σταφιδόψωμα

32647732

Κάθε Κυριακή πρωί μετά την λειτουργία, ο κύριος Μπράουν περπατά -όταν δεν βρέχει- ως το πάρκο που βρίσκεται εφτάμιση τετράγωνα μακριά από το σπίτι του. Το χειμώνα ντύνεται καλά, κασκόλ όμορφα περασμένο γύρω απ΄ τον φρεσκοξυρισμένο του λαιμό, ένα καμηλό παλτό αγορασμένο στις εκπτώσεις, παπούτσια με λαστιχένια σόλα (γυαλισμένα από το βράδυ του Σαββάτου), γάντια που μοσχοβολάνε ωριμασμένη δερματίλα.

Τα γάντια τα βγάζει μόνον όταν πετάει σταφιδόψωμο στις πάπιες.

Του αρέσουν οι πάπιες του κυρίου Μπράουν. Τις ταΐζεις και δεν σε ζαλίζουν με ευχαριστίες. Ούτε σε πληγώνουν αν προτιμήσουν τα μπισκότα του διπλανού. Δεν θυμώνουν αν πετάξεις ένα κομμάτι, ή και δυο, στις χήνες. Δεν σε κοιτάζουν στα μάτια. Δεν θέλουν υποσχέσεις, δεν δίνουν υποσχέσεις. Φεύγεις, φεύγουν.

Ποτέ δεν θα σου πουν οι πάπιες «I love you, will you pay my rent?». Ποτέ δεν θα σου ζητήσουν τα ρέστα, όσο κι αν τις εξευτελίσεις.

 

….

δεκατιανό

brown-bag-lunch2

Στις 14 Νοεμβρίου (λίγο μετά τις μία το μεσημέρι) την ώρα που άνοιγε την χαρτοσακούλα για το δεκατιανό του, ο κύριος Μπράουν πληροφορήθηκε (άγνωστο πως, μα καλοθελητές υπάρχουν παντού) οτι κάποιος, κάπου, έγραφε ιστορίες για κείνον. Χωρίς να ζητήσει την άδειά του γι αυτό.

Έβαλε λίγο ενοχλημένος, λίγο αναστατωμένος, το         μέσα στην σακούλα και την έκρυψε στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου του. Λόγω της αστικής του καταγωγής  έβρισκε, ανέκαθεν, εξαιρετικά αγενές να μετράει κάποιος τις μπουκιές του. Και να λοξοκοιτάζει τι βάζει στο στόμα του.

Τέσσερις ημέρες μετά, θυμήθηκε την ξεχασμένη σακούλα και την πέταξε στον κάδο της ανακύκλωσης. Αφού πρώτα έβγαλε από μέσα το       , που κατέληξε στην λεκάνη του WC, κομμάτι, κομμάτι.

Όπως είναι λογικό, ποτέ κανείς τρίτος δεν έμαθε το περιεχόμενο αυτής της σακούλας. Ήταν μια μικρή αλλά σημαδιακή νίκη του κυρίου Μπράουν, ένας κρίσιμος πόντος στον αμφίρροπο αγώνα για την διαφύλαξη της ιδιωτικότητάς του, που μόλις άρχιζε.

 …

you’ve got me on my knees

32590025

O κύριος Μπράουν αγάπησε πρώτη φορά, παράφορα, βασανιστικά σχεδόν, στα τριανταοκτώ  του. Την λέγαν Layla. Roxanne. Peggy Sue. Gloria. Suzanne. Angie. Glendora. Eileen. Τις Παρασκευές τριγυρνάει στα bar, μέχρι την ώρα που θα ακουστεί το «last call» και διηγείται στον καθρέφτη ή στα μπουκάλια απέναντι (σκουπίζοντας με την ανάποδη της παλάμης του τον αφρό της Ο’hara’s) δυο-τρία στιχάκια απ’ την ιστορία της πρώτης και μοναδικής του αγάπης. Που την λέγαν Layla. Roxanne. Peggy Sue. Gloria. Suzanne. Angie. Glendora. Eileen.

το απέραντο γαλάζιο

P3240786

 

Κάθε μα κάθε μέρα εκεί γύρω στις πεντέμιση, βγάζει το καλώδιο της κεραίας από τον αποκωδικοποιητή, το σκαρτ πίσω από την τηλεόραση και τον αποκωδικοποιητή, τον αποκωδικοποιητή από το πολύπριζο. Αφήνει ωραία διπλωμένο το καλώδιο του σκαρτ πάνω στο μπράτσο του καναπέ (σαν να ήταν σεμεδάκι, μετά από σιδέρωμα) δίπλα ακριβώς στην τηλεόραση, αφήνει και τα άλλα καλώδια πεταμένα καταγής, στο πάτωμα.

