μέχρι την επόμενη. Αλλά πέρασαν οι καιροί που κωλοσφιγγόμουν για να γεννήσω λέξεις. Κι αν κάποια στιγμή νιώθω, φευγαλέα, να κοιλοπονώ κρυφοκοιτάζοντας το πληκτρολόγιο, καταλήγει ανεμογκάστρι. Όταν δεν αφήνω τίποτε να μπει, τίποτε θα βγει. Fair.

 

Αν καταφέρω να γράψω κάτι που θα γεννηθεί από τα τίποτε, θα είναι μια μεγάλη στιγμή για την λογοτεχνία, μια ανάμεσα σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια στιγμές τίποτε ακόμη. Ούτε εδώ πρωτοτυπία.

 

Αν όμως, θέλω να γράψω μια ιστορία όλο ψέμματα. Από το πρώτο γράμμα μέχρι το κλείσιμο και το save. Είμαι διατεθειμένος να την πιστέψω. Kι αν υπάρχουν κηλίδες αλήθειας, που θα μου ‘χουν ξεφύγει, μπορώ να τις εξαφανίσω μια προς μία στη διόρθωση. Το ίδιο, έχω ακούσει, παίζεται και με ζωές. Σχεδόν απίστευτο μου φαίνεται.

 

Με πέταξε έξω το wordpress. Έψαχνα, την ώρα που μετρούσα τα ξεψυχισμένα παγάκια στον καφέ, να βρω τους κωδικούς. Κουτσά-στραβά κάτι γίνεται μ’ αυτό. Για άλλα που σε κλειδώνουν απ’ έξω, πιο σοβαρά από τα κλιπιτκλίπ των CapsLk, Ctrl και Delete, δεν έσωσα πουθενά κωδικούς και το πληρώνω ήδη. Fair.

 

Πάει καιρός που δεν διαβάζω. Παλεύω αλλά μάταια. Δύσκολα τελειώνω ένα κεφάλαιο, τις πιο πολλές φορές είμαι αποκαμωμένος ήδη με μια σελίδα. Δεν νομίζω οτι ντρέπομαι γι αυτό. Υπάρχουν πολλά στην επετηρίδα ντροπής για να με γαμήσουν καλύτερα.

 

Ευτυχώς υπάρχει η μουσική. Δεν πολυβγαίνουμε πια μαζί αλλά όταν ξυπνούν οι κάβλες, όποια μέρα και ώρα, ποτέ δεν μου λέει όχι. Σε κανέναν, μα αυτό δεν με αφορά ούτε και με πληγώνει.

 

Με πληγώνει να μη βλέπω τα παιδιά μου να γελάνε φωναχτά. Με σκοτώνει. Τα στεγνά άνυδρα χαμόγελα σοδομίσαν την χαρά. Αυτή θέλει δάκρυα από γέλια για να ανθίσει και να θεριέψει. Χαρά μονάχα μέσα σε γλάστρα δεν αντέχεται.

 

Ελπίζω κάποια στιγμή να αρχίσει το καλοκαίρι πριν τελειώσει.

 

 

andmoreagainor

5d5aadfa825e635c8458ea73image (6)

 

 

 

