απλά μαθήματα οικιακής οικονομίας

28764765.last

Βρήκαν ένα αξιοπρεπές ξενοδοχείο με εσωτερική πισίνα, χαμάμ, spa και τα συναφή ξέφτια της ευζωίας. Με εξήντα ευρώ τη βραδιά, όσο κι αν ξαναμέτρησαν τα -ας πούμε- περισσευούμενα δεν ξεχειλώσαν τα βράδια, μείναν δυο. Την πρώτη μέρα οι άντρες ψηφίσαν πισίνα, οι γυναίκες είπαν ότι δεν θέλουν να μουλιάσουν και κλειστήκαν σ’ ένα δωμάτιο η καθεμιά, πεσμένες μπρούμυτα, τυλιγμένες με μια πετσέτα, για να τις τρίψουν. Η μια φόραγε καθαρό καινούριο εσώρουχο, για την άλλη αγνοούσε, δεν βγήκε απ’ το δικό του δίκλινο.

Τρεις μέρες μετά που γύρισαν, είπε στην άλλη όταν βρέθηκαν κάποια στιγμή μόνοι : «δεν ξέρω γιατί κρατήθηκα και δεν έδωσα ένα εικοσάρικο σ’ αυτόν που σ’ έτριβε, για να φύγει ήσυχα απ΄το δωμάτιο και να συνεχίσω εγώ»

Τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και απάντησε : «αν το ΄ξερα θα του ‘δινα πρώτη ένα πενηντάρικο για να ξεκουμπιστεί».

Μετά χώθηκαν και οι δυο στις σκέψεις τους. Αυτός πικρά μετανοιωμένος που δεν τόλμησε μα και ανακουφισμένος που γλίτωσε τα είκοσι, αφού θα πλήρωνε πρώτη εκείνη. Και η άλλη θυμωμένη με τον εαυτό της γιατί λίγο έλειψε να χάσει τριάντα ολόκληρα ευρώ πάνω απ’ την τρέχουσα τιμή της εφήμερης καύλας.

Εκεί έξω, σε γκισέ, ταμεία και ATM η ζωή συνεχιζόταν χωρίς να δίνει δεκάρα για τέτοιας λογής ισοτιμίες..

ιστορίες με ελαφρές αναταράξεις (κατά διαστήματα)

27457004 (1)

Νομίζω ότι περί αυτού πρόκειται, μου λέω. Ακόμη κι αν κάποια στιγμή βεβαιωθείς (είναι απέθαντη κι ανεξέλεγκτη αυτή η σιχαμερή μελούρα μέσα μου) πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου -ή η δικιά σου, μερικές φορές αυτά τα δυο γίνονται αξεδιάλυτα ένα, σχεδόν σιαμαία- τίποτε δεν θ’ αλλάξει τον τρόπο που ο πλανήτης περιστρέφεται. Ή το μέρος απ’ όπου σκάει μύτη ο ήλιος. Ούτε τα άστρα θα βρεθούν θαμμένα κάτω από ωκεανούς ή βουνά. Εκεί που τα άφησες, ή σ’ άφησαν, εκεί θα περιμένουν. Ρούπι δεν θα το κουνήσουν. Σαν σκυλιά στον τάφο του αφεντικού τους. Ή παλιά χρέη, που σε κοιτάνε στα μάτια δείχνοντας τα λερά δόντια τους. Τίποτε άλλο αμετακίνητο δεν μου ‘ρχεται τώρα στο μυαλό. Οι εμμονές μου δεν μετράνε.

Γυρνάω πίσω και ξεφυλλίζω -τρόπος του λέγειν, άφαντο το χαρτί- όσα έγραψα πως βίωσα. Πέντε ολοκληρωτικές καταστροφές -και ισάριθμες αναπαλαιώσεις, πλέον- από αδέσποτους e-μετεωρίτες, δέκα εσωτερικοί πόλεμοι (εκ των οποίων καναδυό απ’ αυτούς τους σαχλούς love wars του Paul Heaton), είκοσι κατακρημνίσεις από λόφους και λιβάδια, δεκαπέντε αεροπορικές τραγωδίες που συνέβησαν μερικές μέρες μετά την προσγείωση (κι άλλες τόσες πριν καν την απογείωση), εφτά τρομαχτικές πυρκαγιές που ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει γιατί ίχνος από στάχτη δεν βρέθηκε μετά για να μελετηθεί, τρεις μεγάλοι λιμοί ανάμεσα σε τέσσερα Μεγάλα Φαγοπότια, ένα μουντιάλ δίχως Ζιντάν, δέκα βαθιές -σαν την τάφρο των Μαριάνων- ρυτίδες, καντάρια από αίμα, ψέμα και σπέρμα που ακόμη δεν αξιώθηκαν να δουν μέρες ξηρασίας μπας και ξεκουραστούν μια στάλα, μερικές χιλιάδες τρίχες που είπαν «φεύγω» και το κράτησαν μανιάτικο μη επιστρέφοντας ποτέ για να δουν τ’ αδέρφια τους ν’ ασπρίζουν και να ξεψυχούν πάνω σε ένα κεφάλι που έκανε την απόσταση απ’ το απόλυτο μηδέν ως τους 13,6×106     Κelvin μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. O Μπολτ θα είχε πεθάνει από ντροπή αν μπορούσε να το δει αυτό.

Και λοιπόν;

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που είναι (που είμαστε) κάτω μακριά, σαν στρέψουν το βλέμμα τους ψηλά βλέπουν μια ή δυο λευκές γραμμές πίσω απ’ το μέταλλο που λαμπυρίζει. Μια ή δυο ωραίες αδιατάραχτες κι αδιάκοπες ευθείες και μια αόρατη -για τους πολλούς- σβήστρα που καθαρίζει κάθε λίγο τα ξέφτια της διαδρομής πάνω στο γαλάζιο (όσο υπάρχει ανοιχτός καιρός), για να ΄ναι οι ευθείες καθαρές και σίγουρες. Σαν τραβηγμένες με χάρακα και χέρι που δεν τρέμει. Ακόμη κι αν ο καιρός εκεί πάνω, εκεί πέρα, εκεί μέσα, είναι τέτοιος που όχι γραμμή, μα ούτε τελεία μπορείς να χαράξεις. Ευθείες βλέπουμε από μακριά. Μόνο ευθείες. Μέχρι να χαθούν.

