teamwork

3

 

Επί χρόνια το μυαλό υπαγόρευε, τα χέρια υπάκουαν και έγραφαν ασταμάτητα. Κάποια μέρα το αριστερό (κανείς δεν ξέρει γιατί και πώς αυτό ξεκίνησε την ανταρσία πρώτο) αρνήθηκε να συνεχίσει, αποκαμωμένο από την φλυαρία. Από κει και πέρα το δεξί τράβηξε όλο το φορτίο μονάχο του. Το μυαλό δεν έδειξε καμιά συμπόνια στο δράμα του. Μια νύχτα τα δυο χέρια συνωμότησαν, τα βρήκαν, είπαν -ψιθυριστά, μη τυχόν και το ξυπνήσουν- «ως εδώ, δούλοι του δεν είμαστε, ας τα βγάλει πέρα χωρίς εμάς, έχουμε κι άλλες δουλειές απ’ το να χαϊδεύουμε πλήκτρα και να ζούμε αγκαλιά με μολύβια όλη μέρα, υπάρχουν και άνθρωποι και δέρματα και μαλλιά και άμμος και νερό και φύλλα και υγρασία και κρύο και ζέστη, όχι μόνο χαμαλίκι».

Λίγο πριν το ξημέρωμα μια τρομαχτική σκέψη -χάριν της πλοκής δεχόμαστε ότι τα χέρια μπορούν να σκέφτονται αυτόνομα κάποιες στιγμές- τα έκανε να βγουν από τα σκεπάσματα. «Κι αν συνωμοτήσει με το στόμα και σταματημό δεν έχει αυτή η ιστορία μετά; Kι αν βρει κάποια άλλα χέρια για να κάνουν τη δουλειά; Πώς θα αντέξουμε κολλημένα πάνω του να ζήσουμε ελεύθερα;»

Από τον φόβο και τη λαχτάρα τους ξέχασαν να τα πουν χαμηλόφωνα κι έτσι συμφώνησαν μαζί τους και τα πόδια. Επιτέλους οι τέσσερίς μας, είπαν, ερήμην μυαλού.

Το απόγευμα οι γιατροί είπαν κοιτάζοντας την οθόνη «ανεύρυσμα, τετραπληγία». Μερικές φορές τα πράγματα πηγαίνουν τόσο ανάποδα που ακόμη και μια τιποτένια ιστορία με καλές προθέσεις δεν θα μπορούσε ποτέ να φαντασθεί.

Advertisements

drain

thumb_1630_726_0_0_0_auto

 

 

Στο δρόμο για την φυσούνα ένα ουράνιο τόξο εμφανίστηκε πίσω από το αεροπλάνο. Σα να ξαπλώσαν γυμνοί στον ίδιο καμβά ο Μπέικον κι ο Πόλοκ και να γεννήσαν έναν fake Rothko. Δεν είναι σοβαρές σκέψεις αυτές για μεγάλο άνθρωπο αλλά μυαλό είναι αυτό, μπορεί να παιδιαρίζει ελεύθερα όσο δεν φωνάζει ή δεν υπαγορεύει. Εδώ και καιρό σιωπά. Ούτε με τη γλώσσα ούτε με τα χέρια τα πάει καλά.

Στη θέση δίπλα μου κάθισε ένα όμορφο κορίτσι. Ιδέα δεν έχω πού πήγαινε, για πόσο, γιατί, σε ποιόν. Κουβέντα δεν ανταλλάξαμε πέντε ώρες. Δεν έβαλε τίποτε στο στόμα της. Μπορεί να έτρωγε, κι αυτή, το μυαλό της. Μου ‘χουν πει ότι χορταίνεις κι έτσι. Αν κρίνω από το ότι όλο και συχνότερα δεν σκέφτομαι τίποτε απολύτως, ίσως και να έχουν δίκιο. Η ιδέα, όμως, ενός κρανίου άδειου δεν παύει να με τρομάζει. Η αντήχηση από σκέψεις που έφυγαν πρέπει να ‘ναι πολύ επώδυνη.

Είχε αναταράξεις, πολλή ώρα, κρατούσα το ποτήρι με το κρασί για να μη γίνει μούσκεμα το παντελόνι και το πάτωμα. «It’s normal» μου είπε χαμογελώντας η κοπέλα με την στολή, χωρίς καν να την κοιτάξω, χωρίς να της μιλήσω. Η ιδέα ότι μπαίνουν στο μυαλό σου απρόσκλητοι και διαβάζουν ό,τι θέλουν είναι ακόμη πιο τρομαχτική.

