la vita e 24 Mbps

πήρε πέντε μέρες άδεια για τη βδομάδα μετά της Παναγίας. είχε κάνει κράτηση πριν καιρό στο facebook. ανάποδα πράγματα, όταν άδειαζε αυτό γέμιζε ο τόπος έξω. ανέκαθεν τον βόλευε η σιγουριά όμως. αν βαριόταν εκεί, θα πεταγόταν για καμιά μπίρα στο βλογ, για καμιά βουτιά στο tweeter, μπορεί και να ξενυχτούσε πίνοντας με κάποιο υποσχόμενο mail ή να ‘βαζε κανένα παγάκι στο τσίπουρο την ώρα που έριχνε τον μπάζο του. στην ανάγκη θα ‘παιρνε το smartphone στο WC. πού να τρέχεις να ψάχνεις δωμάτιο αυγουστιάτικα…

(niemandsrose, διαρκής πηγή έμπνευσης, μας έχει τσακίσει το ηθικό, να το κλείσει λίγο μπας και ξεκουραστούν τα δαχτυλάκια μας)

Advertisements

άπνοια

Μπαλκόνι, δυόμιση, ξημερώματα, Τρίτη. Υπάρχουν κάποιοι που διατείνονται πως «ξημερώματα» πριν τις τέσσερις, άντε πέντε το πρωί, δεν υπάρχουν. Προφανώς τα ξημερώματά μας δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ. Ίσως -σκέφτομαι- σε κανένα δωμάτιο ή προθάλαμο νοσοκομείου αλλά εκεί δεν έχει ώρες, όλα είναι ένα. Η μέρα είναι νύχτα και ανάποδα.

Παράτησα το βιβλίο που διάβαζα, το βαρέθηκα πριν καν αποφασίσω να ψάξω σελιδοδείκτη, ακουμπάω στο κάγκελο το χέρι μου, σε λίγο γέρνω και το κεφάλι, κοιτάζω στην ευθεία του κάγκελου, μέχρι εκεί που πάει το μάτι μου και προσπαθώ να χαθώ. Δεν είναι δύσκολο, η μυωπία είναι ενισχυτική του άγνωστου, μόνο γκρίζους και μαύρους όγκους βλέπω μέσα στο σκοτάδι. Οι τέντες είναι ανεβασμένες, ένα αεράκι κουνάει ο,τι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου, σε λίγο γίνεται πιο δυνατό, κοροϊδεύομαι ότι το μπαλκόνι σήκωσε άγκυρα και ξεκίνησε, ευτυχώς δεν ζω -όχι ακόμη- δίπλα σε καμιά χωματερή, να ακούσω και πεντέξι γλάρους να πετάνε παραδίπλα και να τρέχω μετά για Xanax.

Αν -μια στο δισεκατομμύριο- είναι καράβι, το υπόλοιπο πλήρωμα κοιμάται. Πρέπει να μείνω ξύπνιος λοιπόν και να το βγάλω στα ανοιχτά μόνος μου, αφού πρώτα ειδοποιήσω αυτόν με το αναμμένο φως στην απέναντι πλευρά του δρόμου να περιμένει λίγο, αν ξεκινήσουν ταυτόχρονα δυο τρίτοι όροφοι μπορεί να έχουμε δράματα, αν σαλπάρει και ο δεύτερος διαγώνια -βλέπω την κάφτρα του ύπαρχου να κουνιέται εκεί χαμηλά- τότε κανείς δεν θα διηγείται την ανιαρή ιστορία του Τιτανικού σε λίγα χρόνια. Κακώς οι μηχανικοί δεν σκέφτηκαν να βάλουν κόρνα στα μπαλκόνια, δε λέω για τις παλιές μπρούτζινες ναυτικές, μια φτηνή κινέζικη θα αρκούσε. Ποιος προέβλεπε τότε, θα μου πεις, ότι θα καταλήγαμε να περιφερόμαστε καλοκαιριάτικα σ’ αυτό το κατάστρωμα, πέρα δώθε, να το πλένουμε κάθε μέρα -σαν τους μούτσους του Bounty- και να αγναντεύουμε από μια γωνιά του τον ίδιο σταθερό ορίζοντα που ούτε κοντά μας έρχεται ούτε στην αγκαλιά του πάμε. Σαράντα, πενήντα, εξήντα μπαλκόνια, άλλα με μηχανές, άλλα με πανιά, ακινητοποιημένα καταμεσής δυο δρόμων. Σα να μας τέλειωσαν ξαφνικά τα καύσιμα ή να έκλεισε κάποιος τον διακόπτη του αέρα και της ανάσας μας.