Κάθεται για λίγο χαζεύοντας τη γαλάζια οθόνη με κάποιους παράξενους αριθμούς και σύμβολα να κολυμπάνε μέσα της. Πιάνει το κοντρόλ της τηλεόρασης, το αφήνει, πιάνει το κοντρόλ του αποκωδικοποιητή, το αφήνει, μπερδεύεται, απορεί, απελπίζεται. Κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία, η εικόνα εξαφανίζεται και δίνει τη θέση της σε ένα απέραντο γαλάζιο εικοσιενιά ιντσών.

Στις πεντέμισι χτυπάει σε μας. Ποτέ κουδούνι. Μόνο πόρτα.

«Η τηλεόραση..»

«Γιατί δεν χτυπάς το κουδούνι;»

«Κουδούνι είναι αυτό; διακόπτης για το φως δεν είναι;»

Σταματήσαμε να ρωτάμε. Με το μυαλό δεν τα βάζεις.

Πάμε στο σπίτι της, δίπλα. Τα καλώδια ρημαδιό. Ξανά.

«Γιατί έβγαλες τα καλώδια;»

«Δεν τα πείραξα εγώ τα καλώδια»

«Μόνα τους βγήκαν;»

«Δεν τα έβγαλα εγώ»

Tα ξαναβάζουμε στη θέση τους. Στην αρχή ξεκινήσαμε με νουθεσίες και υπομονή. «Μη τα ξαναβγάλεις και μη μπερδεύεις τα κοντρόλ, μ΄αυτό μόνο την τηλεόραση ανοίγεις, κανάλια αλλάζεις με το άλλο, τέλος»

Έρχεται κοντά να δει, «α, εντάξει». Κατάλαβε. Με λάμψη στο βλέμμα, ένα τσαφ σπίρτου κάτω από ήλιο καταμεσήμερο καλοκαιριού δηλαδή, τέτοια θαμπή λάμψη.

Το επόμενο απόγευμα τα ίδια, ξανά. Οι νουθεσίες και η υπομονή κουράστηκαν, μας εγκατέλειψαν. Μια, δυο, τρεις, είκοσι, τριάντα, εκατό, βαρεθήκαμε, μπουχτίσαμε, θυμώσαμε. Άδικο, θα πεις. Ναι, για όλους.

«Την επόμενη φορά που θα βγάλεις τα καλώδια, δεν θα δεις τηλεόραση ξανά», ήρθε κάποια στιγμή η ώρα της απειλής. Που μας πόνεσε αλλά ξεμύτισε ακάλεστη, ξεμύτισε όμως.

«Και μήπως τώρα βλέπω; ένα κανάλι μόνο έχει, όλο γαλάζια δείχνει»

Σταματήσαμε να απαντάμε, σταματήσαμε να δείχνουμε, με το μυαλό δεν τα βάζεις. Ξαναβάζουμε μόνο σιωπηλοί καλώδια και σκαρτ στη θέση τους, κάθε απόγευμα. Και δεν απαντάμε ποτέ στο «τι είχε τελικά; τώρα γιατί παίζει;». Μουγκοί μπαίνουμε σπίτι της, μουγκοί βγαίνουμε.

Σήμερα ξαναχτύπησε την πόρτα, στις πεντέμισι. Μόλις είχαμε γυρίσει απ΄τις δουλειές, ζήτημα να μας ένιωσε δέκα λεπτά το στρώμα.

«Δεν ανοίγω» είπε η κόρη της, «τα νεύρα μου γιναν κρόσια, σερπαντίνες, αν θες πήγαινε βάλε τα καλώδια εσύ, μην πεις τίποτε, πήγαινε, βάλτα, έλα, δεν αντέχω άλλο, θα βάλω τις φωνές και θα γίνω  ρεζίλι σ’ όλη την οικοδομή»

Δεν αντέχω άλλο. Και μόλις αρχίσαμε, φαντάσου, ήθελα να της πω. Αλλά δεν ήθελα να της δώσω χαριστική βολή, το ξέρει, την δίνει και μόνη της.

Δεν πήγα. Κανείς μας δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.  Μη ρωτάς γιατί, απάντηση λογική δεν έχω. Είναι σα να συνερίζεσαι μωρό, ένα νήπιο. Ντρέπεσαι αλλά η κούραση, αυτή η μέρα της μαρμότας σε τρώει ύπουλα. Κι εκείνη, φαντάζομαι. Μόνο που δεν το καταλαβαίνει, έτσι συνεπαρμένη που είναι ξηλώνοντας καλώδια και ψάχνοντας κουμπιά στα κοντρόλ.

Στις εξήμιση πήγε η κόρη της. Σε πέντε λεπτά ξαναγύρισε.  Δεν ρώτησα τι και πως, δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Λεφτά δεν μας περισσεύουν αλλά της είπα μήπως θα ΄ταν -εδώ που φτάσαμε- καλή ιδέα να της πάρουμε μια καινούρια τηλεόραση, να μη παλεύει με δαίμονες που μεταμορφώθηκαν σε σκαρτ και καλώδια κεραίας.