Την ώρα που μου είπε, κρατώντας το διαβατήριο στα χέρια του, «look at the screen please», μόνο τότε φοβήθηκα λίγο. Κι αν ξύπναγε το μαλακισμένο και αποφάσιζε να φλυαρήσει; Eυτυχώς οι μηχανές και οι οθόνες δεν έχουν σόφτγουερ που ανοίγει κουβέντα με μυαλά. Ελπίζω. Με άφησε και πέρασα, πάντως.

Δεν ξέρω ποιος τα έγραψε αυτά. Δεν είχα σκοπό. Εύχομαι να μην αυτονομήθηκε.

κλοπή

messy-double-bed-two-pillows-and-blanket-on-white-cover-sheets-top-view_6351-110

 

Λίγο ακόμη. Μείνε.

Την Κυριακή μαζί ν’ ακούσουμε την μπάντα,

κατά προτίμηση αλέγρα

(συγκίνησις το σώμα σου ν’ αγγίζει, το πνεύμα ας μείνει ανέραστο).

 

Να περπατήσουμε μετά αργά στην προκυμαία,

μιας πόλης δίχως θάλασσα και λίμνη

δίπλα σε ξένους τοίχους, άγνωστες λέξεις,

χαζεύοντας μια τον ορίζοντα, μια το ρολόι

κι ας μην έφτανε ποτέ το πλοίο.

 

Ας είναι.

Με τέτοια πείρα σε αναμονές

ήδη το καταλάβαμε

(μετά από τόσα απαγορευτικά και ματαιώσεις)

πως Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και Βάρβαροι

ή ο,τι περιμένουμε

δεν ταξιδεύει, πλέον, με καράβια.

Land-locked lovers, landlub friends, walking strangers.

 

 

(Αντιποίηση, Τόμος Α)

μια πάρα πολύ σύντομη ιστορία

thJUM9X46Q

 

Ξύπνησε με μια τεράστια λαχτάρα να γευθεί ανθρώπινη σάρκα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Την ώρα που κόντευε να ξημερώσει, έσβησε από πάνω του τα σημάδια, έκλεισε το φως και τράβηξε πάνω του χορτάτος τα παπλώματα.

……

 

(για το τι μεσολαβεί ανάμεσα στις επιθυμίες και στην πραγματικότητα, για τις γραμμές που δεν γράφτηκαν ποτέ, για όσα έγιναν ή δεν έγιναν ανάμεσα σ’ έναν πρόλογο κι έναν επίλογο, μόνον η ξένη σάρκα μπορεί να μιλήσει. Αν μπορεί).

Over?

peter_hammill_london_2018_2_photo_credit_james_sharrock

 

 

On Fridays I used to make up stories

One Friday they went away

 

Περάσαν σαρανταένα χρόνια από το Over. Kοντά δεκαπέντε χιλιάδες μέρες. Nights included.

Ο Μ αγάπησε τρία χρόνια αργότερα. Πολύ. Δεν μίλησε ποτέ, δεν χρειάστηκε. Στα είκοσι ή μιλάς πολύ ή τρώγεσαι με τα ρούχα σου, τουλάχιστον έτσι κάναμε τότε.

Δεν τον αδικώ που δεν είπε λέξη για κείνην που τον γάμησε ερήμην του, δεν την είδα ποτέ, δεν έμαθα καν το όνομά της. Υποθέτω πως υπήρχε, τουλάχιστον. Το ’χα από τότε το χούι, αν ο άλλος θέλει να μιλήσει ακούς, αν δεν θέλεις ν’ ακούσεις δεν ρωτάς, εύκολο, βολικό. Και τι γλώσσα να λυθεί άλλωστε άμα πίνεις ρόσο αντίκο με πορτοκαλάδα ή Βότρυς με παγάκια σε νεροπότηρο. Με μπίρες και ρετσίνες δεν μαγάριζε τον Θεό του.

Το πρωί με ξύπναγε -ναι, έριξα αμέτρητες κατάρες, από μέσα μου- με το Time heals, το βράδι ή τα ξημερώματα που γύριζα με υποδεχόταν με το Betrayed. Ενδιάμεσα δεν ξέρω τι έκανε. Πεταγόταν, μάλλον, ως το περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα. Δεν είμαι σίγουρος αν έτρωγε, δεν τον ρώτησα ποτέ, ήταν κλειστές και οι συρόμενες πόρτες, “όταν είναι κλειστές δεν μπαίνεις, δεν χτυπάς, δεν ρωτάς, δεν μιλάς”. “Kι αν έχεις πεθάνει ρε μαλάκα;”. “Θα μυρίζω άσχημα, τότε μπες”.  Η Σχολή δεν τον είδε για ένα μήνα, μπορεί και παραπάνω. Αυτόν που μια παράδοση να έχανε, έτρεχε για εξομολόγηση.

