a night at the Opera *

 

kiss-the-canvas

 

Nα πω ότι ζηλεύω εκείνους που ζήσαν έστω και μια νύχτα παθών και λαθών σε επαρχιακή μπουζουκλερί, ψέματα θα πω και δεν το θέλω, ήταν -πάντως- λίγο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (έναν απ’ όλους) όταν δοκίμασα να βάλω το χέρι μέσα στο βάζο με το μέλι και τις σφήκες για πρώτη φορά.

Αντροπαρέα, μισή ντουζίνα ψεύτικα αντράκια, με αναψoκοκινισμένες ορμόνες, τάχα μου ατίθασα νιάτα. Φλώροι που ούτε το τσιγάρο ξέραν να κρατάνε, ξεπατικώναν το πώς έριχνε τη στάχτη ο Bowie και νομίζαν πως έκανε κι ο Παναής καΐκι, οτι θα ρίχναν αληθινές γυναίκες με τέτοια κόλπα. Όσες συχνάζαν εκεί που θα πηγαίναμε, μόνο τη Μαριάνθη Κεφάλα, τον Κώστα Κόλλια και το Γιώργο Σαλαμπάση ξέραν, όχι τον Ziggy.

«Θα περάσουμε κατά τις 11, πάρε και κανένα Stop, ποτέ δεν ξέρεις». Καλά. Κι εγώ ήξερα κι όλοι ξέραμε πως όπως έμπαινε στην τσέπη έτσι ξανάβγαινε για το -κρυφό- συρτάρι και τούμπαλιν, αν είχαν τα προφυλακτικά αυτά λίγη τσίπα θα ‘χαν αυτοκτονήσει από ντροπή που γεννήθηκαν και πεθάναν τόσο άδοξα.

Η φωτεινή επιγραφή μας φώναζε από μακριά «Μον Αμί», ο κολοφώνας της πρωτοτυπίας. Ένα μαγέρικο «Κληματαριά» σε κάθε πόλη κι ένα «Μοναμί» με τραγουδιάρες γάμα διαλογής, χωμένες μέσα σε βάτες και μασαζοκαλσόν, γι αυτές τα είχαν εφεύρει από τότε. Aυτής της κλάσης οι επαρχίες μας ανάθρεψαν αλλά επιβιώσαμε. Θαρρώ.

Δεν θυμάμαι ούτε μισό ρεφρέν, ούτε ένα μπούτι, ούτε το χρώμα των ματιών της (αποκοιμήθηκα, ομολογώ), ούτε καν πώς βγήκα. Το πώς μπήκα το θυμάμαι, με τριάμιση χιλιάρικα στην τσέπη, άλλες εποχές, τότε που τα χιλιάρικα ήταν πιο πολλά κι από γλάρους σε χωματερή.

Θυμάμαι ακόμη πως ήπια τη μισή Σκωτία (η άλλη μισή κάτω απ’ τη Γλασκώβη κρύφτηκε τρομαγμένη), πέταξα με περίσσεια αγαρμποσύνη δέκα σκάφες λουλούδια, προσπάθησα να πιάσω στον αέρα μια δωδεκάδα ρεφρέν που πρώτη φορά συναντήθηκα μαζί τους εκείνη τη νύχτα (το βλαμμένο απόφοιτο σχολής  Πετρίδη-Ζήλου) κι όταν σηκώθηκα για το – ποθητό- κατούρημα ήμουν πιο λιώμα κι από πατημένο σταφύλι δέκα ημερών που ξεχάστηκε, πρώτα, ένα μήνα πάνω στο κλήμα.

Τα πρώτα τέσσερα βήματα, κόβοντας εξ ανάγκης δρόμο διαγώνια  μέσα απ΄την πίστα γιατί η κύστη ήταν στα όρια του big bang, έγιναν με τον πρέποντα τρόπο: λεβέντικα, σταθερά, προσανατολισμένα. Το πέμπτο θα το ζήλευε κι ο πελαργός του Αγγελόπουλου. Tα λουλούδια ήταν υγρά, τα πιάτα ασταθή και ο θεός συνωμότης. Μετά η ντιζέζ έχασε το κουπλέ, εγώ το φως μου και οι οχιές οι φίλοι μου μέχρι και σήμερα το διηγούνται σε όποιον περαστικό  βρουν μπροστά τους: «και που λες, τρώει μια χύμα ο μαλάκας και σαβουρντιέται πάνω στην πίστα, πήρε μάτι και την κυλότα της ο παπάρας». Τότε είχε μόνο κυλότες, τα string δεν είχαν ακόμη νυχτοπερπατήσει στα σκυλοκωλάδικα.

Τρία ζευγάρια χέρια με πήραν και με αναστήλωσαν. The show must go on αλλά χωρίς εμένα …το μισό μαγαζί χειροκροτούσε όρθιο, κατουρημένο απ’ τα χάχανα, μερικά γαρύφαλλα που προσγειώθηκαν πάνω μου δεν είμαι σίγουρος πως είχαν στόχο την μπουτού, ο ορισμός της ξεφτίλας, anyway, αυτά είναι,  ιστορία, αμαρτία, λάθος μου μεγάλο…

Την ώρα που με άφησαν στην εξώπορτα, λίγο πριν τις έξη (αυτό το θυμάμαι γιατί παραλίγο θα διασταυρωνόμουν στο πεζοδρόμιο με τον πατέρα μου την ώρα που εγώ τέλειωσα βάρδια κι εκείνος έφευγε για τη δική του και ντράπηκα λίγο αλλά μόνο λίγο γιατί δεν ήξερα τότε τι πάει να πει πολύ) μπήκα όσο πιο διακριτικά μπορούσα στο σπίτι. Η διακριτικότητά μου πρέπει να ήταν ανάλογη αλεπούς σε κοτέτσι γιατί δυο πολύφωτα άναψαν και η μάνα μου στεκόταν ανάμεσα σε μένα και στο μπάνιο που ετοιμαζόταν να με φιλοξενήσει για την επόμενη ώρα (έπρεπε να αδειάσω στομάχι και κύστη, όποιο προλάβαινε πρώτο). Δεν παραμέρισε ούτε ίντσα. Τέτοια συμπεριφορά από μάνα μη την αξιωθείς ποτέ.

Μίλησε πρώτη. «Όλα καλά αστέρι μου; το κάψαμε; σας πλήρωσαν κιόλας για το οχτάωρο;». 

Βρήκα κουράγιο, ενώ η λεκάνη του μπάνιου μου φαινόταν μακρύτερα κι απ’ το Γαλαξία της Ανδρομέδας, να απαντήσω καταφανώς προσβεβλημένος…

«Αθε μαθ ρε μάνα, κι αυτό κθυνό θα μου το βγάλειθ; θκατά  ήταν αλλά δεν έβριθκα τακθί να γυρίθω νωρίτερα, κουφάλεθ ταρίφεθ». Θαραμάγκου σκέτος, φαινόταν από τότε οτι την λογιοσύνη την έπαιζα στα δάχτυλα.

Την παραμέρισα τρυφερά, μάνα είναι μόνο μία, την ώρα που βγάζοντας  πουκάμισο και λύνοντας ζώνη ταυτόχρονα (αξιοθαύμαστος συνδυασμός για την τραγική μου κατάσταση) χύμηξα προς την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου.

Στη διαδρομή έστρωσα στο πάτωμα ίσα με 2 κιλά σπασμένα πιάτα (σε τεύχη) και μισό επιτάφιο γαρύφαλλα  που είχαν βρει τον τρόπο να μπουν μέσα σε παντελόνι, βρακί, πουκάμισο, σακάκι, πίσω απ τα αυτιά, μέσα στα μαλλιά, στις κάλτσες, στις βλεφαρίδες. Κι αλλού μπήκαν αλλά δεν είναι της παρούσης η σκληρή ανατομία. Ούτε γύρισα να κοιτάξω πίσω, έσπερνα πιάτα και άνθη στη διαδρομή (τόσο λουλουδικό ούτε στην Τήνο ανήμερα της Παναγίας) και θέριζα το γυαλιστερό βλέμμα της μάνας μου που όμοιό του δεν θυμάμαι να μου ‘χε αφιερώσει ως τότε.

«Χάλια πουλάκι μου; κι αν ήταν καλά δηλαδή, τι άλλο θα έφερνες στο σπίτι; και την τραγουδιάρα μαζί;».

Βρόντηξα την πόρτα πίσω μου και βούτηξα το κεφάλι μου μέσα στη λεκάνη. Όποιος και να την είχε ποτίσει νωρίτερα, με ο,τι και να την είχε ποτίσει, αίμα μου ήταν. Δεν ήταν καιρός για σιχασιές….

Όταν άνοιξα μάτια ήμουν σίγουρος πως ήμουν νεκρός. Πιο νεκρός κι απ’ τον Μελκιάδες Εστράδα, αλλά αυτό το λέω σήμερα που μεγαλοπιάστηκα, τότε ήμουν ένας ανώνυμος νεκρός. Από πάνω μου, μάνα και μικρός αδερφός κουνούσαν τα κεφάλια τους όπως τα σκυλάκια στην πλαφονιέρα των αυτοκινήτων. Στάλα συγκατάβασης δεν διέκρινα σ’ αυτό το κούνημα, ούτε καν οίκτο. Δεν είχα και κουράγιο να συνεχίσω να τους κοιτάω. Το υποτιμητικό πέρα-δώθε των οικογενειακών κεφαλών με ξανανακάτεψε κι έτρεξα πάλι στο δωμάτιο πανικού .

«Μη ξανά!» στρίγκλισε η μάνα μου, «μου βγήκε ο πάτος να το απολυμάνω, να τα κάνεις και να τα φας τώρα, εγώ δούλα σας δεν είμαι».

Προσπάθησα να κλέψω ένα βλέμμα συμπόνιας ή έστω ουδετερότητας από το αδέρφι μου. Μάταια. Ακόμη κι ο Ηρώδης θα κοιτούσε ένα βρέφος με περισσότερη αγάπη. Του το χρωστάω αυτό.

Κάποια στιγμή κατόρθωσα και σύρθηκα ξανά μέχρι το κρεβάτι. Έδεσα τριπλόκομπο στομάχι και στόμα για να μη με προδώσουν, ικέτευσα για μισό κιλό Ντεπόν και μια γουλιά νερό, ήπια, έπεσα ξερός.

Κούτσουρο.

Πελεκημένο (μου είπαν -πού να θυμάμαι- ότι δανείστηκα κι ένα χιλιάρικο για να βγάλω σαν κύριος τη βραδιά, είπαμε ειλικρίνεια).