Εδώ και πολύ καιρό λοιπόν, γεμίζω την οθόνη με τελείες. Απ’ αυτές που μεταμφιέζονται σε πολαρόιντ, σε μούζικες, σε μυρωδιές, σε τέτοιας λογής μικρά πραματάκια. Ακόμη και τις ώρες που είναι χαρά θεού έξω. Για να δω -αν ποτέ τις ενώσω- ως πού πάει (αν πάει) αυτή η γραμμή με τις ελαφρές αναταράξεις κατά διαστήματα. Αυτό είναι όλο.

μήτε ιερό, μηδέ όσιο

28735499

Την έβλεπε όρθια απέναντι, στο διπλανό μεγάλο τραπέζι. Με τα χέρια της απλωμένα, ν’ακουμπάνε την πλάτη απ΄ τις καρέκλες δεξιά κι αριστερά. Μαλλιά φρέσκα, κομμωτηρίου, που πηγαίναν πέρα-δώθε όσο μίλαγε και γελούσε. Μπράτσα γυμνά, φαινόταν -ακόμη κι από τρία μέτρα μακριά- πως ώρες ώρες ανατρίχιαζαν και στέλναν κατευθείαν πάνω του το άρωμά της. Τα πόδια σταυρωμένα, το ένα πίσω από το άλλο, ένα ζευγάρι γάμπες που αγγίζαν η μια την άλλη ξεδιάντροπα. Ερήμην του. Μαύρο φόρεμα που έπεφτε ως το γόνατο, μετά πόδια συσκευασμένα μέσα σε μαύρο καλσόν, στο τέλος του δρόμου μαύρες γόβες. Η Στολή. Μερικές φορές είναι πολύ υγρά τα στερεότυπα. Και ζεματάνε.

Αφού πρώτα έσκυψε λίγο (εκείνο το λίγο, το πολύ λίγο που θολώνει πρώτα τα μάτια και μετά το μυαλό) για να της γεμίσουν το ποτήρι που κρατούσε, πήγε και κάθισε. Ακριβώς απέναντί του. Τίποτε δεν χώριζε το βλέμμα του από το περίγραμμά της. Θα σκότωνε για να είναι το μαξιλάρι της καρέκλας της. Να ένιωθε τη σάρκα της πάνω του μέχρι να φάει το σαράκι ακόμη και το τελευταίο ροκανίδι της καρέκλας. Δεν άντεξε πολύ, σε τριάντα δευτερόλεπτα την έγδυσε μπροστά σε εξήντα -μπορεί και παραπάνω- ζευγάρια μάτια. Αφού πρώτα της έστειλε μια προκήρυξη, αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Που τέλειωνε : «Σε αντίποινα για το φερμουάρ που ποτέ δεν κατέβασα. Σαν τιμωρία για το καλσόν που δεν μύρισα ποτέ».

٭

η Mathilde των πτωχών

41304044-jpeg_preview_large

Πληκτρολογεί γρήγορα κοιτάζοντας ταυτόχρονα με το ένα μάτι τους πελάτες που μπαίνουν. Τις έχουν εκπαιδεύσει καλά, όσο τετράωρες ή κακοπληρωμένες κι αν είναι. Ο φόβος είναι ο καλύτερος personal trainer, το καλύτερο σεμινάριο, το πιο βαρύ διδακτορικό, ασυζητητί.

Την κοιτάζω και με τα δυο. Δεν με απασχολεί κάτι άλλο αυτή τη στιγμή, ούτε καν η απάντηση που ψάχνει -εδώ και πέντε λεπτά- να μου δώσει.

-Δεν βρίσκω κάτι, δεν ξέρω γιατί σας είπαν ότι υπάρχει

Ούτε κι εγώ ξέρω, μα δε με νοιάζει. Αρκεί που σε ξαναβλέπω τώρα. Ήταν μια πολύ κουραστική μέρα, γεμάτη με αναβολές, ακυρώσεις, καθυστερήσεις και μια στρατιά νεύρα. Μα σχεδόν τέλειωσε, κάθομαι εδώ στην καρέκλα απέναντι και θυμήθηκα,  όσο εσύ χωνόσουν βαθύτερα μέσα στη μπλε οθόνη.

Στο καράβι για το διπλανό νησί καθόσουν πέντε μέτρα μακριά. Ένα ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο, κλειστό μέχρι εκεί που ήξερες καλά ότι άρχιζαν να το ξεκουμπώνουν τα βλέμματα των άλλων, ένα άσπρο σορτσάκι στενό, όχι πολύ κοντό, μέχρι εκεί που επιτρέπουν τα περασμένα τριανταπέντε, τριανταεφτά, εκεί τριγύρω. Στα πόδια -γεμάτα πόδια, με μικρές αναπόφευκτες ατέλειες αλλά πόδια για χαΐδεμα και μελάνιασμα μετά- σημάδια από το παγκάκι, μερικά παγκάκια είναι -αναμφίβολα- πολύ τυχερά. Μαλλιά καστανά, ξανοιγμένα απ’ τον ήλιο, πιασμένα πίσω, άβαφη, ωραία χείλια, ωραίο στόμα, μαύρο γυαλί απ’ τα καλάθια στο Hondos, ποιος νοιάζεται όμως για το γυαλί τέτοιαν ώρα. Ούτε για το δεκάχρονο που τριβόταν ανάμεσα στα πόδια σου μέχρι να πιάσουμε λιμάνι νοιάστηκα, απλά κάποια στιγμή το ζήλεψα. Ξέρω, είναι ανώριμο να ζηλεύεις δεκάχρονα μα είδαμε και με την ωριμότητα τι λογής CV φτιάξαμε. Τον άντρα τον είδα μέσα στο αυτοκίνητο, μετά, και κάγχασα. Πού πάτε και τους βρίσκετε. Τρεις φορές διασταυρώθηκαν οι τροχιές των γυαλιών μας, σίγουρα σκέφτηκες -στην καλύτερη περίπτωση- «κάπου σε ξέρω», τέσσερις φορές ήθελα να ρωτήσω «πού έχουμε βρεθεί;», δέσαμε, χαθήκαμε. Μικρό το νησί αλλά όχι τόσο ώστε να ελπίζω να δω -την άλλη κιόλας μέρα θα έφευγα- αυτά τα πόδια να τελειώνουν σε ένα μαύρο -έτσι το ‘θελα- μαγιώ.

Συνεχίζει να πληκτρολογεί, ξαφνικά κάτι λάμπει στο βλέμμα, αναθάρρησα, «με θυμήθηκε», «το βρήκα», μόνο στις ταινίες διάολε γίνονται όλα τα καλά, μόνο εκεί.

