writers on the storm (remix)

54a09c6e3551d4b147a2628f6a064085

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

( είναι κάποιες ιστορίες που ως άγραφες είναι προτιμότερο να μείνουν έτσι για να μπορούν να μην ξαναγραφτούν πολλές φορές ακόμη )

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

τρεις πολαρόïντ από το φετινό θέρος

 

IMG_3694

 

 

 

Κάθονται απέναντί μας την ώρα που πέφτει ο ήλιος. Την ταΐζει μικρές μπουκιές. Είναι όμορφη γυναίκα, πρέπει να ήταν πολύ ωραίο κορίτσι στα νιάτα της, μισό αιώνα -και παραπάνω- πριν. Της σκουπίζει το στόμα μετά από κάθε μπουκιά. Είναι στραμμένη προς τα μένα αλλά το βλέμμα της έχει το μεγαλύτερο κενό που έχω δει ποτέ. ‘Δεν τρως’, μου λέει. ‘Δεν πεινάω πολύ’, της λέω. Της χαïδεύει το χέρι. Πιάνω, ασυναίσθητα, το δικό της, ‘έχεις τσιγάρα; τέλειωσαν τα δικά μου’.

 

Tους βρήκαμε στο πρώτο τραπεζάκι, θεωρείο σωστό, δίπλα στα αχνά φωτισμένα βράχια. Μπροστά τους έχουν κάτι μισοάδειο με πράσινα φύλλα μέσα. Κανείς τους δεν καπνίζει. Αυτή παίρνει το ζακετάκι της και το ρίχνει στους ώμους. Το πρόσωπο εκείνου φωτίζεται από την οθόνη του κινητού. Φωτογραφίζει την πανσέληνο πίσω της. Την στέλνει κάπου, στο φέισμπουκ, στο ίνσταγκραμ, σε μιαν άλλη, σε κάποιον άλλον, ίσως πουθενά. Μια ώρα αργότερα τα φύλλα μέσα στα ποτήρια δεν επιπλέουν. Δεν έχουν ανταλλάξει λέξη, εξήντα λεπτά -από την ώρα που τους είδα- με στόμα κλειστό. Σηκώνεται πρώτη εκείνη, έχει πιασμένα τα μαλλιά πίσω, μυρίζει ωραία τη στιγμή που περνάει δίπλα μου, το ζακετάκι της μυρίζει μαλακτικό, δυο βήματα πίσω της εκείνος, ρίχνει μια ματιά αν ξέμεινε κάτι πίσω στο τραπέζι, δεν βλέπει τίποτε, εγώ βλέπω αλλά δεν μου πέφτει λόγος. Το κορίτσι που καθαρίζει το τραπέζι τους μαζεύει μαζί με το φιλοδώρημα και τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, χωρίς να το ξέρει. Όταν μεγαλώσει ίσως καταλάβει γιατί κάποιες φορές είναι τόσο ασήκωτος ένας δίσκος με μόνο δυο ποτήρια πάνω του.

 

Ζητάει από τον μπαμπά του ‘δυο ευρώ ακόμη’. Εκείνος το έχει έτοιμο, ‘τελευταίο όμως, το συμφωνήσαμε, μετά ύπνο’. Το πεντάχρονο ανεβαίνει σε ένα τρενάκι που κάνει κύκλους κυνηγώντας τον εαυτό του. Ο μπαμπάς περιμένει στο παγκάκι να τελειώσουν οι έξη στροφές. Μαμά δεν βλέπω. Ίσως τρώει εκεί τριγύρω παγωτό μαζί με την κόρη της και βρεθούν μετά όλοι μαζί. Μπορεί να μην υπάρχει μαμά. Ούτε κόρη. Ούτε παγωτό. Πώς τα καταφέρνω πάντα να χώνομαι σ’ ένα τρενάκι που κάνει κύκλους μέσα στο κεφάλι μου κυνηγώντας τον εαυτό του ποτέ δεν το κατάλαβα.