«Τρελός είσαι. Να ανακαλύψει ότι δεν υπάρχουν καλώδια να βγάζει και μετά να τρέμω στη σκέψη του τι θα αρχίσει να ξηλώνει»

 

Ναι, την είχα δει την ταινιούλα με τον μπαμπά και το σπουργίτι και τον γιο στο παγκάκι. Ναι, ξέρω τι θα πει υπομονή, και τύψεις ξέρω τι είναι, ναι, το ξέρω πως με μυαλό που αποσυντίθεται δεν τα βάζεις. Ούτε όμως και με το απέραντο γαλάζιο μέσα στις εικοσιεννιά ίντσες, κάθε απόγευμα, λίγο πριν τις έξη.

 

—-

κάθε τρίτη Κυριακή

32498163

O κύριος Μπράουν κάθε τρίτη Κυριακή επισκέπτεται τον πατέρα του στον Οίκο Φιλοξενίας (είναι απίστευτο τι χλιαρά ονόματα σκαρφίζονται οι άνθρωποι για να μπογιατίσουν το απόλυτο κενό), με ένα μικρό κουτί -του μισού κιλού- fat rascals στα χέρια. Εκείνος δεν τον γνωρίζει. Η άνοια έφτασε ως το μεδούλι του. Κάθε μέρα τρυπάει αλύπητα για να φτάσει πιο βαθιά.

Ο κύριος Μπράουν φεύγει μετά από ένα τέταρτο της ώρας (ούτε λεπτό παραπάνω) με ένα διπλόφαρδο χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του. Επί πενήντα δυο χρόνια ο πατέρας του αρνήθηκε πεισματικά να τον αναγνωρίσει. «Δεν είναι δικό μου», της το ξέκοψε πάρα πολύ οργισμένος απ΄την αρχή. Γαμήθηκες με τόσους και τόσους, δεν θα τον φορτώσεις σε μένα. Και δεν τον είδε, δεν τον κράτησε στα χέρια του, ούτε του μίλησε ποτέ. Γι αυτόν παιδί δεν υπήρξε. Ούτε και για τον κύριο Μπράουν υπήρξε πατέρας, βέβαια. Αυτή η λέξη απαγορεύθηκε από τη μακαρίτισσα τη μητέρα του στο σπίτι. Μέχρι τη στιγμή που έμαθε -στις μικρές βορειοανατολικές γκρίζες πόλεις όλα μαθαίνονται, αργά ή γρήγορα- ότι το αλτζχάιμερ τον έδεσε πισθάγκωνα. Και ένιωσε πως ήρθε η ώρα.

Τώρα εκείνος είναι αδύνατον να απαντήσει στο «καλημέρα πατέρα». Ούτε να το αποφύγει μπορεί, έτσι άσχημα στριμωγμένος που είναι ανάμεσα στο κρεβάτι και στο ερειπωμένο μυαλό του. Μένει απορημένος, κοιτάζοντας το ταβάνι, το παράθυρο, την πολυθρόνα, τη νοσοκόμα που μπαινοβγαίνει, τον άγνωστο άνδρα που τρώει κουλουράκια δίπλα του γεμίζοντας ψίχουλα το πάτωμα και του κρατάει το χέρι την ώρα που -κοιτάζοντας το ρολόι του- λέει «Πρέπει να φύγω τώρα πατέρα, σε τρεις βδομάδες τα ξαναλέμε. Αν είσαι ακόμη εδώ».

a very flat tie

32442975

O κύριος Μπράουν κοίταξε απογοητευμένος το ξεφούσκωτο μπρος αριστερό λάστιχο του αυτοκινήτου του. Επί οκτακόσιες εικοσιμία ημέρες το αντίκριζε στην ίδια θλιβερή κατάσταση. Για οκτακοσιοστή εικοστή πρώτη ημέρα δεν θα πήγαινε στο σταθμό για να πάρει το τραίνο των εννέα και μισή. Σε λίγο θα στέρευε από δικαιολογίες.

Λεωφορεία στην μικρή τους βορινή πόλη δεν υπήρχαν και ο κύριος Μπράουν είχε να μπει σε ταξί δυο χρόνια. Συγκεκριμένα δυο χρόνια και τρεις μήνες ακριβώς, από εκείνο το πρωινό που η λατρεμένη του σύζυγος μπήκε σε ένα ταξί -με προορισμό τον σιδηροδρομικό σταθμό, για να επιβιβαστεί  στο τραίνο των εννέα και μισή- λέγοντάς του «θα τηλεφωνήσω το βράδυ αγάπη μου» και έκτοτε δεν είχε νέα της. Μετά από οκτώ μήνες, ανήμερα των γενεθλίων της, το πήρε απόφαση πως δεν θα του τηλεφωνούσε. Και μίσησε τα χωρίς αέρα λάστιχα, τα ταξί και τα τρένα. Μ’ αυτήν ακριβώς τη σειρά.