-Εντάξει, δίκιο είχε η συνάδελφος τελικά. Yπάρχει ένα κομάτι. Το θέλετε;

Γνέφω ναι. Φοβήθηκα να απαντήσω γιατί ήμουν σίγουρος πως εκείνο το «το θέλω» θα ακουγόταν ξεδιάντροπα απροκάλυπτο. Σαν στύση απρόσκλητη, εκτός τόπου και χρόνου. Κουνάω καταφατικά το κεφάλι μου κοιτάζοντας τη γραμμή από το στήθος της. Μικρό, αυθάδικο στήθος, από αυτά που ζουν και πεθαίνουν στην χώρα των Coup B. Μερικά καλοκαιρινά πουκάμισα λένε ωραία ψέμματα, με λίγη συμπαράσταση από ξελογιάστρες μπανέλες. Δεν μ’ ενοχλεί όμως, είναι τόσο ταιριαστό πάνω της όσο ένα πέτσινο παντελόνι πάνω στον Iggy.

Πληκτρολογεί ξανά, πιο γρήγορα τώρα. Κοιτάζω ασυναίσθητα πίσω μου, κανείς στην ουρά. Γιατί τόση βιασύνη;

To σταθερό τηλέφωνο που έχω στα στοιχεία σας ισχύει;

Nαι. Αλλά δεν πρόκειται να πάρεις.

-Ισχύει.

-Και το κινητό; το ίδιο;

Ναι. Ούτε και σ’ αυτό θα καλέσεις.

-Κι αυτό. Όλα τα ίδια. Προβλέψιμος, ε;

Δεν απαντά. Αλλά τα ωραία χείλια και το ωραίο στόμα (με κείνο το βαμμένο άβαφο που δαγκώνει) γεννάνε μια πιο ωραία χαμογελαστή μικρή ρυτίδα σε κάθε άκρη. Πηγαίνει την καρέκλα της λίγο πίσω, για να πάρει το χαρτί που μόλις εκτύπωσε. Φοράει τζιν. Κρίμα. Όσο και να πέσουν οι δουλειές, αποκλείεται να της ζητήσουν να έρχεται με σορτσάκι. Ποτέ δεν ξέρεις όμως, δύσκολοι καιροί για ωραία πόδια. Δύσκολοι καιροί για όλα.

-Τελείωσα

Θεέ μου, ευσπλαχνικέ θεέ των μετρίων ανθρώπων, πόσο φτηνά μπορεί να μεταφράζει κανείς την κάθε λέξη. Πόσα σενάρια να φτιάχνει μαζί της. Πόσες εύκολες απαντήσεις να θέλει να δώσει, πριν νιώσει εντελώς εισβολέας στην ταινία του άλλου.

-Ευτυχώς

Με τρόμαξα. Ποτέ δεν ήμουν πολύ καλός στα αυθόρμητα ψέμματα. Ήθελα να τα εκπαιδεύω πρώτα, πριν λύσω το λουρί τους και τα αμολήσω στον απέναντι. Αλλιώς πάντα επέστρεφαν και με δάγκωναν άσχημα. Μα πώς να πεις «κρίμα» έτσι σκέτο, χωρίς μια μυτιά ζάχαρη, ένα μπισκοτάκι στο πλάι, έστω.

Έβαλα μιαν υπογραφή, πήρα το κρίμα και τα χαρτιά μου, καληνύχτισα -δεν θυμάμαι πόσο τυπικά, πολύ πάντως- και βγήκα έξω. Ο Νοέμβρης ήταν ακόμη τρυφερός μαζί μας, το θερμόμετρο απέναντι στο φαρμακείο έδειχνε 18 βαθμούς, λίγο πριν τις εννιά το βράδι. Ήμουν ήδη τρία τετράγωνα μακριά όταν θυμήθηκα πως άφησα το αυτοκίνητο πίσω. Παρέα με το ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο και τα σημάδια απ’ το παγκάκι στα πόδια. Την ώρα που έβαζα μπρος, ήμουν -πια- βέβαιος πως ο Πατρίς Λεκόντ θα τα ‘χε καταφέρει μαζί της καλύτερα.

The Tale of Taliesin

0yYg6pc

 

Νοέμβριο πρωτάκουσα Soft Machine. The Tale of Taliesin, το θυμάμαι ακόμη γατί κάτι στον τίτλο μου θύμιζε Αλαντίν. Συνειρμικά. Σε μια σπηλιά το αντάμωσα.

Το άκουσα στο δώμα του Μιχάλη, στη γιορτή του. Το δώμα ήταν ένα παλιό πλυσταριό στην ταράτσα του διώροφου, πάνω απ΄το πατρικό του. Να ‘ταν εφτά, άντε οκτώ τετραγωνικά που έγιναν αναγνωστήριο, εν όψει πανελληνίων. «Για να μην ενοχλείται το παιδί» με τα σουρτα-φέρτα από συγγενείς και γειτόνους στο σπίτι. Τότε τα σπίτια χωράγαν και γειτόνους μέσα, σήμερα μη ρωτάς. Λίγα πράματα στριμωγμένα σε τέσσερα ντουβάρια, μια σόμπα πετρελαίου, δυο φλοκάτες και καναδυό μαξιλάρια στο πάτωμα, μια καρέκλα κι ένα τραπέζι που χώραγε πέντε βιβλία πάνω του, μια κόλα χαρτί κι ένα φάμπερ-καστέλ. Και φυσικά ένα Garrard, δυο ηχεία που δεν θυμάμαι την ετικέτα πάνω τους, δίπλα σ’ έναν Rotel. Aναγνωστήριο και εντευκτήριο μαζί.

Σ’ εκείνο το δώμα λύθηκαν πολλές εξισώσεις με κοινό παρονομαστή το μαύρο του μαρκαδόρου πάνω στις αγέρωχες ρώγες και στο Ιερό Τρίγωνο. Καλές και άγιες οι συνεχείς συναρτήσεις και οι μοναδικοί πραγματικοί αριθμοί, αλλά η καύλα των δεκάξη και των δεκαεφτά δεν χόρταινε με παραγώγιση. Ήθελε σάρκα, έστω χάρτινη. Λυχνάρι το ιερό Playboy, από κει μέσα ξεπήδαγε κάθε λογής τζίνι, απ’ αυτά που -τι κρίμα- εξηνταρίσαν σήμερα. Ξανθό, μελαχροινό, καστανό, κοκκινομάλλικο, ειδικά αυτά τα τζίνι ήταν που εξάπταν την περιέργεια και την στέλναν να προσπαθεί να ξύσει το μαρκαδόρο -όπως ξύνει η γάτα την πόρτα για να την αφήσεις να χωθεί ξανά στη ζέστη μέσα- για να δει τι κρυβόταν κάτω του, «ρε μαλάκα, λες να είναι κόκκινες οι τρίχες κι εκεί;».

