before sixty

25211020

—–

Εύκολο. Mπορείς να γράψεις περισσότερες λέξεις απ’ όσες χώρεσε ο Linklater και στα τρία σενάρια μαζί. Σε πιο ταπεινά, δεύτερης διαλογής, μεταχειρισμένα σκηνικά. Ούτε Βιέννη, ούτε Παρίσια, ούτε Μάνη. Μήτε γεφύρια στο Σηκουάνα, τρένα στο Τιρόλο, ψάθινες καρέκλες στην Καρδαμύλη. Μια τραβηγμένη καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας αρκεί. Kαι μια κατσαρόλα στη φωτιά. Κατσαρόλα. Τα μωρά γλιτώσαν, γίναν μαντράχαλοι, κοτζάμ γυναίκες, ξέχνα τα φτηνά εφέ της γραπτικής. Για να γεμίζουν σελίδες είναι, ιστορίες με το κιλό, παραμύθια με τη σέσουλα. Μπορείς να βάλεις τις λέξεις να παριστάνουν τις καμπόσες μέσα στο κάδρο του Βαν Γκογκ, μπορεις να τις στριμώξεις και στα σκοτάδια του Pieter Bruegel για να μη μεγαλοπιάνονται. Σαν είσαι νέος φτιάχνεις και δικά σου κάδρα, τι να σου πουν των αλλωνών. Όλα στενά, άχρωμα και άτεχνα. Mετά, όσο περνάνε τα χρόνια διαλέγεις απ’ τα έτοιμα για να μη χάνεις χρόνο.

Η άλλη (;) πλευρά στο -δεν λέω κάλπικο- νόμισμα είναι ο Τομ και η Τζέρι του Mike Leigh στο Another Year. Μετρημένες κουβέντες, λίγες μα διόλου τσιγκούνικες αγκαλιές, το βλέπεις το ίζημα στο βάθος του μπουκαλιού, το βλέπεις και στο ποτήρι αλλά ξέρεις πως είναι απ’ τον καιρό, όχι απ΄τον φελό ή την κακοπέραση. Το δέρμα ζαρώνει, τα μαλλιά αραιώνουν, τα κάτουρα στο wc μυρίζουν αλλιώτικα τα πρωινά, η μέση έχει τσακίσει, δεν μπορείς να διαβάσεις αυτά τα σαχλά που γράφω δίχως τα γυαλιά σου. Εύκολο. Μπορείς να αραδιάσεις άλλα κι άλλα τόσα, περισσότερα από όσα χώρεσα ως εδώ. Στο σκηνικό που θα διαλέξεις εσύ. Όρθια πάνω από την κατσαρόλα με τα γεμιστά, καθισμένος -με το κεφάλι χωμένο μέσα στα χέρια- στη λεκάνη της τουαλέτας. Διαβάζοντας με σφιγμένο στομάχι τα τελευταία αιματολογικά ή μισογεμίζοντας το ντεπόζιτο για να πάτε μια βόλτα ως τη θάλασσα, εκεί που το ασύρτικο, η μπίρα ή ο καφές έχουν ακόμη αλλιώτικη γεύση και -κυρίως- επιτρέπονται. Φορώντας τα χρωματιστά σας φούτερ και τα απέθαντα Ray Ban. Με λιγο ρουζ στα μάγουλα, με Do the strand στο cd. Αλλά ξέχνα τα φτηνά εφέ της γραπτικής, ξέχνα τα ψευτο-χάνεκε της βόνταφον. Θα περάσει η μέρα, θα νυχτώσει κι όταν ξημερώσει θα ξαναγίνετε και οι δυο κολοκύθες. Όχι εικοσιπέντε. Για παραμύθια να πας αλλού.

Το ‘πε και η Ζιλί, το 2004. «It’s amazing what perverts we’ve become in the past nine years». Φαντάσου σήμερα.

—–

Vincent van Hawke

zombie_web

 

Μπερδεύω Rhone, Kαρδαμύλη, αστέρια, μεσάνυχτα, κουβέντες που τις ρουφάει ο θόρυβος απ΄τις ράγες, το ποτάμι ή το κύμα, δεκαοχτώ χρόνια μετά. Είναι να μη μπερδεύεις;  Στο βάθος δεν ακούγεται το Goldberg Variation Number 25 του Bach, τίποτε δεν ακούγεται. Mόνο ο αναπτήρας και η κάφτρα. H Julie φορά κάτι-σαν-κορσέ κάτω απ’ το μπλε φόρεμα, ντάλα καλοκαίρι. Φάρδυνε. Το μέσα της στένεψε.

O άλλος απλά μεγάλωσε αλλά η επιλεκτική αδικία των ρυτίδων είναι απέθαντη.

Sunset, sunrise, midnight. Σαν vampire story. Μα αληθινή.

Σε κοιτάζω την ώρα που ρίχνεις το αβγό μέσα στον κιμά, φάρδυνες κι εσύ. Σε ρωτάω αν θυμάσαι κάτι, έστω μια σκηνή απ΄τη Βιέννη, εκεί που τους πρωτοείδαμε μαζί.

Σκουπίζεις με το μανίκι μια σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπο, που ‘βαλε στόχο να πέσει πάνω στο μουσκεμένο ψωμί. Aπαντάς χωρίς καν να γυρίσεις να με δεις -δεν σε αδικώ, στένεψε πια το βλέμμα σου- too 1995, it means nothing to me.

Μπορεί να λες ψέμματα. Μπορεί και όχι.

 

——

(προσεχώς στόρυ)

——

ντουλάπες

25208345

Ξύπνησα πιασμένος. Δεν φταίγαν τα χτεσινά έξη χιλιόμετρα. Έξη τετρακόσια για την ακρίβεια, μα επιπέδου lower. Τσιμέντα, πεζοδρόμια, μάνες και καρότσια τριγύρω, παραπανίσια κιλά στριμωγμένα σε φόρμες με άσχημα ξεθωριασμένα χρώματα, αγχωμένοι εξηντάρηδες που παλεύουν να ξορκίσουν χοληστερίνες, τριγλυκερίδια και εμφράγματα στον ορίζοντα.  Προχτές τα πέντε στο βουνό ήταν το βαρύ proficiency, ασήκωτο σχεδόν. Όταν όμως φτάνεις στη διχάλα, ανάμεσα σε πεύκα, πουρνάρια και αγριοσπάραγγα κι ακούς από κάτω -μακριά, αόρατο- το ποτάμι, λες χαλάλι τα πονεμένα γόνατα στις κατηφόρες και η λειψή ανάσα στις ανηφοριές. Εκεί πάνω η πόλη δεν ακούγεται,  κρυμμένη πίσω απ’ την πλαγιά. Σαν δεν την ακούς δεν την βλέπεις κιόλας, ευλογία. Ούτε λακκούβες, ούτε κάδοι, ούτε αδέσποτα, ούτε βρωμερές πυλωτές, ούτε παρατημένες και σκουριασμένες λαμαρίνες πάνω σε τέσσερις, τρεις, ίσως και δυο ρόδες. Μια ώρα δρόμος -κι αν- όλη η διαδρομή. Καθένας βολεύεται όπως μπορεί, μέσα στη δική του Χώρα των Θαυμάτων.

Σήμερα όμως πόναγαν όλα. Έπεσε βαρύς πάνω μου ο χειμώνας που κατάπια μονορούφι, χωμένος σε καναπέδες, πολυθρόνες, ουρές και καρέκλες, με παρέα κρασιά, μπίρες, τσίπουρα, λογαριασμούς και τσιγάρα. Μόνο με ιδρώτα ξεπλένεται τώρα. Ιδρώτα, πόνο και λίγο αίμα. Τα πουρνάρια δαγκώνουν αν φοράς κοντομάνικα.