κώμα

tumblr_n8ouqgXg4G1sk13lco1_500

 

Ένα μισάωρο ν’ αδειάσεις το μυαλό σου από τα πάντα, δίπλα στη θάλασσα, χωρίς παραπανίσια υφάσματα και κάθε λογής πανιά να κρέμονται πάνω σου. Με ανοχύρωτο σώμα παραδομένο σε θέα κοινή, με τα κουσούρια, τα σημάδια, τη φθορά, τη σκουριά του. Aν αγγίξεις άλλο δέρμα και τα δυο μαζί συνωμοτήσουν στα μουγκά και βγάλουν τα μυαλά από το κώμα έστω για πέντε λεπτά, σε καλό δρόμο είσαι.

Αυτό μου φαίνεται συμπυκνωμένη ευτυχία που μέσα της μπορείς να αραιώσεις όλα τα μη, δεν, όχι, ίσως και γιατί της μέρας, για να τα καταπιείς ευκολότερα όταν ξαναντυθείς και πάρεις το δρόμο της επιστροφής για τα τσιμέντα.

teamwork

3

 

Επί χρόνια το μυαλό υπαγόρευε, τα χέρια υπάκουαν και έγραφαν ασταμάτητα. Κάποια μέρα το αριστερό (κανείς δεν ξέρει γιατί και πώς αυτό ξεκίνησε την ανταρσία πρώτο) αρνήθηκε να συνεχίσει, αποκαμωμένο από την φλυαρία. Από κει και πέρα το δεξί τράβηξε όλο το φορτίο μονάχο του. Το μυαλό δεν έδειξε καμιά συμπόνια στο δράμα του. Μια νύχτα τα δυο χέρια συνωμότησαν, τα βρήκαν, είπαν -ψιθυριστά, μη τυχόν και το ξυπνήσουν- «ως εδώ, δούλοι του δεν είμαστε, ας τα βγάλει πέρα χωρίς εμάς, έχουμε κι άλλες δουλειές απ’ το να χαϊδεύουμε πλήκτρα και να ζούμε αγκαλιά με μολύβια όλη μέρα, υπάρχουν και άνθρωποι και δέρματα και μαλλιά και άμμος και νερό και φύλλα και υγρασία και κρύο και ζέστη, όχι μόνο χαμαλίκι».

Λίγο πριν το ξημέρωμα μια τρομαχτική σκέψη -χάριν της πλοκής δεχόμαστε ότι τα χέρια μπορούν να σκέφτονται αυτόνομα κάποιες στιγμές- τα έκανε να βγουν από τα σκεπάσματα. «Κι αν συνωμοτήσει με το στόμα και σταματημό δεν έχει αυτή η ιστορία μετά; Kι αν βρει κάποια άλλα χέρια για να κάνουν τη δουλειά; Πώς θα αντέξουμε κολλημένα πάνω του να ζήσουμε ελεύθερα;»

Από τον φόβο και τη λαχτάρα τους ξέχασαν να τα πουν χαμηλόφωνα κι έτσι συμφώνησαν μαζί τους και τα πόδια. Επιτέλους οι τέσσερίς μας, είπαν, ερήμην μυαλού.

Το απόγευμα οι γιατροί είπαν κοιτάζοντας την οθόνη «ανεύρυσμα, τετραπληγία». Μερικές φορές τα πράγματα πηγαίνουν τόσο ανάποδα που ακόμη και μια τιποτένια ιστορία με καλές προθέσεις δεν θα μπορούσε ποτέ να φαντασθεί.

drain

thumb_1630_726_0_0_0_auto

 

 

Στο δρόμο για την φυσούνα ένα ουράνιο τόξο εμφανίστηκε πίσω από το αεροπλάνο. Σα να ξαπλώσαν γυμνοί στον ίδιο καμβά ο Μπέικον κι ο Πόλοκ και να γεννήσαν έναν fake Rothko. Δεν είναι σοβαρές σκέψεις αυτές για μεγάλο άνθρωπο αλλά μυαλό είναι αυτό, μπορεί να παιδιαρίζει ελεύθερα όσο δεν φωνάζει ή δεν υπαγορεύει. Εδώ και καιρό σιωπά. Ούτε με τη γλώσσα ούτε με τα χέρια τα πάει καλά.