Ίσως, κατά βάθος, γι αυτό απέφευγε να βρει οποιοδήποτε άλλο μέσο -ακόμη και τα πόδια του, τι ήταν άλλωστε έξη χιλιόμετρα δρόμος- για να φτάσει ως την πλατφόρμα νούμερο 1 (η νούμερο 2 ήταν τρία βήματα πιο πέρα, μα πήγαινε σε λάθος κατεύθυνση). Γιατί ενδεχομένως  το τρένο θα τον πήγαινε εκεί που πήγε κι εκείνη και τότε θα ήταν υποχρεωμένος να την ψάξει, να την βρει και να την ρωτήσει για ποιο λόγο δεν του τηλεφώνησε πριν από οκτακόσια είκοσι βράδια.

οι τσέπες

32409701

Κάποτε, κάποιος, έβαλε κρυφά ένα σημείωμα στην τσέπη του κυρίου Μπράουν. Ένα σημείωμα που έλεγε «ποτέ δεν νίκησε ο φόβος, να το θυμάσαι».

Έγραψε κι εκείνος σ’ ένα χαρτάκι «ναι, αλλά μια ισοπαλία άνετα την παίρνει»  περιμένοντας υπομονετικά και χαιρέκακα να βρει την τσέπη του κάποιου -και την κατάλληλη στιγμή-  για να το γλιστρήσει μέσα της.

play/stop/pause

32318329

 

Στις τελευταίες στιγμές στον «Εραστή της κομμώτριας», ο Αντουάν πατάει το play στο κασετόφωνο και χορεύει -σχεδόν- λυτρωτικά. Λίγο άγαρμπα μα δονείται από ψυχής, λάμποντας ολόκληρος. Δυο λεπτά μετά πατάει ξαφνικά το stop και ξαναχώνεται μέσα στο σταυρόλεξο μπροστά του. Με το κεφάλι χαμηλά.

«Η κομμώτρια έρχεται»,  λέει στον πελάτη που -έτοιμος, λουσμένος, ντυμένος- περιμένει μάταια.

Κάπως έτσι κι εμείς. Play, stop, play, stop, μουδιασμένοι, ανίκανοι, ανήμποροι  να διαχειριστούμε την -κάθε- απώλεια, καταπίνοντας δυο δυο τα ψέμματα-παυσίπονο . Πέντε λεπτά αλλεγκρίας, μια ώρα βυθισμένοι σε γρίφους, αιχμάλωτοι ενός βασανιστικού pause. Περιμένοντας την κομμώτρια που δεν θα ανοίξει ποτέ την πόρτα.

 

 

(καλά, όχι εσύ)

 

….

Εν Εσπέρα (κάπως αλλιώς)

 

32300078

 

Eκείνος άλλη σάρκα είχε κατά νου γράφοντας καλλιγραφημένα (ίσως και με ελαφρά τρεμάμενο χέρι) για μύρα, εξαίσια κλίνην  και  ηδονή.

Δεν έχει σημασία τι είχε εκείνος στο μυαλό. Τις λέξεις του άλλου τις μεταφράζεις ελεύθερα, σφετερίζεσαι τις σκέψεις του (κάποιοι τις φυλακίζουν κιόλας) μέχρι να σου δηλώσουν υποταγή. Μετά ανήκουν σε σένα.

Γράμμα στα χέρια, όπως ο ποιητής, δεν περιμένεις. Ένα ξεχασμένο sms, λίγα αποθηκευμένα μεγαπίξελ αρκούν, αλλάξαν οι καιροί.

Και βγαίνεις στο μπαλκόνι -όπως κι αν το ορίζεις αυτό- ν’ αλλάξεις σκέψεις. Χωρίς καμιά μελαγχολία. Απλά ν’ αλλάξεις σκέψεις, σαν ένοχος που σκέφτεται λάθρα εξαίσιες κλίνες και μύρα εν μέσω ένδειας. Βλέποντας τουλάχιστον ολίγη αγαπημένη (έστω κι αγνώριστη) πολιτεία, ολίγη κίνηση του δρόμου. Ως εκεί όμως. Ως εκεί. Τα μαγαζιά είναι από καιρό κλειστά.

φαρμάκι

black

Βλέπεις τον καφέ μπροστά σου να κρυώνει, σκέτο του ζήτησες, βαρύγλυκο σου ΄φερε. Τον λυπήθηκες, ένας μόνο να σερβίρει ογδόντα, είχε άλλους είκοσι καφέδες πάνω στο δίσκο, κάποιος ανυποψίαστος θα ‘πινε φαρμάκι ενώ ήθελε σερμπέτι. Ας τα ‘βρισκε κείνος μαζί του.

Στέκεται όρθια, μια σπιθαμή μακριά. Τέσσερα δάχτυλα, κι αν. Μιλάει με τον διπλανό καφέ. Φόρεμα ως το γόνατο, γόβες, καλσόν, μαύρα όλα. Φαρμάκι. Το πόδι της σχεδόν ακουμπάει στο δικό σου. Μυρίζει ωραία. Όχι το πόδι, ολόκληρη. Μια σπιθαμή μακριά. Τρία δάχτυλα, κι ούτε. Δυο.