 

♫ ♪

 

* remake (2007), κάποτε τα blogs μπορούσαν -χωρίς να ντρέπονται- να είναι και αυτό

 

freaks peaks

4balconi

 

Ψιχαλίζει. Στη μέση του μονόδρομου μια σκεβρωμένη γριά βλέπει τον κόσμο (έστω, αυτόν που ζει ανάμεσα Μπιζανίου και  Σαρανταπόρου) απ’ το ένα και τριάντα, ίσως και χαμηλότερα, με άσπρο (κάποτε) παντελόνι πιτζάμας, ρόμπα βυσσινί (άσχημο βυσσινί, σάπιο δέκα μέρες στα τελάρα), μπαστούνι στο ένα χέρι, τσιγάρο στο άλλο. Όλες κι όλες δέκα ξανθιές τρίχες ανταριασμένες, είναι διπλωμένη στα δυο, παλεύει ένα βήμα κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Μα το τσιγάρο τσιγάρο. Περπατησιά και ρουφηξιά, μια ατέλειωτη τζούρα, για να πάρει κουράγιο πριν το επόμενο βήμα. Έχω δει τον Μάρλει να ρουφάει αλλά αν ο σχωρεμένος αντίκριζε αυτή τη γριά, θα μπλάβιαζε απ’ τη ντροπή του. Παλεύω να παρκάρω με την όπισθεν, δεν την βλέπω, παγώνω και βγαίνω έξω, είναι στη μέση του δρόμου, έχει βάλει ρότα για το πεζοδρόμιο που έχει τη μοναδική τρύπα ανάμεσα σε διακόσια αυτοκίνητα στη σειρά, από την Καυτατζόγλου ως την Κατσιμίδη. Ευτυχώς δεν εμφανίζεται άλλο αυτοκίνητο, στα τρία-τέσσερα λεπτά που χρειάζεται για να ανέβει στο πεζοδρόμιο και να χαθεί πίσω από τον κάδο με τα σκουπίδια, παρκάρω με σφυγμούς τριψήφιους, παίρνω τα μπαγκάζια μου, κλειδώνω, η γριά δεν υπάρχει πουθενά. Έχει γίνει καπνός η ίδια. Δεν άνοιξα τον κάδο, το ομολογώ, δεν είχα κουράγιο και για άλλα.

 

Μέσα στην οικοδομή, δέκα σκαλιά μέχρι το πλατύσκαλο του ισόγειου. Με υποδέχεται η γνώριμη πατατίλα γιαχνί, ίδια κι απαράλλαχτη εδώ και σαρανταπέντε χρόνια. Έχουν ποτίσει τα πάντα μ΄αυτή τη μυρωδιά, σε κάθε κοινόχρηστο χώρο, σκάλες, μωσαϊκά, εξώπορτες, φώτα, διακόπτες, γραμματοκιβώτια, πατάκια, ακόμη και τα κουδούνια. Παίρνω όρκο πως και οι άνθρωποι που ζουν από το ημιυπόγειο ως τον τέταρτο, το ίδιο μυρίζουν. Να τελειώσει στην ώρα της η μικρή να φύγει από δω μέσα, δεν θ΄αντέξω να μυρίζει σύβραση και καμένα λάδια αντί  αφρόλουτρα και Silver Rain. Έχω φτάσει στον πρώτο, μικρή στάση για μισή ανάσα, ρημάδια χρόνια. Από την πόρτα απέναντι, ξεπροβάλλει γέρος με τόσο βαμμένο μαλλί που αν ζήσει δυο χρόνια ακόμη είναι ικανός να εξαντλήσει όλα τα στοκ της L’Oreal, ίσως και της Koleston αν ζήσει τέσσερα. Eίναι ντυμένος σαν τον Τζεπ Γκαμπαρντέλα αλλά δείχνει -στα σίγουρα- καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος. Περνάει δίπλα μου, σχεδόν ώμο με ώμο, χωρίς να ανταποδώσει το «γειά σας», μυρίζει κλεισούρα, ναφθαλίνη, ληγμένη κολώνια, βιάγκρα, μα πάνω απ΄όλα πατάτες γιαχνί. Λυγίζω απ΄ την τόση ομορφιά αλλά βρίσκω κουράγιο να συνεχίσω για τον δεύτερο.

 

Ένα αγόρι με μαλλί σαν του Χένρι Σπένσερ, χώνει κάτω από κάθε χαραμάδα πόρτας φυλλάδια από μια ακόμη πιτσαρία που αγωνίζεται να βρει ξέμπαρκα φοιτητάκια για να ταΐσει. Στις δυο οικογενειακές δώρο ενάμιση λίτρο πέπσι, στις δυο μακαρονάδες δώρο τρία σκορδόψωμα, με μια πίτσα και μια μακαρονάδα σπέσιαλ δώρο ένα κουτάκι μπίρα, ατέλειωτα δώρα με φτηνιάρικη γκούντα και γλιτσιασμένα μανιτάρια κονσέρβας. Είναι σκυμμένος στη δικιά μας πόρτα, στέκομαι όρθιος μισό μέτρο πίσω του, βγάζω τα κλειδιά, σηκώνεται ατάραχος και μου χαμογελάει. Φοράει σιδεράκια, είναι αξύριστος, το μαλλί έχει να λουστεί από την περιφορά του Επιτάφιου, τα μισολιωμένα σταράκια του μυρίζουν ποδαρίλα αλλά τίποτε δεν μπορεί να κατατροπώσει τις πατάτες γιαχνί σ’ αυτή την οικοδομή. Μοιράζει ακόμη λίγα σκορδόψωμα δώρο σε δυο άλλες εξώπορτες και συνεχίζει απτόητος για τον τρίτο, στο Γκουαντάναμο -που λέει και η μικρή-. Εκεί που ο μέσος όρος ηλικίας κοντεύει τα ενενήντα. Στον όροφο των αποκλεισμένων, αφού μέχρι ν΄ ανέβουν και να κατέβουν τρεις ορόφους με τα πόδια -όσοι είναι όρθιοι ακόμη- τελειώνει η μια εποχή και έρχεται η επόμενη. Μέχρι να μη ξημερώσει άλλη εποχή.

 

Πολλές -πάμπολλες- φορές, τα άπαντα του Ντέιβιντ Λιντς κυκλοφορούν λυτά σε δρόμους και δρομάκια που δεν τα χωρά ο νους σου. Μερικές νύχτες σαν έχει υγρασία στους δρόμους και μυρίσεις πατάτες γιαχνί, μου περνάει απ’ το μυαλό ότι  κι ο Tod Browning αμολάει κάθε νύχτα το τσίρκο του -που το πρωί κρύβεται στα γκρεμούλια τριγύρω- σ’ αυτή τη γειτονιά, καταπάνω μου..

 

 

φωτογραφία : arcphotodays

τα ουρλιαχτά στα τριάρια

 

gea2_01_img0080

 

 

Είδα τα καλύτερα κορμιά της γενιάς μου χαλασμένα από την οικογενειακή αχρησία, κουρασμένα, υστερικά, γυμνά. Αγνώριστα.

Κι όμως κάποιοι άντρες (μπορεί και γυναίκες) τα ποθούσαν ακόμη. Κοιτάζαν την καλοκρυμμένη σάρκα κάτω απ΄τα παραπανίσια ρούχα το χειμώνα, τη βλέπαν μισή σπιθαμή μακριά τους κι αφτιασίδωτη το καλοκαίρι. Μα δεν τους αποθάρρυνε ότι δεν τα αναγνωρίζαν πια, ίσως γιατί κι εκείνοι αγνώριστοι ήταν.

Ήταν κάμποσες οι φορές που ξένοι, εισβολείς στους τέσσερις τοίχους τους, θέλαν να τα πάρουν και να τα πάνε μια βόλτα πάνω σε σεντόνια ημιδιαμονής, σε καναπέδες, σε πάγκους κουζίνας, σε τουαλέτες, σε ασανσέρ, στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκίνητου, σε κοντινά βουνά και σε κρυφά δρομάκια, γυμνά ή μισοντυμένα. Έτσι κι αλλιώς ίδιο το τρόπαιο.

Εκείνα όμως, που κάποτε εξέδιδαν άσεμνες, υγρές ωδές (τόσο υγρές που δεν γεννήθηκαν ακόμη λέξεις για να τις περιγράψουν), το ‘χαν βάλει γινάτι να πιστεύουν ότι πρέπει να πάρουν και το μυαλό τους μαζί στην αποσκευή. Τα πιο πεισματάρικα θέλαν να πάρουν και, άκουσον άκουσον, καρδιά, για μια τόση δα βόλτα. Εξεπίτηδες το ‘καναν. Θέλαν να βγουν υπέρβαρα στο μέτρημα και να τους πουν «πληρώστε ή γυρίστε πίσω», ίσως γιατί, κατά βάθος, δεν θέλαν να πάνε πουθενά, μιας και όλα πλην σάρκας είχαν τακτοποιηθεί με τον καιρό σε ογδόντα τετραγωνικά, μέσα σε γνώριμα κομοδίνα, συρτάρια, ντουλάπες, πατάρια και χαρτόκουτα και σαν ερχόταν η στιγμή -αν την συναντούσαν ποτέ- καθόταν μουδιασμένα στην κουζίνα, φτιάχναν έναν καφέ, μπορεί και δεύτερο, και σκεφτόντουσαν ανακουφισμένα «που να κάθομαι να σκαλίζω τώρα, ποιος τα ξαναβάζει στη θέση τους ένα ένα μετά».

Μετά. Μετά κάποια απ’ αυτά σπάγαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια, γυμνά και τρέμοντας. Από την ανομολόγητη καύλα. Την ώρα που ξεπλέναν τον ιδρώτα από πάνω τους στο σπίτι, μπορούσες να τον ακούσεις να ουρλιάζει. Γιατί πήγε πάλι στράφι..

 

 

(sorry Allen)

 

 

♫  ♪

τα παπούτσια του Πάσχα (πάλιωσαν)

 

dsc01177

 

 

Δεν θυμάμαι πόσο παλιό είναι, αρκετά πάντως, έξη χρόνια, εφτά, οκτώ…περυσινά και προπέρσινα ξινά τσουρέκια. Συνήθειο μου ‘γινε να την ανεβάζω αυτή τη μελούρα τέτοιες μέρες, ένας ο Τζεφιρέλι στο γυαλί κι ένα αυτό. Το βγάζω απ’ την κλεισούρα του, μαντάρω μερικές ξηλωμένες λέξεις, ράβω κανένα κουμπί που χάσκει έτοιμο να αποδημήσει, ξαναπιάνω στη θέση της τη φόδρα που ψυχορραγεί, μα δεν χωράω πια μέσα στο τζάρτζαλο. Άλλαξα νούμερο, άλλαξα συνήθειες, άλλαξα χάπια. Αλλά η μυρωδιά των ημερών, κι ας μην έμεινε ούτε μισή αυλή εν ζωή στη γειτονιά, δεν λέει να φύγει.