Μερικές φορές όταν ο Μιχάλης ήταν στις πολύ καλές του, ή ήθελε να ανταποδώσει κάποια πολύ μεγάλη χάρη (δυο τρεις φορές το χρόνο δηλαδή), άφηνε σε λίγους και εκλεκτούς να πάρουν το τζίνι σπίτι τους. Με τη ρητή εντολή να το επιστρέψουν την επόμενη μέρα. Αλέκιαστο. Απ’ όσο θυμάμαι το πρώτο τηρήθηκε.

Μετά από λίγο καιρό ήρθε στο δώμα και το -ακηλίδωτο- Penthouse αποκαλύπτοντας την Αγία Σχισμή χωρίς ακέραια την παλιά μαγεία της, ίσως γιατί είχαμε προφτάσει να συναντηθούμε μαζί της σε μια πιο γήινη εκδοχή. Όχι απ’ το Wisconsin και το Kansas αλλά απ΄την Δράμα, την Έδεσσα, το Ναύπλιο. Όχι ιλουστρασιόν, όχι αψεγάδιαστη αλλά ζωντανή. Δισύλλαβη. Με κάποια Νίκη, Βάσω, Γιάννα, Βέρα, Σοφία, έστω και με κάποια μη εξωτική Σούλα, καθένας από μας έμαθε να συλλαβίζει απ’ την αρχή, απ’ τα βασικά, απ΄τα πρωτόλεια. Στην αρχή με τα χέρια, Braille. Mετά με όλα, πείνα. Και καμία μα καμία -απ’ όσα συζητούσαμε μεταξύ μας, οι ερασιτέχνες Αλαντίν- δεν θυμόμαστε να παραπονέθηκε για το άγαρμπο τρίψιμο ή για το -αναπόφευκτο- λέκιασμα. Τα καλύτερα λυχνάρια από καταβολής παραμυθιών.

Φαντάζομαι πως αν ο John Etheridge κι ο Karl Jenkins μαθαίναν ότι κάθε φορά που -ως και σήμερα- ακούω το The Tale of Taliesin (αγόρασα πριν πολλά χρόνια το Softs και το φυλάω στο εικονοστάσι) το δωμάτιο μυρίζει μαρκαδόρο και τα ηχεία ευωδιάζουν μια γνώριμη θεσπέσια υγρασία που δεν την μπερδεύεις με καμιάν άλλη υγρασία στο σύμπαν, θα ήταν πολύ, πάρα πολύ περήφανοι γι’ αυτό το λυχνάρι που δημιούργησαν.

♫♪♫

η παύλα

28588165

 

Κάθε φορά (όχι συχνά) που πηγαίνω στα νεκροταφεία -υποκινούμενος, πάντα, από ιδιοτελείς σκέψεις- διαλέγω να κόβω δρόμο για να φτάσω στον τάφο των προγόνων. Αποφεύγω τις μικρές λεωφόρους που φιλοξενούν την τάχα μου κατανυκτική περιφορά του επιτάφιου πασχαλιάτικα, την τόσο ξεδιάντροπα ειρωνική ανάμεσα σε αμέτρητους ανίκανους κι ανήμπορους ν’ αναστηθούν. Δεν προτιμώ κι εκείνες που οδηγούν στην νέα πτέρυγα, την ολωσδιόλου γυμνή από οτιδήποτε έχει φύλλο πάνω του. Μου μοιάζει η διαδρομή σαν αυτήν στο φινάλε του Τρίτου Άνθρωπου, χωρίς -όμως- ίχνος ζωής στο βάθος του ορίζοντα, χωρίς καμιά σκιά δέντρου, δίχως εκείνο το γενναίο χορταστικό ασπρόμαυρο. Ένα μαυρογκρί ατέλειωτο μόνο, σε μπλούζες, σε φούστες, σε παντελόνια, σε παπούτσια, μαλλιά, λουλούδια. Ακόμη κι αυτά ξεχρωμιάζουν γρήγορα πλάι στους σταυρούς, μέσα σε ταλαιπωρημένα απ’ τον καιρό και τη μοναξιά βάζα.

 

Τέσσερις τάφους μετά την δεύτερη βρύση στρίβω δεξιά, συνεχίζω ευθεία για δώδεκα τάφους, στρίβω αριστερά μόλις αντικρίσω την τρίτη -την καινούργια- βρύση, πρώτα λεκιασμένα μάρμαρα, δεύτερα δεξιά, τέλος.

 

Να πω οτι είναι το κερί ή το καντήλι που θέλω ν’ ανάψω αυτό που με τραβάει ως εκεί, μια φορά στους τρεις, τέσσερις μήνες, ψίχουλο αλήθειας θα ‘ναι. Τόσο δα ψίχουλο. Ξέρω ότι οι γέροντες με συγχώρεσαν που τους επισκέφτομαι τόσο αραιά, δεν είμαι σίγουρος πως εκεί που είναι -δεν το ξεκαθάρισα ακόμη αυτό το «εκεί»- τους νοιάζει κιόλας. Καθείς με τις παρέες του, σκέφτομαι. Περισσότεροι είναι αυτοί, μετρημένοι εμείς. Ακόμη και με τον διπλανό τάφο να πιάσουν κουβέντα, για πότε περνάνε τα χρόνια χωρίς να με δουν να ψάχνω καρβουνάκια και φυτίλι ούτε που θα το καταλάβουν.