Στη θέση δίπλα μου κάθισε ένα όμορφο κορίτσι. Ιδέα δεν έχω πού πήγαινε, για πόσο, γιατί, σε ποιόν. Κουβέντα δεν ανταλλάξαμε πέντε ώρες. Δεν έβαλε τίποτε στο στόμα της. Μπορεί να έτρωγε, κι αυτή, το μυαλό της. Μου ‘χουν πει ότι χορταίνεις κι έτσι. Αν κρίνω από το ότι όλο και συχνότερα δεν σκέφτομαι τίποτε απολύτως, ίσως και να έχουν δίκιο. Η ιδέα, όμως, ενός κρανίου άδειου δεν παύει να με τρομάζει. Η αντήχηση από σκέψεις που έφυγαν πρέπει να ‘ναι πολύ επώδυνη.

Είχε αναταράξεις, πολλή ώρα, κρατούσα το ποτήρι με το κρασί για να μη γίνει μούσκεμα το παντελόνι και το πάτωμα. «It’s normal» μου είπε χαμογελώντας η κοπέλα με την στολή, χωρίς καν να την κοιτάξω, χωρίς να της μιλήσω. Η ιδέα ότι μπαίνουν στο μυαλό σου απρόσκλητοι και διαβάζουν ό,τι θέλουν είναι ακόμη πιο τρομαχτική.

Την ώρα που μου είπε, κρατώντας το διαβατήριο στα χέρια του, «look at the screen please», μόνο τότε φοβήθηκα λίγο. Κι αν ξύπναγε το μαλακισμένο και αποφάσιζε να φλυαρήσει; Eυτυχώς οι μηχανές και οι οθόνες δεν έχουν σόφτγουερ που ανοίγει κουβέντα με μυαλά. Ελπίζω. Με άφησε και πέρασα, πάντως.

Δεν ξέρω ποιος τα έγραψε αυτά. Δεν είχα σκοπό. Εύχομαι να μην αυτονομήθηκε.

κλοπή

messy-double-bed-two-pillows-and-blanket-on-white-cover-sheets-top-view_6351-110

 

Λίγο ακόμη. Μείνε.

Την Κυριακή μαζί ν’ ακούσουμε την μπάντα,

κατά προτίμηση αλέγρα

(συγκίνησις το σώμα σου ν’ αγγίζει, το πνεύμα ας μείνει ανέραστο).

 

Να περπατήσουμε μετά αργά στην προκυμαία,

μιας πόλης δίχως θάλασσα και λίμνη

δίπλα σε ξένους τοίχους, άγνωστες λέξεις,

χαζεύοντας μια τον ορίζοντα, μια το ρολόι

κι ας μην έφτανε ποτέ το πλοίο.

 

Ας είναι.

Με τέτοια πείρα σε αναμονές

ήδη το καταλάβαμε

(μετά από τόσα απαγορευτικά και ματαιώσεις)

πως Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και Βάρβαροι

ή ο,τι περιμένουμε

δεν ταξιδεύει, πλέον, με καράβια.

Land-locked lovers, landlub friends, walking strangers.

 

 

(Αντιποίηση, Τόμος Α)

μια πάρα πολύ σύντομη ιστορία

thJUM9X46Q

 

Ξύπνησε με μια τεράστια λαχτάρα να γευθεί ανθρώπινη σάρκα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
Την ώρα που κόντευε να ξημερώσει, έσβησε από πάνω του τα σημάδια, έκλεισε το φως και τράβηξε πάνω του χορτάτος τα παπλώματα.

……

 

(για το τι μεσολαβεί ανάμεσα στις επιθυμίες και στην πραγματικότητα, για τις γραμμές που δεν γράφτηκαν ποτέ, για όσα έγιναν ή δεν έγιναν ανάμεσα σ’ έναν πρόλογο κι έναν επίλογο, μόνον η ξένη σάρκα μπορεί να μιλήσει. Αν μπορεί).