Μπήκα στο μπάνιο, η γύρη τριγυρνάει έξω εδώ και δυο βδομάδες αλλά ώρες ώρες νομίζω πως τρυπώνει ύπουλα σε κάθε πόρο μου -ζωντανό ή αποθαμένο- ακόμη κι όταν κοιμάμαι. Βγήκα και έψαξα ρούχα. Δεν τα σηκώσαμε ακόμη τα χειμωνιάτικα, άνοιξα τη ντουλάπα και σφίχτηκε η ψυχή μου. Τα άσπρα γκρίζαραν δίχως ήλιο. Τόσο μπλε, γκρι, μαύρο και καφέ δεν αντέχεται. Καναδυό χρωματιστά είναι για να κοροϊδεύουν το μέσα σου και τους απέναντι, ότι τάχα μου είσαι μακριά -ακόμη- από εξωτικούς προορισμούς που ‘χουν ονόματα όπως ουρία, κρεατινίνη, ουρικό οξύ, γαλακτική αφυδρογονάση, CPK και PSA. Την έκλεισα γρήγορα. Ερχόταν ένα καράβι απ’ το βάθος της και δεν είναι να τα βάζεις με καράβια πρωινιάτικα. Η θάλασσα όμως έφτασε ως τα πόδια μου, που τα ΄νιωσα μούσκεμα. Ίσως και να μη σκουπίστηκα καλά, βγαίνοντας απ’ το μπάνιο. Ίσως κάτι δεν πάει καλά με τη ντουλάπα μου, εικοστέσσερα χρόνια εκεί, ακίνητη, αμίλητη, κι αν έχει δει κι αν έχει ακούσει..

Στο αυτοκίνητο δεν άνοιξα ραδιόφωνο, ούτε cd έβαλα. Όλες οι διαδρομές φέτος ήταν mute. Σαν το χειμώνα. Μόλις δω τα πρώτα γυμνά πόδια στους δρόμους, χωρίς καλσόν και παντελόνια, θα ψάξω και για τραγούδια. Όχι πριν. Τίποτε King of Convenience, καμιά Feist, ίσως Slowdive ή σκέτον Neil Halstead, τέτοια ψυχοχάδια.

Βγαίνοντας απ’ την πυλωτή με την όπισθεν, που κάθε χρόνο με δυσκολεύει στη μέση και στον αυχένα όλο και περισσότερο, πάτησα απότομα φρένο. Νόμισα πως απ’ το δρόμο περνούσε ένα καράβι. Έκλεισα μάτια και όταν τα ξανάνοιξα ήταν η σκουπιδιάρα. Ευτυχώς, γιατί με τα απόνερα έχεις πολλές φορές άσχημα ξεμπερδέματα. Με τα σκουπίδια  μάθαμε, κουτσά στραβά, να πορευόμαστε.

Το απόγευμα θα ξανανέβω στο βουνό. Ελπίζω να μη μ΄ακολουθήσει κι εκεί το πλεούμενο. Τις φοβάμαι τις παροιμίες. Μερικές φορές τις πιστεύω κιόλας..

—-

42.005 μέτρα

25386606

 

8yr old killed in #BostonMarathon was there with his mom & sis. They were both hurt. All there to watch dad run and hug him after he crossed finish line

 

Time is the enemy δε λένε; Όχι time is on my side. Όχι. Time is the enemy.

 

Να ‘σαι ο «dad» και να σε σκοτώνει μια ζωή το «κι αν τερμάτιζα δυο λεπτά νωρίτερα; ένα, έστω»

….

trailer

25372009

ΜΕΡΟΣ Α

 

 

 

ντριν ντριν ντριν ντριν

αλό

-τι αλό ρε μαλάκα; πού ζεις ;

-σόρυ, ήμουν επηρεασμένος απ τη Φατμαγκιούλ και το Σουλεϊμάν, έτσι κάνουν αυτοί όταν σηκώνουν τηλέφωνο

-βλέπεις τούρκικα ρε παπάρα ; πες μου, βλέπεις τούρκικα  ;

-τα παιδιά πάνε φροντιστήριο αγγλικά και γαλλικά, εγώ τους κάνω γερμανικά και τα στέλνω Mega για τούρκικα, τραβάς κανα ζόρι;

-μα τούρκικα ρε παπάρα; σε λίγο δεν θα προλαβαίνεις να σφουγγαρίζεις τα κατουρλιά απ’ την εξώπορτά σου

-δια βίου μάθηση ρε μαλάκα, επένδυση ζωής είναι, σε καναδυο χρόνια σε τι γλώσσα θα ζητάω ρουσφέτι απ’ το δήμαρχο;

-καλά ρε, τούρκικα, αλλά καν΄το σωστά, είχε ο Σουλεϊμάν τηλέφωνο για να λέει και «αλό» ;

-α, όμως εσύ δεν βλέπεις τούρκικα

-τα βλέπω χωρίς ήχο, είμαι πατριώτης εγώ

-μαλάκας είσαι, πες μου τώρα τι με ήθελες γιατί έχω να δω «Το κορίτσι που αγάπησα» και με απασχολείς

-λέω να πάω μάρκετ, θα ‘ρθεις παρέα; for old times’ sake

-θα ‘ρθω αλλά να δω πρώτα αν η Ντερίν θα το σκάσει απ’ τη φυλακή, πάρε με τηλέφωνο μετά, hoşçakal

-άει σικτίρ ρε τσογλάνι

κλικ

 

 

ΜΕΡΟΣ Β (coming soon)

——-

cars & girls & sex & drugs & rock & roll

25313330

 

 

Το πρώτο (ίσως και τελευταίο) αυτοκίνητο που λάτρεψα παράφορα ήταν μια πράσινη Alfa Romeo Montreal. Είχε ιταλικές πινακίδες, πάρκαρε για δυο-τρεις βδομάδες κάθε Ιούλιο στην Αγίας Λαύρας, στην πάνω γειτονιά, κι όταν εμφανιζόταν ξέραμε πως καλοκαίριασε για τα καλά. Μίσησα μέχρι θανάτου τον ιδιοκτήτη της γιατί έβγαινε βόλτα με την Άλφα και γυναίκες με μίνι φούστα στο διπλανό κάθισμα (άλλωστε πίσω ούτε το βρακί τους, που σίγουρα θα το ‘βγαζαν μετά, χώραγε) ενώ εγώ έκανα γύρες στις γειτονιές με το τσεχοσλοβάκικο Velamos, σε αναζήτηση κοριτσιών που δεν συναντήθηκαν καν με την πρώτη περίοδο. Τριαντακάμποσα χρόνια αργότερα εγώ κι αυτός βρεθήκαμε σε διπλανά κρεβάτια σ’ ένα δημόσιο νοσοκομείο. Και οι δυο θα μπαίναμε για εγχείρηση το επόμενο πρωί. Σηκώθηκα και περπάτησα οκτώ ώρες μετά, εκείνος βογκούσε. Φεύγοντας, μετά από δυο νύχτες, δεν του είπα καν περαστικά. Όχι, δεν ντράπηκα. Νομίζω κοιμόταν, ίσως να ροχάλιζε κιόλας.

—–

Θυμάμαι ότι τα πόδια της μύριζαν γάλα την πρώτη φορά. Το στήθος της μύριζε Μάιο καταμεσής Νοέμβριου, είχε γεύση φράουλας κι ας μην είχε -εκείνα τα χρόνια- φράουλες χειμωνιάτικα. Φορούσε μια γκρι φανελλένια φούστα λίγο πάνω απ΄το γόνατο κι ένα άσπρο πουλόβερ, αν θυμάμαι καλά «ανκορά» τα ‘λεγαν, κατάσαρκα. Μου άρεσε να τη βλέπω μόνο με το άσπρο πουλόβερ. Μου λείπει πολύ εκείνο το πουλόβερ.

