Θεσσαλονίκη

Ο Αντώνης δεν ήταν ψηλός. Μόνον ένας κακός άνθρωπος θα έγραφε «ήταν κοντός». Γι αυτό εφευρέθηκε το «δεν», για να λειαίνει τις γωνίες που πέφτουν σαν τις ύαινες πάνω σου αν παραπατήσεις στις σκέψεις. Τέλος πάντων, ο Αντώνης ήταν ένα και εξηνταοκτώ με φλατ παπούτσι, ξυπόλητος δεν πατούσε στα πατώματα.

Ξυπόλητη ήταν η Σωτηρούλα. Όχι αυτό που λέμε «ξεβράκωτη», λεφτά για παπούτσια είχε αλλά είχε και χούι να περπατάει στο σπίτι με πόδια γυμνά. Εγώ σφουγγαρίζω, εγώ καθαρίζω, θα κάνω όσες πατημασιές θέλω, του έλεγε όταν τον έβλεπε να κοιτάζει με αηδία τα σημάδια απ’ τον ιδρώτα στα μάρμαρα. Μη φανταστείς τίποτε ακριβό, άγιαξ της σειράς ήταν, εργολαβικά.

Όπως καταλαβαίνεις ο Αντώνης και η Σωτηρούλα ζούσαν μαζί, μοιραζόταν τα ίδια μάρμαρα. Παιδιά δεν είχαν, όχι γιατί δεν ήθελαν αλλά γιατί τους εμπόδιζε το αίμα τους. Μη βάζεις στο νου σου καμιά σπάνια αρρώστια, καμιά λευχαιμία, μπα, τίποτε τέτοιο. Μόνο κακοί άνθρωποι βασανίζουν τους άλλους μέσα σε ιστοριούλες με νοσοκομεία, καρκίνους, πάνες ακράτειας, τσιγάρα και ξενύχτια με χώματα στα μάτια. Ο Αντώνης και η Σωτηρούλα ήταν μια χαρά, το ίδιο και οι τακτικές εξαμηνιαίες εξετάσεις τους στο ΙΚΑ. Τέλος πάντων, ο Αντώνης και η Σωτηρούλα ήταν αδέρφια. Of a certain age, που λέει κι ο Χάνον.

Το πώς ξέμειναν οι δυο τους στο ίδιο σπίτι είναι μεγάλη ιστορία. Πολύ μεγάλη. Mόνο κακοί άνθρωποι θα επέμεναν φορτικά λέγοντας «γράψ’ την», γι αυτό λοιπόν εφευρέθηκε το «δεν», για να ξεκινάς την ιστορία από όποιο σημείο θέλεις. Και να την τελειώνεις όπου θέλεις, επίσης.

Μια Παρασκευή λίγο μετά την πρωτομαγιά, ο Αντώνης ντύθηκε για να βγει να συναντήσει -για πρώτη φορά, μπλάιντ ντέιτ και τα συναφή- την sweetmamma. Aυτή δεν ξέρω τι κουμάσι ήτανε αλλά ξέρω πως την πέτυχε στο φέισμπουκ. Έκαναν τα καθιερωμένα ένα, δυο, τρία αλληλοlike σε τοίχο αλλουνού, ράγισε ο πάγος, πριν σπάσει εντελώς και τους σιχαθούν όλοι οι υπόλοιποι βλέποντάς τους να σαλιαρίζουν σε ξένα ντουβάρια, έριξε τα μούτρα του ο Αντώνης, έκανε friend request, τον σπίτωσε η sweetmamma. Μαζί με άλλους 684 αλλά αυτά δεν τα μετράς αν έχεις να πας με γυναίκα από τη μέρα που εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο ο Γιόχαν Κρόιφ. Ή ο Γιόχαν Νέσκενς. Κάποιος απ’ τους δυο πάντως, δεν κράτησα και σημειώσεις πότε πήδηξε τελευταία φορά ο Αντώνης, μια μικρή ιστορία προσπαθώ να διηγηθώ, δεν γράφω ιστορικό δοκίμιο.

Η Σωτηρούλα δεν κατούρησε στο πηγάδι, είχε και αυτή σελίδα στο φέισμπουκ. Και βλογ είχε. Με το ίδιο όνομα και τα δυο, «Poisson Ivy». Mε δυο s , αλλιώς θα την μπέρδευαν με την κανονική του σχωρεμένου του Lux και θα είχαμε δράματα. Για avatar είχε τη μικρή γοργόνα, όχι την άριελ, την άλλην. Το τι έγραφε εκεί μέσα -και τι μύριζε, με τέτοιο όνομα και άβαταρ- δε στο λέω. Φαντάσου το. Σωστά. Επιστρέφουμε στον Αντώνη τώρα.

Κοιταζόταν για τις τελευταίες διορθώσεις στον καθρέφτη της -από ξύλο τριανταφυλλιάς- τρίφυλλης ντουλάπας, απ’ την προίκα της μάνας τους. Κι ο μπαμπάς τους έκανε ωραία τρίφυλλα αλλά καμιά σχέση με ντουλάπες. Ήταν λοιπόν στημένος απέναντι απ’ τον καθρέφτη -όχι πολύ μεγάλο καθρέφτη, τα είπαμε αυτά στην αρχή-  φτιάχνοντας το γιακά του πουκάμισου όταν μπήκε η Σωτηρούλα και τον σκάναρε πατόκορφα.

Αυτό θα βάλεις; είσαι σίγουρος ; Κακιασμένη οχιά να μιλούσε, πιο τρυφερά θα ακουγόταν το σφύριγμά της.

Ξανακοιτάχτηκε. Δεν είδε κάτι περίεργο πάνω του. Την κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη, είδε πολλά περίεργα πάνω της αλλά ανακουφίστηκε που την είδε, έτρεμε την ημέρα που ο καθρέφτης δεν θα την είχε μέσα, ήξερε καλά ποιός δεν έχει είδωλο στον καθρέφτη. Η Σωτηρούλα είχε. Προς το παρόν.

Τι έχει ρε συ το κουστουμάκι; της αντιμίλησε. Πρόπερσι το πήρα, δυο χρόνια το φάγαν οι ναφθαλίνες, τα σκοτάδια και οι κρεμάστρες κι εμένα μ’ έφαγε το μέσα, καιρός να βγει μαζί μου βόλτα κι αυτό, να πάρει καμιάν ανάσα.

Λάθος έκανα πριν, βιάστηκα να οπλίσω με όποια λέξη βρήκα πρόχειρη και αστόχησα. Οι σκέτες κακιασμένες οχιές κρατάνε κάποια προσχήματα. Οι κακιασμένες κι αγάμητες ταυτόχρονα όχι.