 

 

 

Μεγάλη Βδομάδα είναι η καργιόλα η ακμή στο πρόσωπο που δεν έλεγε να με εγκαταλείψει, το καινούριο Lee τζιν μπουφάν που ήταν παγίδα για τα δεύτερης κατηγορίας θηλυκά της γειτονιάς, το όχι και τόσο macho παντελόνι-ψάθα Levi’s που μέσα του βρέθηκα παγιδευμένος χωρίς να το καταλάβω και που ποτέ δεν θα φορούσε ο Ρόυ Ρέις, τα κορίτσια που βγάζαν δειλά δειλά βόλτα το γυμνό από καλσόν και παντελόνια δέρμα για να ταΐσουν τον καινούριο ήλιο και τα λιγωμένα μας μάτια, η γλυκόστυφη μυρωδιά της Clearasil στο μέτωπο, ο συμπαίκτης μου ο Σπίθας -ενενήντα κιλά θεριό-που ποτέ δεν νήστευε γιατί φοβόταν πως θα πεθάνει στο δρόμο για την εκκλησία, η γεύση απ’ τα νερόβραστα φασόλια με μαρούλι και λεμόνι, ένα άγχος -κρυμμένο στη ντουλάπα, πίσω απ΄το Playboy- γιατί πάλι είπα ψέματα στη μάνα μου πως εξομολογήθηκα πριν κοινωνήσω, μια ενενηντάρα γαλάζια Scotch με Bachman Turner Overdrive στη μια πλευρά και Carpenters (αναποφάσιστος μια ζωή) στην άλλη, μια βόλτα με το μπλέ χωρίς ταχύτητες Velamos σε όλες τις ενορίες μπας και τη συναντήσω,  ένα superfast πέρασμα από όλους τους επιτάφιους για να μη χαλάσει το γούρι, η πλάτη του πατέρα μου που ξεκίναγε για δουλειά την ώρα που κατηφόριζαν οι νεκροί Χριστοί στην πλατεία, το Leaving on a jet plane που -ακόμη δεν ξέρω γιατί- φανταζόμουν τον εσταυρωμένο να σιγοτραγουδά unplugged επί ξύλου κρεμάμενος, η σπασμένη φωνή του δεσπότη της μικρής μας πόλης που το αεράκι της Μεγάλης Παρασκευής την φόρτωνε με παράσιτα κι απρόσκλητους μικροφωνισμούς, τα κεριά που δεν έλεγαν να μείνουν αναμμένα κάτω απ’ το ψιλόβροχο, η λαχτάρα μου να τη διακρίνω ανάμεσα στο πλήθος για να πάρω όλο κι όλο μισό βλέμμα προκαταβολή, ένας κόμπος στο λαιμό και λίγη υγρασία στα μάτια κάθε φορά που κοίταζα τον άδειο σταυρό και έλεγα μέσα μου “μη γίνεις ρεζίλι τώρα ρε μαλάκα”, τα μακαρόνια φούρνου με σκέτη κόκκινη, πηχτή κι αναμάρτητη  σάλτσα στο μπαλκόνι-θεωρείο του Μάριου, οι εξετάσεις του Ιούνη που τρέχαν με ορμή προς τα πάνω μου για να με καταπιούν όπως τα Langoliers (αυτά τα έμαθα μετά), τα του κουτιού ασπρόμαυρα Zίτα Ελλάς του αδερφού μου -μετά μεγαλοπιάστηκε με Top Ten, που καμιά σχέση δεν είχαν όμως μ’αυτά τα μαγικά παλιούρια του Billy Dane-, ένα τι-σερτ δώρο της μακρινής ξαδέρφης Έλλης από την Αμερική (αυτής που μου ΄μαθε τους Moody Blues και τους Chicago) που διαφήμιζε 4th of July κι έγινε δεύτερος χιτώνας πάνω μου απ’ των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά, μια κλεφτή γουλιά Skol στο γυράδικο του κυρ’ Γιώργη, η Νάκυ Αγάθου να προλογίζει την Ακολουθία των Παθών με εννιά μποφόρ μαλλί και βλέμμα “μόλις είχα τον δέκατο πέμπτο οργασμό της μέρας αγόρια” (δεν υπάρχουν γυναίκες δεκαπεντοργασμικές σήμερα, είναι σίγουρο πως δεν τις φτιάχνουν όπως παλιά), τα γυαλιά ηλίου της μάνας μου που θα ‘καναν την Νάνα Μούσχουρη να πλαντάξει στο κλάμα από τη ζήλια της, ο φίλος μου ο Δημήτρης που έφυγε να κάνει Πάσχα με τους παππούδες του στην άκρη του κόσμου που λεγόταν Αλεξανδρούπολη και μ’ άφησε χωρίς ταίρι στις θανατηφόρες ατάκες, ο ένας μου παππούς που έκανε πάντα Ανάσταση στο σπίτι για να μη το αφήσει μόνο του τέτοια νύχτα, ο άλλος παππούς που ήταν κι αυτός στην άκρη του κόσμου -εκατό χιλιόμετρα μακριά-  κι όλο κάναμε σχέδια να βρεθούμε ένα Πάσχα μαζί για το Χριστός Ανέστη αλλά ποτέ δεν το βρήκαμε αυτό το ρημάδι το Πάσχα ρε παππού, το καινούριο Γκολ που δεν πρόλαβα ν’ αγοράσω απ’ την Τυχερή Γωνιά για να δω αν η Πρίνσες Παρκ κέρδισε στον τελικό την Μύνχεν Μπούμχεν, το “σήμερον κρεμάται επί ξύλου” το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, το πρώτο ginger ale μοιρασμένο στα δύο στο Ξενία, το άγχος να μη ματώσω γόνατο στο ντερέ μετά που  κοινωνήσαμε και πάει στράφι τόση νηστεία εξαιτίας μιας κίτρινης δερμάτινης μπάλας απ’ το Πακιστάν που μύριζε καινουργίλα, πετσί, χώμα κι άνοιξη.

Και τα καινούρια μου παπούτσια. Κάθε Μεγάλη Τετάρτη.

Αυτά είναι Μεγάλη Βδομάδα.

Το φουρνιστό αρνί, οι ημίγλυκοι καμπάδες, τα πάντα λειψά τσουρέκια,  τα κόκκινα αυγά με στάμπα από φύλλα και το πατριωτικό μπάρμπεκιου της Κυριακής στο παραδιπλανό στρατόπεδο, παρέα με  τίμια μοιρασμένες δόσεις από Νίκο Γούναρη, εξωτικά κλαρίνα, Βογιατζή και Βάνου, Μανώλη Χιώτη, Σώτο Παναγόπουλο και Χρόνη Αηδονίδη από το ραδιόφωνο του άσπρου Renault 10 ή το Philips του σαλονιού που θεός ξέρει ποιανού ράφι το χαίρεται σήμερα, ποτέ δεν με πολυσυγκίνησαν τόσο ώστε να χαλαλίσω δέκα λέξεις και γι αυτά (ετούτες εδώ δεν μετράνε). Ήταν σαν να διάβαζα βιβλίο ανάποδα, να ξέρω δηλαδή απ’ έξω κι ανακατωτά τον επίλογο και να πρέπει να αρχίσω να γράφω την πρώτη παράγραφο. Την γράφω, κάθε χρόνο. Ως το άλλο Πάσχα όμως οι πρώτες σελίδες είναι, πάλι, σκισμένες και δεν ξέρω από πού να ξαναρχίσω. Κάποια στιγμή δε μπορεί, θα βαρεθώ.

Να ‘χεις κι εκείνο τον τίτλο στο εξώφυλλο να μου δείχνει, ως και σήμερα, τα κίτρινα δόντια του…

«We can’t stop time».

Τα ίδια και στη ράχη του βιβλίου. Ένα χρυσοτυπωμένο, καλλιγραφημένο, περιπαιχτικό «you can’t». Που με κοιτάει, περιμένοντας δεν ξέρω τι, στα μάτια. Αλλά έμαθα, με τον καιρό, να το κοιτάω κι εγώ μέχρι να χάσει ένας απ’ τους δυο και να κατεβάσει το βλέμμα. Σε πείσμα όλων των όσων μάθαμε από μικροί, παρά την γκριζίλα που με αγάπησε παράφορα και δεν λέει να ξεκουμπιστεί από μέσα μου, το ΄χω βάλει γινάτι να νικήσω ακόμη κι αν το κατεβάσω πρώτος εγώ.

 

 

άνοιξη μισή

30583375

 

Σήμερα λίγο πριν τις δώδεκα το μεσημέρι αντάμωσα δυο  γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας, απ’ αυτές που ήταν κρυμμένες όλο το χειμώνα κάτω από χοντρά ρούχα, χωμένες μέσα σε άσχημες μπότες και μουντά, στενόχωρα καλσόν. Τώρα περιποιημένες, βαμμένες, υπερυψωμένες. Μαλλί φτιαγμένο, μαύρα γυαλιά στερεωμένα στο κεφάλι ψηλά, ωραία σώματα, απ’ αυτά που γεμίζουν παντελόνια και μπλούζες που θαρρείς ραφτήκαν αλφάδι, πατρόν πάνω τους. Στα τριάντα, λίγο πριν, λίγο μετά, μάλλον πολύ λίγο μετά. Ωραία κορίτσια, θέλει λίγο παίδεμα ακόμη το μέσα τους για να τις πεις γυναίκες. Διαλέγαν μαγιώ, από κείνα που μπορείς και να τα αγοράσεις μισά, σήμερα ήταν η μέρα για το πάνω μισό. Η μια πήρε δυο τέτοια μονόχρωμα, η άλλη αρκέστηκε σε ένα αλλά ανθισμένο. Χαμογελούσα κρυφά την ώρα που πέρασαν από μπροστά μου, στο δρόμο για τα δοκιμαστήρια. Μισά. Για να μη με καταλάβουν.