—–

Μπαίνω στο μπάνιο, μόλις γυρίσαμε από τη θάλασσα. Πιτσιλάω παντού. Δε με νοιάζει για τα πατώματα, στις διακοπές στα νοικιασμένα κάνεις ο,τι θες. Χτυπάει, «να μπω; κατουριέμαι», «έλα, θα κλείσω την κουρτίνα», μπαίνει, μετά από ένα τεράστιο λεπτό την ακούω να ψιθυρίζει «οι άλλοι φύγαν στο χωριό να πάρουν τσιγάρα», η ξανθιά τώρα είναι έξω, ο Νόρμαν κάτω απ΄ το νερό. Κάτι σαν reverse Ψυχώ. Το ‘χουν στη μοίρα τους οι κουρτίνες του μπάνιου να μη μένουν κλειστές.

—–

Ικετεύω για οπιούχα, μορφίνες, οτιδήποτε μπορεί να σταματήσει για μισή ώρα τον Πόνο. Κάθε πέντε, έξη ώρες φωνάζω, παρακαλώ, βρίζω, εκλιπαρώ, πηγαίνω κι έρχομαι. Κυρίως πηγαίνω. Η επιστροφή δεν είναι σίγουρη. Την τέταρτη μέρα μπορώ ν’ αντέξω χωρίς να ματώνουν τα δάχτυλά μου σφίγγοντας παλιοκρέβατα, παλιοσέντονα και το χέρι της, όταν ήταν εκεί. Την εικοστή ένατη μέρα βγαίνω. Τις τελευταίες δέκα -άυπνες- νύχτες άκουγα everybodys changin’ and I don’t feel right. Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά.

—–

Μπαίνω στην Alfa. Ξύλο και δέρμα. Είναι ξανά 1972, κάπου εκεί, μπορεί και ’73. Η θέση δίπλα είναι βρεμμένη, κανείς μας δεν σκέφτηκε να ξανατραβήξει την κουρτίνα, στα εικοσιπέντε δεν ασχολείσαι με κουρτίνες. Στο πίσω στενούρι -θεός να το κάνει 2+2- είναι πεταμένο ένα άσπρο ανκορά πουλόβερ που μυρίζει άσπρη σοκολάτα με φράουλα. Σηκώνω το τι-σερτ, ψηλαφώ τα σημάδια, ένα, δυο, τέσσερα, εκεί είναι όλα. Γυρίζω το κλειδί, ψάχνω κασέτα. Βρίσκω μια BASF, πορτοκαλί και μαύρη. Led ZeppelinV.  Πατάω fast forward για το 2, πατάω γκάζι, ανοίγω -μια υποψία- το παράθυρο, ο,τι γκρι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου κάνει πως κουνιέται πέρα-δώθε.

Μια χαρά..όλα καλά…

—-

το βιβλίο/ποστ των μικρών εξερευνητών

25285653

Φτηνές σκέψεις πάνω στο «How to Write With Style» του Kurt Vonnegut

 

 

1. Find a subject you care about

Γυναίκες. Για τα άλλα γράφουν κι άλλοι. Με ένα pinch κοινωνικής ευαισθησίας ώστε να μη κατηγορηθείς για ερωτικό ασκητισμό.

2. Do not ramble, though

Εννοείται. Μέχρι τις πενήντα, το πολύ εξήντα λέξεις  πρέπει να ξορκίσεις τους αριθμούς που δεν βγαίνουν και ν’ακουμπήσεις δέρμα. Χέρι, πόδι, στόμα, μύτη, κάτι ακάλυπτο κι απροστάτευτο, για αρχή. Blitzkrieg hormones.

3. Keep it simple

Γι αυτό διαλέγεις μια γυναίκα κάθε φορά (ποτέ δυο) και εξαντλείς πάνω της κάθε πιθανή κι απίθανη πληκτρολογιακή φαντασίωση, σε ένα κεφάλαιο (ή ποστ, για τους ταπεινούς). Εκτός κι αν είναι πολύ φιλελεύθερη, βαριά αριστερή ή ανίατα  intellectual οπότε it’s complicated. Αν σκοπεύεις να γράψεις κάτι και με τις τρεις αυτές μέσα, don’t bother. Το ‘κανε ήδη ο Jesus Ignacio Aldapuerta.

4. Have guts to cut

Δεν είναι πρέπον να τελειώνεις στα μούτρα του αναγνώστη για να μην αναγκαστείς να καταφεύγεις σε all time classic ηλιθιότητες του τύπου «ατένιζε αγέρωχα την υγρή σχισμή της», «τον έκλεισε τρυφερά μέσα στα ροδοπέταλά της» , «το υγρό πυρ του έκανε τη λάβα του Βεζούβιου να μοιάζει παγετώνας». Μετά δικαίως διαμαρτύρονται ότι δεν υπάρχουν άντρες σήμερα. Τους φάγανε τα βλογ και τα φέισμπουκ και τα Caps Lock αφού πρώτα βρήκαν φιλόξενο καταφύγιο σε ένα βρακί (ας είναι και Intimissimi).

5. Sound like yourself

Βλακείες Κurt. Στις ιστορίες όλοι είναι κάποιος άλλος.

6. Say what you mean

Σεξ. Ian Dury spiced. Με μια ιδέα Rankin, Coe και Λακάν στην επίγευση, που αναδεικνύουν τον σπάνιο εσωτερικό σου κόσμο.

7. Pity the readers

No mercy. Aπ’ τη στιγμή που γράφουν ακόμη οι κασιμάτηδες, οι γεωργελέδες και οι κανέλληδες, κανένα σοβαρό δικαστήριο δεν θα καταδεχτεί να αφήσει τους μακελάρηδες για ν’ασχοληθεί μαζί σου.

——

pictures from a Sunday exhibition

2525680425256816

2525682225256829

2525683925256845

2525685625256864

Με πόσες λέξεις μπορείς;