Εδώ βλέπεις δυο εικόνες. Η μια είναι στενόχωρη γιατί έρχεται το καράβι που σημαίνει ότι τέλειωσε το καλοκαίρι σου αλλά μπορεί και να μην είναι αφού έρχεται το καράβι που θα σε πάει αλλού για να συνεχίσεις εκεί το καλοκαίρι σου μα μπορεί και να μη σημαίνει τίποτε αφού δεν έρχεται για σένα το καράβι, μπορεί, πάλι, να σημαίνει πάρα πολλά αν σου είπε «έρχομαι με το καράβι που φτάνει στις τέσσερις». Μετά δεν υπάρχει καράβι, κάτι που μπορεί να είναι εξαιρετικά δυσάρεστο αφού θα αργήσεις να φύγεις για να πας να τον/την βρεις αν δεν είστε ήδη μαζί ή εξαιρετικά ανακουφιστικό αφού έχεις ακόμη ώρα για τρεις-τέσσερις τελευταίες μπίρες ή μπορεί να είναι απλά αδιάφορο αφού δεν περιμένεις κανένα πλοίο και -το κυριότερο- μπορεί όλα να βαίνουν καλώς εφόσον το καράβι συνεχίζει να πλέει κάπου έξω από το κάδρο. Κάπως έτσι επανασυνειδητοποιείς ότι μια εικόνα μπορεί να είναι πάρα πολλές εικόνες ταυτόχρονα ανάλογα με το πόσα ζευγάρια μάτια την κοιτάζουν και αυτό είναι το πάρα πολύ φτηνό συμπέρασμα μιας ημέρας που το μόνο που έχεις απέναντί σου είναι μια οθόνη με αριθμούς και γράμματα που κι αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απλά μια οθόνη με αριθμούς και γράμματα γιατί κάποιος άλλος μπορεί να βλέπει κάτι διαφορετικό από σένα κοιτάζοντας αριθμούς και γράμματα γιατί τα ίδια γράμματα και οι ίδιοι αριθμοί μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικοί για τον καθέναν μας και υποθέτω δεν τελειώνει πουθενά αυτό είτε βλέπεις άδειο ορίζοντα είτε όχι γιατι δεν ξέρεις αν όλοι βλέπουμε τον ίδιο ορίζοντα με τον ίδιο τρόπο και -ακόμη χειρότερα- αν το βλέμμα σου φτάνει μόνο μέχρι τους τοίχους γύρω σου αλλά, σκέφτομαι, υπάρχουν και ματιές που τρυπάνε τοίχους και με κάποιο τρόπο πρέπει να τελειώνει όλο αυτό γιατί αν βλέπεις θάλασσα κι ένα καράβι και δεν αδειάζει το μυαλό σου αλλά ασφυκτιά από συνωστισμό με τι, πως, γιατι, που, αλλά, ίσως, δεν, και κάθεσαι και αραδιάζεις μια στοίβα λέξεις, κάτι δεν πάει καθόλου καλά ή -αντιθέτως- μια χαρά πάει γιατί τίποτε δεν είναι μόνον αυτό που βλέπεις σε δυο εικόνες που δεν είναι δυο γιατί δεν τις βλέπεις μόνον εσύ

writers on the storm (remix)

54a09c6e3551d4b147a2628f6a064085

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

( είναι κάποιες ιστορίες που ως άγραφες είναι προτιμότερο να μείνουν έτσι για να μπορούν να μην ξαναγραφτούν πολλές φορές ακόμη )

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

τρεις πολαρόïντ από το φετινό θέρος

 

IMG_3694

 

 

 

Κάθονται απέναντί μας την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Την ταΐζει μικρές μπουκιές. Είναι όμορφη γυναίκα, πρέπει να ήταν πολύ ωραίο κορίτσι στα νιάτα της, μισό αιώνα -και παραπάνω- πριν. Της σκουπίζει το στόμα μετά από κάθε μπουκιά. Είναι στραμμένη προς τα μένα αλλά το βλέμμα της έχει το μεγαλύτερο κενό που έχω δει ποτέ. ‘Δεν τρως’, μου λέει. ‘Δεν πεινάω πολύ’, της λέω. Της χαïδεύει το χέρι. Πιάνω, ασυναίσθητα, το δικό της, ‘έχεις τσιγάρα; τέλειωσαν τα δικά μου’.

 