κρακ

James-Stewart-and-Grace-Kelly-in-Rear-window-directed-by-Alfred-Hitchcock-1954-1280x949

 

 

Καθηλωμένος, και χωρίς την Γκρέις δίπλα μου, από δευτεροκλασάτη και διόλου τεχνικολόρ αιτία, αν αναλογιστείς τον L.B. Jefferies. Αυτός έσπασε πόδι φωτογραφίζοντας ράλι με γυαλιστερά αυτοκίνητα, εγώ τσάκισα μέση παλεύοντας να ξετρυπώσω μια κατσαρόλα από την κρυψώνα της. Λιγότερο mannish δεν αντέχεται. Tρεις μέρες με θέα τέσσερα ντουβάρια κι έναν παροπλισμένο -τι πίκρα- ανεμιστήρα οροφής που θα ξαναζήσει σε οκτώ, εννιά μήνες. Από την μπαλκονόπορτα δεν βλέπω ψυχή απέναντι, πόσο μάλλον σασπένς και ύποπτους μακελειού. Χαζεύω, όσο αντέχω, την οθόνη που γεμίζει γράμματα τώρα. Την βαριέμαι πολύ γρήγορα, κανένα άξιο αναφοράς έγκλημα δεν συμβαίνει μέσα της. Minor incidents μονάχα. Kαι Thorwald του γλυκού νερού και των ρηχών θαλασσών.

Ο γιατρός είπε να μη σηκώνω ούτε σακούλα με ένα μήλο μέσα. Του απάντησα ότι κανείς σώφρων άνθρωπος δεν παίρνει σακούλα για ένα μήλο και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο άθλια τα οικονομικά μας για να αγοράζουμε μοναχικά μήλα. Έχω φίλους γιατρούς που τα πιάνουν στον αέρα αυτά, ετούτος είναι άλλης ράτσας και ούτε αν σέρνονται μπρος στα πόδια του μπορεί να τα αρπάξει. Τους βαριέμαι τους ανθρώπους που γεννήθηκαν -πάω στοίχημα- πληκτικοί, λογικό μου φαίνεται, μπορεί να με βαριούνται κι αυτοί, πάτσι.

Η μικρή μου πήρε, όταν επέστρεψα απ’ τα τσεκ ιν, δυο εξάδες κάλτσες. Είναι τόσο όμορφες που δεν το λέει η καρδιά σου να τις βάλεις στα πόδια. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν χιούμορ αν τις δουν φορεμένες αλλού και κάπως πρέπει να συμβιβαστώ με την ιδέα. Επίσης σκέφτομαι γιατί δεν γεννήθηκαν ακόμη κάλτσες που μπαίνουν μόνες τους, δεν έχουν φαντασία οι κατασκευαστές φαίνεται. Μου είπε και κάτι άλλο η μικρή, βρήκε ευκαιρία που με είδε σακάτη, αλλά η μάνα της δεν γέλασε. Δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα, πάντως. Δικό μου παιδί, αντάουμπτεντλι.

Drugs don’t work. Θέλει το χρόνο του, λέει. Και όχι ξάπλα, λέει. Αυτό είναι πλέον παρωχημένο. Πονάω όμως, λέω. Αν δεν πόναγες δεν θα με χρειαζόσουν, λέει. Να θυμηθώ να κοιτάξω στον τοίχο του ιατρείου του, αποκλείεται να έχει κορνιζαρισμένο πτυχίο αυτός. Έχει όμως μια εικονίτσα του Ρόμπερτ Πλαντ. Μαλακία του, με τέτοια ειδικότητα του Robert Wyatt θα ’πρεπε να έχει. Δεν έχουν χιούμορ οι άθρωπες.

