Kοίταζα αφηρημένος ώρα πολλή τον διθέσιο απέναντι. Μέχρι που κατάλαβα γιατί το βλέμμα μου έμεινε καρφωμένο εκεί, στην άλλη γωνιά του αχνά φωτισμένου δωμάτιου.
Αν μια μέρα φύγω, πώς θα μπορέσει να ζήσει μονάχος του; ποιό ντουπ ντουπ θα’ χει μετά να προστατεύει μέσα του; ποιός θα του βάζει μουσική; ποιός θα πέφτει ξέψυχος πάνω του; ποιά βέβηλα πόδια θα αγκαλιάζουν τα μπράτσα του; ποιόν αδέξιο θα ΄χει να τρέμει μη τυχόν και τον γεμίσει λεκέδες; τίνος άλλου όνειρα θα ΄χει να νταντεύει; τίνος άλλου δύσθυμου σώμα θα δεχτεί να φιλοξενεί απογεύματα σαν κι αυτό; ποιόν θα εμπιστεύεται μέσα σε τόσο σκοτάδι;
Είναι τόσο μα τόσο θλιβεροί οι καναπέδες που γερνάνε και πεθαίνουν δίχως τα αφεντικά τους…
