Σε ένα σημείο του The Trip, δεν θυμάμαι ποιό ακριβώς, είναι μαζοχιστική η εκούσια έκθεση σε 107 βασανιστικά επαναλαμβανόμενα λεπτά, ο Steve Coogan δηλώνει εμφατικά στον Rob Brydon «δεν υπάρχει τίποτε που δεν ειπώθηκε και δεν γράφτηκε, συμβιβάσου λοιπόν με την ιδέα του να πεις και να γράψεις απλώς τα ίδια διαφορετικά. Τα ίδια διαφορετικά».
Η ταινία του Γουιντερμπότομ (συμπυκνωμένα 6 επεισόδια, παραγγελία του BBC2) είναι ο ορισμός της σύγχυσης του μεσήλικα σε εμμηνόπαυση. Αυτή δεν είναι road movie, δεν είναι buddy movie, δεν είναι καν νόθο του Γούντι, που ανήκει -βέβαια- ψυχή και σώματι σε άλλη υπαρξιακή κόλαση. Οι πρωταγωνιστές είναι γεννημένοι το 1965, ο σκηνοθέτης το 1961, το ιδανικό mix & match για ένα μπλοκμπάστερ καταστροφής χωρίς ίχνος οπτικού ή ηχητικού εφέ. Ισορροπημένη κυνικότητα, ασφαλής αυτοσαρκασμός, λιγοθυμισμένη αυτοεκτίμηση, ανάπηρο θάρρος, θράσος που κλέβει στο ζύγι, φιλοσοφικές κυβιστήσεις, με και χωρίς οικογένεια, με και δίχως αύριο, με και δίχως χτες, μια ανεμόμυλοι και μια δονκιχώτες ενώ στο βάθος του μυαλού τους παραμονεύει ο Σάντσο Πάντσα, δεμένος μαζί τους με χειροπέδες και χαμένο κλειδί. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται μερικές ηδονές του γαστήρα και της ανατομικής ζώνης κάτω από αυτόν, όπως συμβαίνει σε κάθε αρσενικό που σέβεται την καταγωγή του, τη λίμπιντό του και τα αενάως ανεξόφλητα χρέη του προς το άλλο φύλο.
Τη ράτσα μας, τη γενιά μας την ξέρω γι αυτό και δεν δικαιούμαι δια να ομιλώ για λογαριασμό της. Είναι ενοχλητική φτήνια να είσαι insider, λέγοντας γι αυτήν στους απ’ έξω ότι επιδιώκει με λύσσα την χρωματιστή, έστω ασπρόμαυρη επιβεβαίωση γιατί αρνείται να δεχθεί το όμορφο ξεθώριασμα. Οτι κυκλοφορεί οπλοφορώντας πάνω σε μουλάρια και Ροσινάντες με red alert στύση -κάθε λογής- γιατί στο παλιό Britannica λεξικό της δεν υπάρχει σελίδα με το λήμμα fail. Οτι συζεί με το άγχος της απόσυρσης και τρέφεται με τους τόκους της αγωνίας του όχι. Ότι αν της αφαιρέσεις τα όποια ξέφτια εξουσίας έχει ριγμένα πάνω της, ως και ο γυμνός βασιλιάς θα έμοιαζε αρματωμένος μπροστά της.
Λοιπόν δεν έχω κακό λόγο για τους συν πλην πενήντα, τους σιχαίνομαι τους insiders, περισσότερο κι απ’ τους informers. Eκτός κι αν είναι ρουφιάνοι που καρφώνουν τη γενιά τους με την επαγγελματική συνέπεια των παραδοσιακών γενίτσαρων αλλά -όπως είπε κι ο Coogan- διαφορετικά. Πιο αγαπησιάρικα, πιο τρυφερά, πιο στρογγυλεμένα, πιο συμπονετικά. Με γλυκόπικρο σεβασμό, όχι με γλυκόξινη απαξίωση. Δεν θα βγάλουμε μόνοι τα πολύτιμα μάτια μας, πρόθυμα ξένα πληκτρολόγια, φλύαρες Δουλτσινέες και μερικοί κουρασμένοι Γουιντερμπότομ πάντα θα υπάρχουν.