Tους βρήκαμε στο πρώτο τραπεζάκι, θεωρείο σωστό, δίπλα στα αχνά φωτισμένα βράχια. Μπροστά τους έχουν κάτι μισοάδειο με πράσινα φύλλα μέσα. Κανείς τους δεν καπνίζει. Αυτή παίρνει το ζακετάκι της και το ρίχνει στους ώμους. Το πρόσωπο εκείνου φωτίζεται από την οθόνη του κινητού. Φωτογραφίζει την πανσέληνο πίσω της. Την στέλνει κάπου, στο φέισμπουκ, στο ίνσταγκραμ, σε μιαν άλλη, σε κάποιον άλλον, ίσως πουθενά. Μια ώρα αργότερα τα φύλλα μέσα στα ποτήρια δεν επιπλέουν. Δεν έχουν ανταλλάξει λέξη, εξήντα λεπτά -από την ώρα που τους είδα- με στόμα κλειστό. Σηκώνεται πρώτη εκείνη, έχει πιασμένα τα μαλλιά πίσω, μυρίζει ωραία τη στιγμή που περνάει δίπλα μου, το ζακετάκι της μυρίζει μαλακτικό, δυο βήματα πίσω της εκείνος, ρίχνει μια ματιά αν ξέμεινε κάτι πίσω στο τραπέζι, δεν βλέπει τίποτε, εγώ βλέπω αλλά δεν μου πέφτει λόγος. Το κορίτσι που καθαρίζει το τραπέζι τους μαζεύει μαζί με το φιλοδώρημα και τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, χωρίς να το ξέρει. Όταν μεγαλώσει ίσως καταλάβει γιατί κάποιες φορές είναι τόσο ασήκωτος ένας δίσκος με μόνο δυο ποτήρια πάνω του.

 

Ζητάει από τον μπαμπά του ‘δυο ευρώ ακόμη’. Εκείνος το έχει έτοιμο, ‘τελευταίο όμως, το συμφωνήσαμε, μετά ύπνο’. Το πεντάχρονο ανεβαίνει σε ένα τρενάκι που κάνει κύκλους κυνηγώντας τον εαυτό του. Ο μπαμπάς περιμένει στο παγκάκι να τελειώσουν οι έξη στροφές. Μαμά δεν βλέπω. Ίσως τρώει εκεί τριγύρω παγωτό μαζί με την κόρη της και βρεθούν μετά όλοι μαζί. Μπορεί να μην υπάρχει μαμά. Ούτε κόρη. Ούτε παγωτό. Πώς τα καταφέρνω πάντα να χώνομαι σ’ ένα τρενάκι που κάνει κύκλους μέσα στο κεφάλι μου κυνηγώντας τον εαυτό του ποτέ δεν το κατάλαβα.

κώμα

tumblr_n8ouqgXg4G1sk13lco1_500

 

Ένα μισάωρο ν’ αδειάσεις το μυαλό σου από τα πάντα, δίπλα στη θάλασσα, χωρίς παραπανίσια υφάσματα και κάθε λογής πανιά να κρέμονται πάνω σου. Με ανοχύρωτο σώμα παραδομένο σε θέα κοινή, με τα κουσούρια, τα σημάδια, τη φθορά, τη σκουριά του. Aν αγγίξεις άλλο δέρμα και τα δυο μαζί συνωμοτήσουν στα μουγκά και βγάλουν τα μυαλά από το κώμα έστω για πέντε λεπτά, σε καλό δρόμο είσαι.

Αυτό μου φαίνεται συμπυκνωμένη ευτυχία που μέσα της μπορείς να αραιώσεις όλα τα μη, δεν, όχι, ίσως και γιατί της μέρας, για να τα καταπιείς ευκολότερα όταν ξαναντυθείς και πάρεις το δρόμο της επιστροφής για τα τσιμέντα.

teamwork

3

 

Επί χρόνια το μυαλό υπαγόρευε, τα χέρια υπάκουαν και έγραφαν ασταμάτητα. Κάποια μέρα το αριστερό (κανείς δεν ξέρει γιατί και πώς αυτό ξεκίνησε την ανταρσία πρώτο) αρνήθηκε να συνεχίσει, αποκαμωμένο από την φλυαρία. Από κει και πέρα το δεξί τράβηξε όλο το φορτίο μονάχο του. Το μυαλό δεν έδειξε καμιά συμπόνια στο δράμα του. Μια νύχτα τα δυο χέρια συνωμότησαν, τα βρήκαν, είπαν -ψιθυριστά, μη τυχόν και το ξυπνήσουν- «ως εδώ, δούλοι του δεν είμαστε, ας τα βγάλει πέρα χωρίς εμάς, έχουμε κι άλλες δουλειές απ’ το να χαϊδεύουμε πλήκτρα και να ζούμε αγκαλιά με μολύβια όλη μέρα, υπάρχουν και άνθρωποι και δέρματα και μαλλιά και άμμος και νερό και φύλλα και υγρασία και κρύο και ζέστη, όχι μόνο χαμαλίκι».