Στεκόμουν ακόμη εκεί, κάπου παραδίπλα, την ώρα που βάλαν σε χάρτινες σακούλες τα μισά χρωματιστά εισιτήριά τους για το φετινό θέρος, κατεβάσαν τα γυαλιά και βγήκαν στο φως. Έξω είχε συννεφιά και μια χλιαρή ψύχρα αλλά αυτές μπορεί να ακούγαν ως και τον ήλιο να καίει τα τσιμέντα κάτω από τα τακούνια τους, μπορεί και κύματα κι ας ήμασταν μισή ώρα μακριά απ΄τη θάλασσα. Εκείνες ήδη τρέχαν δυο, τρεις μήνες μπροστά.

Θα γυρίσουν σπίτι, μετά τον καφέ (ίσως και τα μεσημεριανά ούζα στον μισό ήλιο, όλο τσιγκουνιές αυτός ο φετινός απριλιάτικος) και θα προβάρουν -ξανά- τα μισά τους. Μισόγυμνες (μέχρι να βρουν το περυσινό κάτω που ταιριάζει) μπροστά στο άλλο τους μισό. Ή μόνες, απέναντι απ’ τον -πεινασμένο, μετά από ένα χειμώνα θαμμένο κάτω από στοίβες ρούχα – καθρέφτη. Σκέφτομαι κρυφά. Μισά. Για να μη τρομάξουν και ντυθούν..

 

σήμερα δεν πάμε στη θάλασσα*

 

941257_584641054890465_1949088584_n

 

 

Το σπίτι είναι γεμάτο έπιπλα παλιά, βαριά, ακριβά μα όχι εκείνα που θα ‘λεγες βαράγκικα, ξυλίσια πάντως. Όχι ξύλινα, ξυλίσια. Ούτε ικέες, ούτε do it yourself χωράει εκεί μέσα, άλλη ράτσα οι παλιοί. Μαραγκοί, εκθέσεις επίπλων, με τέτοια μεγαλωμένοι, πιστοί στις καρυδιές και στα μασίφ ως το τέλος -άσχετα αν κάποια στιγμή έκαναν απιστίες με φορμάϊκες-.

Πιάσαμε θέσεις -οι αμήχανοι εισβολείς- σε καρέκλες, γύρω απ’ το τραπέζι, αφήσαμε ένα κουτί με κουλουράκια σε μια γωνιά μπαίνοντας, «μα με κεράσματα θα πάμε;» τη ρώτησα απορημένος, «δεν πάνε με άδεια χέρια» με αποπήρε.  Οι σπιτονοικοκύρηδες ξαναχωθήκαν στις πολυθρόνες τους, στα ψεύτικα κουκούλια τους. Μόνο ο βόμβος απ’ το ψυγείο της κουζίνας ακούγεται. Αυτός και οι κουβέντες των γερόντων. Τόσο αξιοπρεπείς, τόσο ανακουφιστικά παλιομοδίτικοι αλλά και τόσο θυμωμένοι.

Άνθρωποι -και οι δυο- που φτάσαν την κορφή των ογδόντα και άρχισαν πια να κατηφορίζουν. Άνθρωποι συντηρητικοί, μετρημένοι, πες τους και χλιαρούς, πολιτισμένοι, ευγενείς, αυτό που λέμε -τόσο σαρκαστικά και άδικα μεταφρασμένα, κάποιες φορές- «νοικοκύρηδες». Απ’ αυτούς που ζωγραφίζαν το τρίπτυχο αλλιώς, η οικογένεια πρώτα. Πατρίς και θρησκεία θα μπορούσαν να περιμένουν τη σειρά τους, ή άλλους πιο ένθερμους. Μια άλλη ράτσα που σιγά σιγά εκλείπει, αφήνοντας χώρο σε αμόρφωτους, ημιμαθείς, φανατικούς και βιαστικούς.

Λένε για τις ατέλειωτες ώρες του στο γραφείο που ξεκίναγαν πριν καλά καλά φέξει και τέλειωναν με σκοτάδι έξω. Για τις πέντε μέρες άδεια το χρόνο, κι αυτές με κινητά που ούτε να κλείσουν μπορούσαν ούτε να σιωπήσουν, πάνω από τρία λεπτά. Για τα λειψά Σάββατα του. Για τις τρεις μέρες που κατόρθωνε να ανέβει να τους δει και έφευγε -τις περισσότερες φορές- την δεύτερη μέρα γιατί «κάτι έγινε». Για τη δουλειά που αυξήθηκε, για τον μισθό που ακρωτηριάσθηκε, για τις παραπανίσιες ευθύνες που φορτώθηκε, για τον ελεύθερο χρόνο που στραγγίστηκε, για τα παιδιά του που τον βλέπαν όλο και λιγότερο τις καθημερινές, για τα «όχι» που δεν είπε, για τα «όχι» που εισέπραξε. Λένε -με θυμό μα και ενοχική αξιοπρέπεια- ότι εκείνοι, και οι δυο, φταίνε που τον μεγάλωσαν έτσι, να βάζει τους άλλους και τον καλό τους λόγο πάνω απ’ όλα. Εκείνων των άλλων που όταν μυρίστηκαν αίμα και φιλότιμο -έτσι είπαν, την σιχαίνομαι πια αυτή την πρόστυχη λέξη- τον πλήρωναν πλέον με καλό λόγο, ζητώντας κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο απ’ το ανθεκτικό υποζύγιο. «Έτσι είναι τα αφεντικά αγόρι μου, χίλια παραπανίσια καλά θα τους κάνεις, μισό χρεωστούμενο θα δεις να σου επιστρέφουν» λένε. Και είναι τόσο παράξενο να ακούω τέτοια πράγματα από στόματα ανθρώπων της γενιάς τους, της τάξης τους, της ιδεολογίας τους, της χλιαρής, μετρημένης και υποταγμένης -έτσι λέγαμε- ζωής τους. Λένε κι άλλα, ανάμεσα σε εικόνες απ’ τα παλιά, στο αναμμένο καντήλι και την φωτογραφία του στο τραπεζάκι στο σαλόνι. Πηγαίνω λίγο πιο πίσω την καρέκλα μου, να μη βλέπω. Να τον θυμάμαι όπως στα δέκα, στα δεκαπέντε του, που έπαιζε κι έλιωνε γόνατα και αστραγάλους στις αλάνες με τον αδερφό μου. Aλλά όσο και να κρυφτώ, τα λόγια τους με βρίσκουν στο κέντρο, «ζητήσαν και μια φωτογραφία του, να την βάλουν -λέει- σε ένα γραφείο, δεν ξέρω τι τους είπε η νύφη μου, εγώ αν ήμουν θα τους έλεγα να φτιάξουν γραφείο πεσόντων, μήπως και αρχίσουν να ντρέπονται λίγο», κανείς δεν θα ντραπεί ήθελα να του πω αλλά δεν μίλησα. Ούτε όταν μου είπε η μάνα του «την επόμενη μέρα της κηδείας πήραν τηλέφωνο και ζήτησαν το κλειδί απ’ το εταιρικό αυτοκίνητο, την επόμενη μέρα, τα λουλούδια ακόμη ζωντανά ήταν πάνω στο χώμα, το διανοείσαι αγόρι μου;». Ούτε τότε μίλησα. Γιατί ναι, διανοούμαι.

Η πίκρα, σκέφτομαι ανάμεσα στα υγρά τους μάτια, τον βόμβο του ψυγείου και τακούνια να πηγαινοέρχονται απ΄ το πάνω διαμέρισμα. Η πίκρα για την απώλεια κάνει τους ανθρώπους να γίνονται άδικοι, ν’ αλλάζουν μυαλά, να ξεχνάνε αυτά που ήξεραν, αυτά που τους μεγάλωσαν, αυτά που μας πότισαν και γίναμε ο,τι γίναμε, ξερικά και ποτιστικά, επαναστάτες και νοικοκυραίοι, αφεντικά ή σε αφεντικά. Η πίκρα και η απουσία. Αυτά φταίνε, τίποτ’ άλλο. Κανένα αφεντικό δεν του απαγόρευσε να φεύγει είκοσι μέρες το χρόνο, κανείς δεν τον ανάγκασε να έχει ανοιχτό τηλέφωνο 24/7/365, κανείς δεν του επέβαλλε το εντεκάωρο και το δωδεκάωρο, δύσκολες εποχές για όλους είτε αφεντικά είτε υπάλληλοι, δεν κάνουν διακρίσεις σε γαλόνια τα γκρίζα χρόνια που περνάμε. Δεν γίνονται αυτά, ήθελα να πω στους γέροντες, σπουδαγμένοι άνθρωποι είστε και οι δυο, μην αφήσετε τα μανιχαϊστικά να σας ρουφήξουν. Αλλά σιώπησα. Ξανά.

«Να προσέχετε τον εαυτό σας» μας ξεπροβόδισαν, «κανείς δεν σας έχει ανάγκη περισσότερο απ’ τα παιδιά σας και τους δικούς σας ανθρώπους, μόνο σ’ αυτούς θα λείψετε, μόνο γι αυτούς είστε αναντικατάστατοι».

 

Το αυτοκίνητο ήταν διακόσια μέτρα πιο πέρα. Κουβέντα δεν αλλάξαμε στη διαδρομή ως εκεί. Τι να πεις που δεν ξέρεις κι απ΄ την καλή κι απ’ την ανάποδη, είτε στο πετσί σου είτε στο γδαρμένο πετσί δικών σου ανθρώπων. Τι να πεις χωρίς να γίνεις άδικος γι αυτούς που -τώρα πια στα γεράματα- έχουν τόσο δίκιο (για ιδέες που ξόρκιζαν παλιά) αλλά δεν τον ξαναέχουν κοντά τους να του μάθουν αυτή την αξιακή αλφαβήτα απ’ τη αρχή. Αυτό τους πονάει, η ηθική -έτσι, άδικα, πιστεύουν- αυτουργία. Και μ’ αυτήν θα φύγουν.