Πρέπει να ντυθώ για να συρθώ ως το γραφείο, βαρέθηκα να απαντώ σε μέιλ κοιτώντας το ταβάνι. That’s a big fuckin’ challenge mo’fuckerz. Υπολόγισα ότι θα χρειαστώ περίπου μια ώρα. Για ρουτίνα ενός τέταρτου, το πολύ, μαζί και η διαδρομή. Ευτυχώς την Κυριακή τα ρολόγια γυρίσαν μια ώρα πίσω και βρήκα άλλοθι για το εφήμερο σακατλίκι και τις παρενέργειές του. Έχω καβάτζα απ’ αυτά αν και ενοχικός. Αν με στενεύει ένα άλλοθι, φτιάχνω άλλο. Τι σκατά είχε αυτό το χάπι μέσα. Την ώρα που παλεύω να βάλω μια κάλτσα σκέφτομαι τον Ramón Sampedro. Πόσο drama queen ακόμη..

Σήμερα ήταν να πετάξω ξανά. Ούτε καν. Σαν υπέργηρη καναδέζα τουρίστρια δεν μπαίνω σε αεροπλάνο. Ας περιμένουν οι Gates. Δεν θα χαθούμε εγώ κι αυτές. Σύνδρομο Στοκχόλμης, μάλλον. Κάτι τέτοιο.

Θα με διαβάζει κάποιος που δια βίου βλέπει με τρόμο το κρεβάτι και την πολυθρόνα με ρόδες σαν φυλακή-σωτήρα του και θα με φτύνει. Και οι μέρες είναι άνυδρες, αποκλείεται να λαθέψω για το τι έχω στα μούτρα μου.

I’m not much on rear window ethics τελικά. Και η εύθυμη widow ζει από την άλλη πλευρά του σπιτιού.

side 3

Unlabelled_audio_cassette

 

 

Ο Αύγουστος κυλάει περίεργα. Σαν μέλι που ξέφυγε απ’ το στόμα και προσγειώθηκε στα πόδια σου. Δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις με το δάχτυλο και να το ξαναγλείψεις ή αν πρέπει,  κάποια στιγμή, να πας να ξεπλυθείς.

the ocean (not)

IMG_0754

 

 

 

Όχι πολύ παλιά, η βουτιά στη θάλασσα -από την πρώτη ως την τελευταία, λίγο πριν πλυθούν και σηκωθούν στη ντουλάπα οι πετσέτες- ήταν Κάθαρση. Τα πάντα άδειαζαν, τα ζόρια και τα ’ναι μεν αλλά’ έμεναν πίσω, μη σου πω ότι ούτε στο φέρι κατόρθωναν να τρυπώσουν λάθρα. Τρεις νύχτες, πέντε, έξη (κατάφερνα και διψήφιες, απίστευτο) η έγνοια ήταν η πρωινή ανατριχίλα στην πρώτη γουλιά του καφέ, ποιο μπλε θα συναντήσω και πόσο κρύες θα ’ναι οι μπύρες. Όσα κι αν -δεν- είχε μέσα το πορτοφόλι.

Eδώ και κάμποσα χρόνια κάθε προσπάθεια είναι όλο και πιο επίπονη. Τσιμέντο έγινε η θάλασσα. Δεν τρυπιέται, παλεύω να βουτήξω και μένω ψιλοτσακισμένος έξω. Σαν να νιώθει ότι δεν την θέλω όπως παλιά κι ας λυσσάω ολόκληρο χειμώνα κι άνοιξη να ’ρθει η ώρα να την ξαναβρώ. Να πεις ότι άλλαξε αυτή, ή ότι δεν φτιάχνουν πια τις βουτιές όπως παλιά, προστυχιά κι αχαριστία θα είναι.

παράδεισος

POTHRIA-OUZOU-LUMINARC-ISLANDE-16-1440-0628952

 

Πίνοντας τον καφέ -σκέτο, η ζάχαρη σκοτώνει- νωρίς το πρωί, σκεφτόντουσαν αν το μεσημέρι θα φάνε γεμιστά, μακαρόνια με κιμά ή λίγο καρπούζι με τυρί γιατί ΄παραφάγαμε χτες βράδι, τι την θέλαμε και την μπύρα;’.