Σπαγκί λινό κοστούμι θα βάλεις; ενάμιση σκαμπό άνθρωπος; δεν φτάνει που είσαι ζουμπάς, είναι και μές στην τσαλάκα το ρούχο, γουμίδι, σαν μπαντονεόν μοιάζεις ρε, για καφέ θα βγεις ή για να σκορπίσεις το γέλιο απλόχερα;

Mπαντονεόν. Η κουφάλα. Ούτε καν ακορντεόν. Άμα είσαι ένα και εξηνταοκτώ γερνάς και πεθαίνεις στο Μπουένος Άιρες. Σηκουάνα δεν θ’ αξιωθούν να δουν τα μάτια σου.

Πληγώθηκε όσο να ‘ναι ο Αντώνης αλλά ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά θα ήταν. Από τη μέρα που της είπε «θα βγω για καφέ με τη sweetmamma» λύσσαξε. Γιατί αυτήν την κατάπινε ζωντανή το σπίτι, το μέσα, τα ντουβάρια, ο νεροχύτης, τα μπαλκόνια, ο μπιντές. Πώς ρουφάει ο σατανάς τους αμαρτωλούς; πώς ο μακαρίτης ο Μάρλει το μπάφο; ο Μπάροουζ το όπιο; πώς καταπίνει η φάλαινα το πλαγκτόν; Έτσι.

Φάλαινα…χμμ…η Σωτηρούλα δεν ήταν αδύνατη. Μόμπι Ντικ δεν την έλεγες αλλά αν ο θεός έκανε καμιά υπερωρία την ώρα της δημιουργίας και μαστόρευε κάτι ανάμεσα σε μεγάλη φώκια και μωρό όρκας, θα είχες φωτογραφία της αδερφής του Αντώνη. Οκτάωρο μου ήθελε ο θεός, βάλε εσύ κοινέ θνητέ τη φαντασία σου να δουλεύει overtime τώρα.

Ε όχι και μπαντονεόν, είπε φουρκισμένος ο Αντώνης. Όχι και μπαντονεόν. Πες κάτι άλλο που κάνει λιγότερο θόρυβο, είπα να περάσω απαρατήρητος όταν βγω, δεν θέλω όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μας.

Πάνω μας. Μας. Α ρε Αντωνάκη, η Μητέρα όλων των Λαθών ήταν αυτό το «μας». Τη Λίβερπουλ μαζί με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να κατέβαζες σε αρένα απέναντι από καυλωμένο ταύρο, πιο ήρεμος θα ήταν αυτός σε σχέση με την Σωτηρούλα όταν το άκουσε.

Άσε μας ρε αδερφέ Κατσάμπα που σε πείραξε το μπαντονεόν. Βγες απ’  τη ντουλάπα και άμε στο καλό με την καλή σου.

Αδερφέ Κατσάμπα! Την καργιόλα. Χτυπάει εκεί που πονάει. Πάλι καλά όμως, αφού δεν τον είπε και Έρικα Μπρόγιερ ή Χάρη Κατσιμίχα, στεγνός την έβγαλε. Καραμαζώφ αποκλείεται να ξεστόμιζε η Σωτηρούλα, ορθόδοξη δεξιά ανέκαθεν, αριστούχα Σχολής ΕΡΕ, ότι έληγε σε –ωφ δεν υπήρχε γι αυτήν. Με την εξαίρεση του στρογκανόφ. Δεξιά ήταν, ηλίθια όχι. Το πρόφερε με όμικρον και το έτρωγε.

Γύρισε και της είπε «να σου κοπούν τα πόδια κακούργα, αυτή η ζήλια σου θα σε φάει στο τέλος, να σου κοπούν τα πόδια!». Βρόντηξε την πόρτα της ντουλάπας, βρόντηξε και την εξώπορτα, έφυγε. Η Σωτηρούλα έμεινε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μόνη. Με αγκαλιά το πιεσόμετρο, δέκα μικρή, δεκαεννιά η μεγάλη. Και πάλι καλά να λες που δε χτύπησε μπλακτζάκ με τέτοια σύγχυση.

Βγήκε ο Αντώνης παρέα με το ένα και εξηνταοκτώ του. Πήρε και την ψυχή του μαζί, κανόνας απαράβατος και πατρική παρακαταθήκη, «μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει» έλεγε ο μπαμπάς του όσην ώρα έστριβε το τρίτο τρίφυλλο της μέρας ενώ η γυναίκα του κουβαλούσε σαν το μουλάρι -δεν το λέει η καρδιά μου να πω μουλάρα- τα όσπρια του μήνα, μισή οκά φυτίνη και δυο μπουκάλια πετρέλαιο -για τους λεκέδες και τους κοριούς- απ’ τα λαδάδικα ως τα μισά της Αγίου Δημητρίου. Μετά τα έφτυνε η γυναικούλα και άδειαζε το μισό μπουκάλι σε ένα παρτέρι με λεμονιές, έξω απ’ τη Μητρόπολη, για να αντέξει να βγάλει την ανηφόρα της Ρακτιβάν. Άμα έβγαλε αυτή η λεμονιά έστω και ένα κουκούτσι, να μη σώσω να ξαναγράψω λέξη. Θεός σχωρέστους, και το μπαμπά του και τη μάνα του και τη λεμονιά.

Είχαν πει να βρεθούν στη «Σαχάρα», εκείνος δεν ήξερε πού είναι αυτό, αυτή τον κατατόπισε. Όποιος φτάσει πρώτος μπαίνει και πιάνει τραπέζι, του έγραψε. Εκείνο στη γωνία κάτω απ’ το κλιματιστικό, αυτό στάζει είτε δουλεύει είτε όχι κι έτσι κανείς δεν κάθεται εκεί, είναι κι ακριβώς δίπλα στο βεσέ, οπότε δεν χρειάζεται καν να ψάξουμε ο ένας τον άλλον. Μπρίλιαντ ;