 

 

 

 

* τίτλος εντελώς άσχετος με την πραγματικότητα

το γούντστοκ των πτωχών

 

10153157_700732119948024_633631648_n

 

 

 

1979, 1980, εκεί. Στο προτελευταίο ρετιρέ της Νάξου. Κάθε φορά που ‘μπαινα ή έφευγα απ΄ την οικοδομή πλησίαζα με συγκρατημένη λαχτάρα το -άδειο, πάλι- γραμματοκιβώτιο μέχρι που το πήρα απόφαση, με τρόμαζε ο 815 που απειλούσε να με στείλει μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι μου απ’ όπου έφτυσα αίμα και κατάπια χιλιάδες σελίδες για να φύγω, ξεχνιόμουν με τσιγάρο και φραπέ στην πλαγιά του Λιλιμπάγια, ποτιζόμουν σανγκριές στον Ιπποπόταμο ώσπου να γίνω ένα με το πάτωμα (άσπρο-μαύρο πλακάκι, αν θυμάμαι καλά με τόσες απόπειρες αυτοκτονίας του συκωτιού μου που προηγήθηκαν), αγόραζα Πετρόπουλους -απ’ την Πρωτοπορία θαρρώ- με ένα βλακώδες ρίγος ανάλογο των κρυφοχριστιανών στη Ρώμη, διάβαζα σαν τζάνκι Κολούμπρα (όλη η συλλογή χαμένη σήμερα), θυσίασα χιλιάρικα, αίμα και ιδρώτα σε Happening, Music Corner και το «Δισκάδικο», αποκοιμιόμουν ακούγοντας Eloy σε κάποιο ραδιόφωνο που κατασκήνωσε στα – έρημα, τότε- FM, μελετούσα με προσήλωση Ζήλο, Βιάν και λίγο Στατιστική ΙΙ, στο τέλος της εξεταστικής ακολουθούσε η μαλαματίνεια ιεροτελεστία (το αγίασμα κατέβαινε με το ΚΤΕΛ, ειδική παραγγελία) με κοτόπουλα γειτονιάς, κρύες τηγανητές πατάτες και μπουκάλια σπασμένα σε χίλια κομμάτια στο πάτωμα, στο μπαλκόνι, μέσα στα βρακιά μας, παντού, αντί για πατώματα είχαμε μια βροχή από γυαλιά και μετά μου κάναν αξιοθέατο τους αναστενάρηδες, οι άτεχνοι..

 

Για μερικά είμαι σίγουρος, κάποια είναι πιο αχνά στη μνήμη (ακόμη κι όσα είχαν άρωμα γυναίκας, κοριτσιών δηλαδή, για να ακριβολογούμε), εκείνο που δεν ξεχνάω είναι η παραμονή της μέρας που ήρθε το τρίκυκλο για να μεταφέρω τα λιμά υπάρχοντά μου στην Τσόχα. Άφηνα την Κυψέλη νιώθοντας πως εγκαταλείπω ένα κουκούλι που μέσα του ασφυκτιούσα αλλά και ένιωθα ασφαλής. Ο Ηρακλής έλειπε απ’ το σπίτι, τα είπαμε και αποχαιρετιστήκαμε από νωρίς, θα ΄φευγε κι εκείνος από Σεπτέμβρη για το σπίτι της Ελένης, «για λίγο» είπε «μέχρι να βρω ένα μικρό», μόνιμα ήταν τελικά. Νύχτωσε στο μπαλκόνι, τα πακέταρα όλα -τι όλα δηλαδή, οι πρόσφυγες σήμερα περισσότερα κουβαλάνε μαζί τους- καπνίζοντας ατέλειωτα ΚΕΝΤ, ήπια τόσες άμστελ που κάποια στιγμή παραδομένος άρχισα να κατουράω -παίρνοντας κάποιες στοιχειώδεις προφυλάξεις- στη γλάστρα παραδίπλα γιατί βαριόμουν το πηγαινέλα στην τουαλέτα, κουράγιο να σηκωθώ απ΄το πάτωμα δεν είχα (στο πάτωμα πεταμένα ένα κιλίμι και τρεις μαξιλάρες, όπως Μπάροουζ και Τανγκέρη, άμα είσαι ντίρλα μεγαλοπιάνεσαι ακόμη και με κουρελούδες), άνοιξα το ραδιόφωνο γιατί η τελευταία νύχτα εκεί άρχισε να με πλακώνει. Δεν κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα ακούγοντας I came upon a child of god, he was walking along the road, με πήγε ως το ρεφρενάκι κι ας μην ήταν η Τζόνι, ωραίο ήταν, γαλήνεψα, «σπίτι είναι ρε, όχι ψυχή, θα συνηθίσεις», έτσι είναι οι σαχλαμάρες οι καρκίνοι, sentimental όντα, ξανάκλεισα τα μάτια. Στις οκτώμισι ο τρικυκλάς ήταν εγγλέζος στο ραντεβού και πατούσε το κουδούνι με υποδειγματικά εκνευριστικό τρόπο. Εκεί δεν ξαναγύρισα έκτοτε. Ποτέ.

 

Σήμερα ανοίγω τα μέιλ χωρίς την παραμικρή λαχτάρα, με τρομάζουν όλοι αυτοί οι αλήτες που θέλουν να με βγάλουν μια ώρα γρηγορότερα κι απ’ το σπίτι μου κι απ΄τη χώρα, ο Χαρχούδας συνταξιοδοτήθηκε, το ίδιο και τα τσιγάρα και τα πιώματα, σε αληθινό δισκάδικο έχω να μπω από τότε που η Σινίντ Ο΄ Κονορ είχε πλεξούδες, με Ζήλο, Βιάν και Οικονομετρίες έκοψα παρτίδες, μελετώ Ξυδάκη και λίγους σεσημασμένους -μετρημένους σε δυο παλάμες- στα βλογς, βιβλία δανειζόμουν απ’ τον φίλο μου που έφυγε πια, τώρα αγοράζω μόνον όταν -πολύ σπάνια- περισσεύει κάτι αλλιώς πάλι στη ζητιανιά και στο δανειλίκι και στην καλοσύνη των φίλων, στο μπαλκόνι ζουν τα άπαντα του ΙΚΕΑ κι αν κάνω πως κάθομαι καταγής θα νομίσουν οι εντελώς καθωσπρέπει γειτόνοι πως λιποθύμησα και θα στείλουν κανένα 166 στα καλά του καθουμένου, ανοίγω μια μπίρα και όταν τελειώνει κοντεύει να γίνει ζεστή σα κάτουρο, αλλά αν μου ‘λεγες να ξαναπάω στην Νάξου ή στην Τσόχα θα σου ‘λεγα «ούτε για όλα τα καλά του κόσμου». Έφτυσα αίμα -ναι, και ιδρώτα και δάκρυα, πώς να το κρύψει κανείς; – για να φτάσω ως εδώ, κατάφερα ο,τι κατάφερα, απέτυχα σε ο,τι απέτυχα, κέρδισα και έχασα, είναι νωρίς ακόμη για τελεσίδικους απολογισμούς και -πάλι sentimental- ετυμηγορίες, μα πίσω δεν έχει κι ας λυσσάξαν να μας χώσουν ντε και καλά στο δικό τους στημένο monopoly. Γερός να είναι εκείνος ο ξαπλωμένος στα κιλίμια και στα μαξιλάρια, με τις μπίρες και τις μουσικές παραμάσχαλα. Αυτός εκεί, εγώ όμως εδώ, έτσι έλεγε και το τραγουδάκι της τελευταίας νύχτας στην Νάξου:  and I don’t know who I am, but life’s for learning.

 

 

 

music from airports

 

30416938

 

 

 

Εντάξει. Φύγε. Όλοι – καλά,όχι εσύ- μπορεί να φύγουμε μια μέρα. Εδώ άλλοι φεύγαν σωρηδόν πριν εκατό και πριν πενήντα χρόνια, περνάγαν Ατλαντικούς, βλέπαν την ανατολή καταμεσής σε Ινδικούς, ανεβοκατεβαίναν σε τρένα, οδηγούσαν με την τσίμπλα το μάτι σε κοτζάμ Γιουγκοσλαβίες. Δεν είναι δα και τραγικό. Τόσοι και τόσοι φύγαν (ή δεν γυρίσαν καν), ρώτα τους έναν προς έναν, μια χαρά είναι όλοι. Τίποτε δεν είναι ανεπανόρθωτο αφού μπορείς να ξανάρθεις. Και να μη ξανάρθεις όμως, άμα δεν έχεις -ή δεν λαχταράς- να δεις κανέναν (ή κάτι, έστω) εδώ, πάλι εντάξει είναι. Όπου γης πατρίς και τα σχετικά, τα μάθαμε. Καλά, σύμφωνοι, και τα home is where the heart is, κι αυτά τα μελωμένα τα μάθαμε. Παιδιά του κόσμου, έτσι κοροϊδευόμαστε πως ήμασταν οι σαραντακάμποσα και οι πενηνταφεύγα, σιγά μη χολοσκάσουμε για πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια, μια ζωή έξω. Είτε παιδιά αφήσεις πίσω, είτε φύγουν μαζί σου, είτε τα πας στο αεροδρόμιο και μένεις πίσω εσύ, είτε δεν υπάρχουν παιδιά στην εξίσωση, σιγά τον πόνο. Σήμερα είναι αλλιώς. Και σκάιπ έχεις και φτηνά τηλέφωνα και φέισμπουκ και ryanair έχεις κοντά στην νέα γειτονιά, δηλαδή άμα το καλοσκεφτείς δεν βιώνεις και κάτι σκιαχτικό, πόσο μάλλον όταν και δουλειά έχεις εκεί, που δεν είχες εδώ. Όλα δικά σου μη τα θες. Είπαμε, φύγε. Εδώ που τα λέμε είτε στην Ιεράπετρα πήγαινες -δεν ξέρω τι διάολο θα ΄κανες εκεί- είτε σε ένα κωλοχώρι έξω απ΄τη Στουτγκάρδη, ένα και το αυτό, μη σου πω και χειρότερα. Μισό μηνιάτικο και δυο μερόνυχτα θες να φτάσεις στην Ιεράπετρα. Μη τα κάνουμε όλα βουνό, ψωμί ξενιτιάς και μανούλα θα φύγω και τα συνοδευτικά, είχαν οι άλλοι τον Καζαντζίδη, μη γινόμαστε drama queens κι εμείς. Εμείς με άλλα μεγαλώσαμε, δε θα λουστούμε όσα χλευάζαμε. Γαλάζιοι ουρανοί και θάλασσες και τραπεζάκια έξω, θαρρείς και οι άλλοι ζουν σε καμιά κόλαση δηλαδή, εγώ και τραπεζάκια έξω είδα και ουρανούς που δεν είναι πάντα γκριμωβ και νερά είδα, λίμνες, ποτάμια, θάλασσες, βαρκάκια, ότι θες είδα, αρκεί να αντέχεις να τα δεις. Μη σε πιάσει το γινάτι και τα βλέπεις όλα σαν ρουφήχτρα. Άνθρωποι ζουν κι εκεί, άμα ήταν κόλαση θα φεύγαν, όχι μόνο δε φύγαν αλλά μπάζουν μέσα κι άλλους, σαν κι εσένα. Θαρρείς δηλαδή και μπορούμε όλοι να συνωστιστούμε σ’ αυτή τη χώρα, να περιμένουμε να μας θρέψει όλους και να μας κανακεύει με ήλιο και χρώματα δια βίου. Δεν γίνονται αυτά. Πενήντα TEDx να παρακολουθήσεις, εκατό να αποστηθίσεις, όσο καινοτόμα και να στίψεις το κεφάλι σου, όταν έρθει η ώρα του «φεύγω» θα το καταλάβεις πριν στο πει άλλος. Homesick και μαλακίες. Όσοι μένουμε, μένουμε λόγω Σύνδρομου Στοκχόλμης. Πιστεύοντας οτι αυτή η χώρα (και τα περιεχόμενά της) μας προστατεύει, τάχα μου, απ΄το Κακό που παραμονεύει εκεί έξω. Τσάμπα τα ζόρικα βιβλία που διαβάσαμε, τα τραγούδια που ακούσαμε, οι ατέλειωτες κουβέντες και ξενύχτια που ξετυλίχτηκαν με μας τους «διαφορετικούς» εντός τους. Όσο ανοίγαμε τα μυαλά μας, τόσο πιο κολλημένοι -καλά, όχι εσύ- μέναμε, stuck by this river. Τώρα πήγαμε στο by this Gate. Γι αυτό σου λέω, δεν είναι κακό να φύγεις. Στερέψαμε. Μόνο που πρέπει να πείσεις εκείνο το «wonder why we came» να πάψει να σε δαγκώνει κάθε φορά που ανοίγεις το σκάιπ.