Ελπίζω αύριο, μεθαύριο, να αποφασίσω να βουτήξω. Λάντζα δεν έρχεται, λιμάνι δεν πιάνουμε, ανεμόσκαλα δεν έχουμε, αν δεν έρθει το καλοκαίρι προς τα δω λέω να πάω εγώ να το βρω πριν χαθεί οριστικά το στίγμα του από το ραντάρ..

τέσσερις και μια νύχτες

Τέσσερα βράδια φέτος, το πέμπτο θα κοιμηθούμε σπίτι.

Της είπε.

Είχε βάλει κάτω βενζίνες, διόδια, δωμάτιο, ταβέρνες, ένα κομάτι πίτσα στο χέρι, ένα ποτό το βράδυ, μάλλον μπίρα, σίγουρα μπίρα, ούτε οι βάρκες ούτε τα πανιά βγήκαν ίσα αλλά για να μη πονέσει κι άλλο το στομάχι του αποφάσισε πως το ναυπηγείο έφταιγε, αυτοί θα ξεκινούσαν κι αν ο γιαλός έβγαινε στραβός θα γύριζαν μια μέρα νωρίτερα. Για όλα υπάρχει λύση εφόσον υπάρχει δρόμος. Σε καράβι δεν θα ‘μπαιναν γιατί τα βαπόρια και τα λιμάνια είναι φυγόπονα, η άσφαλτος δεν σταματάει λεπτό τα δρομολόγια.

Τι θα προλάβουμε να κάνουμε τέσσερις μέρες; ώσπου να βγάλω ρούχα και πετσέτες απ’ τη βαλίτσα θα πρέπει να τα ξαναπακετάρω.

Δεν το είπε με παράπονο. Με κούραση το είπε. Και μόνο στη σκέψη του βάλε-βγάλε-βάλε ο ιδρώτας στο μέτωπο και στη γραμμή ανάμεσα στα στήθη της αυθαδίαζε. Ούτε δυο  ώρες δεν έχω που βγήκα απ’ το μπάνιο, σκέφτηκε, ξανά μανά αφρόλουτρα, ενυδατικές και νερά. Δεν τον μπορούσε τον ιδρώτα όμως, ούτε τον δικό της, ούτε -ακόμη χειρότερα- τον δικό του. Μετά από δεκαεφτά χρόνια καλύτερα να της έλεγες να αγγίξει βάτραχο παρά το ιδρωμένο δέρμα του. Τα ίδια σκεφτόταν κι αυτός, μόνο που αντί για βάτραχο όταν την έβλεπε ιδρωμένη σκεφτόταν σαλίγκαρο. Ιδρώτες δηλητήριο…

Τι θέλεις να σου κάνω εγώ; απάντησε. Και το πεντακοσάρικο που θα ξοδέψουμε πολυτέλεια είναι, η άλλη ξεκινάει φροντιστήρια τον Αύγουστο. Μακάρι να είχαμε θάλασσα στα πόδια μας να σε πηγαίνω μέρα παρά μέρα, να μη βάζεις και βγάζεις ρούχα και πετσέτες στην τσάντα αφού σ’ ενοχλεί τόσο.

Τα είπε αυτά σκαλίζοντας αφηρημένα το πορτοφόλι του, τι έψαχνε άγνωστο, το περιεχόμενο γνωστό, μερικές αποδείξεις, λίγα κέρματα, ένα εικοσάρικο, δυο πιστωτικές, ταυτότητα, μια εικόνα της Παναγίας της Σαλαμιώτισσας. Και δυο κάρτες από γιατρούς, απ’ αυτές που κάνεις συλλογή όταν περνάς τα σαρανταπέντε.

Άκου με, δεν είναι το ίδιο και το ξέρεις. Να φύγω θέλω, να μη βλέπω αυτά τα ντουβάρια, αυτό το μπαλκόνι, αυτές τις γλάστρες, αυτά τα κάδρα, αυτό το κρεβάτι, αυτούς τους καναπέδες, αυτές τις κουρτίνες. Να φύγω και να ξημερωθώ όπου να ‘ναι, αρκεί να μη ξαναγυρίζω εδώ τα βράδια, κοιμάμαι και το ταβάνι είναι μια σπιθαμή από τη μύτη μου, ανάσα δεν μπορώ να πάρω, το σπίτι μίκρυνε, οι τοίχοι του κουνιούνται, πλησιάζουν ο ένας στον άλλον, στο τέλος θα γίνουν ένα, δεν θέλω να είμαι μέσα εκείνη την ώρα, δεν το καταλαβαίνεις εσύ αυτό;