Λίγο πριν το ξημέρωμα μια τρομαχτική σκέψη -χάριν της πλοκής δεχόμαστε ότι τα χέρια μπορούν να σκέφτονται αυτόνομα κάποιες στιγμές- τα έκανε να βγουν από τα σκεπάσματα. «Κι αν συνωμοτήσει με το στόμα και σταματημό δεν έχει αυτή η ιστορία μετά; Kι αν βρει κάποια άλλα χέρια για να κάνουν τη δουλειά; Πώς θα αντέξουμε κολλημένα πάνω του να ζήσουμε ελεύθερα;»

Από τον φόβο και τη λαχτάρα τους ξέχασαν να τα πουν χαμηλόφωνα κι έτσι συμφώνησαν μαζί τους και τα πόδια. Επιτέλους οι τέσσερίς μας, είπαν, ερήμην μυαλού.

Το απόγευμα οι γιατροί είπαν κοιτάζοντας την οθόνη «ανεύρυσμα, τετραπληγία». Μερικές φορές τα πράγματα πηγαίνουν τόσο ανάποδα που ακόμη και μια τιποτένια ιστορία με καλές προθέσεις δεν θα μπορούσε ποτέ να φαντασθεί.

drain

thumb_1630_726_0_0_0_auto

 

 

Στο δρόμο για την φυσούνα ένα ουράνιο τόξο εμφανίστηκε πίσω από το αεροπλάνο. Σα να ξαπλώσαν γυμνοί στον ίδιο καμβά ο Μπέικον κι ο Πόλοκ και να γεννήσαν έναν fake Rothko. Δεν είναι σοβαρές σκέψεις αυτές για μεγάλο άνθρωπο αλλά μυαλό είναι αυτό, μπορεί να παιδιαρίζει ελεύθερα όσο δεν φωνάζει ή δεν υπαγορεύει. Εδώ και καιρό σιωπά. Ούτε με τη γλώσσα ούτε με τα χέρια τα πάει καλά.

Στη θέση δίπλα μου κάθισε ένα όμορφο κορίτσι. Ιδέα δεν έχω πού πήγαινε, για πόσο, γιατί, σε ποιόν. Κουβέντα δεν ανταλλάξαμε πέντε ώρες. Δεν έβαλε τίποτε στο στόμα της. Μπορεί να έτρωγε, κι αυτή, το μυαλό της. Μου ‘χουν πει ότι χορταίνεις κι έτσι. Αν κρίνω από το ότι όλο και συχνότερα δεν σκέφτομαι τίποτε απολύτως, ίσως και να έχουν δίκιο. Η ιδέα, όμως, ενός κρανίου άδειου δεν παύει να με τρομάζει. Η αντήχηση από σκέψεις που έφυγαν πρέπει να ‘ναι πολύ επώδυνη.

Είχε αναταράξεις, πολλή ώρα, κρατούσα το ποτήρι με το κρασί για να μη γίνει μούσκεμα το παντελόνι και το πάτωμα. «It’s normal» μου είπε χαμογελώντας η κοπέλα με την στολή, χωρίς καν να την κοιτάξω, χωρίς να της μιλήσω. Η ιδέα ότι μπαίνουν στο μυαλό σου απρόσκλητοι και διαβάζουν ό,τι θέλουν είναι ακόμη πιο τρομαχτική.

Την ώρα που μου είπε, κρατώντας το διαβατήριο στα χέρια του, «look at the screen please», μόνο τότε φοβήθηκα λίγο. Κι αν ξύπναγε το μαλακισμένο και αποφάσιζε να φλυαρήσει; Eυτυχώς οι μηχανές και οι οθόνες δεν έχουν σόφτγουερ που ανοίγει κουβέντα με μυαλά. Ελπίζω. Με άφησε και πέρασα, πάντως.