 

 

 

Άμα τα πίστευα κιόλας όλα αυτά, δεν θα σφιγγόταν τόσο το στομάχι μου και θα φοβόμουν λιγότερο όσα έπονται.

 

 

 

 

δυο βδομάδες ομορφιάς

 

2014-03-25 10.41.25

 

 

Oι μπαλκονόπορτες αρχίσαν ν’ ανοίγουν δειλά δειλά. Μένουν ανοιχτές μισή, μια ώρα, λίγα δάχτυλα, έστω. Για να μη χτυπηθώ από την άνοιξη βγαίνοντας απότομα έξω, πετώντας από πάνω μου το σκάφανδρο του χειμώνα και περάσω όλο το θέρος σακατεμένος.

Εξευμενίζω τον ήλιο και το παραπανίσιο φως βάζοντάς τους τραγουδάκια, τόσο δυνατά όσο να ξεμυτίζουν στο μπαλκόνι, τόσο σιγά ώστε να μη ξυπνάω τους μέσα.

Ανάβω τσιγάρο ακουμπισμένος στα κάγκελα, πλάι στις γλάστρες που χάσκουν άδειες. Θα περιμένουν κι αυτές τη σειρά τους. Χώμα, περιεχόμενο, νερό. Και μια γωνιά να ξεπεταχτούν.

Σε ένα μήνα θ’ ανθίσει ο κάκτος μου. Όλη η ξεραΐλα, όλη η ασχήμια εντεκάμιση μηνών, θα ξεχαστούν με δυο βδομάδες ομορφιάς.

Το απέναντι μπαλκόνι θα είναι άδειο αυτό το καλοκαίρι. Αυτό δεν ξεχνιέται. Μέχρι να συνηθίσω -δεν ξέρω πώς και πότε συνηθίζεις- το κενό, θα βγαίνω να κάνω τσιγάρο και να ανοίγω κουτάκια με μπίρες από την άλλη πλευρά.

 

#

ζουμερές μέρες

30374577

Δεν θυμάμαι ποιο καλοκαίρι ήταν όταν επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά -αργά το απόγευμα- σταμάτησα στο μανάβικο να πάρω λίγα ροδάκινα. Αυτά ορέχτηκα εκείνη την ώρα, αυτά πήρα.

Πλήρωσα κι έφευγα όταν η μύτη μου ψυχοπιάστηκε, πλάι στην πόρτα. Ένα καφάσι γεμάτο πιπέρια πράσινα, με τρεις όλες κι όλες ντομάτες στην κορυφή. Που μοιάζαν αληθινές ντομάτες, όχι σκέτο ζουμί και σπόρια σκεπασμένα με κόκκινη φλούδα. Τις έπιασα μια μια, φοβήθηκα ότι ήταν τέτοιας λογής το άγγιγμα που αν μ’ έβλεπε κανείς θα κουνούσε το κεφάλι του υποτιμητικά, για την κατάντια κάποιων αρσενικών που χαϊδεύονται ξεδιάντροπα με ντομάτες αδιαφορώντας για τα βλέμματα τριγύρω.

Αδιαφορούσα όντως. Τις μύρισα και κάτι φουρφούρισε μέσα μου. Έπιασα την πρώτη χαρτοσακούλα που βρήκα πρόχειρη, τις έχωσα γρήγορα μέσα μη τυχόν και μου τις αρπάξει κανείς. Ποιος να τις αρπάξει; Ψυχή στο μαγαζί, μόνο εγώ, η μανάβισσα και η πραμάτεια της τριγύρω μας.

«Από πού είναι; χρόνια έχω να αντικρίσω τέτοιες»

«Τις άφησε σήμερα το πρωί μια γριά, δεν την είχα ξαναδεί. Είπε αν θέλουμε κι άλλες να της το πούμε όταν θα ξαναπεράσει αύριο και θα κρατήσει και για μας ένα τελάρο. Κι εγώ ξεχασμένες τις είχα πάνω στα πιπέρια, δεν έδωσα σημασία, ντράπηκα να της πω ότι δεν τις θέλω, πήγα να της δώσω λεφτά, είπε όχι, περισσευούμενες είναι»

Πήγα να τις πληρώσω, η μανάβισσα έγνεψε όχι, «δεν τις πλήρωσα, δεν θα τις πληρωθώ κιόλας», την ευχαρίστησα, μπήκα στο αυτοκίνητο, τράβηξα για το σπίτι, να βγάλω επιτέλους παντελόνι, παπούτσια, πουκάμισο, να πάρει μια στάλα ανάσα το δέρμα μου.

Στη διαδρομή λοξοδρόμησα, μικρές παρακάμψεις σε μικρές πόλεις, τίποτε δεν μπορεί να σε βγάλει πάνω από πέντε λεπτά μακριά απ΄τον προορισμό σου. Είχαν έρθει για μια μέρα σπίτι τους ο πατέρας κι η μάνα μου, για το σέρβις τους, τα εθιμικά πλέον αιματολογικά. Το πρωί τα πήραν, συγύρισε εκείνη λίγο το κλειστό σπίτι, σε μια ώρα ξανά πίσω στη θάλασσα, μέχρι να πιάσουν οι ψύχρες και να μαζευτούν για τα καλά. Αλλά αργούσε ακόμη αυτή η ώρα.

Τα ‘παμε δυο λεπτά, όλα καλά; όλα καλά, της μάνας σου τα αιματολογικά καλύτερα από κοριτσάκι, τα δικά μου τα συνηθισμένα, να μη σκάω είπε ο γιατρός, ξανατράβα στο ψάρεμα και τα λέμε με το καλό τον Οκτώβρη. Δεν ξέρω γιατί πήρα μαζί ανεβαίνοντας και τις τρεις ντομάτες, ντροπής πράματα, ούτε μια σαλάτα της προκοπής δεν βγάζαν αλλά πώς βρέθηκα με τη σακούλα στα χέρια στο σπίτι τους δεν το θυμάμαι.

«Πάρε», του ‘δωσα τη σακούλα, «μου φάνηκαν καλές, μυρίζουν ντοματίλα, δεν ξέρω τι γίνεται μέσα τους αλλά αυτές είχε όλες κι όλες, ίσα για τη γεύση»

Τις πήρε, «το βραδάκι στο μπαλκόνι, θα βλέπω τις τράτες να βγαίνουν και θα τις τιμήσω μια χαρά», φιληθήκαμε, ίσως τα πούμε την άλλη Κυριακή αν βολέψει είπα, κάντο να βολέψει, θα ‘χω ψαριά για τηγάνι είπε, έφυγα.

Μπήκα στο μπάνιο και ποτίστηκα. Τόσο νερό πάνω μου και πάλι δεν χρειάστηκε, σχεδόν, να σκουπιστώ μετά.

Το βράδυ με πήρε η μάνα μου τηλέφωνο. Ψιθύριζε.

«Από πού τις πήρες; πήρε την πρώτη, την έκοψε στα δυο, την έφαγε σκέτη, μετά τις άλλες δυο και τον είδα να βουρκώνει, φοβήθηκα ότι πνιγόταν, καλά είμαι μου είπε, καλά είμαι, θυμήθηκα τη μάνα μου και τις ντομάτες στο ταψί, στο παράθυρο της κουζίνας, και δώστου να βουρκώνει, παράγινε ευσυγκίνητος ο πατέρας σου»

«Καλά είναι τώρα;»

«Μια χαρά είναι, μια χαρά, άμα βρεις κι άλλες τέτοιες πάρε, καλύτερες κι απ’ τα χάπια της πίεσής του θα είναι, βάλ’τες σ’ ένα κουτάκι στο ΚΤΕΛ και θα πάμε να τις πάρουμε»

Πήγα την άλλη μέρα. Και την παράλλη. Και ξανά, κάθε μέρα. Μάταια.

Η γριά δεν ξαναπέρασε από κει. Δεν την ξανάδαν.

Ώρες ώρες δεν ξέρω τι να σκεφτώ, ακόμη κι ως σήμερα. Θα με βόλευε -άμα έχεις υπέρβαρη φαντασία αυτά παθαίνεις- η γριά να ‘ταν η μάνα του, που βρήκε τρόπο να του στείλει μήνυμα ότι δεν τον ξεχνάει. Αλλά αυτά δεν γίνονται. Η μανάβισσα μου είπε -ναι, την ρώτησα- ότι η γριά ήταν δεν ήταν πενήντα κιλά όταν η σχωρεμένη η γιαγιά μου είχε κοντά τα διπλάσια. Δεν ήταν εκείνη.

Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι πόσα καλοκαίρια πέρασαν. Γεροί να ‘ναι, ακόμη έρχονται απ΄τη θάλασσα, μετράνε τις χοληστερίνες και τα sgot τους και τους αιματοκρίτες τους και ξαναφεύγουν πίσω. Μπορεί η μάνα του να τον περιμένει εκεί -όπου- πέρα, με το ταψί γεμάτο, ωραίες, ζουμερές, ντοματένιες ντομάτες. Αλλά εμείς τον κρατάμε (βολική ψευδαίσθηση ανύπαρκτης δύναμης) εδώ. Για γεμάτες, ωραίες, ζουμερές μέρες. Καλύτερη γεύση έχει η ζωή, είμαι σίγουρος.