Not so. Tη Σαχάρα τη βρήκε σχετικά εύκολα, το τραπέζι ευκολότερα, άλλωστε ένα κλιματιστικό και ένα βεσέ είχε όλο κι όλο το μαγαζί, ούτε ο τυφλός της Ιεριχούς -πριν τον περιλάβει βέβαια ο Χριστός- θα λάθευε. Μπήκε, κάθησε, μετά από μια ώρα -κι ενώ η σερβιτόρα το πήρε απόφαση πως την δούλευε λέγοντάς της «περιμένω παρέα»– παρήγγειλε ένα βερμούτ, πριν προλάβει να φρικάρει η κοπελίτσα της έγνεψε ο κοτσιδάτος πίσω απ’ το μπαρ σα να έλεγε «έλα, ξέρω», ήξερε να μεταφράζει το βερμούτ γιατί η κοτσίδα ήταν χρώματος ξεθωριασμένα  –ήντα, του έβαλε διπλή μερίδα κόκκινο μαρτίνι σε νεροπότηρο κι ένα μπολ με φιστίκια και στραγάλια, η ώρα πήγε εννιάμιση, δέκα, δέκα και μισή, έφαγε άλλες δυο μερίδες στραγάλια σκέτα -γιατί τα φιστίκια δεν συνέφεραν το μαγαζί με ένα ποτό μονάχα- αλλά sweetmamma γιοκ. Στις έντεκα παρά είκοσι ακριβώς τους άδειασε τη γωνιά, αφού πρώτα έριξε ακόμη ένα -το έβδομο- κατούρημα «για το δρόμο». Μετά μπήκε στο 23 «Ν.Σ.Σταθμός-Συκιές» και ορκίστηκε μόλις φτάσει σπίτι να κάνει unfriend αυτή την άκαρδη.

Μέσα στο λεωφορείο άρχισε να σκέφτεται τι θα πει της Σωτηρούλας, μέχρι που θυμήθηκε ότι δεν είχε βγάλει εισιτήριο και το μεγάλο άγχος στραγγάλισε το μικρό. Από το κούνα-κούνα και το σταμάτα-ξεκίνα ζαλίστηκε, μπορεί να έφταιγε και το βερμούτ, μπορεί κι ο οδηγός που βιαζόταν να τελειώσει βάρδια για να πάει στο Blue Iguana Live, να χαζέψει κώλους. Ανακατεύτηκε και κατέβηκε μια στάση νωρίτερα, αυτό ήταν αποκοτιά -σκέφτηκε καθυστερημένα- , καλύτερα να μπω ξεβράκωτος στις δυο τα ξημερώματα στο Bar Me παρά να περπατήσω μόνος στη γειτονιά μου νυχτιάτικα. Σταυροκοπήθηκε που ο θεός τον έκανε στρέιτ και αν απορείς πώς ήξερε το Bar Me, κακώς απορείς.

Ξεκλείδωσε την εξώπορτα της οικοδομής στις εντεκάμιση, την κλείδωναν από τις εννιά το βράδυ -εφτά το χειμώνα-. Όποιος δεν είχε κλειδιά μαζί του ή συγγενή πρώτου βαθμού στην άλλη άκρη του θυροτηλέφωνου να του ανοίξει μέσα σε ένα λεπτό, τον τρώγαν σαν kofta οι πακιστανοί αν δεν είχαν -στο μεταξύ- προλάβει να τον ξεκοκαλίσουν οι γεωργιανοί που παραφυλάγαν πίσω απ’ τον μεγάλο κάδο με τα μπάζα στην απέναντι γωνία. Πριν τρεις μήνες αυτοί είχαν φάει μια γριά -που την βρήκαν μετά στο Χαρίσειο γιατί βαρέθηκε να ζει μόνη- και ανήμερα Καθαρά Δευτέρα εξαφανίστηκαν δυο μικρά δίδυμα κοριτσάκια, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν δεκάξη, που κάποιος είπε ότι τα είδε μέσα στις λαγάνες που μασουλούσαν τρεις ρουμάνοι καθισμένοι στα σκαλιά της πολυκατοικίας που μέναν τα δίδυμα, για τέτοιο θράσος μιλάμε. Αν είχαν και ταραμά θα κινδύνευε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο, βάλε και ελιές και μετά θα χρειαζόταν να εκκενώσουν και την Κασσάνδρου και την Αγίου Δημητρίου μαζί. Δυο μέρες μετά τα κοριτσάκια επέστρεψαν σπίτι, πήγαν μια εκδρομή με φίλους τους στις Πρέσπες, για τέτοιο θράσος μιλάμε, να δεις που αυτά θα είχαν και σελίδα στο φέισμπουκ. Οι ρουμάνοι μάλλον όχι.

Όταν μπήκε στο σπίτι όλα τα φώτα ήταν σβηστά, μόνο η τηλεόραση έπαιζε Λιακόπουλο, πάλι πούλαγε αυτός εφτά βιβλία ένα εικοσάρικο, πότε τα γράφουν, πότε τα τυπώνουν, μόνον η ΝASA  και τα μυστικά τυπογραφεία των Μάγια το ξέρουν. Η Σωτηρούλα ήταν καθισμένη στον τριθέσιο αμίλητη με τα πόδια της πάνω, σκεπασμένη από τη μέση και κάτω με μια αχρησιμοποίητη ως τότε κουβέρτα -πλεκτή με βελονάκι- της προίκας της που μύριζε κλεισούρα και ληγμένα οιστρογόνα. Κανείς τους δεν μίλησε και τι να προλάβεις δηλαδή να πεις άμα ανοίξει το στόμα του ο Λιακόπουλος. Κάθησε στην άκρη του καναπέ χωρίς να βγάλει το σακάκι του, μόνο τα παπούτσια άφησε στη θέση τους δίπλα στην πόρτα μπαίνοντας, κανόνας Σωτηρούλας απαράβατος, ή ξυπόλητος ή πετάς, εγώ καθαρίζω, εγώ σφουγγαρίζω, μόνο δικές μου πατημασιές θα υπάρχουν εδώ μέσα.

Μετά από τρεις συγκρατημένους αναστεναγμούς που κράτησαν πέντε λεπτά -κι αφού στο ενδιάμεσο ο Λιακόπουλος πρόλαβε και φώναξε εφτά φορές «σε μένα η κάμερα»-, της είπε «δεν ήρθε». Ούτε παραπονεμένα, ούτε θυμωμένα, ούτε πικραμένα. Απολογητικά. Σα βρεγμένη γάτα, δαρμένος σκύλος, άντρας που μόλις ανακάλυψε ότι η γυναίκα του διάβασε όλα τα sms του, καλύτερα ζώο και βασανισμένο κι ας με σταυρώσει η φιλοζωική, δεν το συζητώ. Δεν του απάντησε, δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει και αυτή της η σιωπή ήταν χειρότερη κι από γιατρού την ώρα που κοιτάζει την αξονική. Θέλησε να σηκωθεί να πάει στο κρεβάτι του αλλά οι ενοχές του -μια που την άφησε μόνη βραδιάτικα, μια εκείνο το «να σου κοπούν τα πόδια»– τον είχαν καρφωμένο στον καναπέ, στο πλάι της.