Δεν ξέρω ποιος τα έγραψε αυτά. Δεν είχα σκοπό. Εύχομαι να μην αυτονομήθηκε.

κλοπή

messy-double-bed-two-pillows-and-blanket-on-white-cover-sheets-top-view_6351-110

 

Λίγο ακόμη. Μείνε.

Την Κυριακή μαζί ν’ ακούσουμε την μπάντα,

κατά προτίμηση αλέγρα

(συγκίνησις το σώμα σου ν’ αγγίζει, το πνεύμα ας μείνει ανέραστο).

 

Να περπατήσουμε μετά αργά στην προκυμαία,

μιας πόλης δίχως θάλασσα και λίμνη

δίπλα σε ξένους τοίχους, άγνωστες λέξεις,

χαζεύοντας μια τον ορίζοντα, μια το ρολόι

κι ας μην έφτανε ποτέ το πλοίο.

 

Ας είναι.

Με τέτοια πείρα σε αναμονές

ήδη το καταλάβαμε

(μετά από τόσα απαγορευτικά και ματαιώσεις)

πως Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και Βάρβαροι

ή ο,τι περιμένουμε

δεν ταξιδεύει, πλέον, με καράβια.

Land-locked lovers, landlub friends, walking strangers.

 

 

(Αντιποίηση, Τόμος Α)

μια πάρα πολύ σύντομη ιστορία

thJUM9X46Q

 

Ξύπνησε με μια τεράστια λαχτάρα να γευθεί ανθρώπινη σάρκα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Την ώρα που κόντευε να ξημερώσει, έσβησε από πάνω του τα σημάδια, έκλεισε το φως και τράβηξε πάνω του χορτάτος τα παπλώματα.

……

 

(για το τι μεσολαβεί ανάμεσα στις επιθυμίες και στην πραγματικότητα, για τις γραμμές που δεν γράφτηκαν ποτέ, για όσα έγιναν ή δεν έγιναν ανάμεσα σ’ έναν πρόλογο κι έναν επίλογο, μόνον η ξένη σάρκα μπορεί να μιλήσει. Αν μπορεί).

Over?

peter_hammill_london_2018_2_photo_credit_james_sharrock

 

 

On Fridays I used to make up stories

One Friday they went away

 

Περάσαν σαρανταένα χρόνια από το Over. Kοντά δεκαπέντε χιλιάδες μέρες. Nights included.

Ο Μ αγάπησε τρία χρόνια αργότερα. Πολύ. Δεν μίλησε ποτέ, δεν χρειάστηκε. Στα είκοσι ή μιλάς πολύ ή τρώγεσαι με τα ρούχα σου, τουλάχιστον έτσι κάναμε τότε.

Δεν τον αδικώ που δεν είπε λέξη για κείνην που τον γάμησε ερήμην του, δεν την είδα ποτέ, δεν έμαθα καν το όνομά της. Υποθέτω πως υπήρχε, τουλάχιστον. Το ’χα από τότε το χούι, αν ο άλλος θέλει να μιλήσει ακούς, αν δεν θέλεις ν’ ακούσεις δεν ρωτάς, εύκολο, βολικό. Και τι γλώσσα να λυθεί άλλωστε άμα πίνεις ρόσο αντίκο με πορτοκαλάδα ή Βότρυς με παγάκια σε νεροπότηρο. Με μπίρες και ρετσίνες δεν μαγάριζε τον Θεό του.

Το πρωί με ξύπναγε -ναι, έριξα αμέτρητες κατάρες, από μέσα μου- με το Time heals, το βράδι ή τα ξημερώματα που γύριζα με υποδεχόταν με το Betrayed. Ενδιάμεσα δεν ξέρω τι έκανε. Πεταγόταν, μάλλον, ως το περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα. Δεν είμαι σίγουρος αν έτρωγε, δεν τον ρώτησα ποτέ, ήταν κλειστές και οι συρόμενες πόρτες, “όταν είναι κλειστές δεν μπαίνεις, δεν χτυπάς, δεν ρωτάς, δεν μιλάς”. “Kι αν έχεις πεθάνει ρε μαλάκα;”. “Θα μυρίζω άσχημα, τότε μπες”.  Η Σχολή δεν τον είδε για ένα μήνα, μπορεί και παραπάνω. Αυτόν που μια παράδοση να έχανε, έτρεχε για εξομολόγηση.

