Κυριακές σκέτες

1

 

Φτηνά κόκκινα και άσπρα χύμα κρασιά στα μνημόσυνα. Σπαρμένα ανάμεσα σε σκούρα ρούχα, αποψιλωμένα κρανία, μαλλιά φωλιές με δέκα στρέμματα λακ πάνω τους, πιάτα με ταραμοσαλάτες, χοντροτριμμένο λάχανο-καρότο, χλωμές ντομάτες εκτός εποχής, κουλουράκια, σοκολατένιες ελίτσες και μικρά μπουκάλια με «κονιάκ» τοπικής οινοποιίας (αν δεις σφραγισμένα τριάστερα Metaxa είσαι σε άλλο λέβελ) που -συνήθως- μένουν ανέγγιχτα, εκτός κι αν το κρύο έξω δαγκώνει. Υπάρχουν όμως πάντα και οι μερακλήδες των τεσσάρων εποχών που το πάνε γουλιά γουλιά εναλλάξ με τον καφέ. «Έχω μέτριους, ποιος θέλει μέτριους;». Μέτριοι και σκέτοι ανάρπαστοι. Η ζάχαρη δεν πολυέχει πέραση, πήρες τη δόση απ΄το κόλλυβο νωρίτερα, έρχονται και οι πατάτες οι γιαχνί μετά, έρχονται τα ρύζια με αρακά, πόση συμπαράσταση περιμένεις να βρεις από ένα Solosa;

Αυτές τις Κυριακές δεν προλαβαίνεις τραπέζι ελεύθερο για να μαζευτείτε σ’ αυτό μαζί, παρέα, οι πέντε, έξη, εφτά νεολαίοι των περασμένων πρώτων -ήντα. Οι θείοι και οι θείες είναι ήδη στρωμένοι εκεί, πριν τα τραπεζομάντηλα. Δεν μαγειρέψαν σήμερα, αφού «θα φάμε στου Σάββα την Κυριακή». Οι μελαγχολικές και ταυτόχρονα ιλαρές μέρες όπου ο αποδημήσας γίνεται τοπωνύμιο οικογενειακής ταβέρνας. Ας είναι, φίλοι και γνωστοί της οικογένειας όλοι αυτοί στα τραπέζια, τα κρατάμε -ακόμη, αλλά για πόσο; – αυτά στις μικρές ελληνικές επαρχίες, αυτά τα τραπεζώματα για το συχώριο. Χωρίς κρέας στην κηδεία, με απ’ όλα στα σαράντα. Εκτός κι αν ξεκίνησε κάποια νηστεία, «καλαμαράκια φέρε μου αν είναι να αργήσει ο μπακαλιάρος, μη βάλεις όμως όλο πλοκάμια, δεν τα τρώω τα πλοκάμια, σκληρά είναι, άντε μπράβο αγόρι μου».

Το πλήρης ημερών (έστω στο περίπου, λίγο πάνω απ’ τον πήχυ του «προσδόκιμου») είναι το κλειδί για το σκηνικό τριγύρω. Όταν ο απών είναι (“είναι”; “ήταν”; επίπονη η διαχείριση των χρόνων) νέος, το σφίξιμο και η μουγκαμάρα δεν καταλαγιάζουν εύκολα. Όσο κι αν θες να το ξορκίσεις, όσο κι αν προσπαθείς να αποστηθίσεις αυτό το «η ζωή συνεχίζεται» ή το άλλο, το «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς», δεν είναι όλα όπως στο σινεμά, ούτε χωράμε όλοι στο κοστουμάκι του Big Chill. Aν το κοντέρ έγραψε πάνω από ογδόντα, τα στόματα, οι γλώσσες και οι εκφράσεις χαλαρώνουν κι ας καταλαβαίνουν οι συνομήλικοι (το βλέπεις στα μάτια τους ακόμη κι όταν αυτά είναι προσηλωμένα στο νουά με άσπρη σάλτσα μπροστά τους) πως παρακολουθούν ακόμη μια πρόβα τζενεράλε απ’ το δικό τους φινάλε. Δυο ποτηράκια κρασί μαλακώνουν τον φόβο τους, ας πάει και στα κομμάτια η πίεση, διπλή δόση Pressuril μετά, ίσως κι ένα Norvasc.

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο η επάρκειά μας στις -κάποτε- ξένες γλώσσες είναι άξια θαυμασμού. Ή λύπησης, όπως το δεις.