Για μια στιγμή λυσσάς να κατεβάσεις το φερμουάρ της. Μετανιώνεις. Καλύτερα διακριτικά, τόσα μάτια τριγύρω, προτιμότερο να βάλεις το χέρι στο πίσω μέρος από τα γόνατά της και μετά ανάμεσα στα πόδια, εκεί χαμηλά. Που δεν μπορεί να δει κανείς. Μετανιώνεις. Με το μυαλό σου κάνεις μπαϊράμι, ερήμην φερμουάρ, ερήμην εκείνης, ερήμην ένοχος. Ισοβίτης, μέσα εσύ, έξω με αναστολή το μυαλό. Πού να το μαντρώσεις. Μαντάρα θα την κάνει την απομόνωση.

Κοιτάζεις αφηρημένα το φως που μπαίνει απ΄ την τζαμαρία απέναντι, μετράς δαχτυλιές, μια, δυο, δέκα, βαριέσαι να μετράς. Πίνεις μια γερή γουλιά καφέ πριν παγώσει, σου ‘ρχεται η γεύση απ’ το κατακάθι, ανατριχίλα. Ακούς τον απέναντι να λέει ανάβοντας τσιγάρο «άμα το αφήσεις, σε αφήνει». Δεν ξέρεις για τι μιλάει, δεν μιλάει σε σένα αλλά σε σένα το λέει.

Ένα δάχτυλο.

Ούτε καν.

 

Κυριακάτικες μπίρες

32275161

 მთაწმინდის მთვარე

 

Ούτε εκατό μέτρα μακριά απ’ το σπίτι, είναι το μικρό μπακάλικο -απ’ αυτά τα λίγο απ’ όλα– της Ρίτας. Απ’ την Τιφλίδα. Από κει παίρνω, εκτός από αυλίσια αβγά και μακαρόνια όταν ξεμένω, ρώσικες μπίρες, καλό βούτυρο και παγωτά. Ρώσικα. Γεωργιανά δεν έχει, κι ας είναι καλύτερα, λέει με παράπονο.

Κάποιες μέρες, κυρίως πρωινά Κυριακής, της κάνει παρέα ο Λεωνίδας. Ο μικρός αδερφός της. Φεύγει απ’ το σπίτι αφού φάει κατσαπούρι για πρωινό (μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες συνεννόησης, κατάλαβα πως  δεν είναι παρά ένα πεϊνιρλί με ονομασία προέλευσης) και πιεί δυο ποτήρια απ’ αυτό το borjomi, που όταν μου το περιέγραψε έκανα να πιω νερό δέκα ώρες, από φόβο μην είναι αλατισμένο κι αυτό. Αφήνει τις τρεις γυναίκες πίσω, γυναίκα, κόρη, μάνα, ο γιός έχει φύγει από καιρό. Θα τον περιμένουν το μεσημέρι να φάνε και να πιούνε παρέα κρασί απ΄το Kakheti, φέρνει μαζί του λίγα μπουκάλια κάθε Αύγουστο που πάει για τρεις βδομάδες -παρέα με τη μάνα του- στο τριπλοκλειδωμένο σπίτι που αφήσαν πίσω. Μόνο με τη μάνα του πάει. Η γυναίκα του δεν αντέχει το ντουέτο μάνας-γιού και μένει εδώ. Φέτος το καλοκαίρι πήγαν τα δυο αδέρφια με τη μάνα, παρέα. Η μάνα θα σταματήσει να μπαίνει στα λεωφορεία για να πάει στο σπίτι που άφησε μονάχο του, μόνο αν λιώσει -ή παγώσει- ο πλανήτης. Αν του συμβεί κάτι πολύ τρομακτικό, πάντως.

Ο μπαμπάς της Ρίτας και του Λεωνίδα έμεινε πίσω. Εκεί. Αλλά δεν τον νοιάζει. Κάτω απ’ το χώμα κανείς δεν νοιάζεται σαν μένει μόνος.

Για να φτάσουν στην Τιφλίδα, ταξιδεύουν πρώτα ως την Πόλη. Istanbul, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Εφτά, οκτώ ώρες ως τον σταθμό των λεωφορείων. Εκεί τσιμπολογάνε κατιτίς απ’ αυτά που κουβαλάνε μαζί τους, για το δρόμο, περιμένοντας πέντε ώρες ώσπου ν’ανοίξει τις πόρτες το λεωφορείο που θα τους πάει σπίτι. Άλλες σαράντα ώρες δρόμος, μου είπε με καμάρι ανάμικτο με κούραση. Γιατί δεν πας με αεροπλάνο; τον ρώτησα την πρώτη φορά. Η μάμα μου τα φοβάται. Ούτε πεθαμένη θέλω να μπω Λεό, με είπε. Μετά δεν τον ξαναρώτησα. Δικές του είναι οι κοντά πενήντα ώρες, ας τις κάνει ο,τι θέλει.