Το δισκάκι έλιωσε. Έγινε ένα με το πλατό. Πιο πολλές φορές μπήκε η βελόνα μέσα του παρά στο χέρι της Τζάνις, του Jimbo και του Χέντριξ μαζί. Έμαθα τα στιχάκια απ’ έξω. Ένα προς ένα. Λέξη προς λέξη, παύση προς παύση. Ήξερα πότε θα πάρει ανάσα ο Χάμιλ, πότε θα ουρλιάξει, πότε θα ψιθυρίσει, πότε θα κλαίει, πότε θα θυμώσει, ποια μέρα έκανε yoga, ποια στιγμή θα φωνάξει “I love you, I love you!”, ποιάν ακριβώς ώρα τον άφησε εκείνη η καργιόλα η Alice, ό,τι όνομα και να ΄χε. Όλες έχουν όνομα.

Τη μέρα που ξύπνησα κι άκουσα John Mayall (ναι, ήμασταν άλλης ράτσας μαλακισμένα) κατάλαβα πως τέλειωσε το πένθος. Το ίδιο βράδι, επιστρέφοντας από μπίρες στην Aγία πλατεία του Αγίου Θωμά, άνοιξαν και οι συρόμενες.

Ελπίζω (δεν τα συζητάμε αυτά στα -άντα και στα -ήντα) κάποια στιγμή, στα χρόνια που ακολούθησαν -παντρεύτηκε, ήρθαν παιδιά, κοντεύουν και εγγόνια-, να τις ξανάκλεισε λίγο.

καισαρικές

IMG_2065

 

Πρωί χωρίς μεγάλες ζέστες, δυο Κυριακές, δυο βουτιές, ήδη. Πρώτη φορά Μάιο μετά από αιώνες, o βορράς δεν είναι παίξε-γέλασε. Παραδίπλα ψυχή, μπλε, αέρας και τσιγάρα μόνο. Ζήτημα να βγήκαν απ΄το στόμα μας τρεις κουβέντες, καλό ήταν αυτό. Όχι γιατί ξεχάσαμε να συζητάμε αλλά γιατί, επιτέλους, αγαπήσαμε την σιωπή την ώρα που ακούγεται το καλύτερο σάουντρακ στον κόσμο. Ως και οι ανομολόγητες σκέψεις μας έκαναν τη χάρη και το βούλωσαν.

Διακόσια μέτρα μακριά μας, άλλοι δυο. Κι άλλοι τρεις, μπορεί και τέσσερις, ποιος φοράει μυωπικά γυαλιά εκεί, από την άλλη πλευρά. Κανείς μόνος. Κρίμα αλλά καταλαβαίνω το γιατί. Κάποτε πήγαινα μόνος και μίλαγα ασταμάτητα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι έσερνα κι άλλους πολλούς μαζί. Τώρα δεν χωράμε απέναντι απ’ το μπλε.

Δυο νησιά απέναντι. Δεξιά κι αριστερά, ακίνητα. Τόσα χρόνια εκεί, άγκυρα, μουλαρωμένα. Ανάθεμά με κι αν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν φουρφούρισε το μέσα τους να πάνε λίγο μακρύτερα. Δεν λαχταράει η ψυχή τους να δουν κι άλλα μέρη; Ή φοβούνται μη τα ξεχάσουμε; Και στου διαόλου τη μάνα να πήγαιναν, πάλι θα τα βρίσκαμε. Αμέτρητα ’πρώτη φορά’ μας πάνω τους τα ζήσαμε, αλάθητο στίγμα, καρβουνάκια, λουμίνια, θυμίαμα, μνημόσυνα. Φτάνει.