«Κοίτα τι μου ‘κανες κακούργε» είπε τραβώντας την κουβέρτα απ’ τα πόδια της, «σ’ ευχαριστεί τώρα αυτό; πες μου, αυτό ευχήθηκες;».

Εδώ -κοντά στην κορύφωση του δράματος- θα περίμενε κανείς κρατώντας την ανάσα του να διαβάσει ένα φτηνό συγγραφικό κολπάκι, που θα περιέγραφε με προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις οτι το «αυτό» δεν ήταν παρά τα κομμένα με το κουζινομάχαιρο πόδια της. Από το γόνατο και κάτω, πάνω τα είχε τα παχάκια της η Σωτηρούλα και δεν θα τέλειωνε πριν το ξημέρωμα. Γερό ήταν το μαχαίρι, προίκα της κι αυτό, ένα Wusthof Classic 23, οπότε δεν θα ζορίστηκε πολύ στο κόκαλο. Έτσι θα έπαιρνε την εκδίκησή της, κάνοντάς τον να λιώνει από ισόβιες τύψεις. Τι μίζερυ και χαζά, αυτό το σχέδιο ήταν επώδυνο μα και μεγαλοφυές ταυτόχρονα. Σωστά;

Λά-θος.

Μαχαίρι πάνω στο γυμνό της δέρμα δεν ακούμπησε. «Αυτό» δεν ήταν παρά η ουρά ενός ψαριού, στο extreme size της Σωτηρούλας, που ξεκίναγε μια σπιθαμή κάτω από κει που αν σκάλιζες πολύ και ανασήκωνες πεντέξι σάρκινες δίπλες θα ‘βρισκες τον αφαλό της. «Αυτό» ήταν μια γοργόνα που την ζωγράφισε ο Φράνσις Μπέικον και αμέσως μετά την έκανε χίλια κομμάτια, έτσι για να ΄χεις μια -έστω- θολή εικόνα του τι τρομαχτικό και μισοτελειωμένο αντίκριζε ο κεραυνοβολημένος και δακρυσμένος Αντώνης. Ένα από τα greatest hits του σουρεαλισμού. Το πώς συνέβη κάτι τόσο τραγικό κι αναπάντεχο και τι συζήτησαν μετά, μέχρι το ξημέρωμα, τα δυο ορφανά γέρνοντας το ένα στον ώμο του άλλου -επίπονη και επικίνδυνη μανούβρα για τους σκουριασμένους αυχένες τους- δεν θα το μάθουμε ποτέ και ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Δεν πρέπει όλες οι ιστορίες να είναι ξεδιάντροπα αδιάκριτες. Ξέρω μόνο πως εκείνη κάποια στιγμή του ζήτησε -αφηρημένα, από συνήθεια- να της τρίψει τα πόδια γιατί πιάστηκαν τόσες ώρες πάνω στον καναπέ κι εκείνος αγόγγυστα έφερε μια λεκάνη με ζεστό νερό από το μπάνιο και της έβαλε προσεκτικά την ουρά μέσα. Το νερό το κράτησε για να το κάνει ψαρόσουπα, αύριο. Αύριο θα έκοβε και την ευρυζωνική, τους ήταν άχρηστη πλέον.

Εκείνο που μπορώ με σιγουριά να σου πω τελειώνοντας είναι ότι ποτέ ξανά το πάτωμα δεν θα φιλοξενούσε τις πατημασιές της Σωτηρούλας πάνω του. Από κείνη τη μέρα κιόλας έπρεπε να μάθει να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού τσουλώντας και πλατσουρίζοντας σαν τη φώκια. Αυτά τα μάρμαρα είχαν σίγουρα ζήσει και καλύτερες μέρες….

Aπό το απέναντι δυαράκι, ανάμεσα σε μυρωδιές από καμμένο σπορέλαιο, σκουριασμένα κάγκελα, πεσμένους σοβάδες και ξεχειλισμένους σκουπιδοντενεκέδες, τα χείλια του Νάστα συνέχιζαν να πονάνε…

 ————————————

 

Φωτογραφία :  arcphotodays(αυτό έλειπε να μην..)

 

 

 

 

αρχαία καλοκαίρια..

μυρωδιές και γεύσεις χύμα

Σύκα. Πολλά. Οι συκιές ήταν εχθροί μας, όποιος προλάβαινε τρυγούσε. Πόσα να φας; τέσσερα, πέντε, έξη; τα άλλα στην τσέπη -που κόλλαγε μετά- για το σπίτι, τότε δεν ξέραμε τι μπορεί να σημαίνει το take no prisoners.

Μούρα στο στόμα, στο χώμα, βαμμένα χείλια, βαμμένα χέρια, βαμμένα παντελόνια και μπλούζες, η σκιά της μουριάς πάντα μύριζε αλλιώς. Απαγορευμένα, συνήθως. Κλέβαμε μούρα απ΄τις ξένες. Μόνο. Από τότε εμπεδώσαμε ότι το ξένο είναι πιο καλό. Κι ας σε βάφει, ανεξίτηλα πολλές φορές.

Ψωμί με θρεψίνη. Μια μέρα Αυγούστου την σκότωσε εν ψυχρώ η μερέντα. Γυναίκες….πφφ….

Πάγος ψυγείου. Ωραία ψυγεία. Είχαν ένα τεράστιο κομμάτι νερογρανίτας  μέσα τους, έκοβα στα κλεφτά με το μαχαίρι μια γωνιά απ’ τον πάγο και έγλυφα μέχρι να λιώσουν τα δάχτυλά μου ή να γίνει μουσκίδι η φανέλα μου. Αυτόν με την πέτσινη ποδιά που έφερνε με το τρίκυκλο τον πάγο και έκοβε στα δυο με το πριόνι την κολώνα για να την πιάσει μετά με την φοβερή και τρομερή του λαβίδα τον είδα μετά από χρόνια στις ταινίες του Τιμ Μπάρτον και του Γουές Κρέιβεν. Απέθαντος ο καργιόλης…

Βυσσινάδα από βύσσινο γλυκό και παγωμένο νερό. Καμιά τιποτένια δεν έχει το ηθικό ανάστημα -ως και σήμερα- να αναμετρηθεί μαζί της.

Τα σουτζουκάκια του Κουμαρέλα, στη γωνία της πλατείας. Με το φωτισμένο ρολόι απέναντι να χτυπάει εννιά. Δέκα. Το έντεκα το ακούσαμε στο δρόμο για το σπίτι. Μέχρι και σήμερα πιστεύω ότι ο Κουμαρέλας ήταν ένας εξωγήινος που κατέβηκε σ΄αυτόν τον πλανήτη για να μάθει στους γήινους πώς φτιάχνονται τα σουτζουκάκια. Μετά πήγε και σε άλλους γαλαξίες για να μεταδώσει αυτή τη γνώση. Συνταγή δεν άφησε φεύγοντας. Το ρολόι το άφησε.