Ξέρω γω; Λίγες. Δεν μου αρέσει ο καφές σε κούπες σαν χύτρες, τις Κυριακές τον θες δυνατό και λίγο αλλά η νεσπρέσο κι ο γκριζαρισμένος ζουν μόνο σε διαφημίσεις, στα σπίτια ζει φτηνός νεσκαφέ και καζανιές φίλτρου. Μουσική, πατάω 14, comment te dire adieu,  σα να ψήνεις την Jane σε tajine είναι, σήμερα θέλω κοκκινιστό με τηγανητές πατάτες κι όχι δαμάσκηνα και βερύκοκα με αρνί, βγάζω. Τηλεφώνημα μάνας, «μπορείς να με πετάξεις ως το νοσοκομείο;», η κλάση της μπαινοβγαίνει εδώ και καιρό σε παθολογικές, καρδιολογικές και εντατική. Την αφήνω στην είσοδο, δεν αντέχεται η μυρωδιά του απολυμαντικού ανάκατη με μπεταντίν, ειδικά τέτοια μέρα. Την ίδια μύτη με μένα έχουν πολλοί. Τις καθημερινές η ουρά για το επισκεπτήριο σε τρομάζει κάποιες φορές, την Κυριακή σε τρομάζουν δέκα φορές πιο πολύ οι άδειοι διάδρομοι. Πίνω έναν διπλό ελληνικό σε πλαστικό, δυνατό ήθελα, πάρε να ‘χεις τώρα. Σε μισή ώρα κατεβαίνει, φεύγουμε, «πώς είναι;», «δεν την είδα καλά, ούτε οι γιατροί λένε κάτι». Τις Κυριακές γίνεσαι χειρότερα εκεί μέσα, τι να σου κάνουν οι άσπρες στολές και οι οροί. Ποτέ δεν γιατρεύεσαι την Κυριακή. Την αφήνω σπίτι της, φίλα τον μπαμπά, δεν θ’ ανέβω, έχω δουλειά. Μ’ αρέσουν τα κυριακάτικα ψέματα. Να βγω να περπατήσω θέλω, βάζω παπούτσια, φόρμες, αμολιέμαι στους δρόμους κι ας φυσάει άσχημα. Στ’ ακουστικά τα άπαντα των Yello, περπατάμε με τον Dieter Meier δίπλα σε άσχημα τσαλιά που δεν θα πρασινίσουν ποτέ, ανάμεσα σε παρατημένα σπίτια, γκρεμούλια τα ‘λεγε η γιαγιά μου, έξω από χρωματιστές αυλές με καμέλιες που θα ‘καναν την Γκάρμπο να λυσσάει απ΄τη ζήλια της, η πόλη μοιάζει εγκαταλειμμένο θέατρο, βρώμικο, γεμάτο τρύπες, λακκούβες και σκισμένες τέντες, έτοιμο να γκρεμιστεί με μένα μέσα. Μετράω χιλιόμετρα, τρία, τέσσερα, πέντε, έξη, στρίβω για το σπίτι. Μωρά στα τσιμέντα. Παίξαν μαζί τους, τα ντύσαν, τα γδύσαν, τα διώξαν. Έτσι πάνε αυτά, μετά βρίσκεις αληθινούς ανθρώπους να παίζεις μαζί τους, τους ντύνεις, τους γδύνεις, τους διώχνεις, σε διώχνουν, κάτι τέτοιο. Στα στερνά καταλήγεις σε ένα δωμάτιο, σε ντύνουν, σε γδύνουν, φεύγεις, γαμώ τις Κυριακές σας και τους σοφούς που λένε ότι αν περπατάς δεν σκέφτεσαι, σκατά σοφοί. Ανοίγω πόρτα, χτυπάω και μπαίνω στο δωμάτιο του μεγάλου, άδειο, τεντωμένα όλα, «πού είναι αυτός;», «δεν ήρθε, είπε ότι θα κοιμηθεί στου Βασίλη, μπίρες χτες, εργασία σήμερα, το βράδι Odeon, μη χάνουν χρόνο». Έχω να κοιμηθώ σε ξένο σπίτι μερικούς αιώνες. Ζηλεύω τα μαλακισμένα τα εικοσάχρονα. Μπαίνω στο μπάνιο να ξεπλύνω τη ζήλια, αφήνω το νερό να με μουλιάσει, να καθαρίσω απ’ όλα, ξεχνιέμαι εκεί κάτω μέχρι που το νερό παγώνει, βγαίνω, στάζω, αφήνω νερά στο διάβα μου, ας μουρμουρίζει, νερά είναι, όχι αίματα. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω αίμα μέσα μου, πέρασαν οκτώ μήνες απ΄τις τελευταίες αιματολογικές, να πάω από βδομάδα για να ξανασιγουρευτώ. Τραβάω τις κουρτίνες, φως με δελτίο. Βροχή στα τζάμια, άπλυτος ουρανός. Τις άλλες μέρες το καταλαβαίνω, αλλά τις Κυριακές; Γίνεται να μην έχει ήλιο τις Κυριακές;

Eίπες «λίγες»..

Ας μην ήσουν περίεργος. Ας διάβαζες μόνο τις φωτογραφίες. Δε μου λες, εκείνο το μωρό να ΄ναι άραγε ακόμη πεταμένο στην άσφαλτο;

—-

η συνταγή

25179753

Αναζητώ τα βασικά του θέρους. Κάθε χρονιά η συνταγή γίνεται όλο και πιο απλή. Με τα ακριβότερα, τα σπανιότερα όσων θεωρούσα κάποτε -ο ανόητος- ευκολόβρετα υλικά.

Μια αυλή με βρεμένο τσιμέντο, ούτε ακριβά κεραμικά πλακάκια, ούτε τερακότες, ούτε φρεσκοκουρεμένο γκαζόν, μήτε χρωματιστά χαλίκια -άθλια ρέπλικα βότσαλων- που προσφέρονται σε σακιά, είκοσι κιλά ένα δεκάρικο. Τσιμέντο  παλιοκαιρίσιο, βελούδινο, που φιλοξενούσε κιλίμια και κουρελούδες και τα γυμνά μας πόδια πάνω του. Δεν ξέρω πώς το φτιάχναν, ξέρω ότι εκείνο ψάχνω και μαστόρια δεν βρίσκω.

Ένα τραπέζι μικρό, μεταλλικό, τα αρχαία βαμμένα και ξαναβαμμένα μπλε των καφενείων που χωράγαν πάνω τους τρεις καφέδες ελληνικούς -πες τους και τούρκικους, δεν χαλάμε καρδιές για έναν καφέ- και τρία ποτήρια νερό, εκείνα τα πλισέ που γράφαν Yula στον πάτο τους. Τα ίδια τραπέζια που όταν φεύγαν οι καφέδες χωρούσαν δυο μικρά πιάτα μ’ ελιές ξυδάτες, ντομάτες αληθινές με ρίγανη, λίγη φέτα, δυο μπαστουνάκια κασέρι, σπάνια δυο μπουκιές παστουρμά, ίσως ο,τι τουρσί βρισκόταν πρόχειρο, λίγες αντσούγιες ή μια φέτα παλαμίδα απ΄το μπακάλικο του Αδαμίδη. Ψωμί ψωμένιο, που όταν ξέμενε λίγες μέρες γινόταν παξιμάδι, όχι δειγματολόγιο μούχλας. Τρία, τέσσερα ποτήρια. Μπορεί και δυο. Και μισό μπουκάλι ούζο Τσότρα. Με παγωμένο νερό, κατευθείαν απ΄το παλιό Kelvinator.

Ψάθινες καρέκλες. Ξέρεις, από κείνες που το χέρι σου πήγαινε  από κάτω και άρχιζε να στρίβει και να στρίβει την ψάθα που περίσσευε μέχρι να κόψεις το κομμάτι, να το φέρεις στη μύτη σου κι αν ήσουν τολμηρός να το βάλεις και στο στόμα. Αθώες εποχές, αλλιώτικες. Τις στείλαν στον παράδεισο των καθισμάτων και των καλοκαιριών οι γαμημένες οι alibert.

Κληματαριά. Φορτωμένη, έτοιμη να με θάψει από κάτω της. Μέλισσες, σφήκες, σπούργιτες στα σωθικά της, ένα βουητό τρία μέτρα πάνω απ΄το κεφάλι μου. Πεσμένες ρώγες τριγύρω, φρέσκες, πατημένες, σταφιδιασμένες. Μυρμήγκια να παλεύουν για μια μπουκιά τους. Απ’ τα κανονικά μυρμήγκια που μπορούσες να τα κοιτάξεις στα μάτια, όχι τα σημερινά των μπαλκονιών που ούτε ψίχουλο από φτηνιάρικα καρβέλια μπορούν να τρομάξουν.

Ένα ραδιοφωνάκι. Για τα βράδια εκείνα που το ποτήρι πάνω στο τραπέζι δεν ζευγαρώνει ως το πρωί. Μια φωνή, γυναικεία, αντρική, δεν έχει σημασία, δεν ακούω τι λέει, παρέα θέλω όχι στιχάκια, όχι ρεφρέν, όχι νότες, παρέα. Για να μη μείνω μόνος με τη νύχτα και μου πιάσει την κουβέντα, τα τι και τα πως και τα αν και τα γιατί κι άκρη μαζί της δεν βγάζεις, είναι άσχημη γλωσσού η νύχτα.