Το καταλάβαινε. Κινούμενους τοίχους όμως δεν μπορείς να σταματήσεις με ένα μισθό, κι αυτόν ανάπηρο. Τι να βάλεις ανάμεσά τους για να μη σε λιώσουν; εδώ μέσα ούτε γνωστοί και φίλοι ερχόντουσαν πια, να βάλουν κόντρα με τις πλάτες τους, με τα γέλια τους, με τις κουβέντες τους, να αργήσει λίγο το τέλος. Έχουν κι αυτοί να παλέψουν με τα δικά τους ντουβάρια, με τα δικά τους ταβάνια, με τα δικά τους πεντακοσάρικα που δεν βγαίνουν πέντε νύχτες όποια αριθμητική πράξη και να κάνεις. Τέτοια μαθηματικά με νύχτες ποτέ δεν μας διδάξαν στο σχολείο. Με ύλη που δεν διδάχτηκε, τα καλοκαίρια από δω και πέρα θα παραμείνουν άλυτα. Με ιδρώτα που μυρίζει  σπιτίλα και ξεθυμασμένη φτηνή μπίρα…

————————– 

art : Αlyssa Monks

μάι ψυ ιζ ντεντ

 

Η πρώτη ψιχάλα έπεσε στο κεφάλι του την Πέμπτη στις 08:42 ακριβώς, την ώρα που ήθελε άλλα δέκα βήματα για να μπει στο αυτοκίνητο. Αν βρισκόταν διακόσια μέτρα μακρύτερα, μπορεί να είχε πέσει στις 08:41. Ή στις 08:43. Θέμα τοποθέτησής του στο χώρο ήταν, η ψιχάλα έτσι κι αλλιώς δεν είχε άλλη επιλογή από το να κατέβει. Δεν ήρθαν -ακόμη- τα πάνω κάτω στον κόσμο.

Ήταν μια πολύ βαριά σταγόνα, η ηχώ της έμεινε στο εσωτερικό του κρανίου του ως τις 08:42:34, οπότε και έσβησε. Ένας μαθηματικός ή φυσικός θα μπορούσαν να μας πουν πολλά για τη χωροταξία του μυαλού του από αυτήν την πληροφορία και μόνο αλλά οι ιστορίες με μαθηματικά μοντέλα, τύπους και εξισώσεις με ζ και χι και ψι ποτέ δεν με συγκινούσαν.

Τι είχε στο κεφάλι του εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστο. Ίσως αυτή η πληροφορία υπάρχει μέσα σε ένα άλλο ποστ, μιας άλλης μέρας που ‘βρεχε, μα είναι αδύνατον να το ψάξω τώρα που γράφω, η μπαταρία του λαπτοπ αδειάζει σε λιγότερο από δυο λεπτά όταν σκαλίζω παλιές ιστορίες. Τροφοδοτικό δεν έχω μαζί, γράφω κάτω από ένα κιόσκι στη μέση του πουθενά. Ωραία έκφραση αυτή, γερό στάνταρ γραφής, μα εφόσον δεν προσδιορίζεται το «πουθενά» πώς μπορείς να ορίσεις τη μέση του;  κι εδώ θα μπορούσαν να με βοηθήσουν ο μαθηματικός ή ο φυσικός αλλά μόνον αν βγάζαν απ’ την τσέπη τους τύπους και εξισώσεις με ζ , με χι και ψι. Τέτοια βοήθεια δεν θέλω.

Η πιθανότητα να μη σκεφτόταν κάτι, οτιδήποτε, είναι καταστροφική. Σε ένα άδειο από σκέψεις κεφάλι η ηχώ θα ήταν τερατώδης, θα διαρκούσε τουλάχιστον ως τις 08:43:12 και θα τον ακολουθούσε μέχρι την ώρα που θα έβαζε μπρος για να φύγει. Είναι σίγουρο πως και σ’ αυτή την περίπτωση οι δυο θετικοί επιστήμονες θα μπορούσαν να δώσουν ακριβή στοιχεία για το κεφάλι του και την εσωτερική του διαμόρφωση (για να μας λύσουν κάποιες άνευ σημασίας διαδικαστικές απορίες) αλλά άκρη με το πού πήγαινε και κυρίως γιατί έδιωξε από το μυαλό του κάθε μα κάθε σκέψη της δεν θα έβρισκαν, όσα ζ και  χι και  ψι κι αν επιστράτευαν.

Άλλωστε το σωστό ψι ποτέ δεν γράφεται με γιώτα. Και με λάθος δεδομένα, αυτή η άσκηση θα έμενε εσαεί άλυτη.