Δεν πάω γι αυτό. Μη με ρωτάς αν ντρέπομαι, μάλλον όχι. Αλλά να, πολλές φορές που λιγοψυχώ, που βολοδέρνω, που μαυρίζω, που σκέφτομαι με στομάχι πατσαβούρα το αύριο, το μέσα μου παλεύει να με φέρει στον ίσιο δρόμο, με βάζει στο αυτοκίνητο και με κατεβάζει εκεί έξω. Και με στέλνει να περπατήσω ανάμεσα σε ατέλειωτους αριθμούς με μια παύλα στη μέση. Για να θυμηθώ, να χωνέψω ακόμη μια φορά ότι αυτή η παύλα χρειάζεται να σε νιώθει να την χαϊδεύεις, να την τρέφεις, να την κανακεύεις κι όχι να την αφήνεις νηστικιά. Γιατί το πότε θα σε παρατήσει και θα τρέξει να στριμωχτεί ανάμεσα σε δυο αριθμούς για να κολλήσει για πάντα μαζί τους πάνω σ’ ένα φτηνομάρμαρο, ούτε που θα το καταλάβεις. Ούτε που θα το καταλάβεις…

navigator blues

28562450

Ακούγεται αστείο, ιερόσυλο, ίσως και ανόητο. Μα σκέφτομαι τη μυρωδιά απ΄το φτηνό μαύρο δέρμα, το ακόμη φτηνότερο αποσμητικό χώρου που πάσχιζε-μάταια- να υποτάξει την πανάρχαια τσιγαρίλα, τη γλυκιά ζέστη μόλις χωνόσουν μέσα ενώ έξω πάγωνε -παλιά τους φτιάχναν αλλιώς τους χειμώνες- το είναι σου, το κεφάλι που χόρευε βαλσάκια με το υπέρβαρο αλκοόλ στο αίμα, το «ανέβα Αλεξάνδρας, μετά την Ιπποκράτους μπες Βλαχοπούλου και θα σου πω από πού να στρίψεις», τα άσπρα, κίτρινα και κόκκινα φώτα που κάναν κόντρες έξω απ΄τα θολωμένα τζάμια, τα greatest hits της Vasipap στο ραδιόφωνο (μπορεί να ήταν και κασέτα της Panivar, όρκο δεν παίρνω), τα δάχτυλα που χώθηκαν -στα μισά της διαδρομής- κάτω απ΄τη μπλούζα της ψάχνοντας γωνιά για να καούν εκούσια μέχρι να γίνουν πιο στάχτη κι απ’ ότι απέμεινε στην Πομπηία, και ξέρω πως όλα ετούτα είναι κάτι που κανείς Σκορτσέζε δεν θα μπορούσε ποτέ να φιλμάρει. Και κανείς Bernard Herrmann δεν θα τολμούσε να ηχογραφήσει, όσο ο Γιώργος Σαλαμπάσης ήταν χάρτης αλάθητος στα χέρια του ταρίφα, αιώνες πριν υπάρξει GPS.

Κάποιος θα πρέπει κάποτε να υμνήσει και την λίμπιντο που έζησε και πέθανε στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, τέσσερις τα ξημερώματα, ανάμεσα στα πόδια της. Για εκεί που κανένα GPS ή destinator ή navigator ή όπως διάολο το λένε, δεν μπορεί να σου δείξει το δρόμο σήμερα.

 

(ρίχ΄τα Bernard)

περιμένοντας τον Τζάρμους

28530886 (1)

§

Πράξη Πρώτη

Το βράδι της Παρασκευής είναι αδικημένο. Λιγότερο, σίγουρα, από μια νύχτα της Τρίτης (ή, ακόμη χειρότερο, της άχρωμης, άοσμης, ανέραστης Τετάρτης) αλλά σε σχέση με ένα Σάββατο είναι αποπαίδι.

Καθόμαστε σε μια γωνιά, καλά κρυμμένοι μέσα σε άσπρα και κόκκινα δερμάτινα φρούρια πλάι στα τζάμια κι απολαμβάνουμε γουλιά γουλιά, ρουφηξιά ρουφηξιά, τις σιωπές μας. Που και που μόνο μας διακόπτουν κάποια -έτσι νομίζουμε- βλέματα συμπόνιας, οίκτου και απόγνωσης των τριγύρω. Ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς ζήτημα να ‘χει δει τον ορίζοντα των δεύτερων -άντα. Να έχει αντικρύσει τα φωτάκια, από μακριά. Όχι να αγκυροβόλησε κιόλας. Για τέτοιας ράτσας ναυτοσύνη μιλάμε. Ακόμη μούτσοι.

Ίσως απορούν με την ησυχία που επικρατεί σ’ αυτό το τραπέζι. Με την ηρεμία και τη γαλήνη που ξεχειλίζει από κάθε μας πόρο, από κάθε τρίχα, από κάθε φωτιά που γεννάει ο αναπτήρας, από κάθε γουλιά που εγκαταλείπει το ποτήρι. Κάποιοι μπορεί και να φοβούνται, βλέποντας αυτό που τους περιμένει σαν ανεβάσουν άγκυρα και βάλουν ρότα για τα αχαρτογράφητα νησιά των -ήντα. Στα μάτια μιας μικρούλας με κόκκινο μαλί σαν της Νίνα Χάγκεν, που πίνει λευκό κρασί στη μπάρα και χαιδεύεται με το smartphone της, διαβάζω «θα προτιμούσα να πεθάνω πριν καταντήσω σαν και σας». Μικρή ανόητη. Αυτή η «κατάντια» είναι κατάκτηση, χρειάστηκε χρόνια και χρόνια προπόνησης στις μικρές παύσεις, στις μακρόσυρτες σιωπές, στην επιλεκτική κώφωση, στον εκούσιο ακρωτηριασμό της γλώσσας, στον εξοστρακισμό του αβίαστου γέλιου, στο ανέβασμα-κατέβασμα του διακόπτη μέσα σου πιο γρήγορα κι απ’ το πιο γρήγορο ανοιγοκλείσιμο ματιών που έχει μπει ποτέ σε βιβλίο Γκίνες. Δεν φτιάχτηκε από τη μια νύχτα στην άλλη αυτό το κουκούλι. Χρειάζονται ατέλειωτα χρόνια πεζοπορίας ανάμεσα σε πυρκαγιές, σε θεριά, σε λέξεις που σκίζουν στα δυο πριν προφτάσεις να πεις «μα», σε παγόβουνα, σε στενά που ποτέ δεν αξιώθηκαν να δουν το φως της μέρας, για να φτάσει κανείς ως εδώ. Δεν είναι άλλο-ένα-application αυτό το mute, μικρή ανόητη. Oυλή και παράσημο μαζί είναι. Σπάνιο και πανάκριβο. Θέλει κότσια να βγάζεις βόλτα τα σημάδια σου βράδι Παρασκευής, ανάμεσα σε άμαχους αθώους.

§

Πράξη Δεύτερη

-Θα πιούμε άλλο;

-Nαι. Δεν φεύγω από δω.