Κάποιες φορές πιάνουμε κουβέντα, τα πρωινά της Κυριακής συνήθως δεν σε κυνηγάει κανείς. Ούτε καν ο χρόνος.  Είναι καλό παιδί ο Λεωνίδας. Ζήτημα να μας χωρίζουν έξη, εφτά χρόνια αλλά έφτυσα αίμα να τον πείσω να μου μιλάει στον ενικό. Τα λίγα λεπτά που καθόμαστε έξω απ΄το μαγαζί και τα λέμε, καθισμένοι σε δυο πλαστικά σκαμπώ, σπάνια μιλάω. Μιλάει εκείνος και χαίρομαι να ακούω να βγαίνει τόση αγάπη για τη χώρα που άφησε κι ας ήρθε -υποτίθεται- στη μήτρα του. Κι εδώ όταν ήρθαμε καλά ήτανε, λέει. Ήτανε. Τώρα όλοι βασανίζονται και βασανίζουν τους άλλους, άτιμα λεφτά.

Μια Κυριακή που πήγα να πάρω γάλα, εκεί στα σχεδόν όρθια επέμεινε και με κέρασε ένα ποτήρι μπίρα, από σπίτι, είπε. Κουβαλημένη από Τιφλίδα δηλαδή. Δεν θυμάμαι όνομα, κάτι σε -ατάρι στο τέλος, η γεύση καλή ήταν για δέκα το πρωί. Και δυνατή, αν κρίνω από το ότι επιστρέφοντας ανέβηκα σε λάθος όροφο. Σκουπίζοντας τον αφρό απ’ το στόμα, θυμήθηκα να τον ρωτήσω κάτι που το ‘χα απορία χρόνια.

Δε μου λες Λεωνίδα, αυτό το Mtatsminda πού είναι; καμιά πόλη στη θάλασσα κοντά;

Έλαμψε. Πού το ξέρεις το Mtatsminda;

Tου είπα. Του είπα και πόσο μαγικό ακούγεται στ’ αυτιά μου κι ας μη ξέρω μισή λέξη. Νομίζω ότι με συμπάθησε μια στάλα παραπάνω. Θα σε βάλω και να το ακούσεις, όταν ξαναβρεθούμε εδώ, υποσχέθηκα.

Έλαμπε.

Εκεί μας πήγαινε ο μπαμπάς μου τις Κυριακές που δεν δούλευε. Δέντρα έχει, νερά έχει, πάρκα έχει, πρωί μας πήγαινε, κατεβαίναμε αργά για φαγητό και φώναζε η μαμά μου που αργήσαμε. Αλλά και την άλλη Κυριακή τα ίδια κάναμε. Έλεγα του μπαμπά να φύγουμε στην ώρα μας, εκείνος κάπνιζε, καλά είναι εδώ έλεγε, ας αργήσουμε, αργούσαμε πάντα. Ωραία είναι η πόλη από εκεί πάνω, πάρα πολύ ωραία. Mόνο τα όμορφα βλέπεις.

Έλαμπε.

Και τώρα, κάθε φορά που ανεβαίνω, πάω. Ας μην είναι και Κυριακή, όλες οι μέρες ίδιες είναι τώρα. Η μαμά μου μένει σπίτι να φτιάξει φαί, άμα είναι κι η Ρίτα κάθεται και τη βοηθάει, εγώ ανεβαίνω, πίνω μια μπίρα αλλά κατεβαίνω στην ώρα μου για φαγητό, να μη φωνάζει η μαμά που αργήσαμε.

Που αργήσαμε.

Που αργήσαμε.

Α ρε Λεωνίδα…

 

….

η μαγική κουρτίνα

32234381

 

Τα βράδια που το φαρμακείο στη γωνία απέναντι διανυκτερεύει, πρασινίζει. Εκείνο το γνωστό -ψυχρό, δεν αντιλέγω- πράσινο της γαλήνης, η ψευδαίσθηση του «ο,τι και να πάθεις, εκεί κάτω θα βρεις αντίδοτο, γιατρικό, ανακούφιση, συνταγή».

Η ανατολή είναι απέναντι από την μπαλκονόπορτα. Στην άλλη άκρη του ορίζοντα, τίποτε δεν τις χωρίζει, ούτε βουνά, ούτε τσιμέντα. Μια ευθεία ατέλειωτη. Τα πρωινά χωρίς βαριά συννεφιά, ειδικά εκείνα που η ψύχρα είναι τραγανιστή, η κουρτίνα παίρνει φωτιά. Μαζί της και το μέσα σου. Η ψευδαίσθηση του «όσο κρύο και να κάνει έξω, εδώ μέσα είσαι προστατευμένος, τυχερός, προνομιούχος, όρθιος, ζωντανός».

Τις μέρες που δεν έχει καθόλου χρώμα πάνω της, ξέρω πως πρέπει να κάνω κάτι, να πω κάτι, για να το βάλω εγώ. Χλωμές μέρες δεν αντέχω. Ψάχνουν αφορμή και τρόπο να σ’ εκδικηθούν.