Το δισκάκι έλιωσε. Έγινε ένα με το πλατό. Πιο πολλές φορές μπήκε η βελόνα μέσα του παρά στο χέρι της Τζάνις, του Jimbo και του Χέντριξ μαζί. Έμαθα τα στιχάκια απ’ έξω. Ένα προς ένα. Λέξη προς λέξη, παύση προς παύση. Ήξερα πότε θα πάρει ανάσα ο Χάμιλ, πότε θα ουρλιάξει, πότε θα ψιθυρίσει, πότε θα κλαίει, πότε θα θυμώσει, ποια μέρα έκανε yoga, ποια στιγμή θα φωνάξει “I love you, I love you!”, ποιάν ακριβώς ώρα τον άφησε εκείνη η καργιόλα η Alice, ό,τι όνομα και να ΄χε. Όλες έχουν όνομα.

Τη μέρα που ξύπνησα κι άκουσα John Mayall (ναι, ήμασταν άλλης ράτσας μαλακισμένα) κατάλαβα πως τέλειωσε το πένθος. Το ίδιο βράδι, επιστρέφοντας από μπίρες στην Aγία πλατεία του Αγίου Θωμά, άνοιξαν και οι συρόμενες.

Ελπίζω (δεν τα συζητάμε αυτά στα -άντα και στα -ήντα) κάποια στιγμή, στα χρόνια που ακολούθησαν -παντρεύτηκε, ήρθαν παιδιά, κοντεύουν και εγγόνια-, να τις ξανάκλεισε λίγο.

καισαρικές

IMG_2065

 

Πρωί χωρίς μεγάλες ζέστες, δυο Κυριακές, δυο βουτιές, ήδη. Πρώτη φορά Μάιο μετά από αιώνες, o βορράς δεν είναι παίξε-γέλασε. Παραδίπλα ψυχή, μπλε, αέρας και τσιγάρα μόνο. Ζήτημα να βγήκαν απ΄το στόμα μας τρεις κουβέντες, καλό ήταν αυτό. Όχι γιατί ξεχάσαμε να συζητάμε αλλά γιατί, επιτέλους, αγαπήσαμε την σιωπή την ώρα που ακούγεται το καλύτερο σάουντρακ στον κόσμο. Ως και οι ανομολόγητες σκέψεις μας έκαναν τη χάρη και το βούλωσαν.

Διακόσια μέτρα μακριά μας, άλλοι δυο. Κι άλλοι τρεις, μπορεί και τέσσερις, ποιος φοράει μυωπικά γυαλιά εκεί, από την άλλη πλευρά. Κανείς μόνος. Κρίμα αλλά καταλαβαίνω το γιατί. Κάποτε πήγαινα μόνος και μίλαγα ασταμάτητα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι έσερνα κι άλλους πολλούς μαζί. Τώρα δεν χωράμε απέναντι απ’ το μπλε.

Δυο νησιά απέναντι. Δεξιά κι αριστερά, ακίνητα. Τόσα χρόνια εκεί, άγκυρα, μουλαρωμένα. Ανάθεμά με κι αν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν φουρφούρισε το μέσα τους να πάνε λίγο μακρύτερα. Δεν λαχταράει η ψυχή τους να δουν κι άλλα μέρη; Ή φοβούνται μη τα ξεχάσουμε; Και στου διαόλου τη μάνα να πήγαιναν, πάλι θα τα βρίσκαμε. Αμέτρητα ’πρώτη φορά’ μας πάνω τους τα ζήσαμε, αλάθητο στίγμα, καρβουνάκια, λουμίνια, θυμίαμα, μνημόσυνα. Φτάνει.

Φυσάει και το τσιγάρο ανάβει με την τρίτη, την τέταρτη, την έκτη. Μόνο φτηνιάρικους αναπτήρες εκεί. Για την κάβλα της αναμονής της αναμμένης κάφτρας και της πρώτης ρουφηξιάς βρεμένος. Φτηνές ιεροτελεστίες, αυτές μας πλούτισαν όμως.

Αύριο πρωί πετάω, ξανά. Δεν αντίκρυσα ούτε ένα γλάρο σήμερα.