§

Πράξη Τρίτη

Είναι κάποιες φορές που η ευγλωττία σου τρομάζει. Ακόμη και σένα.

§

Γκραν Φινάλε

Χρωστάμε πολλά στον Τζάρμους. Πολλά. Μα ανάμεσα σε καφέδες, τσιγάρα, πεθαμένα λουλούδια και μυστήρια τρένα, θαρρώ πως κάτι χρωστάει κι αυτός σε τόσους Nobody -σαν και μας- που γεμίζουν τους δρόμους και τα ποτήρια τους (με ωραία ξινόμαυρα και νεγκόσκες, πλάι σε φίλους) τα βράδια της Παρασκευής, με την εκκλησία βρεμμένη και φωτισμένη απέναντι.

οι αρένες με τις λέξεις

28438826

Το ΄χω σκεφτεί πολλές φορές. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τρώει τον καθέναν και τον στέλνει να γράφει. Ή να νομίζει ότι γράφει. Ή στ΄αλήθεια να γράφει σπουδαία. Κάτι. Ο,τι. Όπου.

Ούτε ξέρω, ούτε με νοιάζει. Καθένας έχει δικαίωμα και υποχρέωση ιερή να παλεύει με τα δικά του διαόλια. Ή να παίζει μαζί τους. Απ’ αυτή την αρένα ή τον παιχνιδότοπο, κάτι θα βγει. Σε κάποια μορφή, ας είναι βιβλίο, ας είναι ποστ, ας είναι μια σελίδα κάπου, ας είναι βαμμένο και σε τοίχο. Ποιοί απ’ έξω μπορεί να νοιάζονται, πάλι δεν το ξέρω. Αν έστω και μια στιγμή με βρω να τρώω τη σκόνη των άλλων μέσα στην αρένα (και να νιώθω το χώμα στο στόμα μου, το χώμα τους στο δικό μου στόμα), με αφορά. Αν κάθομαι στην κερκίδα αδιάφορος, νυσταγμένος και βαριεστημένος περιμένοντας να βγουν τα επόμενα θηρία, το βλέμμα μου ποτέ δεν θα καταφέρει να διασταυρωθεί με τις λέξεις κάποιων. Μπορεί να μη φταίνε οι λέξεις, θα μου πεις. Ούτε οι κάποιοι.

Οι βαριά αρματωμένοι μέσα στα πριβέ τους κολοσσαία ανέκαθεν με απωθούσαν. Mε φόβιζαν, μάλλον, οι αστραφτερές τους λέξεις. Οι κοφτερές παραβολές. Τα αιχμηρά τους νοήματα. Τα πλουμιστά μυαλά κάτω απ΄τις σπουδαίες περικεφαλαίες τους. Πίστευα κι ακόμη πιστεύω, ο αφελής, ότι το θεριό το αντιμετωπίζεις γυμνός. Με μια λεπίδα μόνο. Με δέκα, είκοσι αφτιασίδωτες λέξεις. Γιατί νικητής δεν θα βγεις, όπως και να ‘χει. Μετά το ένα θα σε περιμένει κι άλλο. Κι άλλο. Κι ακόμη ένα. Κι αν -που δεν- γλιτώσεις απ’ αυτά, σε περιμένει η κερκίδα. Γιατί παραδέξου το : όσο και να το αποδιώχνεις απ’ την πιο αραχνιασμένη γωνιά του μυαλού σου, δεν είσαι μέσα στην αρένα για να παλέψεις μόνος. Είσαι και για να δείξεις στους απ’ έξω ότι μπορείς. Κακό δεν είναι. Μα αν καταλήξεις να ματώνεις μόνο για την κερκίδα, για να αναφωνεί εκείνη τα «αχ», τα «πω πω», τα «ωχ», τα «ααα», όσην ώρα ετοιμάζει τον αντίχειρα για κάτω ή πάνω κι εσύ έχεις μυαλό -ρίχνοντας λοξές ματιές- μόνο για το δάχτυλο, τότε τα θηρία θα ‘χουν πεθάνει μέσα σου πριν καν πατήσουν χώμα. Αν δεν βρεθείς έστω και μια φορά χαμένος, φοβισμένος, απελπισμένος, αποφασισμένος στη wild side μαζί τους, δεν θα καταδεχτούν να βγουν για να σε κοιτάξουν στα μάτια. Και χωρίς θηρία κολοσσαίο δεν υπάρχει. Στο τέλος ούτε καν θεατές..

υ.γ. άσχετο, σχετικό, μα χρεωστούμενο :  Φειδιππίδου 29, τριανταπέντε χρόνια πριν, στο πικ-απ το Transformer, πρώτοι μήνες στη μεγάλη πόλη, το χωριατάκι ανοίγει διάπλατα αυτιά και ψυχή στα πρωτάκουστα, ευχαριστώ Γιάννη, ευχαριστώ Lou

απουσιολόγια

-000033

Μεσημέρια Κυριακής. Τρώει χωρίς να μιλάει, όλο και πιο συχνά. Μερικές φορές θαρρείς ότι το κάνει από υποχρέωση. Δυο χρόνια πριν δεν έβλεπες την πλάτη της καρέκλας στην κορυφή, την «καρέκλα του». Τώρα το περίγραμμά του χάνεται μέσα στην ίδια καρέκλα. Στέλνει λίγα κιλά του κάπου αλλού, μακριά, κάθε χρόνο, για να συνηθίσουμε στην απουσία τους. Μέχρι να συνηθίσουμε στην εικόνα της άδειας καρέκλας και στο φευγιό του. Τα σιχαίνομαι αυτά τα κυριακάτικα μεσημέρια, αυτές τις πρόβες του αποχαιρετισμού. Τα σιχαίνομαι και μετράω μια μια τις ώρες μέχρι το στρωμένο τραπέζι, την επόμενη Κυριακή. Για όσο υπάρχουν Κυριακές μαζί του.

-000043ESC

Φέτος το καλοκαίρι δεν κατορθώσαμε να βρούμε δωμάτιο με θέα θάλασσα. Δεν ήταν δύσκολο όμως. Μια μέρα λείψαμε όλη κι όλη από το σπίτι. Εκείνη τη μέρα οδήγησα πεντακόσια χιλιόμετρα, μπήκα μέσα της με κατεβασμένα τα στόρια, μετά βγήκαμε στην άδεια πόλη για μπίρες, κάπνισε εφτά τσιγάρα, είπαμε πέντε κουβέντες, ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο, ανάψαμε το κλιματιστικό, σκεπάστηκα -ο μισός- με το σεντόνι. Στις τέσσερις το πρωί την βρήκα στην κουζίνα να καπνίζει. Την ρώτησα αν είναι καλά. Έγνεψε κάτι σαν «ναι». Δεν την πίστεψα, μα δεν ήταν δύσκολο. Μάθαμε από καιρό να σκεπαζόμαστε ο ένας με τα ψέμματα του άλλου χωρίς να ρωτάμε πολλά.