μεσημέρια

30297147

 

 

Η πόλη μου είναι μια σταλιά. Άντε δυο. Θες δεν θες, πάνω στα χνώτα του άλλου θα πέσεις, όλοι γνωριζόμαστε κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.

‘Ωρα τρεις, σταματημένος στα φανάρια της μικρής πλατείας (έχουμε και μεγάλη, όπως κάθε επαρχία που σέβεται την χωροταξία της). Πέντε μέτρα δεξιά, μπουκάλια από μαλαματίνες και τσίπουρα λαμποκοπάνε κάτω απ΄τον ήλιο. Γεμάτα τα τέσσερα τραπεζάκια στο θεόστενο πεζοδρόμιο. Στο μαγαζί του -πιο διάσημου, εξ ανάγκης- πεθαμενατζή της πόλης, να με συγχωρεί ο κλάδος αλλά τρυφερά το λέω. Από τότε που ΄μασταν εξάχρονα έτσι τους λέγαμε· και τον κυρ Σάββα και τον Ηρακλή, θεός σχωρέσ’τους. Πεθαμενατζήδες. Δυο είχαμε τότε, σήμερα περισσεύουμε και οι ζωντανοί και αυτοί.

Τον βλέπω να τσουγκρίζει, να ανοίγει μπίρες, να γελάει. Πριν μια ώρα ξεπροβόδισε τους πεθαμένους, σειρά έχουν οι ζωντανοί. Αυτή είναι η ζωή. Με τόσον ήλιο, της τα συγχωρείς όλα. Αλλά, σκέφτομαι, με τόσον ήλιο κρίμα να φεύγεις. Μια τζούρα άνοιξης, ακόμη, ποιός δεν την λαχταρά;

Σπαρταράει η ψυχή μας απλωμένη στον ήλιο….η δική μου ήδη ξεγυμνώθηκε κι ας έχει λίγα παραπανίσια κιλά, βγήκε απ΄το αμάξι και πάει δίπλα να βρει ένα καθαρό για να πιει παρέα με τους άλλους.

Ανάβει πράσινο, οι από πίσω κορνάρουν. Πού βιάζονται να πάνε; Εκεί δεξιά, στα πέντε μέτρα, τσουγκρίζουν ποτήρια η ζωή κι ο θάνατος μαζί. Aγκαλιά, λιάδα. Και κάνουν χάζι, με μας τους βιαστικούς.

η ενιαία τιμή μιας σταγόνας

30283380.l

Συνήθιζα -κάποτε- να διαβάζω πλάι στη θάλασσα, ανάμεσα σε βουτιές, τσιγάρα, γέλια και μπίρες. Γι αυτό όλες οι σελίδες μυρίζαν αντηλιακά, στάχτες, ζέστη και ξεθυμασμένο αφρό. Για σελιδοδείκτες είχαν άμμο. Σπάνια βότσαλα, γινόταν ασήκωτο το βιβλίο μετά και έπρεπε να το αφήσω πίσω..

Μια μέρα κόπηκε μαχαίρι αυτή η συνήθεια. Έμεινα ώρα πολλή στην ίδια σελίδα, κοιτάζοντας λοξά δίπλα μου μια σταγόνα αλμυρό νερό που κατέβαινε σιγά σιγά από τον αφαλό της προς την άκρη του μαγιώ, όσην ώρα οι πόροι από το δέρμα της ανοίγαν και κλείναν με τέτοια πείνα -έτσι με βόλευε να πιστεύω- που όμοιά της μόνο στους μεγάλους λιμούς της Ιστορίας θα ‘βρισκες. Μπορεί να ήταν και πάνω από μισή ώρα, ποιος ξέρει, δεν κάθεσαι να χρονομετράς τέτοιες μεγάλες στιγμές. Κάποια στιγμή γύρισε και με κοίταξε, μέσα απ΄τα γυαλιά. Δεν πρόλαβα να στείλω τη ματιά μου αλλού, έμεινε εκεί, να χαζεύει το μακρύ δρομολόγιο της σταγόνας. Ας με έβλεπε, δεκάρα δεν έδινα για το τι θα σκεφτόταν.

Το βιβλίο δεν το άφησα να πέσει δίπλα, το κρατούσα θαρρείς και νοιαζόμουν να κρυφτώ από τη θάλασσα κι όχι απ’ το βλέμμα εκείνης. Μετά από έναν αιώνα, η σταγόνα κατάφερε να φτάσει ως το ύφασμα. Αφού πρώτα μου ΄βγαλε την ψυχή. Ήταν μισή τρίχα μακριά από κει που επιτρεπόταν να πάνε τα μάτια, μετά αναλάμβανε το μυαλό και τρύπωνε παραπέρα και παραπέρα και δρόμο για επιστροφή δεν έβρισκε. Δε ρίχνεις ψιχουλάκια εκεί, δε ρισκάρεις να σου πουν μια μέρα «ξέρεις το δρόμο, γύρνα πίσω».

Σήκωσε τα μάτια απ’ το βιβλιαράκι που ξεφύλλιζε, με είδε, σήκωσε μια στάλα την άκρη απ΄το μαγιώ και άφησε τη σταγόνα να μπει μέσα. Το ‘κανε επίτηδες, το ξέρω. Μπήκα κι εγώ μαζί και δεν νομίζω ότι βγήκα από τότε. Δεν πήρα τίποτε φεύγοντας, ούτε πετσέτες, ούτε γυαλιά, ούτε ένα κουτάκι μπίρα, ούτε λόγος για βιβλίο. Άμα βρεις το μονοπάτι (με το μυαλό έστω), ολόκληρη η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας θα ‘μοιαζε κιόσκι μπροστά στο τι θα συναντήσεις κει μέσα.

Που και που πάμε μαζί στη θάλασσα, ως και σήμερα. Όταν οι άλλοι παραδίπλα με ρωτάνε «πώς και δεν πήρες τίποτε να ξεφυλλίσεις;», εκείνη χαμογελάει μυστικά, χωρίς να πει κουβέντα. Ανασηκώνει μια στάλα την άκρη απ’ το μαγιώ και μ΄αφήνει να διαβάσω..

(από το “Μικρές ιστορίες ενιαίας τιμής”)

οι αφορμές

summer_me

 

 

Ήταν ένας που κάθε χρόνο ονειρευόταν πότε θα ‘ρθει καλοκαίρι, να ‘βρει ένα δωμάτιο με τη θάλασσα πέντε μέτρα μακριά. Ας είναι και δέκα, όχι παραπάνω. Μετά τα τσιμέντα να πατήσω κατευθείαν άμμο ή βότσαλο. Να μετρήσω δέκα βήματα και να βρω νερό. Μπω δεν μπω. Με ήλιο ή με φεγγάρι. Να ακούω το κύμα. Να μ’ ακούει κι αυτό, τι σόι γείτονες είμαστε αν δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον. Ανάμεσά μας τίποτε, δέκα ανεμπόδιστα βήματα μονάχα.

Αντί να βρει τέτοια γωνιά, έβρισκε αφορμές για να μείνει μακριά της, πολλές αφορμές, αν έχανε μια είχε πάντα δυο άλλες πρόχειρες. Ή αν τύχαινε –πολύ σπάνια- να μη βρει, δεν κρυβόταν καλά όταν τον ψάχναν εκείνες. Ένα σημάδι το άφηνε, για να ‘ναι σίγουρος πως θα τον ξετρυπώσουν. Και τα χρόνια πέρναγαν και μίλαγε με πάθος γι΄αυτό το «πέντε μέτρα μακριά» καλοκαίρι, σε όλους όσους τον ρώταγαν αλλά και σ’ αυτούς που δεκάρα τσακιστή δεν έδιναν για το τι ονειρεύεται και τι κάνει ή δεν κάνει για να το ζήσει. Τίποτε δεν έκανε. Τίποτε.

‘Αστο, δεν πειράζει, έχουν άλλα σειρά φέτος. Άλλοι. Του χρόνου, να ΄μαστε γεροί, θα το ψάξουμε πιο νωρίς, θα το ψάξουμε καλύτερα.

Ένα καλοκαίρι το ψάξαν άλλοι για λογαριασμό του. Το ΄χε πει ο γιατρός, «θα τον βοηθήσουν τα μπάνια, τουλάχιστον ψυχολογικά, αλλά να μη γίνετε κομμάτια κι εσείς. Βρείτε ένα μέρος με εύκολη πρόσβαση στο νερό, μια ισιάδα, δέκα βήματα, να τον βγάζετε απ’ το δωμάτιο και να μη τσακίζετε τη μέση σας κουβαλώντας τον, όσα κιλά και να ‘χασε πάλι δύσκολα κουμαντάρεις κάποιον ανήμπορο».

Ήθελε να τους πει, την ώρα που τον ξεφόρτωναν απ’ το καροτσάκι, «αφήστε με μέσα στο νερό και φυγέτε, να γλιτώσετε κι εσείς κι εγώ» αλλά και με τις λέξεις είχε πάρει διαζύγιο. Πήγε να το πει με τα μάτια αλλά κανείς πια δεν τον κοίταζε μέσα σ’ αυτά. Θες από οίκτο, θες από οργή, από κούραση, από πίκρα, όπως θες πες το.

Ήταν μερικά βράδια που τον αφήναν για λίγο έξω. Μόνον. Για να ξεκουραστούν κι αυτοί μια στάλα. Κάτι προσπαθούσε να του πει το κύμα, κάτι προσπαθούσε να ψελλίσει κι αυτός, στάθηκε αδύνατο να συνεννοηθούν. Θύμωσε. Μπούκωσε. Πήγαν να ξεμυτίσουν δάκρυα, έμειναν στεγνά τα μάγουλα, σκέφτηκε άστο, δεν πειράζει, του χρόνου, να ΄μαστε γεροί, θα δακρύσω καλύτερα.

 

μυαλά αχούρια

30185603

Το 1922 η γιαγιά μου -απ΄τη μάνα μου- πέρασαν με ένα καΐκι, βάρκα, κάτι τέτοιο πλεούμενο, Σμύρνη-Μυτιλήνη. Λεπτομέρειες δεν θυμάμαι πολλές, κάτι μου ΄χε πει αλλά δεν έδινα σημασία. Αν είσαι δέκα και δεκαπέντε και είκοσι, δεν επιτρέπεις σε κανέναν να σου τρώει χρόνο απ’ το παιχνίδι ή απ’ τους έρωτες. Κι εκείνη τότε δέκα χρόνων κοριτσάκι ήτανε αλλά τους κόψαν όλους το χρόνο λίγο άγαρμπα, για να το θέσω Ρεπούσικα. Στους τυχερούς κόψαν το χρόνο εκεί, σε άλλους παντού. Μια κι έξω.