Ήρθε η ώρα να ρίξουν, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, μια βουτιά με τα εγγόνια αλλά νωρίς, πριν ο ήλιος αρχίσει να καίει άσχημα. Έχει αέρα σήμερα όμως. Και να χάσουν το μπάνιο τους τα παιδιά; Nα τα προσέχεις.

Tα πρόσεξε ο παππούς. Δυο φορές παιδιά του. Να ξεκουραστούν λίγο και τα μεγάλα παιδιά, πίσω στα τσιμέντα.

Έκανα κεφτέδες και λίγη σάλτσα μαζί με τα μακαρόνια, τα παιδιά δεν τα πολυτρώνε τα γεμιστά. Κι εσύ με μέτρο, το ουρικό πήρε την ανηφόρα. Σε μισή ώρα θα στρώσω, μη βάζεις ούζο τώρα, δεν έχεις το θεό σου, τσάμπα μιλάω.

Παράδεισος είναι εδώ, ευλογία. Σκιά, τζιτζίκια, αεράκι, μπούχτισα με τα μη σου και τη μουρμούρα, πόσα χρόνια μας έμειναν; Έχουμε παγάκια ή πάλι ξέχασες να βάλεις; Να ΄χα κι ένα τσιγάρο, δυο ρουφηξιές έστω. Παράδεισος.

 

 

’Σου μυρίζει κάτι; Τι καίγεται;’

 

 

 

 

 

Over?

peter_hammill_london_2018_2_photo_credit_james_sharrock

 

 

On Fridays I used to make up stories

One Friday they went away

 

Περάσαν σαρανταένα χρόνια από το Over. Kοντά δεκαπέντε χιλιάδες μέρες. Nights included.

Ο Μ αγάπησε τρία χρόνια αργότερα. Πολύ. Δεν μίλησε ποτέ, δεν χρειάστηκε. Στα είκοσι ή μιλάς πολύ ή τρώγεσαι με τα ρούχα σου, τουλάχιστον έτσι κάναμε τότε.

Δεν τον αδικώ που δεν είπε λέξη για κείνην που τον γάμησε ερήμην του, δεν την είδα ποτέ, δεν έμαθα καν το όνομά της. Υποθέτω πως υπήρχε, τουλάχιστον. Το ’χα από τότε το χούι, αν ο άλλος θέλει να μιλήσει ακούς, αν δεν θέλεις ν’ ακούσεις δεν ρωτάς, εύκολο, βολικό. Και τι γλώσσα να λυθεί άλλωστε άμα πίνεις ρόσο αντίκο με πορτοκαλάδα ή Βότρυς με παγάκια σε νεροπότηρο. Με μπίρες και ρετσίνες δεν μαγάριζε τον Θεό του.

Το πρωί με ξύπναγε -ναι, έριξα αμέτρητες κατάρες, από μέσα μου- με το Time heals, το βράδι ή τα ξημερώματα που γύριζα με υποδεχόταν με το Betrayed. Ενδιάμεσα δεν ξέρω τι έκανε. Πεταγόταν, μάλλον, ως το περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα. Δεν είμαι σίγουρος αν έτρωγε, δεν τον ρώτησα ποτέ, ήταν κλειστές και οι συρόμενες πόρτες, “όταν είναι κλειστές δεν μπαίνεις, δεν χτυπάς, δεν ρωτάς, δεν μιλάς”. “Kι αν έχεις πεθάνει ρε μαλάκα;”. “Θα μυρίζω άσχημα, τότε μπες”.  Η Σχολή δεν τον είδε για ένα μήνα, μπορεί και παραπάνω. Αυτόν που μια παράδοση να έχανε, έτρεχε για εξομολόγηση.