-2578

Στο σπίτι του Στέλιου, ακούμε δισκάκια, μισόν αιώνα πριν. Λιγότερο ήταν. Μα αν μου ΄λεγες πως πέρασαν εκατό χρόνια, καμιά έκπληξη δεν θα ‘βλεπες χαραγμένη στο πρόσωπό μου. Μπορεί και να σε πίστευα.

Ripples never come back.

«Δεν τραγουδάει σαν τον Gabriel. Ποτέ δεν θα ‘ναι ξανά οι ίδιοι»

Ούτε κι εμείς. Bγήκαμε σε μιαν ακτή χωρίς να το καταλάβουμε, πέρασαν μέρες και νύχτες περιμένοντας το επόμενο κύμα για να μας ξαναπάρει μέσα. Κι όταν ήρθε μας βρήκε εκατό, διακόσια μέτρα μακριά, σε μια γωνιά που συρθήκαμε για να ΄μαστε σίγουροι πως θα μείνουμε για πάντα εκεί. Αφού μετά από τόσο καιρό στεγνοί, φοβηθήκαμε το έξω.

Sea Mountain

Όχι.

Όχι, τι ;

Δεν μου θυμίζει τίποτε αυτό το μέρος. Πάντα με φόβιζαν τα ύψη και τα σκοτεινά νερά. Ποτέ δεν ήμουν εγώ εκεί μαζί σου.

Ήμουν εγώ όμως. Αυτό σου ‘λεγα πάντα. «Δεν είσαι δω». Και συ χαμογέλαγες. Και γω δεν μπορούσα να μεταφράσω. Κάτι παραπάνω ήξερες, τελικά..

εικόνες : Peter Schmidt

confessions of a mind eater

28382717 (1)

Χλιαρός και μέτριος -mediocre, όπως θα ‘λεγε κι ο αγαπημένος μου Σαλιέρι αν μιλούσε σαιξπηρικά- ήμουν ανέκαθεν, μα αυτό δεν με εμπόδισε από το ν΄αφήνομαι να μου χαιδεύει συχνά πυκνά το μυαλό η Ταγγέρη της παρέας των Μπάροουζ, Μπόουλς και Κέρουακ. Μια Ταγγέρη χωρίς κανέναν απ’ την άχρωμη ράτσα μου στους δρόμους και στα σουκ της. Δεν την αντέχω αυτή τη ράτσα, ούτε καν τη σκιά της, ούτε το άρωμα της γλυκόξινης αποσύνθεσης που με περικυκλώνει όταν διασταυρώνονται οι δρόμοι μας.

Να πάω Ταγγέρη, όπως Ιθάκη.

Ένα κάπου. Στο δρόμο. Αλλά με επιστροφή. Ο χλιαρός δεν θα μ’ εγκαταλείψει ποτέ. Το πιο τεμπέλικο σκυλί, το πιο επίμονο, το πιο πιστό. Πυξίδα και κατάρα.

το κούρεμα

centerfold2-PM198402A1-01-lrg

Πριν μας πλακώσουν ακόμη τα κρύα, πριν μας πλαγιοκοπήσουν τα έξοδα, προτού τα σχέδια -που εθιμικά κάνουμε, επί χάρτου και οθόνης-  για τις χρονιάρες μέρες του Δεκέμβρη γίνουν πολύπλοκα, καθίσαμε και βάζαμε κάτω ημερομηνίες και αριθμούς. Κατά έναν εντελώς ακατανόητο λόγο, βγαίναν και τα δυο. Δωμάτια με σαράντα ευρώ, ημέρες ελεύθερες. Κι ένα μεγάλο γαμώτο για άλλοθι, στην απόκοτη και παράτολμη σκέψη του να ξοδέψουμε δυο κατοστάρικα που τουλάχιστον δέκα τρύπες τα κοιτάζουν με λαχτάρα για να τις βουλώσουν.

Εντάξει γαμώτο, ας είναι και διακόσια, ας είναι και τριακόσια. Ολόκληρο καλοκαίρι πέρασε, και φέτος και πέρυσι κι απ΄το καβούκι μας δεν ξεμυτίσαμε, δεν δικαιούμαστε κι εμείς μισήν ανάσα; δυο βράδια μακριά από αυτά τα ντουβάρια να μη τα αξιωθούμε;

Να τα αξιωθούμε, λοιπόν. Καθισμένοι απέναντι απ’ την οθόνη -δευτεροκλασάτοι φον Κλαούζεβιτς της ευζωίας- σχεδιάζαμε, βλέπαμε, απορρίπταμε, σώζαμε στα «αγαπημένα», χλευάζαμε, ζηλεύαμε (εκείνα που δεν αγγιζόταν απ΄το μπάτζετ μας) και πίναμε. Πάντα ο καλός προγραμματισμός θέλει ποτήρι δίπλα. Για να γίνει καλύτερος. Ή για να πάει από κει που ήρθε, όταν -ως συνήθως- οι τύψεις στριμώχναν τα άλλοθι σε μια πολύ σκοτεινή γωνιά του μυαλού και τους δείχναν ποιός κάνει κουμάντα κει μέσα.

Δυο που είχαν ακόμη ελεύθερα δωμάτια μας άρεσαν, το ένα είχε και εσωτερική πισίνα, το άλλο όχι. Μικρή η διαφορά στην τιμή, ένα εικοσιπεντάρι τη βραδιά, χαλάλι λες. Αλλά εκεί αρχίσαν οι δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Καλόβλεπα την πισίνα, μια βουτιά με χιόνια έξω, σαν να είσαι ακόμη μέσα στη μήτρα και δεν θες να ξεμυτίσεις. Να ικετεύεις τις συσπάσεις ν’ αργήσουν. Να σε βρει η νύχτα να πλατσουρίζεις παπουδιασμένος, σε νερό χλιαρό πλέον, αλλά με τέτοια γαλήνη εντός σου που ως κι ο Βούδας δεν αξιώθηκε ποτέ να ζήσει.

Εκείνες πάλι όχι.