Μα είμαστε ακόμη εκεί. Μεταμφιεσμένοι, μεταλλαγμένοι, σχεδόν αγνώριστοι, κάθε φορά και πιο πολύ αλλά είμαστε εκεί. Αποχαιρετώντας γνωστούς και αγαπημένους, καπνίζοντας, πίνοντας και ψευτοτρώγοντας ανάμεσα σε ώριμα -πλέον- κορίτσια που φορέσαν τα ωραία τους μαύρα ή σκούρα ρούχα για να είναι ασορτί με τη μέρα. Ρούχα που άλλες τις στενεύουν, άλλες τις δείχνουν αναπάντεχα ερωτεύσιμες (ας είμαστε ειλικρινείς όμως, κανείς μας δεν αναζητεί πια έρωτες, λίγη αλλότρια σάρκα μόνο) κι άλλες -που δεν καταφέραν σήμερα να κλείσουν το φερμουάρ στο παντελόνι και αγκομαχούσαν μέχρι να πείσουν το οπάκ να ανέβει ως τον αφαλό- τις κάνει να ψάχνουν την άκρη απ’ το τραπεζομάντηλο για να σκεπάσουν τρεις σπιθαμές γύμνιας πάνω από το γόνατό τους. Θαρρείς και δεν ξέρουν (όλες το ξέρουν) πως ακόμη και πίσω από τοίχο να κρύψουν αυτό που θέλουμε να δούμε πάνω τους, εμείς θα βρεθούμε δέκα σπιθαμές πάνω από το γόνατο. Κι ακόμη ψηλότερα. Είτε στα σαράντα του μακαρίτη είμαστε, είτε στο χρόνο της μακαρίτισσας.

“Έχω δυο χοιρινές και ένα μπιφτέκι, ποιός παρήγγειλε χοιρινή;”.

Είναι κάποια πρωινά Κυριακής, ανάμεσα σε κιμάδες, σχάρες και καλαμαράκια τηγανητά, που η ζωή μυρίζει όμορφα. Και έχει τη γεύση του ακριβότερου Grand Cru, την ώρα που πίνεις άλλη μια γουλιά από το φτηνό χύμα.

….

Advertisements

28 λέξεις μετά

35153548

 

 

Ενός λεπτού σιγή για τις γυναίκες εκείνες που συνεχίζουν να υποδέχονται σπέρμα ερήμην τους. Και άλλο ένα για τους άντρες που το χαρίζουν απλόχερα εν τη απουσία αυτής.

 

the swimmers

WOMEN SWIMMERS

Είναι εκεί -αυτές κι ο ήλιος, κόντρα- κοντά δυό ώρες.

Κουνώντας χέρια, πόδια, μιλώντας ασταμάτητα.

Είχα πολλά να κάνω μα έμεινα (μη με ρωτάς γιατί) να τις χαζεύω.

Μαντεύοντας ηλικίες. Και χηρείες.

Εξηνταπέντε, εβδομήντα, εβδομηνταπέντε, ογδόντα και βγαίνω!

Τραγουδώντας.

Here comes the replay of an old dream
They were dreaming when they were small girls
Τurn around
They are the swimmers in their old house
The water slowly fills the room

Ποτέ δεν βγήκαν από το σπίτι κι ας πλημμύριζε.

Μπορεί να πέρασαν καλά στη ζωή τους, δε λέω.

Να αγαπήσαν, να αγαπήθηκαν, ήσυχα, ψιθυριστά, καθωσπρέπει, με τον τρόπο τους.

Μα μερικά σπίτια γίνονται μια στρόγγυλη γυάλα.

Και σε κρατάνε για πάντα (με νερό που αλλάζει τακτικά, με τροφή κάθε μέρα, με κάποιον να σε φροντίζει) μουλιασμένη εντός τους.

…..

(αλλότριες λέξεις & μαρκίζα: Henk Hofstede)

τραγούδια από τους δεύτερους όροφους

35047526 (2)

 

Ετοιμάζονται για έξω. Εκείνη βγαίνει απ’ το μπάνιο, ανοίγει το συρτάρι με τα εσώρουχα. Κάποτε, όχι πάρα πολύ παλιά, τα Intimissimi θα ντρεπόταν να αντιπαρατεθούν μαζί του, τώρα νεκρική σιγή. Άπνοια εντός, συρτάρια με περιεχόμενα αόρατα.

Σκαλίζει, βγάζει, διπλώνει, ξανασκαλίζει, ξεφυσάει απογοητευμένη, «πάχυνα πολύ;» τον ρωτά, προσδοκώντας ένα ωραίο ψέμα.

«Όχι πολύ καλή μου, απλά με κάθε μεγαλύτερο σλόγκι που αγοράζεις ξεκληρίζεται και μια βαμβακοφυτεία στην Αίγυπτο».