Γκαζόζα Εσπέρια. Παίρναμε μια κάσα -δεκάξι μπουκάλια είχε, θυμάμαι- πορτοκαλάδες και από μισή λεμονάδες και γκαζόζες. Αυτές ήταν δικές μου, όταν ερχόταν η κάσα κερνούσα μια στον Σωτηράκη από δίπλα και τέλος. Κάθε βδομάδα ανανεώναμε την κάβα μέχρι που ένα καλοκαίρι η Εσπέρια δεν ξαναφάνηκε. Πολύ μου κακοφάνηκε. Μετά έφυγε κι ο Σωτηράκης.

Παγωτό κασσάτο Άσος. Και ο ανταγωνιστής,  Τάσος. Ένα κάθε μέρα. «Εσύ ρε πόσα παγωτά έφαγες φέτος;», «εβδομήντα», «εγώ εβδομηνταένα», «ναι αλλά εγώ έκανα πιο πολλά μπάνια από σένα»…

Ψάρι πλακί. Τίμια μοιρασμένο, τόσες μερίδες όσα τα κεφάλια στο τραπέζι. Με μπόλικη ντομάτα, σκόρδο, μαϊντανό και κρεμμύδια για να φτουρήσουν οι μπουκιές. Το σιχαινόμουν.

Βρεμένα τσιμέντα και σκάλες. Κάθε απομεσήμερο. Και μετά ξανά το απόγευμα. Για να στεγνώσουν, να μπουν κουρελούδες πάνω τους και να πιάσουν μανάδες και γιαγιάδες γειτόνισσες κουβέντα ως αργά το βράδι. Αργά. Σάμπως έβλεπε ρολόι καμιά τους; Μόνο όταν ήταν να μας φωνάξουν σπίτι δεν λάθευαν στην ώρα.

Καλαμπόκια βραστά. Ψητά. Αλατισμένα. Κολλημένα στο δόντι. Κάθε μέρα. «Πριν πέσεις για ύπνο να πλύνεις τα δόντια σου, κολγκέιτ με γκαρντόλ σου πήρα, μη φυτρώσει καλαμποκιά μέσα σου», «καλά μαμά», «καλάθια».

Μια φέτα ψωμί, ένας κεφτές, πάντα κρύος, το απογευματινό μου, τη μέρα που είχαμε ζεστούς το μεσημέρι. Όμως οι ζεστοί της γειτόνισσας μύριζαν πάντα καλύτερα, ειδικά τη μέρα που εμείς είχαμε φασολάκια.

Βύσσινο γλυκό πάνω σε ψωμί με καλό βούτυρο, το άλλο απογευματινό μου. Αυτό έτρωγε η αστική τάξη. Η εργατική έτρωγε ψωμί με καφέ και ζάχαρη. Μερικές φορές έτρωγα κι εγώ ψωμί με καφέ και ζάχαρη κι από τότε δεν μπόρεσα να ξεκαθαρίσω τι σόι αστική καταγωγή είχα αφού δεν έτρωγα κάθε μέρα κεφτέδες ή βύσσινο γλυκό πάνω σε καλό βούτυρο.

Μυρωδιά ασβέστη σε δέντρα και πεζούλια. Κυκλάδες στη Θράκη, έτσι κάναμε παλιά. Αλλά όχι από καμιά ζήλια, μη φανταστείς, άλλωστε τι θα πει Μύκονος μόνο απ’ τη Γεωγραφία και τους χάρτες ξέραμε. Μετά μάθαμε ότι είναι ένα νησί που έχουν έναν πελεκάνο και έναν γαλάτη και είπαμε «παράξενο νησί», μετά μάθαμε κι άλλα πολλά αλλά γίναμε κι εμείς παράξενοι οπότε τους αφήσαμε στην ησυχία τους. Σταματήσαμε και να ασβεστώνουμε.

Τα Σεραφίνο, τα Τιραμόλα, τα Μπλεκ. Το ορκίζομαι, τα καλοκαιρινά-διπλά τεύχη- μύριζαν. Μάλλον τα ψέκαζαν με κάτι για να μην απεξαρτηθούμε ως το φθινόπωρο.

Δυο κιλά ντομάτες «για σαλάτα». Όσες ξέμεναν και δεν άντεχαν τις κακουχίες, πήγαιναν στο διπλανό τελάρο, «για φαγητό». Μερικές φορές παίρναμε απ’ αυτές του φαγητού και τις κάναμε σαλάτα. Δεν καταλάβαινα γιατί, τότε. Σήμερα μια χαρά το καταλαβαίνω αλλά ντοματίλα δεν μυρίζει καμία.

Γεμιστά πιπέρια και τομάτες στο ταψί που γύριζε απ το φούρνο της κάτω γειτονιάς. Μίσησα την ώρα και τη στιγμή που μπήκε η Siemens  –ε ναι, ψέματα να λέω; – σπίτι και σταμάτησαν η γιαγιά μου και η μάνα μου να τρέχουν στο φούρνο, αυτές ξεκουράστηκαν κι εγώ πιπέρια δεν ξανάφαγα δυο καλοκαίρια, έτσι για να τους μάθω να κάνουν μαλακίες αγοράζοντας άχρηστες συσκευές.

Το κερί μέσα στο άδειο καρπούζι-φαναράκι. Στο ξανάπα, νομίζω : αν κάτι μυρίζει καλοκαίρι στη συναχωμένη μνήμη μου, αυτό είναι.

Ένα Φαντάζιο με τη Θάλεια Παπάζογλου ξεβράκωτη, είχε ξεδιπλωμένη μιαν άκρη σελίδας -εκείνες τις «ξεκόλλα και μύρισε»- και νόμιζα πως μύριζε το δέρμα της Αqua Velva. Έκανα ένα μήνα να συνέλθω. Τον επόμενο Ιούλιο τσοντάραμε όλοι και πήραμε Playboy. Ο πιο ξύπνιος έβρεξε ένα βαμβάκι με οινόπνευμα για να βγάλει τα σημάδια του μαρκαδόρου πάνω απ τα γυμνά στήθια. Εκείνος ο Ιούλιος μύριζε οινόπνευμα, όπως όλο το περιοδικό. Ρώγες δεν είδαμε. Ευτυχώς διαπιστώσαμε, καιρό αργότερα, ότι τα αληθινά μυρίζαν αλλιώς.