Θάλασσα πέντε μέτρα μακριά. Ας είναι και δέκα, όχι παραπάνω. Μετά τα τσιμέντα να πατήσω κατευθείαν άμμο ή βότσαλο. Να μετρήσω δέκα βήματα και να βρω νερό. Μπω δεν μπω. Με ήλιο ή με φεγγάρι. Να ακούω το κύμα. Να μ’ ακούει κι αυτό, τι σόι γείτονες είμαστε αν δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον. Ανάμεσά μας τίποτε, δέκα ανεμπόδιστα βήματα μονάχα. Κάποια νύχτα μια φωτιά πενήντα, εξήντα μέτρα μακρύτερα, μια παρέα, ας μη παίζουν έντεχνα τουλάχιστον, ούτε το blowin’ in the wind, ούτε dust in the wind, μη, μη μιλάς άλλο γι αγάπη, μη λες τίποτε, βγάλε τον σκασμό, φίλα την μονάχα, χάιδεψε τα πόδια της, άπλωσε μια πετσέτα, μπες και τέλειωσε μέσα της, άσε τον Χάρη και τον Πάνο και τον Λαυρέντη σπίτια τους καλέ μου, να χαρείς τα νιάτα σου..

Κι ένα βιβλίο, με μαλακό εξώφυλλο. Ταλαιπωρημένο. Με σελίδες λερωμένες από ανθρωπίλα, αντηλιακό και μπίρες. Δεν είναι το Ιερό Δισκοπότηρο για να το αγγίζω με δέος. Όχι με βαριές υπογραφές, ούτε με σκαλιστές λέξεις και νοήματα ρετιρέ. Ένα βιβλιαράκι με μικρές ιστορίες, της μιας, μιάμιση σελίδας. Μια ιστορία δυο γουλιές, τρεις με τον αφρό. Να την τελειώνω, να βγάζω τα πρεσβυωπικά και να χαζεύω το γαλάζιο απέναντι. Ή τα φώτα απ’ τα καΐκια μακριά. Να βάζω τις ιστορίες μέσα στο καλοκαίρι μου, όχι να στριμώχνω αυτό μέσα στις σελίδες. Όχι άλλα «ξέρω τι διάβασες πέρυσι το καλοκαίρι».

Μ’ αυτά νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω. Και με λιγότερα μπορώ αν έρθεις κι εσύ. Υπόσχομαι να μη ροχαλίζω πολύ τα βράδια. Κι αν θες στο υπογράφω κιόλας, κι αυτό και ότι θα σηκώνομαι εγώ κάθε νύχτα να μονομαχώ με τα κουνούπια. Κάθε βράδι θα ετοιμάζω εγώ το καρπούζι και το τυρί, κάθε πρωί θα σου λέω πόσο όμορφες είναι οι ευρυαγγείες σου την ώρα που θα μιλάω με την κυτταρίτιδα σου χαμηλόφωνα, για να μη σε ξυπνήσουμε, λίγο πριν πεταχτώ στον φούρνο για δυο κουλούρια και μια τυρόπιτα,  λίγο μετά που θα φτιάχνω τον καφέ, μέτριος διπλός εγώ, γλυκός φραπέ με γάλα (μια αηδία αλλά στο συγχωρώ) για σένα, λίγο πριν τα επόμενα καλοκαίρια, λίγο μετά τα προηγούμενα, όσα γινάτια και να κάνουν θα ‘ρθουν και -το καλό που μας θέλω- κοίτα να μας βρουν εδώ και να μας βρουν μαζί. Μόνο αυτό λέει η συνταγή…

—-

6-14° C

25139669 (1)

(μεθαδόνη)

 

 

Είδα έναν άντρα να πέφτει, είδα έναν άντρα να κλαίει. Δεν ξέρω τι είδους ποίηση βρίσκει κανείς σ’ αυτά. Εγώ καμία. Πεζά τα βλέπω, τα διαβάζω βερεσέ. Δεν είμαστε -άλλωστε- όλοι γεννημένοι για εξώφυλλα σε κατάλογο ΙΚΕΑ ή σε διαφημιστικό της D&G. Μια χαρά μπορούμε να πέφτουμε και να τσακιζόμαστε και να σκοτωνόμαστε στο κλάμα πίνοντας μαρτίνι ή άμστελ από κουτί (νερώνει βέβαια το μαρτίνι μα δεν μπορείς και να θρηνείς και να το φχαριστιέσαι κιόλας). Αυτοί στις διαφημίσεις είναι εξωγήινοι. Γι αυτό δεν θα μας αγαπήσει ποτέ καμιά Bianca Balti.

Θυμάμαι τον πρώτο μου συγκάτοικο στο εναμισάρι ρετιρέ της Νάξου, καρδιά Κυψέλης. Όταν του μιξοκλάφτηκα κάποιο βράδι -δεκαεννιά χρονώ σκατό εγώ, αυτός εικοσιένα- ανάμεσα σε μαλαματίνες και ψητό κοτόπουλο με τηγανητές πατάτες γειτονιάς, ότι «αν είναι όμορφη έχει μια μούρη τριάντα στρέμματα κι αν τα στρέμματα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα αλλά λειψά τότε δεν βλέπεται», ήταν αποστομωτικός : «και η όμορφη και η άσχημη όταν σκουπίζονται στο WC, το λερωμένο χαρτί που κρατάνε στο χέρι τους τα ίδια σκατά μυρίζει». Να τα ακούει η Bianca.

Χτες στο δρόμο είδα μια παράτολμη νεαρή γυναίκα να τρώει παγωτό, πύραυλο. Ευτυχώς όχι ξυλάκι γιατί με ανατριχιάζει η αίσθηση του ξύλου στα δόντια, ας είναι κι αλλωνών. Μετά που γύρισα στο σπίτι προσπάθησα να θυμηθώ το πρόσωπο, το στόμα έστω, της γυναίκας. Μάταια. Θυμόμουν όμως τι έγραφε το χαρτάκι του παγωτού και ότι ήταν βανίλια, με ένα σοκολατάκι στην κορυφή. Δεν είναι διόλου ενθαρρυντικά σημάδια αυτά.

Δεν λέει να χτυπήσει κάρτα η άνοιξη, δεν είναι τόσο η βροχή και η ψύχρα το σημάδι αλλά οι αλλεργίες μου που δεν με καταδέχτηκαν ακόμη. Όσο δεν βγαίνει ήλιος, τόσο δεν βγαίνουν τα καλσόν και οι ώμοι έξω. Και όταν απλώνεις το χέρι σου για να ακουμπήσεις -τυχαία, οικεία δήθεν- γόνατο και λίγες σπιθαμές πάνω απ’ αυτό, πιάνεις ακόμη ύφασμα και όχι πόρους που λυσσάνε για ζευγάρωμα με άλλους πόρους. Αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για να μισείς θανατερά αυτή την εποχή, δεν βλέπω άλλον.

Οι γιατροί λένε ότι ο 21ος αιώνας από νοσολογικής άποψης θα είναι ο αιώνας των αλλεργιών και της κατάθλιψης. Έχω φίλους γιατρούς και ίσως τους πληγώσω αλλά αυτή η φάρα όλο τάχα μου σοβαρές διαπιστώσεις είναι. Ήδη από τον περασμένο αιώνα πάσχω από αλλεργική κατάθλιψη που διακόπτεται από διαστήματα καταθλιπτικής αλλεργίας. Μια ζωή πρωτοπόρος στα εύκολα.