Όντως είμαστε γουρούνια. Όντως παραγνωριζόμαστε άσχημα, με ακόμη πιο άσχημο ‘χιούμορ’, όσο περνάνε τα χρόνια.

 

—–

 

Πίνουν. Με φίλους, γνωστούς, κουμπάρους, μ΄ αυτές τις ενίοτε χλιαρές συνομοταξίες.

Εκείνη -αν και δεν είναι, πώς θα μπορούσε; , κοντό αυτό που φόρεσε- προσπαθεί να κρύψει τα πόδια της βάζοντας την πασμίνα ( έτσι δεν τα λένε αυτά τα μεγάλα πανιά που σκεπάζουν τους ώμους; ) πάνω τους, νιώθει άβολα, παραφουσκωμένη. Ασφυκτιά μέσα στο μαύρο φόρεμα που «κόβει». Το εσώρουχο μπήγεται στη σάρκα. Το καλσόν εκλιπαρεί για λίγη ανάσα. Τα τακούνια την σκοτώνουν, αν τα αφήσεις σε αφήνουν. Η βότκα που πίνει είναι νερωμένη, όλα τα άλλα ξενέρωτα.

Δεν ξέρει (ξέρει, μα ξέχασε) πως τα αρσενικά προσπαθούν να δουν παραπέρα και παραμέσα απ΄τα κρυμμένα. Δεν τους πτοούν τα παραπανίσια, ούτε και οι ατέλειες. Τα βλέμματά τους δεν είναι συγκατάβασης και συναίνεσης στην μετάλλαξη -αν και σπάνια έχουν οι άντρες επίγνωση της δικής τους αποσύνθεσης- αλλά πείνας. Ξένη σάρκα. Πάντα μυρίζει καλύτερα. Πάντα έχει άλλη γεύση. Μέχρι να πάψει να είναι ξένη.

 

——

 

Επιστρέφουν σπίτι, αργά. Είναι μόνοι. Όπως πολύ παλιά. Πετάει τις γόβες, βογγάει από ανακούφιση. Βογγάνε και οι από κάτω, βλαστημώντας. Ημιτελή βογγητά, ρέπλικες, όχι απ’ αυτά τα ωραία τα προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης. Ξεκουμπώνει το σουτιέν, μόνη. Σκουπίζει, με τα χέρια, τον ιδρώτα κάτω απ΄το στήθος της. Παλεύει να βγει μέσα από το καλσόν, η ύφανση αντέχει τα βιαστικά -αλλά προσεκτικά βαμμένα- νύχια, είναι η εποχή των βαρέως διψήφιων denier, οι καλές μέρες των 5-8 πίσω ήτανε. Εκείνος κατουράει, ακόμη. Μαζί με το νερό που τρέχει, ακούει τη φωνή του: «θα κάνουμε τίποτε;». Να κάνουμε. Κάτι. Τίποτε. Ίσως.

Την ώρα που χύνει (μέσα της, τα καλά της εμμηνόπαυσης), το τίποτε και το ίσως γίνονται κάτι, για μια στιγμή. Νιώθει ωραία, φευγαλέα σκέφτεται πως την επόμενη φορά δεν θα κρύψει τα πόδια της και θα ξύνει -αφηρημένα, αλλοίμονο- το γόνατό της όσο της μιλάνε οι άντρες της παρέας κι εκείνη θα τους κοιτά στα μάτια. Αδιάφοροι, πλαδαροί, συχνά φωνακλάδες, μα ξένοι. Τι γεύση να ΄χουν άραγε; Αλλιώτικη, σίγουρα. Σηκώνεται για να μπει κάτω απ’ το ντους. Την ώρα που διασταυρώνονται οι γυμνοί δρόμοι τους (σειρά του να πλυθεί, πάντα μετά από κείνην, ευτυχώς δεν διεκδικεί πρωτεία σε όλα) τον ρωτά κοιτάζοντας τα χνούδια στο πάτωμα «τις κάρτες τις πλήρωσες σήμερα; θα μας τσακίσουν στους τόκους».

Κι άλλα χνούδια, κι ακόμη δεν έστρωσε χειμωνιάτικα χαλιά. Αύριο το απόγευμα, αφού μουλιάσει τα ρεβίθια, θα βάλει ηλεκτρική.