Σπόρια και Ταμ-Ταμ στα θερινά Ηλύσια. Δεν με ενδιαφέρει τι παίζει. Ήθελα ένα σακουλάκι σπόρια και Ταμ-Ταμ. Και να βγάλω τα πέδιλα για να ακουμπήσω τα ξυπόλητα πόδια μου πάνω στα χαλίκια. Πίνοντας Ταμ-Ταμ, απέναντι απ’ την οθόνη, χαμογελώντας στα σκοτεινά.

Το ντι ντι τι. Δεν υπήρχε μικρή Τερέζα που μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία του φλιτ του. Εδώ που τα λέμε ακόμη και μεγάλη –σα μικρός δεινόσαυρος- θα υπέκυπτε.

Kρέμα ξυρίσματος Kolynos και η βρεγμένη βούρτσα ξυρίσματος του πατέρα μου. Πολύ λυπήθηκα όταν μια μέρα είδα το μπολάκι που έφτιαχνε τον αφρό να φιλοξενεί κέρματα εντός του και έναν φριχτό αφρό Splendid να φιλοξενείται στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Δεν τον είχα για τόσο άσπλαχνο.

Ο κόκκινος τραχανάς που στέγνωνε στο πίσω δωμάτιο. Δεν την άντεχα εκείνη τη μυρωδιά, πρώτη φορά κατόρθωσα να φάω τραχανά τριάντα χρόνια μετά. Κόκκινο. Τον άσπρο τον ξερνούσα, βαρέθηκαν να σκουπίζουν φορμάικες, μουσαμάδες και μωσαϊκά, ξεμπέρδεψα.

Κοτόπουλο τηγανισμένο με καλό βούτυρο στον Τεκέ. Οι κάμπιες απ τα δέντρα πέφτουν σαν καμικάζι στα κίτρινα πιάτα αλλά απτόητος συνεχίζω να κάνω παπάρες. Κάποιος βάζει στο τζουκ-μποξ Τζίμη Μακούλη, ο μπαμπάς μου παίρνει τη μάνα μου για να χορέψουν στη μικρή πίστα και μ’ αφήνουν μόνο με τα κοτόπουλα, τις κάμπιες και δυο Fix. Άμα αφήσεις μικρό παιδί με μια μπίρα δίπλα, ενηλικιώνεται απότομα. Ειδικά αν είναι Αύγουστος.

Ο ιδρώτας ανάμεσα στα στήθη της κυρίας  Χρυσοσπάθη όταν έσκυβε στο ψυγείο για να μας γεμίσει τα χωνάκια με κρέμα-σοκολάτα. Ποιο παγωτό ήταν πιο βαθιά; εκείνο διαλέγαμε, εντάξει, η γαλατού μας δεν ήταν ακριβώς η Malena αλλά άμα είσαι δεκατρία όλα τα γυναικεία στήθη με κρέμα-σοκολάτα είναι γεμάτα. Δυο μεγάλα χωνάκια που λιώναν μέσα στο μυαλό μας. Και λίγο παρακάτω….

Φρέσκα σκορδάκια απ΄τον κήπο. Σκέτα. Με τυρί, ελιά και ψωμί, πλάκα ή φόρμα. Μύριζα δεν μύριζα χέστηκα. Μικρό ήμουν, φιλιά δεν έπαιρνα, δεν έδινα. Και στην καρδιά της Τρανσυλβανίας να με άφηναν νυχτιάτικα, θα με βρίσκαν σώο και αδάγκωτο την επόμενη μέρα.

Κοκοράκια γλειφιτζούρια με κόκκινη ζάχαρη και καραμελωμένο φιρίκι-γλειφιτζούρι. Αυτό ήταν για τα πλούσια της γειτονιάς, εγώ κι ο αδερφός μου δεν ήμασταν απ΄τα φτωχά αλλά η μάνα μας έλεγε να μη το παίρνουμε γιατί πριν το καραμελώσουν ήταν άπλυτο και έτσι έμεινε. Την πίστεψα ο σιχασιάρης, ποτέ δεν δοκίμασα.

Μπάμιες μέσα σε νερό με ξύδι «για να μη μαυρίσουν». Μετά σκέτες. Μια Κυριακή στις τέσσερις και με κοτόπουλο. Ωραίο φαΐ, το καλύτερο μη σου πω, όταν είχαμε μπάμιες εγώ έτρωγα τηγανητές πατάτες.

Νivea και Atrix για τα χέρια απ τους συγγενείς της Γερμανίας. Αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι με τα περίεργα αυτοκίνητα που είχαν οβάλ πινακίδες, κατέβαιναν μόνο τα καλοκαίρια για να σώσουν τα χέρια των γυναικών από τις φοβερές κακουχίες ώστε να μπορούν να αγγίζουν μετά τους άντρες τους χωρίς να τους γρατζουνάνε. Εμείς συγγενή στη Γερμανία δεν είχαμε αλλά παραγγέλναμε τις νιβέες μας σε συγγενείς γειτόνων κι έτσι τα χέρια της μάνας μου τα χρωστάνε όλα στην καλοσύνη –με το αζημίωτο- των ξένων.

Συμπυκνωμένος χυμός πορτοκάλι σε γυάλινο μπουκάλι. Κρύο, παγωμένο νερό για να αραιώσει η αντιβίωση. Μη το βάλετε χέρι κι αυτό, για κέρασμα το ΄χω..

Ο παππούς μου επιστρέφει σπίτι, κρεμάει το ψαθάκι του στο καρφί δίπλα στον καθρέφτη, τη μυρωδιά απ’ το ιδρωμένο καπέλο –Σταμίων ήταν- δεν την ξεχνώ, αυτή η μυρωδιά ήταν ο παππούς μου, πλένει χέρια, κάθεται στο μικρό τραπέζι της αυλής, ένα ποτήρι ούζο Τσότρα μπροστά του, δυο ελιές, μια φέτα παστουρμά. Και μετά αργιάνι, φορώντας το άσπρο του φανελάκι, πριν πέσει για σιέστα. Ιεροτελεστία. Sacred Summer, πράγματι..

Το πρώτο τζιντζερ-έιλ που ήπια στο Ξενία, όταν τελειώσαν οι εξετάσεις της Δευτέρας Γυμνασίου, για να το γιορτάσω, τόσο βαριές μου έπεσαν. Ως και σήμερα πάντα έχω δυο τρία κουτάκια στο ψυγείο, σαν αγχολυτικά. Για να βεβαιωθώ πως τέλειωσαν οι εξετάσεις και δεν θα με φωνάξουν για να ξαναδώσω.