Όσο βλέπω κάθε πρωί προσεχτικά διπλωμένη στα πόδια του τριθέσιου εκείνη τη fleece λευκή κουβέρτα, καταλαβαίνω πως -ότι και να λέμε, ότι και να γράφουμε, με ότι κόκαλο κι αν ξεγελιόμαστε- το θέρος όχι μόνο δεν έρχεται μα δεν έφτιαξε καν βαλίτσα. Ελπίζω μη μπερδευτεί με την αλλαγή της ώρας μεθαύριο και αργήσει κι άλλο. Το ηλίθιο.

Μα τι μαλακισμένο. Ας ερχόταν τώρα, αύριο -μεθαύριο έστω- για να γλυκάνει μια στάλα τα μάτια μας και θα βρίσκαμε τρόπο να του δώσουμε απ’ όλα. Κι ας μέναμε γυμνοί και αταξίδευτοι εμείς. Θα τον βρίσκαμε τον τρόπο να πάμε λίγο πιο πάνω από κείνο το γόνατο. Και τυφλός να είσαι, η ευωδιά θα σε πάρει απ’ το χέρι και θα σου δείξει το δρόμο…

 

 

route 66

2012-1-7-david_bowie_the_next_day

Με τόσους -διόλου τσιγκούνικους- διθύραμβους, τέτοια ανυπόκριτη συγκίνηση  που είδα απλωμένη σε μπαλκόνια, ρετιρέ, ντουβάρια, πεζοδρόμια, είπα να μπω να δω προς τι τέτοια ανατριχίλα, τόση υγρασία, σε δάχτυλα, σε στόματα, σε μάτια. Πέρασε καιρός πολύς, δυσκολεύτηκα να βρω την πόρτα.

Δέκα χρόνια μετά το Reality, για όσους μετράνε άσκοπα. Για μένα που όλα σταμάτησαν στο Lodger (το Absolute beginners το 1986 και το Derranged -εννιά χρόνια μετά- δεν μετράνε, ήταν δυο σπάνια αδέσποτα σε έρημα χωράφια, κάτι σαν κομμένη στο μοντάζ εικόνα απ΄το Stalker), στο μέτρημα βγήκαν τριαντατέσσερα χρόνια. Ένα ένα και ολογράφως, για να τρομάξω καλύτερα.

Δυο βδομάδες μετά, εξακολουθώ να μη μπορώ να καταλάβω.

Μπορεί να φταίω εγώ, όχι αυτός. Σίγουρα εγώ, αφού όσο κύλαγε το δισκάκι προς το τέλος του, μια ώρα δρόμος, τριαντατόσα χρόνια χωρίς δρομολόγιο,  τόσο σκεφτόμουν με τι ευφυολόγημα, με ποια noble ξινίλα θα ξεκινήσω και με ποια θα κλείσω αυτό που θα έγραφα σαν αντίδοτο στο «οργασμικό comeback του 66άρη».

Έγραψα τριάντα αράδες -με μια και μόνη καλή κουβέντα για το Heat– και τις έσβησα αμέσως μετά. Αυτό, τουλάχιστον αυτό, οφείλεις στους παλιούς έρωτες. Ξέφτια πάθους δεν βρήκα πρόχειρα για ν’ ακουμπήσω στο μαξιλάρι δίπλα του, ξέρω πως δεν θα ξαναμοιραστώ τα ίδια σεντόνια, που κάποτε ποτίστηκαν όχι ως το στρώμα αλλά ως τα πατώματα και το ταβάνι και τα υπόγεια ακόμη. Ούτε όμως και το λέει η καρδιά μου να πετάξω τα σεντόνια αυτά στα άπλυτα ή -ακόμη χειρότερα- στον πρώτο κλίβανο που θα βρω στο δρόμο μου πηγαίνοντας να ξαπλώσω σε άλλα.

O Βowie -my own private Bowie- είναι χαμένος κάπου εκεί πίσω, το ξέρει κι ο ίδιος, δεν υποκρίνεται ούτε μια στάλα όταν τραγουδάει κουρασμένα «Where are we now ?». Το ‘πε άλλωστε κι ο ποιητής. Αν τα σβηστά κεριά πίσω πληθαίνουν, ποτέ δεν φταίνε τα κεριά. Πάντα υπάρχει η next day, μπορεί μεν τα -όχι και τόσο- boys να έχασαν το singing αλλά -όσο πεινάει η ψυχή- ένα έστω αχνό keep swinging θα το βλέπεις και θα το ακούς (σαν από παλιό Sanyo κασσετοφωνάκι) εκεί στο βάθος της γραμμής..

—-

skrik

25086458

 

Πάει να πει -έτσι διάβασα κάπου- «κραυγή». Στα δανέζικα ή στα νορβηγικά, δεν το ‘χω σίγουρο. Λόγω Munch θα ψήφιζα δυο μα δεν τον αντέχω τον πολύ εξπρεσιονισμό, ίσως μόνο ερασιτεχνικά κι ατσούμπαλα στη γραφή. Λίγο. Αυτές οι ανασκαφές ατέλειωτες είναι, όσο πιο μαύρο συναντάς στο δρόμο μέσα σου, τόσο το βάζεις γινάτι να βρεις άλλες είκοσι, τριάντα αποχρώσεις του. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στο κουρασμένο μάτι σου, βουτάς το δάχτυλο στη μαυρίλα. Τον μικρό, όχι τον δείκτη. Ο δείκτης δείχνει λιγούρα, αχορτασιά. Δοκιμάζεις ώσπου να ΄βρεις το σωστό μαύρο, χώνεις μέσα, φέρνεις στο στόμα, γεύεσαι, μια, δυο, τρεις, πολλές φορές. Μέχρι να σκιαχτείς, να πεις «φτάνει» και να τρέξεις να ξεπλυθείς. Με ο,τι βρεις πρόχειρο. Ή με όποιον βρεις αδύναμο. Και -για αδιευκρίνιστους λόγους- πρόθυμο, ίσως.

Ήρωες αναγνώστες των βλογς, ήρωες. Angst eaters…

Απρίλιος 2013, κοντεύει. Σκάλιζα τις προάλλες τα ράφια πίσω απ’ την πλάτη μου. Σκάλιζα και απορούσα με όσα έβρισκα. Ειδικά με κείνο το «recorded and remixed during scattered days of April 1983». Τριάντα χρόνια πριν, Fill Feel φωνή, κιθάρα, πιάνο. Ο Harry μπάσο και ο Bang στα ντραμς. Σήμερα θα ΄λεγα «πλάκα μου κάνετε αγόρια, ναι;». Tότε ακόμη και οι Birthday Party των πτωχών, ακόμη και τιτλάκια κλεμμένα απ΄τον Iggy με συγκινούσαν. Δεν ξέρω αυτοί τι απογίναν, εδώ και αιώνες όμως ζούμε σε διαφορετικά παραμύθια. Έκανα χτες μια τελευταία απελπισμένη απόπειρα να βάλω τη βελόνα πάνω στο Αlice in Sufferland και ξανάβαλα το βινύλιο στη μαύρη θήκη του -και μετά όλο μαζί μέσα στα μαύρα σκοτάδια στο ράφι- μέσα σε ένα λεπτό. Ούτε καν σε διαφορετικά παραμύθια, σε διαφορετικά δάση ζούμε. Φεύγοντας για το δικό μου ξέφωτο όμως, πρόλαβα και πήρα μαζί το στριφογυριστό μπασάκι απ’ το Imitation of the real. Μόνο αυτό, χάρισμά τους τα υπόλοιπα. Τι τάισα τ’ αυτιά μου θέ μου, με τι τα ξεγέλαγα πάνω στη σχεδία, στη διαδρομή για τη Μεγάλη Σιωπή.