Φυσάει και το τσιγάρο ανάβει με την τρίτη, την τέταρτη, την έκτη. Μόνο φτηνιάρικους αναπτήρες εκεί. Για την κάβλα της αναμονής της αναμμένης κάφτρας και της πρώτης ρουφηξιάς βρεμένος. Φτηνές ιεροτελεστίες, αυτές μας πλούτισαν όμως.

Αύριο πρωί πετάω, ξανά. Δεν αντίκρυσα ούτε ένα γλάρο σήμερα.

 

 

sealed with a hiss

Cigarette_ash

 

 

 

Το είχα κρατημένο αυτό το μισοκλεμμένο τιτλάκι. Το ΄χω συνήθεια, όπως κάναν κάποιοι παλιοί που γράφαν δυο στιχάκια (που ίσως αυγατίζαν, ίσως όχι) πάνω σε τσιγαρόκουτα. Τα πλακέ. Ποια σμάρτφον και ποια τάμπλετ. Δεν βγάζεις τσιγάρα μέσα από κινέζικα και κορεάτικα μαραφέτια. Κι ας νομίζεις ότι βρίσκονται σεκλέτια και ρουφήγματα και φυσήματα κρυμμένα κει μέσα. Τίποτε δεν βρίσκεται.

 

Το είχα, λοιπόν, κρατημένο αυτό. Για να βρω δέκα λέξεις να αραδιάσω από κάτω. Τέσσερα χρόνια πάνε, δεν βρήκα. Πέμπτο δεν περιμένω, ας τις γράψει κανένας άλλος. Ή ας ξεφυσήξει, από ανακούφιση, από στούμπωμα, από ουφλάντισμα έστω.

 

 

(5/6/2013)

casting lazy shadows

97090030

 

 

 

Tα παιδιά ήταν, ακόμη, budget size. Τέσσερα, ούτε καν, ο ένας, είχε χρονίσει το μικρό. Είπαμε να τολμήσουμε να τα αφήσουμε πίσω, σε σίγουρα χέρια, για δυο νύχτες. Να ξαναδούμε πώς είναι, πλέον, το ‘μόνοι’ πάνω σε ξένα σεντόνια.

Οικογένειες. Σίγουρα ξενοδοχεία, για τους πιο τυχερούς. All inclusive, καλό και κακό μαζί. Ο Λάνθιμος μας τα μπέρδεψε πολύ αργότερα.

Φύγαμε νωρίς. Είναι αλλιώς ο κόσμος στις εφτάμιση το πρωί τα καλοκαίρια. Και τα λιμάνια αλλιώς και τα καράβια και οι κάβοι, ακόμη και οι γλάροι. Και ο καφές αλλιώς, διπλός ελληνικός, την ώρα της αναμονής. Χαζεύοντας ασπροντυμένους ένστολους με αστεία μπογιαντισμένα παπούτσια και ξεφτισμένα κορδόνια.

Όχι, δεν θέλω τσιγάρο.

Η θάλασσα. Γράψαν άλλοι γι αυτήν. Δεν έμεινε λέξη. Κανένα τραγουδάκι μόνο, ίσως.

Βγαίνουμε τελευταίοι από τον καταπέλτη. Εμείς και δυο ζευγάρια με δίτροχα. Τα κορίτσια είναι ήδη μαυρισμένα. Τα τιραντάκια χαϊδεύουν τους ώμους τους, ο πρωινός ήλιος τα πόδια τους. Μετά θα αναλάβουν άλλοι. Έτσι πάνε αυτά.

Στρίβουμε δεξιά. Σιγουράντζα. Για κει που μείναμε το τελευταίο καλοκαίρι πριν. Πέντε χρόνια. ‘Πάρε λίγα νερά να ’χουμε’. Ύπουλο πράμα οι αφυδατώσεις.

Πετάω τη σακούλα με τα νερά στο πίσω κάθισμα. Πατάω το play. Θα μας πάρει ένα τέταρτο να φτάσουμε. Όσο θέλει μια ιστοριούλα να γραφτεί, πάνω κάτω.

Δώσε ένα τσιγάρο τώρα.