Το δισκάκι έλιωσε. Έγινε ένα με το πλατό. Πιο πολλές φορές μπήκε η βελόνα μέσα του παρά στο χέρι της Τζάνις, του Jimbo και του Χέντριξ μαζί. Έμαθα τα στιχάκια απ’ έξω. Ένα προς ένα. Λέξη προς λέξη, παύση προς παύση. Ήξερα πότε θα πάρει ανάσα ο Χάμιλ, πότε θα ουρλιάξει, πότε θα ψιθυρίσει, πότε θα κλαίει, πότε θα θυμώσει, ποια μέρα έκανε yoga, ποια στιγμή θα φωνάξει “I love you, I love you!”, ποιάν ακριβώς ώρα τον άφησε εκείνη η καργιόλα η Alice, ό,τι όνομα και να ΄χε. Όλες έχουν όνομα.

Τη μέρα που ξύπνησα κι άκουσα John Mayall (ναι, ήμασταν άλλης ράτσας μαλακισμένα) κατάλαβα πως τέλειωσε το πένθος. Το ίδιο βράδι, επιστρέφοντας από μπίρες στην Aγία πλατεία του Αγίου Θωμά, άνοιξαν και οι συρόμενες.

Ελπίζω (δεν τα συζητάμε αυτά στα -άντα και στα -ήντα) κάποια στιγμή, στα χρόνια που ακολούθησαν -παντρεύτηκε, ήρθαν παιδιά, κοντεύουν και εγγόνια-, να τις ξανάκλεισε λίγο.

καισαρικές

IMG_2065

 

Πρωί χωρίς μεγάλες ζέστες, δυο Κυριακές, δυο βουτιές, ήδη. Πρώτη φορά Μάιο μετά από αιώνες, o βορράς δεν είναι παίξε-γέλασε. Παραδίπλα ψυχή, μπλε, αέρας και τσιγάρα μόνο. Ζήτημα να βγήκαν απ΄το στόμα μας τρεις κουβέντες, καλό ήταν αυτό. Όχι γιατί ξεχάσαμε να συζητάμε αλλά γιατί, επιτέλους, αγαπήσαμε την σιωπή την ώρα που ακούγεται το καλύτερο σάουντρακ στον κόσμο. Ως και οι ανομολόγητες σκέψεις μας έκαναν τη χάρη και το βούλωσαν.

Διακόσια μέτρα μακριά μας, άλλοι δυο. Κι άλλοι τρεις, μπορεί και τέσσερις, ποιος φοράει μυωπικά γυαλιά εκεί, από την άλλη πλευρά. Κανείς μόνος. Κρίμα αλλά καταλαβαίνω το γιατί. Κάποτε πήγαινα μόνος και μίλαγα ασταμάτητα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι έσερνα κι άλλους πολλούς μαζί. Τώρα δεν χωράμε απέναντι απ’ το μπλε.

Δυο νησιά απέναντι. Δεξιά κι αριστερά, ακίνητα. Τόσα χρόνια εκεί, άγκυρα, μουλαρωμένα. Ανάθεμά με κι αν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν φουρφούρισε το μέσα τους να πάνε λίγο μακρύτερα. Δεν λαχταράει η ψυχή τους να δουν κι άλλα μέρη; Ή φοβούνται μη τα ξεχάσουμε; Και στου διαόλου τη μάνα να πήγαιναν, πάλι θα τα βρίσκαμε. Αμέτρητα ’πρώτη φορά’ μας πάνω τους τα ζήσαμε, αλάθητο στίγμα, καρβουνάκια, λουμίνια, θυμίαμα, μνημόσυνα. Φτάνει.

Φυσάει και το τσιγάρο ανάβει με την τρίτη, την τέταρτη, την έκτη. Μόνο φτηνιάρικους αναπτήρες εκεί. Για την κάβλα της αναμονής της αναμμένης κάφτρας και της πρώτης ρουφηξιάς βρεμένος. Φτηνές ιεροτελεστίες, αυτές μας πλούτισαν όμως.

Αύριο πρωί πετάω, ξανά. Δεν αντίκρυσα ούτε ένα γλάρο σήμερα.