 

ιεροτελεστίες

 

32184978

 

 

Κάθε Οκτώβριο το ΄χω θαρρείς τάμα να ξεσκονίζω βινύλια. Τα ξαναβάζω στη βιβλιοθήκη «θεματικά». Δεν ξέρω τι σημαίνει για τους άλλους αυτό, εγώ βγάζω άκρη όμως. O Tim Buckley μπαίνει πλάτη με τους Thirteen Moons. To «Stupidity» με το «Catholic Boy». O Eno μονάχος του, βρήκα τον τρόπο. Οι jazz priests ζουν στον πάνω όροφο, μεσοτοιχία με το -εντελώς νεκρό- ραδιόφωνο, με τα εξωτικά ονόματα πλάι σε κάθε συχνότητα. To τετραπλό κουτί του Bowie, η κασετίνα του Rubaiyat και το 1972-1980 των Steely Dan μπαίνουν φράγμα προς την πλευρά της μπαλκονόπορτας απ’ όπου μπάζει λίγο στα μεγάλα κρύα (καινούρια κουφώματα δεν αξιώθηκα). Περνάω τον ιμάντα του πικ-απ (με τέτοιον ξέμεινα, ούτε direct drive αξιώθηκα) μια δόση οινόπνευμα, «για να σφίξει». Καθαρίζω ευλαβικά την βελόνα, όπως οι φρέσκιες μανάδες περιποιούνται τα αυτάκια του νεογέννητου. Ψευτογυαλίζω το ξύλο που αγκαλιάζει το πλατώ, αληθινό ξύλο, rosewood, όχι φτηνές απομιμήσεις. Βάζω, με ενοχές για την εγκατάλειψή του, την κασέτα καθαρισμού στο TEAC. Συγυρίζω τις εξηντάρες και ενενηντάρες που έχουν χρόνια να ξεπορτίσουν απ’ τα καλλιγραφημένα κουτιά τους. Χαμογελάω -ενίοτε- με τα περιεχόμενα. Ως και εκείνη που άκουγα φρεσκοκουρεμένος με δυο πόντους τρίχα στο τρένο για τη Νιγρίτα και την άλλη που είχα παρέα στα ξενύχτια στο ΚΕΒΟΠ έχω φυλαγμένες. Κι ας είχαν Wham και Flock of Seagulls μέσα. TDKs as memories.

Την πρώτη φορά που η βελόνα ετοιμάζεται για το αυλάκι, το σπίτι μπαίνει σε mode συσκότισης. Ο διθέσιος χάσκει ανυπόμονος. Και το ποτήρι γεμάτο στα τρία τέταρτα. Παλιά σκωτσέζικο, αμερικάνικο, ιρλανδέζικο, μεξικάνικα, ρώσικα, τώρα που το ήπαρ κουράστηκε να γράφει χιλιόλιτρα, ένα κόκκινο κρασί από αμπέλια γειτονικά φτάνει.

Never knowing my right foot from my left
My hat from my glove..

Γίνομαι Στραβίνσκυ για μια μέρα, αλλά μόνο φθινόπωρο. Οι αλλεργίες της άνοιξης είναι βασανιστικές για τη μνήμη μου.

By the time I make Oklahoma
She’ll be sleeping

ο Αη-Γιώργης των πτωχών

32160722

 

Την ακούω να ρωτάει «είδε κανείς τι καιρό θα κάνει αύριο; να ξέρω αν θα βάλω καλσόν ή όχι».

Το μυαλό, ειδικά του άντρα, είναι μόνιμα στο δρόμο. Στο φευγιό, στα σουρτούκια. Δεν θέλει πολύ, είναι φορές που και με τίποτε βολεύεται, για να αμοληθεί και να ταξιδεύει και να φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν. Ειδικά εκεί που δεν το σπέρνουν.

Μετά μιλούσε, μιλούσαν, μια ώρα για το ίδιο (ξανά και ξανά) έργο. Παιδιά, δουλειές, λεφτά, λογαριασμοί, γιατροί, αργίες, φαγητά, πετρέλαιο, κρύο, ζέστη, δίαιτες, γυμναστήρια, γραφείο, ταινίες, καταραμένες Δευτέρες. Αλλάζουν τη σειρά για να με μπερδεύουν, μα έμαθα πια να τις διαβάζω κι ανάποδα.

«Δεν μιλάς»

Χαμογέλασα χαμηλόφωνα.  Ήθελα να πω «ζέστη θα κάνει, πολλή ζέστη» αλλά σιώπησα. Έχω κουραστεί ν’ ακούω «το μυαλό σας όλο εκεί» ακόμη κι όταν λέξη δεν βγαίνει απ’ το στόμα μας επί ώρες. Μας ξέρουν καλά, λέει. Δεν καταλαβαίνουν όμως πως όταν κάνεις αυτή τη διαδρομή (ζόρικη ανηφόρα, για προπονημένους mind travelers) πρέπει να κρατάς κάθε ανάσα, να μη ξοδεύεις το παραμικρό ξεφύσημα, μέχρι να φτάσεις τροπαιούχος στο τέρμα. Εξολοθρεύοντας, ως άλλος Αη-Γιώργης, κάθε θεριό -παιδιά, δουλειές, λεφτά, λογαριασμούς, γιατρούς, αργίες, φαγητά, πετρέλαιο, κρύο, ζέστη, δίαιτες, γυμναστήρια, γραφείο, ταινίες, καταραμένες Δευτέρες-  που σου κλείνει το δρόμο για την πολυπόθητη κόλαση.