Δεν μ΄αρέσουν πολύ αυτές οι πισίνες. Προτιμώ μια σάλα, μια τζαμαρία, τζiν, μοχέρ πουλόβερ, ζεστό φλιτζάνι κι έξω χιόνι όσο βλέπει το μάτι σου.

Τα ίδια και η άλλη.

Ναι, άσε τα πλατσουρίσματα. Κι εγώ δεν θέλω, καλύτερα δίπλα σ’ ένα τζάκι, ένα ποτό στο χέρι, χωρίς πολλές κουβέντες, φασαρία, άντε μια μουσική πίσω. Όχι τζιν όμως, ένα κολάν μια χαρά είναι. Μη σου πω κι ένα πουλόβερ σκέτο.

Καθένας με τις φαντασιώσεις του. Δεν τις αδίκησα που σκεφτόταν έτσι. Αλλά απάντησα, λόγω αδυναμίας χαρακτήρα.

Κι εμένα μ’ αρέσουν αυτά με τα μοχέρ και τα τζάκια. Σαν παλιό Playboy των σέβεντις, τότε που το γκαζόν εκεί χαμηλά κάτω απ΄τον αφαλό σας δεν ήταν ακόμη απαγορευμένο, ούτε ξορκιζόταν σαν δαίμονας.

Από τα υποτιμητικά τους βλέμματα, αυτό το βαρετό πλέον «ο,τι και να συζητάμε, το μυαλό σας μόνο εκεί, όλοι ίδιοι είστε τελικά», κατάλαβα πως δύσκολα και φέτος θα κατορθώσουμε να βγούμε έξω απ’ αυτά τα ντουβάρια. Και δεν θα φταίει το γκαζόν, βέβαια..

τα τσιγκέλια

28341252

Είπα να το καταχωνιάσω στο βάθος του μυαλού για να μην κάνω λεκέδες στο σένιο τραπεζομάντηλο του σαββατοκύριακου. Μα ο λεκές βγήκε βόλτα με την καινούρια βδομάδα, όσο και να τα κρύψεις αυτά δεν φεύγουν μόνα τους.

Μεσημέρι Σαββάτου στον χασάπη. Κιμάδες, κότες, τα σχετικά, προμήθειες βδομάδας για να μη ξανατρέχουμε. Οι προνομιούχοι.

Πάνω στο γυαλί του ψυγείου με τα κοψίδια, τις σπάλες και τα συκώτια, αραδιασμένες καμιά τριανταριά -ίσως να ΄ταν και περισσότερες- κάρτες.

Φιλόλογος. Μαθηματικός. Αγγλικής Φιλολογίας. Κι άλλη φιλόλογος. Ιστορικό-αρχαιολογικό, μαθήματα Ιστορίας λέει. Φυσικός. Κι ένας μαθηματικός ακόμη, χωμένος κάτω από μια της Γαλλικής, πλάι σ’ άλλον φιλόλογο παραδίπλα. Κι άλλος ένας. Μέτρησα και τρεις δικηγόρους. Ανάμεσα σε άλλον ένα φυσικό, μια της αγγλικής και μια ψυχολόγο. Με ένα όνομα και ένα κινητό τηλέφωνο, μερικές και με δυο φοβισμένες κουβέντες παραπάνω, «αριστούχος», «προετοιμασία υποψήφιων θεωρητικής κατεύθυνσης», «εμπειρία διδασκαλίας σε παιδιά δημοτικού-γυμνασίου», «τιμές προσιτές», δεν άντεξα να διαβάσω κι άλλα. Η μυρωδιά από το αίμα, μέσα κι έξω απ΄το ψυγείο, ανακάτεψε τα σωθικά μου, λίγο έλειψε να βγω έξω για να με χτυπήσει καθαρός αέρας.

Το τι αγώνα, ξενύχτι, χρήμα, κλάμα, χαρά κι απογοήτευση κρύβει πίσω της κάθε γαμημένη κάρτα το ξέρω, το ξέρουν κι όσοι το ζουν, βλέποντας τα παιδιά τους να κάνουν κιμά όσα ωραία σκεφτόντουσαν για το αύριο. Άμα είσαι ορθολογιστής άνθρωπος θα πεις «καθένας κάνει τις επιλογές του, αυτή είναι η ζωή, μη γίνεσαι drama queen δευτεριάτικα». Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Δεν χωράνε όλοι μέσα στο success story. Γι αυτό υπάρχει κι ο πάγκος με το μπαλτά και τα κρεατομάχαιρα. Για να βολευτείς μέσα σε μια σακκούλα.

Πλήρωσα, έκανα να φύγω. Ο Βασίλης μου ΄δωσε την απόδειξη και τη χαριστική βολή : «οκτώ ευρώ την ώρα, η άλλη είπε και με έξη αναλαμβάνει. Σκέτο σφαγείο ρε φίλε. Αυτή που έρχεται και σιδερώνει στο σπίτι παίρνει δέκα την ώρα. Έρχονται και με ρωτάνε αν μπορούν ν’ αφήσουν την κάρτα τους, γνέφω ‘ναι’ και τις πιο πολλές φορές κοιτάω το ματωμένο πάτωμα από ντροπή κι αμηχανία, δεν μπορώ να δω μάτια. Είναι τόσοι πολλοί πια».

Ήθελα να του πω «βγάλτα από κει πάνω, είναι ντροπή για τα παιδιά» μα δεν τόλμησα. Όχι, εκεί να τα αφήσει. Πάνω στα τσιγκέλια. Για να μη ξεχνάμε -όσοι ακόμη δεν στερούμαστε τα «βασικά»- ότι το σφαγείο είναι ολόγυρά μας. Και μας κοιτάζει λάγνα..

*

μισή ώρα, Οκτώβρης του 2013

anna-karina-beautiful-black-and-white-cigarette-collar-Favim.com-180172

Ούτε σε τοίχους χρειάζεται να το δω βαμμένο, ούτε χαραγμένο αδέξια ή με περισσή φροντίδα σε πέτρες, ξύλα ή μάρμαρα, ούτε κολλημένο -γέννημα προβλέψιμων μυαλών- πάνω σε φτηνές λαμαρίνες.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι

Έξω από εισαγωγικά. Μπορεί να το γέννησε η καύλα του ποιητή αλλά δικό μας είναι. Αυτό μαζί το γράψαμε. Και το κατάλαβες με φαίνεται, κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες. Κι ας άναψε με την πρώτη το τσιγάρο