Το θέρος του 1987 (ίσως και ’88) ψαχνόμαστε εγώ και το αμόρε για μια βδομάδα στη Μυτιλήνη. Τα βάζουμε κάτω. Τόσα τα καράβια, τόσα τα δωμάτια, τόσα τα ΚΤΕΛ, τόσο τα ούζα, τόσο τα καλαμαράκια, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, σκέψεις μπόλικες, από λαδόξυδο κι αποφάσεις μηδέν.

Κάθεται στην αυλή, παραδίπλα, μας ακούει.

«Να πάτε. Να πάτε στη Μυτιλήνη. Δεν θα το μετανιώσετε. Θα σας δώσω κι εγώ ένα χιλιάρικο, θα δώσω και κάτι να πας ν΄αφήσεις»

Την κοιτάμε.

«Να βρείτε μια μέρα να πάτε στο Ακράσι, να βρείτε την κυρία Φωτεινή, αυτή μας έδωσε ένα δώμα που είχε στην αυλή και βολευτήκαμε έξη άνθρωποι, μικρή ήμουν τότε, φύγαμε και δεν θυμάμαι αν της είπα και ευχαριστώ, αγία γυναίκα, πρέπει να ‘ταν λίγο μεγαλύτερη απ΄ τη μάνα μου»

Την κοιτάμε.

«Να πάτε να τη βρείτε και να της πεις ποιανής εγγονός είσαι, της Κυρμήτρου θα πεις, μεγάλη χάρη θα μου κάνεις, θα χαρεί κι εκείνη, θα ξαλαφρώσω κι εγώ, εντάξει αγόρι μου;»

Κοιταζόμαστε. Ο κλήρος έπεσε σε μένα.

«Θα ζει η κυρία Φωτεινή;»

Με βλέπει λίγο σκοτεινιασμένη, λίγο απορημένη, σα να λέει «χαζό εγγόνι μου ‘κανε η κόρη μου»

«Γιατί να μη ζει; θα ζει. Εγώ πώς  ζω δηλαδή;»

Δεν το συνέχισα, με σκούντησε και η άλλη σα να έλεγε «μη της το χαλάς, πες ναι και άστο να ξεχαστεί»

Πήγε μέσα και μου ΄φερε ένα δέμα. Μικρό, πιο μικρό από κουτί παπουτσιών νούμερο 35. «Διεύθυνση δεν θυμάμαι», είπε, «αλλά δεν έχουν ονόματα οι δρόμοι στα χωριά, όποιον και να ρωτήσεις πού είναι το σπίτι της Φωτεινής θα στο δείξει, αν έχει κι άλλη Φωτεινή να θυμάσαι ότι η σωστή ήταν ψηλή, πιο ψηλή από μένα, με μάτια γκρι».

Είπα «καλά, θα το πάρω», είπε «να το δώσεις όμως», είπα «ε ναι, θα το δώσω», το έδωσα μετά στη μάνα μου και της είπα «κρύφτο κάπου, μη δει ότι δεν το πήρα κι έχουμε κι άλλα».

Όταν κάποια στιγμή γυρίσαμε (δυο, τρεις βδομάδες μετά), ούτε θυμήθηκε να με ρωτήσει αν πήγα, αν τη βρήκα, αν το έδωσα. Εδώ καλά καλά εμένα δεν θυμήθηκε. Για την άλλην είπε όμως «το κοριτσάκι το ξέρω, έρχεται στο σπίτι συχνά τελευταία».

Η αλήθεια είναι πως Μυτιλήνη δεν πήγαμε εκείνο τον Ιούλιο. Δηλαδή ποτέ δεν πήγαμε Μυτιλήνη, ούτε Ιούνιο, ούτε Αύγουστο, ούτε ποτέ. Αλλά το ψέμα -κι ας μη με ρώτησε, κι ας μην απάντησα- το κουβαλάω βάρος μέσα μου. Όπως και το ότι δεν έμαθα ποτέ τι είχε, αν είχε κάτι δηλαδή, το δέμα για την κυρία Φωτεινή απ΄το Ακράσι. Γιατί σε δέκα μέρες δόθηκε το σπίτι αντιπαροχή και η μάνα μου το άφησε να θαφτεί -όπως κι άλλα «τιμαρεμένα» της μάνας της, που είχε μέσα στο υπόγειο- κάτω απ΄ τα μπάζα. Η γιαγιά θάφτηκε αργότερα. Ευτυχώς κανονικά, με όλες τις τιμές, στεφάνια, λουλούδια και καφέδες με μακαριές μετά. Αν και βασανίστηκε αρκετά, περιτριγυρισμένη από άγνωστους, που πόναγαν όσο την έβλεπαν να ρωτάει «εσύ ποια είσαι τώρα;» και μετά να ρωτάει μόνο με φοβισμένα μάτια «αυτό το παιδί τίνος είναι; πού βρέθηκε μωρό στο σπίτι μας;»

Τα ‘χουμε όλα όμορφα συμμαζεμένα, σε ράφια, σε ντουλάπια, σε συρτάρια. Έρχεται μια μέρα και γίνονται άνω-κάτω, γουμίδια, πεταμένα δω και κει.  Μυστήρια σοκάκια τα μυαλά των ανθρώπων, το τι μπορείς -στα καλά του καθουμένου- να δεις να τριγυρνά εκεί μέσα, σα χαμένο, σαν αλαφροΐσκιωτο, σα σαλεμένο, ψάχνοντας άγνωστο τι, είναι απορίας άξιον.

οι λέξεις των άλλων

Chubby-White-Wife-Off-Black-Pantyhose-1

 

Διαβάζω -πλέον- λίγους ανθρώπους που επιμένουν συγκινητικά να συντηρούν τα blogs τους ή κάτι ανάλογο επί οθόνης. Αυτές τις διακόσιες, πεντακόσιες, χίλιες λέξεις που δεν βγαίνουν στην πιάτσα να μοστράρουν σαν κάτι μεγαλύτερο. Διαβάζω εξ ανάγκης λίγους, όχι από βαριεστημάρα, ούτε από κανενός είδους σνομπισμό. Όχι. Γράφουν τόσοι πολλοί τόσο καλά που πρέπει με κάποιους να πας και κάποιους ν’ αφήσεις. Δεν μπορείς να τους αγαπάς όλους, ευτυχώς με τον καιρό το καταλαβαίνεις αυτό και ανακουφίζεσαι. Όσο πιο γρήγορα το καταλαβαίνουν και οι άλλοι, τόσο ευκολότερο για όλους.

Αυτούς που διαβάζω, τους βρίσκω μόνον όταν πέσω πάνω τους ή αυτοί πάνω μου. Δε δίνουμε από πριν ώρα και μέρα συνάντησης δηλαδή. Γι αυτό και πολλές φορές χάνω τα όσα γράφουν. Κάποια τα διαβάζω πολύ αργότερα, όταν -συμβαίνει κι αυτό- έχει ξεθυμάνει η μυρωδιά απ’ τις λέξεις. Ξεθυμάνει, όχι εξαφανιστεί. Μερικά παλιά είναι καλύτερα από τα φρέσκα, θέλω να πω δηλαδή ότι το αίμα μυρίζει ακόμη. Mπορείς να το δεις -σπάνια αλλά γίνεται- και πάνω στο scroll του ποντικιού.

Πολλούς απ’ αυτούς χρειάζεται να τους διαβάσω δυο και τρεις φορές για να τους καταλάβω. Δεν θυμάμαι αν έτσι γράφαν πάντα ή αν έμεινε πολύ καιρό αχρησιμοποίητο κι αγύμναστο το μυαλό μου κι αδυνατεί να μπει στο γήπεδο μαζί τους έστω για να αλλάξουμε πασούλες, για ένα φιλικό 5Χ5. Για κανονικό διπλό ούτε λόγος.

Μερικά απ’ όσα γράφουν μου αρέσουν πολύ. Μερικά μου διαφεύγουν, ακόμη και μετά την τρίτη επανάληψη. Για τέταρτη δεν έχω περιθώρια.

Κάποιους τους διαβάζω ρουφώντας τους και απορώ αν όλα αυτά τα έχουν ζήσει. Αν όχι, εύγε. Είναι τεράστιο κατόρθωμα να φτιάχνεις τόσο σάρκινα ψέμματα.

Κάποιους τους θαυμάζω γιατί αυτοσυγκρατούνται. Δεν μπορεί, σκέφτομαι, να μην υπάρχει -έστω καλά κρυμμένη- μια αδέσποτη κι αλαφιασμένη ορμόνη μέσα σε τόσες παραγράφους. Και μένω με την απορία.

Ελπίζω -για καλό δικό μου- αυτά τα παιδιά (κάθε φύλου & ηλικίας) όταν βγαίνουν για καφέ, για ούζα, για ουίσκια, να μιλάνε διαφορετικά απ’ τον τρόπο που γράφουν. Γιατί αν κάποια μέρα, νύχτα, απόγευμα, τύχει να συναντηθούμε είναι σίγουρο ότι δεν θα αρθρώσω λέξη. Θα προφασιστώ γαστρεντερίτιδα και θα φύγω, για να μη φανώ τόσο αδαής ή φοβισμένος, επί πολλών.

Δεν ζήλεψα που δεν μπορώ να γράψω όπως αυτοί. Ούτε να γράψω «σαν» τόλμησα ποτέ, καθένας πρέπει να πορεύεται με ο,τι ψίχουλο έχει. Αλλιώς το γκροτέσκο καραδοκεί. To ότι ο Jared Leto πήρε Όσκαρ φορώντας σκισμένα καλσόν, δεν σημαίνει ότι θα γλιτώνουμε όλοι παριστάνοντας αυτό που δεν είμαστε.

Λογικό είναι να δείχνει καθένας ως εκεί που θέλει, ως εκεί που αντέχει. Άλλοι ως το γόνατο, μερικοί ως πολύ ψηλά. Άλλοι να σ’ αφήνουν να αγγίζεις, έστω με e-, σ’ άλλους το Do not touch να μοστράρει ήδη απ’ τη μαρκίζα. Το ότι σ’ αφήνουν να δεις τις λέξεις τους, τις σκέψεις τους, τις ατέλειές τους, δεν σημαίνει ότι σε κάνει ευπρόσδεκτο να μπεις και μέσα τους. Ακόμη και μια πουτάνα των λέξεων, το ευχαριστιέται περισσότερο με κάποιους πελάτες. Κατανοητό κι ανθρώπινο.

Έξω βρέχει πάντως, ξανά..