Οκτώβριος

32120790

 

Η πόλη μου είναι μικρή, την περπατάς από άκρη σ’ άκρη μέσα σε μισή ώρα, σαράντα λεπτά αν χαζεύεις κιόλας στη διαδρομή. Είναι -ακόμη- μια τοσοδούλα πολυτέλεια να μπορείς να περπατάς άσκοπα, παρατηρώντας πράγματα χιλιοειδωμένα που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να σε μπουχτίζουν σου φαίνονται -κάποιες φορές- ως και άγνωστα, ίσως κι όμορφα. Ο δρόμος με φέρνει που και που σε ένα στενό, πλακόστρωτο, απ΄ τα μετρημένα που επιβίωσαν στην καρδιά της πόλης. Κόβω δρόμο, για να βγω από την μια άσφαλτο στην άλλη. Εκεί, μέσα σε μιαν αυλή που κάποτε φιλοξενούσε άλογα, ταπεινά μουλάρια και ένα χάνι (απ’ τα τρία, τέσσερα, που κοίμιζαν για μια νύχτα -συνήθως την παραμονή του μεγάλου σαββατιάτικου παζαριού- όσους βουνίσιους είχαν κάτι να πουλήσουν ή να αγοράσουν), ξεφύτρωσε μια μέρα ένα μικρό μαγαζί  -χαριτωμένο, ναι- που πουλάει σοκολάτες, μπισκότα και ζαχαρωτά. Δεν μοιράζεται το ίδιο όνομα με το μαγαζάκι της Vianne Rocher σ’ εκείνο το μπιζουδένιο γαλλικό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομά του, ούτε την Vianne θα δεις μέσα, ούτε την μικρή της κόρη. Κυριακές είναι κλειστό κι όσοι περνάμε απ’ έξω δεν θα ‘λεγα ότι μοιάζουμε ούτε στο μικρό δαχτυλάκι του Roux. Γυναίκες και άντρες στο δρόμο για την κυριακάτικη λειτουργία δεν θα δεις στην αυλή, δίπλα στη βιτρίνα με τα μακαρόν. Δεν είναι ότι οι γριές και οι γέροι ξεχάσαν το δρόμο για το στασίδι τους, είναι το πλακόστρωτο εκεί  που κάνει τη μέση και τα γόνατά τους να δακρύζουν απ΄ τους πόνους.

Όλος αυτός ο παραπανίσιος πρόλογος στήθηκε, λέξη λέξη, για να γράψω ότι κάθε φορά που περνάω απ’  αυτή τη γωνιά της πόλης σε ώρες που η αγορά έχει ακόμη φώτα και κόσμο, βλέπω ένα νέο παιδί στο βάθος, δίπλα σε μια ταμειακή, πίσω από ένα notebook. Μερικές φορές χαμογελάει. Ιδέα δεν έχω για το τι γράφει, τι διαβάζει, τι σκέφτεται, τι βλέπει, με ποιόν μιλάει στην οθόνη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν άνοιξα την πόρτα -ενώ κάτι ήθελα να πάρω, για να ΄χουν παρέα τα χέρια μου στο δρόμο για το σπίτι- για να μη τον τρομάξω, έτσι μου σφηνώθηκε στο μυαλό.

Αυτό είναι, όλο κι όλο, το σκηνικό. Απ’ έξω. Μέσα, δε νιώθω καλά με τέτοιαν εκούσια ομολογία, μπήκα όλη κι όλη μια φορά. Δεύτερη δεν νομίζω. Δεν θυμάμαι τι πήρα. Κάτι ωραίο σοκολατένιο, πάντως, που μύριζε τρυφερά παλιό και έλιωνε αργά, τεμπέλικα σχεδόν στο στόμα. Σα να ΄χε σταματήσει ο χρόνος, για λίγο. Για μια μπουκιά. Μετά δεν τόλμησα να ξαναμπώ γιατί με τον χρόνο δεν παίζεις.

Κάποιο απόγευμα αφού φύγει ο Σεπτέμβριος, ειδικά τις μέρες που ο ουρανός θα ‘χει φορτώσει, σκέφτομαι να ξεπεράσω τους δισταγμούς μου, να μπω και να τον ρωτήσω αν μπορεί να φτιάξει τρουφάκια με γεύση ψιχάλας.

Ε ναι, κι αν η Vianne κατεβαίνει καμιά φορά μόνη στο μαγαζί..

 

—-