 

—–

 

 

(tromopolitan, σελίδα 2134)

famous blue Sundays

35038020.blue

 

Στην αρχή ήταν κασέτες, χειροτεχνημένες στο ξαπλωτό Sanyo και κατόπιν στο όρθιο Sharp, στο Teac μετά, στο Nakamichi λίγο πριν το Τέλος της Μουσικής (μετά ήρθε κάτι άλλο, μα ήταν αυτό ακριβώς: άλλο). Συνήθως εξηντάρες, σπάνια ενενηντάρες που θέλαν μεγάλο σχεδιασμό, στριμωγμένες καλλιγραφίες πάνω σε στενά χαρτονάκια, αγκαλιές από βινύλια, αμέτρητα pause και record. Xρόνος υπήρχε, υπομονή όχι.

Κοπτοραπτική. Johnny the Fox meets Aqualung  και On the border don’t fear the reaper. Αυτό το τελευταίο ακούγεται στοιχειωμένο σήμερα. Τότε δεν ήταν παρά ένα ιπτάμενο χαλί για τις βόλτες με το άσπρο Ρενώ με τις τέσσερις (λίγο πριν αποβιώσει έγιναν τρεις) ταχύτητες. Ακόμη και το Symptom of the Universe να ακουγόταν απ’ τα ηχειάκια (νομίζω κάτι φτηνά Roadstar χαμηλά στις πόρτες), δεν με αποπροσανατόλιζε από τον στόχο ανάμεσα στα πόδια της. Έστω κι αν την έβλεπα να ΄ρχεται με παντελόνι και μια θλίψη -ανάκατη με θυμό- γέμιζε το χώρο ανάμεσά μας. Που πάντα, αν η μνήμη μου δεν παίζει άσχημα παιχνίδια μαζί μου, βρίσκαμε τρόπο (τρόπους, ποτέ δεν ήμασταν τσιγκούνηδες σ΄αυτά) να γεμίζουμε.

Μεσημέρια προς απόγευμα Κυριακής, χιλιόμετρα σε πανάθλιους επαρχιακούς δρόμους, προς τη θάλασσα, προς τα βουνά, πάνω σε άσφαλτο που δεν είχε ακούσει ποτέ για ισιάδα (δεν αλλάξαν πολλά έκτοτε), καφέδες σε φτηνούς καναπέδες και ακόμη πιο φτηνά τραπεζάκια, σε μέρη βαφτισμένα από εγκεφαλικά νεκρούς ανάδοχους: Αργώ, Μικρό Καφέ, Rose, Tάνγκο, κανείς δεν έδινε σημασία.

Μετά ήρθαν τα cd. Nομίζω μαζί με το παιδί. Με καρεκλάκι πίσω δεν απλώνεις χέρι στα πόδια της γυναίκας σου. Αν φύγει -έτσι άγαρμπος που είσαι- πόντος απ’ το καλσόν, οι οιωνοί προμηνύουν βαρυχειμωνιά κι ας είναι βαθύ φθινόπωρο, ακόμη. Οδηγάς, διπλώνεις και ξεδιπλώνεις καρότσια, ψάχνεις τρύπες, πάλι βαφτισμένες άθλια, χωρίς πολλά πολλά τσιγάρα εντός τους -το παιδί, το παιδί-, ανακατεύεις αφηρημένος το φλιτζάνι, γλαρώνεις απ΄τη ζέστη, περιμένεις να γυρίσετε σπίτι, αν εκείνη έχει κέφια, αν εκείνο μας κάνει τη χάρη και κοιμηθεί, αν δεν χτυπήσουν το θυροτηλέφωνο φίλοι, ίσως, ίσως, ίσως. Κάποιες φορές αγγίζεις αθόρυβα τη γυμνή σάρκα της ξημερώματα, όσο κοιμάστε και οι δυο. It’s four in the morning, the end of December. Ούτε καν. Nοέμβριος, αρχή, άσε τους ποιητές, ιδέα δεν έχουν από πεζότητα.

Πολλά τα χιλιόμετρα, μακρύς ο δρόμος, κάποτε φτάνεις στα USB στικάκια και στα κινητά, που κουμπώνουν όμορφα στο ταμπλώ και τραγουδάνε ακόμη ομορφότερα And you may find yourself behind the wheel of a large automobile. Επιστρέφεις όμως σπίτι, αν βγεις, και δεν θυμάσαι καν την ώρα που παρκάρεις αν φόραγε φούστα, παντελόνι, φόρμες, φόρεμα, κάτι. Δεν θυμάσαι καν -η σιωπή, η σιωπή- αν ήταν στο κάθισμα δίπλα σου. Έτσι, κάπως έτσι, είναι τα αληθινά στιχάκια απ΄τα magnificent fifties.

Ring! Ring! It’s 7:00 A.M.! Μια σταλιά οι γαμημένες οι Κυριακές, όσο πάνε και συρρικνώνονται.

 

—-