Πάρα πολύ μουρουνέλαιο. Άγνωστο γιατί, μου το δίναν πάντα καλοκαιριάτικα, τόσο δηλαδή που νόμιζα ότι οι μουρούνες –που δεν είναι μουρούνες- είναι καημένα ψάρια που ζουν μόνο τρεις μήνες το χρόνο και παίρνουν το ζουμί τους για να το δίνουν σε τσογλανάκια σαν κι εμένα που όλα τα φαγητά μου ξίνιζαν και μου βρώμιζαν. Αν με δεις σήμερα, θα πεις έπιασε τόπο. Ο αδερφός μου έπεσε μέσα σε ένα μπουκάλι, όπως ο Οβελίξ στη μαρμίτα, κι αν τον δεις σήμερα θα πεις ότι έπιασε τζακποτ. Ώρες ώρες σκέφτομαι πως θυσιάστηκε αυτός για να σωθώ εγώ.

Αληθινά γλυκά, σε ωραίο πιατάκι, με ένα ποτήρι κρύο νερό δίπλα, ντοματάκι ασβεστωμένο και τραγανό, καρπούζι τυλιχτό, τύφλα να ‘χουν τα σαραγλί και τα ελατήρια, μελιτζανάκι γλυκό με καρφωμένο ένα γαρύφαλλο στον μελιτζανί κώλο του. Καίσια και κολοκύθια δεν έτρωγα, άμα έχεις μελιτζανάκι δεν ασχολείσαι με δεύτερης διαλογής κώλους.

Τα άσπρα λαστιχένια παπούτσια της θάλασσας στη σακκούλα με τα μαγιώ. Ούτε το αλάτι μύριζε, ούτε το ιώδιο, παρά μόνο το λάστιχο. Έσκισα τρία ζευγάρια παίζοντας μπάλα στην ξεραμένη λιμνοθάλασσα πίσω απ την παραλία. Για δοκάρια δυο κουβαδάκια…

Ψόφιες γάτες σε έρημες και χορταριασμένες αυλές. Βόθροι που ξεχείλιζαν περιμένοντας τον καθυστερημένο αχόρταγο. Δεν ξέρω αν φταίνε τα γατιά ή το μαλθακό παχύ μας έντερο σήμερα, αλλά ακόμη και τα βρωμερά καλοκαίρια μύριζαν καλύτερα τότε.

Ο βραδινός δροσερός αέρας στο δωμάτιό μου, με την αφίσα του Κούδα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μύριζε. Ο αέρας, όχι ο αρχηγός. Το συμπύκνωμα μιας ολόκληρης καλοκαιρινής μέρας, με γδαρμένα γόνατα, χτυπημένους αστραγάλους και πλυμένα πόδια στη βρύση της αυλής. Για να μη γίνουν τα καθαρά σεντόνια «σαν τα μούτρα μου». Τι κακό έχουν τα μούτρα ενός εντεκάχρονου δηλαδή; εκτός απ’ το ότι μπορεί να ‘πεσε για ύπνο με κανένα κολλημένο κουκούτσι από καρπούζι πάνω τους…

Περιττό να σου πω –αλλά θα στο πω για να σφιχτεί και το δικό σου το στομάχι- ότι σαν ερχόταν η ώρα για ξυμένα μολύβια, σβήστρες και ένα κομάτι λαγάνας γεμιστής με βούτυρο κραφτ και μουρταδέλα μέσα στην τσάντα, ήξερα πως το θέρος παρήλθε. Tώρα το νιώθω και με τις μισές αισθήσεις…όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο πιο ολιγαρκής στις μνήμες γίνεται..

——————————-

(παράλειψη, επανορθώνω ως όφειλα, ιδού ο ηθικός αυτουργός   http://vlemma.wordpress.com/2011/09/03/athina-myrodia/   )

summer into winter

Περασμένες οκτώ, τέλος βάρδιας ήλιου, οδηγώ ανάμεσα στο βουνό και το ποτάμι ακούγοντας Κριστόφ. Αν με ρωτάς γιατί τόση φτηνή απελπισία, θα σου πω δεν ξέρω. Λίγες μέρες πριν έκανα την ίδια διαδρομή με συνοδηγό Αλ Μπάνο. Ούτε και τότε ήξερα. Είχα χάσει τη διασταύρωση, ένας βούλγαρος με πόρσε που ερχόταν από πίσω με μούτζωσε σλάβικα γιατί έστριψα χωρίς να βγάλω ελληνικό φλας, σάμπως και θα μπορούσε να το μεταφράσει ο απόγονος του Κρούμου αν έβγαζα έγκαιρα..

Με την πλατεία μας ξεμπέρδεψα. Μάλλον. Μια, δυο, τρεις, μετά άρχισαν να έρχονται τα κουτιά με τις πίτσες, τις κρέπες, τα εξάμπιρα, τα simeco, δεν είχαμε και κανέναν να φασκελώσουμε τριγύρω, κάτι έρημα και σκοτεινά γραφεία του ΠΑΣΟΚ μονάχα αλλά είναι σα να κλέβεις παγκάρι, αυτοί μουτζώνονται και μόνοι τους, ένα βράδι πέταξα το τελευταίο κουτάκι της άμστελ στον κάδο της ανακύκλωσης και χάθηκα. Με ελαφριές τύψεις αλλά χάθηκα. Περπάτησα ως το σπίτι, μπήκα στο αυτοκίνητο, άνοιξα τα παράθυρα και ξαναπήγα στο βουνό, χρειαζόμουν άλλοθι, χρειαζόμουν αέρα, χρειαζόμουν όμως και αμόλυβδη, ή το βουνό θα έπρεπε να έρθει πιο κοντά ή θα μάθαινα να αναπνέω -ξανά- και στο μπαλκόνι για να μη καταστραφώ οικονομικά.

Εκεί, στο μπαλκόνι, βάλαμε ξανά κάτω τους αριθμούς για να δούμε τι αποτέλεσμα βγάζει το φετινό καλοκαίρι. Ακέραιο δεν βγαίνει, οπότε είπαμε να πορευτούμε με τα δεκαδικά κι ο,τι προκύψει. 1,20 αντηλιακή, 7,44 βουτιές, 2,2 πετονιές, 5,08 δύσεις ηλίου, 3,14 ανατολές, λίγη λαθραία άμμος στα σεντόνια, ενοχλητικό αλάτι ανάμεσα στα δάχτυλα, μερικές ατελείς αλλά έντιμες στύσεις, μετρημένες στο ένα χέρι τζούφιες ανατριχίλες, μάλλον απ’ την βραδινή υγρασία παρά από φιλότιμες ορμόνες. Και ούτε μια εφημερίδα. Ούτε καν βιβλίο. Μη σου πω ούτε καν κουβέντες. Μπούχτισα κι από κουβέντες.