Ψέματα είπα για το ξέφωτο. Σε μια faraway beach κυλιέμαι χρόνια, σαν αποθαμένος και ξεπουπουλιασμένος γλάρος, σα μια άνυδρη μπάλα από βρωμερά φύκια, ψευτοσφούγγαρα, πλαστικά σακκούλια κι άμμο, σα καύκαλο από μια σουπιά που έχασε ξάφνου το μελάνι και τη σάρκα της πριν προλάβει να συναντηθεί με το καλοκαίρι που ερχόταν με φόρα απ’ τον ορίζοντα που γυάλιζε. Όσο μαύρο και να ρίξεις πάνω σου ή ξοπίσω σου για να ξεγελάσεις τα μάτια των αλλωνών, απ΄τον χαμό δεν μπορείς να γλιτώσεις αν απαρνηθείς τα εικοσικάτι σου. Dead finks don’t talk. Mόνο γράφουν που και που, ασυνάρτητα, ασύνδετα, ασπόνδυλα, χαοτικά. Χωρίς να ξέρουν γιατί.

Πήγαινα στο δισκάδικο του Νίκου και του Κώστα τουλάχιστον τρεις φορές κάθε βδομάδα, είχα δεν είχα λεφτά να επενδύσω. Τα ράφια απέναντι απ’ την εξώπορτα κι εγώ δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Μα ποτέ. Θεοδωράκηδες, Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Λοίζοι, Σαββόπουλοι, Μάρκοι, Τσιτσάνηδες, terra incognita. Xέρι δικό μου δεν σκάλισε εκείνα τα χωράφια, κι αν με ρωτάς αν μετανιώνω θα σου πω όχι. Με όσους ήθελα να βρεθώ, αντάμωσα αργότερα, στα ψέματα. Αλλού. Με τον Άκη Πάνου ανταμωθήκαμε στ’ αληθινά, στο σπίτι του, όσο ζούσε μέσα στην πόλη, δίπλα στα τσιμεντένια. Ήμασταν τέσσερις, ήταν αυτός απέναντι, τον περιμέναμε υπομονετικά να ξυπνήσει, ήταν Ιούλιος με ζέστη και ο ύπνος τα μεσημέρια πολύτιμος. Εκεί -αν και βαριά αδιάβαστος, αγεωγράφητος, ανιστόρητος- κατάλαβα πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει, εν μέσω τσιγάρων, καφέ και μιας κουβέντας που ήταν απ’ τα λίγα ακριβά που έχω κρατημένα στα πίσω πίσω ράφια, για μια ώρα ανάγκης, για την πιο μεγάλη ώρα.

Τα βράδια στο ραδιόφωνο ψευτοακκιζόμασταν προσπαθώντας να φανούμε αντάξιοι του μέσου. Φυσικά μάταια. Έπαρση δεν είχαμε, το ξέραμε πως δεν κάναμε δα και τίποτε σπουδαίο που δεν είχε εξαντληθεί πριν από μας, μα θαρρούσαμε πως το να παίζεις σε μια northern town άσματα και μούζικες ηρωικές -και ενίοτε ερωτικές- ήταν μια πράξη που έδινε άλλη γεύση στα Johnnie Walker και τα Ballantine’s μας, πριν, κατά τη  διάρκεια και μετά. Μερικές φορές το παρακάναμε πριν, μερικές κατά τη διάρκεια και -για να ξεπλύνουμε τη ντροπή των ασυνάρτητων που ξεστομίζαμε (που κάποιοι και -κυρίως- κάποιες έβρισκαν ως και εμπνευσμένα)- πάντα μετά. Αν υπήρχε αλκοτέστ πλάι στα πικάπ και τα μικρόφωνα, ίσως τώρα θα εξετάζαν με συμπάθεια την αίτησή μας για αποφυλάκιση, εικοσιπέντε -και βάλε- χρόνια μετά. Χαλάλι όμως, ουράνια τόξα με Steely Dan, Doobie Brothers, τα πρώτα των Chicago, τα ωραία του Joe Jackson, τους Blood, Sweat & Tears (με και δίχως Al Kooper) έχουν αιώνες να εμφανιστούν πάνω απ’ τη μικρή μας πόλη. Αντί για Donald Fagen μας φάγαν τα χασμουρητά εμπριμέ με τα μουντά μονόχρωμα (και τα σαχλά λογοπαίγνια, σύμφωνοι). Πριν μας καταπιούν -σε ιδιωτικές ακροάσεις- τα ξεβαμμένα σκούρα.

Τώρα θα σου δώσω μιαν εντελώς άχρηστη πληροφορία για την οποία δεν θα χρειαστεί να με ευγνωμονείς. Οι Artery ζούσαν στο Sheffield. Ίσως και η Lena τους. Το 1983 που μπαίναν στο στούντιο για το «One afternoon in a hot air balloon» -και να θες να μη πιστεύεις σε στοιχειωμένες χρονιές, θ’ αναγκαστείς να αλλαξοπιστήσεις κάποια στιγμή με τα μούτρα μελανιασμένα απ΄το τσάμπα πείσμα- ο Hawley ήταν δεκαεξάρης. Δεν ξέρω τι έκανε με τα εκεί λύκεια, δικό του θέμα αυτό, αλλά μερικές ψυχές τις γάμησε υποδειγματικά. Με ο,τι χρώμα βρήκε πρόχειρο μέσα τους.

Οι 10cc ποτέ δεν με ξετρέλαιναν. Τα περισσότερα τραγούδια τους τα ΄βρισκα μισά, σακάτικα, ανάλατα. Δεν πέρασε ούτε ένα καλοκαίρι όμως, μήτε ένα, που δεν κάναμε καλή παρέα το «Im Μandy, fly me» -μέσα από κασέτες, γουόκμαν και σιντί με mp3, αργότερα-  εγώ, μια μπίρα και το κύμα, δυο μέτρα παραδίπλα. Σιγά το σκηνικό, θα πεις. Σωστά, θα πω. Μα αντέχει τριαντατόσα χρόνια, δεν το λέει η καρδιά μου να στήνω άλλο, δήθεν γκράντε, τάχα μου οσκαρικό, μόνο και μόνο για να κοροϊδεύω το ανυποψίαστο κοινό πως αντικρύζει κάτι καινούριο. Το καλοκαίρι μου δεν το κουρεύω, καλύτερα πτώχευση μια κι έξω.

Αν έφτασες ως εδώ είσαι ήρωας. Ούτε ο Οδυσσέας τα κατάφερε καλύτερα. Αν κι εδώ που τα λέμε, ένα skrik δρόμος ήτανε. Για να ακουγόμαστε που και που, να μη χαθούμε μια για πάντα. Ποιος δίνει δεκάρα για τα κουφάρια των -κάποτε ταξιδιάρηδων, έστω και στη σιγουράντζα των αφρών – γλάρων μετά…

—-

χειραποσκευή

25019083

 

Κατέβασα την μικρή βαλίτσα, μιάμιση νύχτα θα ΄ταν όλη κι όλη. Είχε να ταξιδέψει πάρα πολλούς μήνες, ίσως και χρόνο, κόντευε να πεθάνει ξεχασμένη πάνω στη ντουλάπα. Μόνο με κουνούπια και καμιά γενναία αράχνη συναντιόταν, ανάλογα με την εποχή.

Στην εξωτερική θήκη βρήκα ένα -το ‘χα για χαμένο- μπλε κασκόλ, μια ομπρέλα και ένα διαφημιστικό της Avis.

To κασκόλ μύριζε, ακόμη, έναν λαιμό γνώριμο που είχα -όμως- στο μεταξύ ξεχάσει. Το ξανάφησα μέσα, δεν είναι καιρoί αυτοί για να ανατρέχεις σε vintage greatest hits.