Κάποτε -μαζί με τα βιβλία που διάλεγα για να μπουν στον σάκκο- έγραφα κασέτες για τις διακοπές. Πολλές. Η μουσική δεν σταματούσε στιγμή, όλα τα καλοκαίρια μου, τα καλοκαίρια μας, είχαν σάουντρακ ζηλευτό, side 1, side 2, εξηντάρες, ενενηντάρες, χρώμια, dolby, στη μέση εμείς. Νομίζω πως από τη μέρα που γεννήθηκαν τα cds, τα καλοκαίρια ξέφτισαν λιγάκι. Όταν ήρθαν τα mp3 ξεθώριασαν, όταν τα τραγούδια κρύφτηκαν μέσα σε κινητά οι ζέστες ξεψύχησαν κι ας έδειχνε 34 C υπό σκιά έξω. Δυο τέτοια ξεφτισμένα ομοναμούρ και ιοντινότε άκουγα τις προάλλες, ξεφτισμένα και ξεφτιλισμένα. Όμοιος ομοίω. Έπαψα από καιρό όμως να ντρέπομαι  για την κατάντια μου όταν οδηγάω μόνος κάνοντας ταυτόχρονα σαχλές βουτιές προς τα πίσω, χωρίς κανένα φόβο μη σπάσει ο σβέρκος μου ή βγω απ΄το δρόμο. Ούτε ο Φέτελ μπορεί να τα κάνει αυτά. Ούτε ο Σένα θα τολμούσε.

Μια κασέτα βρήκα πριν λίγες μέρες, μέσα σε ένα κουτί από παπούτσια που κάποτε φιλοξενούσε κάτι πάνινα superga, στη ντουλάπα με τα κοστούμια. Eίχε κι άλλες αλλά σ’ αυτήν έπεσε πρώτα το μάτι μου, είχε και χειροποίητο τίτλο, marine girls &  lazy boys. Πρώτος στην πρώτη πλευρά, Ben Watt, some things dont matter. Πρώτo στη δεύτερη πλευρά, plain sailing, Tracey Thorn, 1984 ήταν. Αν καλοσκεφτείς ότι κοντά τρεις δεκαετίες αργότερα, μιαν ολόκληρη γενιά δηλαδή, εκείνη συνεχίζει να τραγουδάει χωρίς αδιέξοδες πικρίες Oh, the divorces κι αυτός τα κατάφερε να γκριζάρει μια χαρά με κοτζάμ Σύνδρομο Churg–Strauss στους ώμους, συνειδητοποιείς ότι η μόνη ψήφος εμπιστοσύνης που μετράει, το μόνο δημοψήφισμα που θέλει με λύσσα «ναι» για απάντηση, είναι αν έχεις το κουράγιο, τα κότσια να μείνεις ακόμη ζωντανός μέσα σε τόσο θυμό, τόση αβεβαιότητα, τόσο γκροτέσκ, τέτοια παράνοια. Όσα συνταγογραφημένα χημικά κι αν ποτίζεσαι πρωί, μεσημέρι, βράδυ για να στέκεις όρθιος. Όσα αδέσποτα δακρυγόνα κι αν σταματάς λίγα χιλιοστά από τα μάτια σου κάθε μέρα γιατί fuckin’ boys don’t fuckin’ cry. Όσες ασπίδες κι αν βλέπεις ορθωμένες απέναντι να σου φράζουν το δρόμο για ένα βράδι στη θάλασσα με μόνη παρέα μια πετσέτα, μια μπίρα και ένα χαμόγελο. Ούτε καν μαγιώ, ρολόι, λεφτά, κινητό. Πριν ξαναγυρίσεις στα χημικά, τα δακρυγόνα, τα συντάξιμα, τα μεσοπρόθεσμα και τα εκπρόθεσμα. Για να προλάβεις έστω και μια λυτρωτική βουτιά προτού ξαναμπεί ο χειμώνας και η θάλασσα τα κάνει όλα λίμπα μέσα στο σπίτι, οργισμένη μαζί σου που την άφησες μόνη της φέτος…

————————–

Art : Ana Teresa Fernandez

το τρένο της ληγμένης βαφής

Όταν παίρνω διπλή δόση xozal αυτά παθαίνω, βλέπω Ιστορίες εκεί που δεν υπάρχουν, γράφω για χτένες ενώ ο κόσμος καίγεται. Ο αλλεργιολόγος μου το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε, ορθά κοφτά : «με το που ξεκινάς να τα παίρνεις κομμένο το αλκοόλ, η οδήγηση, το σεξ  και το βλόγιν».

Δεν ξέρουν απ’ αυτά οι γιατροί, όλα κόβονται, το σεξ όχι.

Έβλεπα τις προάλλες την αφίσα από τη συναυλία των ντιπέρπλ με τον Βασίλη. Λάθος έκανα. Με το κατάλληλο αντιαφροδισιακό και το σεξ κόβεται. To λέγαν και οι Virgin Prunes σαν ήμουν νέος, If I die, I die. Oύτε μετά θάνατον ζωή, ούτε δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, ούτε forever young, οι Dorian Gray πέθαναν μαζί  με τον Όσκαρ και την πρώτη εξέταση για PSA, όσα μαύρα τι-σερτ κι αν φορέσουν, όσο σφιχτοφρύδικα κι αν κοιτάξουν το άπειρο ή το φακό την ώρα που ο Basil Hallward τους κάνει το πορτρέτο.

Tέτοιες στριφνές και δύσκολες μέρες, strange days, sour times, όπως θέλεις βάφτισέ τες, όλα δικαιολογούνται όμως. Ακόμη και το να γράφεις εξυπνάδες για πεθαμένες ορμόνες. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν  κάποιοι που βιώνουν εφηβικά ή προκλιμακτηριακά déjà vu με τα child in time και τους θερμαστές απ’ το τζιμπουτί, η γνώμη μου περισσεύει. Άλλωστε ο βασανισμένος και πνιγμένος έλληνας που ζητάει ένα σωσίβιο ρεφρέν αυτές τις σκληρές εποχές, ακόμη κι απ’ τα μαλλιά πιάνεται. Κι ας είναι αραιά, κι ας είναι ταλαιπωρημένα πιά κι αυτά απ’ την ανελέητη βαφή του χρόνου.

Τουλάχιστον, σκέφτομαι,  ο Ian συμβιβάστηκε με την ιδέα πως το τρένο πέρασε.  Στα εξηνταέξη σου υπάρχει ζωή -και χρώμα, έστω γκρι, έστω άσπρο-  κι έξω απ’ αυτό…