Η ομπρέλα είχε μπει μισοβρεμμένη, σε μια σακκούλα απ’ τα αφορολόγητα. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η εκδοχή της βροχής ήταν της  Blossom Dearie ή της Heather Nova. Η μνήμη έχει την κακή συνήθεια να στεγνώνει γρήγορα, όσο περνάνε τα χρόνια.

Αυτοκίνητο δεν νοίκιασα. Απ’ το να βάζεις το απροπόνητο αριστερό σου χέρι να παλεύει -μάταια- με το λεβιέ, καλύτερα να δώσεις τριάντα λίρες παραπάνω στην Southern, μπας και φιλοτιμηθούν κάποτε να καθαρίζουν καλύτερα τα βαγόνια τους.

Στο βάθος βάθος βρήκα ένα ζευγάρι γάντια. Δεν συναντηθήκαμε φέτος το χειμώνα. Αν το λες χειμώνα αυτό το μουσκεμένο χλιαρό πράμα που ζήσαμε.

Είναι ακόμη απορίας άξιον πόσες μικρές παλιές ιστορίες μπορεί να σου διηγηθεί ένα φερμουάρ που μόλις ξανάνοιξες. Κι ακόμη πιο περίεργο, πώς δεν με βγάλαν ποτέ υπέρβαρο με τόσες λέξεις που σέρνω -σαν την άδικη κατάρα- πάνω μου.

—-

οι σακκούλες *

24863432

Ένα πρωί -περασμένες έντεκα ήταν στις 4 Δεκεμβρίου, την ώρα που έβγαινε να πάρει γάλα για τη μικρή- είδε, μάλλον αφηρημένος, το πρώτο καρφί. Στην κολώνα της πυλωτής, δεξιά απ’ την είσοδο. Το θυμήθηκε δυο μέρες μετά, ανήμερα Αγίου Νικολάου, όταν είδε και δεύτερο, στην απέναντι κολώνα. Αν είχε καθαρό μυαλό θα μπορούσε να αναρωτηθεί «τι διάολο». Δεν είχε. Σε τρεις μέρες τα καρφιά γίναν εφτά. Ελάχιστες κολώνες δεν τρυπήθηκαν απ’ τα ατσαλόκαρφα, μόνο οι πίσω πίσω, στον ακάλυπτο. Για λόγους οικονομίας είχαν βγάλει τις μισές λάμπες, τις άλλες μισές τους τις έκλεψαν. Εδώ και μήνες κλέβαν τα πάντα. Ακόμη κι ανθρώπους, ειδικά ανθρώπους.

Μια Παρασκευή που δεν πήγε στη δουλειά -το τρίτο αναγκαστικό ρεπό της βδομάδας- περπάτησε στην άδεια γειτονιά, λίγο πριν σκοτεινιάσει. Για να καθαρίσει το μυαλό του, πριν βρωμίσει από πολύ άσχημες σκέψεις. Τα καρφιά τώρα ήταν παντού, κάθε τοίχος, κάθε κολώνα, κάθε περβάζι κι ένα καρφί. Όλα ενάμιση μέτρο ψηλά. Έμεινε να κοιτάζει τις τρύπες, τα καρφιά και τα τσιγκέλια σαν να τριγυρνούσε -σε μια άλλη, παλιότερη ζωή- σε διάδρομο της Tate ή κανένα από τα malls της Γκουγκενχάιμ. «Κάποιος παλαβός παίζει» ήταν το μόνο που κατόρθωσε να σκεφτεί.

Προπαραμονή Χριστουγέννων είδε μια σακκούλα δεμένη σε κάθε καρφί. Απ’ αυτές τις φτηνιάρικες των σουπερμάρκετ, που αν βάλεις τρία πράματα μέσα ανοίγουν στα δυό ή κάνουν μια τρύπα μεγάλη όσο ένα αβγό. Φυσούσε. Οι σακκούλες κάναν φασαρία, πατ πατ πατ και πηγαίναν περαδώθε αλλά ήταν γερά πιασμένες πάνω στα καρφιά. Τις χάζεψε πολλή ώρα, δεν κατάλαβε τίποτε. Εδώ και καιρό καταλάβαινε όλο και πιο λίγα, για να προστατεύεται.

Ξημέρωσε παραμονή. Απ’ τον ουρανό έπεφτε ένα υγρό πράμα σαν να ΄σαι πουκάμισο και σε ψεκάζουν λίγο πριν σε σιδερώσουν. Κακοπλυμένο πουκάμισο όμως, όχι μπουζάτο. Με τριμμένο γιακά και μανσέτες, με λειψά κουμπιά.

Περίμενε να δει -την ώρα που κατέβηκε για να πάρει γάλα και τσιγάρα- τις σακκούλες μισογεμάτες. Με ένα πακέτο μακαρόνια, λίγο αλεύρι, καμιά σοκολάτα, δυο κονσέρβες με γάλα ή με κορνμπιφ, ένα ψωμί στην καθεμιά τους. Μ’ αυτά τα λιγοστά έστω, εκεί πάνω, ενάμιση μέτρο πιο ψηλά απ’ τα τσιμέντα και την άσφαλτο, για να μη τα αρπάξουν σκυλιά και γάτες και πάνε στράφι, ψυχή έχουν κι αυτά τα ζωντανά μα σειρά έχουν οι άνθρωποι.

Κι εγώ αυτό ήθελα να δω. Ή να διαβάσω, έστω. Οι ιστορίες είναι ο,τι τις κάνεις να είναι. Τις ιστορίες τις κάνεις κουμάντο, τη ζωή όχι εύκολα. Εκεί που λες «σ’ έχω», εκεί σου βγάζει γλώσσα σαν τον Τζόκερ, «μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι». Και σε σκίζει σε δέκα κομμάτια, αγνώριστο σε κάνει, ένα τέρας.

Λοιπόν, οι σακκούλες ήταν άδειες. Ξεσκισμένες απ τον αέρα, κουρέλια, ρετάλια, παρτάλια, μια ασχήμια ατέλειωτη σε μια άσχημη πόλη. Που δεν είχε φέτος ούτε ένα λαμπιόνι σε ένα μπαλκόνι, ούτε μια φωτισμένη γιρλάντα στους δρόμους, ούτε έναν ψεύτικο αγιοβασίλη να τριγυρνάει πουλώντας μπαγιάτικο παραμύθι.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κατέβηκε. Λίγοι αντέχουν να κατέβουν στους δρόμους μιας πόλης που τέτοια μέρα δεν βλέπουν πάνω τους ούτε ένα παιδί να λέει τα κάλαντα. Ούτε ένα. Μουγκή πόλη. Βουβή. Κουφή. Σαν χτυπημένη από πανώλη. Μήτε ο Καρό με τον Ζενέ, μηδέ ο Γκαίτε και τ’ αδέρφια Γκριμ αξιώθηκαν ποτέ να γεννήσουν τέτοιο φάντασμα.

Χωρίς να ξέρει γιατί, πήγε χτύπησε στα γερόντια, στο απέναντι διαμέρισμα. Κάναν πέντε λεπτά να του ανοίξουν. Θες ο φόβος, θες τα γαμημένα γόνατα, θες ότι δεν περιμένεις κανέναν να σου χτυπήσει την πόρτα πια, πλήν Χάρου, κάποια στιγμή, σύντομα.

«Το βράδι σας περιμένουμε δίπλα» τους είπε, «όχι σπουδαία πράματα, ένα πιάτο, ένα ποτήρι κρασί, για την παρέα, μέρα που ‘ναι».

 

Άμα σου πω ότι οι ξεσκισμένες σακκούλες γεμίσαν με ομορφιά, να το πιστέψεις.

—–

* γραμμένο για το Μπαχάρ τ.4