κρακ

James-Stewart-and-Grace-Kelly-in-Rear-window-directed-by-Alfred-Hitchcock-1954-1280x949

 

 

Καθηλωμένος, και χωρίς την Γκρέις δίπλα μου, από δευτεροκλασάτη και διόλου τεχνικολόρ αιτία, αν αναλογιστείς τον L.B. Jefferies. Αυτός έσπασε πόδι φωτογραφίζοντας ράλι με γυαλιστερά αυτοκίνητα, εγώ τσάκισα μέση παλεύοντας να ξετρυπώσω μια κατσαρόλα από την κρυψώνα της. Λιγότερο mannish δεν αντέχεται. Tρεις μέρες με θέα τέσσερα ντουβάρια κι έναν παροπλισμένο -τι πίκρα- ανεμιστήρα οροφής που θα ξαναζήσει σε οκτώ, εννιά μήνες. Από την μπαλκονόπορτα δεν βλέπω ψυχή απέναντι, πόσο μάλλον σασπένς και ύποπτους μακελειού. Χαζεύω, όσο αντέχω, την οθόνη που γεμίζει γράμματα τώρα. Την βαριέμαι πολύ γρήγορα, κανένα άξιο αναφοράς έγκλημα δεν συμβαίνει μέσα της. Minor incidents μονάχα. Kαι Thorwald του γλυκού νερού και των ρηχών θαλασσών.

Ο γιατρός είπε να μη σηκώνω ούτε σακούλα με ένα μήλο μέσα. Του απάντησα ότι κανείς σώφρων άνθρωπος δεν παίρνει σακούλα για ένα μήλο και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο άθλια τα οικονομικά μας για να αγοράζουμε μοναχικά μήλα. Έχω φίλους γιατρούς που τα πιάνουν στον αέρα αυτά, ετούτος είναι άλλης ράτσας και ούτε αν σέρνονται μπρος στα πόδια του μπορεί να τα αρπάξει. Τους βαριέμαι τους ανθρώπους που γεννήθηκαν -πάω στοίχημα- πληκτικοί, λογικό μου φαίνεται, μπορεί να με βαριούνται κι αυτοί, πάτσι.

Η μικρή μου πήρε, όταν επέστρεψα απ’ τα τσεκ ιν, δυο εξάδες κάλτσες. Είναι τόσο όμορφες που δεν το λέει η καρδιά σου να τις βάλεις στα πόδια. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν χιούμορ αν τις δουν φορεμένες αλλού και κάπως πρέπει να συμβιβαστώ με την ιδέα. Επίσης σκέφτομαι γιατί δεν γεννήθηκαν ακόμη κάλτσες που μπαίνουν μόνες τους, δεν έχουν φαντασία οι κατασκευαστές φαίνεται. Μου είπε και κάτι άλλο η μικρή, βρήκε ευκαιρία που με είδε σακάτη, αλλά η μάνα της δεν γέλασε. Δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα, πάντως. Δικό μου παιδί, αντάουμπτεντλι.

Drugs don’t work. Θέλει το χρόνο του, λέει. Και όχι ξάπλα, λέει. Αυτό είναι πλέον παρωχημένο. Πονάω όμως, λέω. Αν δεν πόναγες δεν θα με χρειαζόσουν, λέει. Να θυμηθώ να κοιτάξω στον τοίχο του ιατρείου του, αποκλείεται να έχει κορνιζαρισμένο πτυχίο αυτός. Έχει όμως μια εικονίτσα του Ρόμπερτ Πλαντ. Μαλακία του, με τέτοια ειδικότητα του Robert Wyatt θα ’πρεπε να έχει. Δεν έχουν χιούμορ οι άθρωπες.

Πρέπει να ντυθώ για να συρθώ ως το γραφείο, βαρέθηκα να απαντώ σε μέιλ κοιτώντας το ταβάνι. That’s a big fuckin’ challenge mo’fuckerz. Υπολόγισα ότι θα χρειαστώ περίπου μια ώρα. Για ρουτίνα ενός τέταρτου, το πολύ, μαζί και η διαδρομή. Ευτυχώς την Κυριακή τα ρολόγια γυρίσαν μια ώρα πίσω και βρήκα άλλοθι για το εφήμερο σακατλίκι και τις παρενέργειές του. Έχω καβάτζα απ’ αυτά αν και ενοχικός. Αν με στενεύει ένα άλλοθι, φτιάχνω άλλο. Τι σκατά είχε αυτό το χάπι μέσα. Την ώρα που παλεύω να βάλω μια κάλτσα σκέφτομαι τον Ramón Sampedro. Πόσο drama queen ακόμη..

Σήμερα ήταν να πετάξω ξανά. Ούτε καν. Σαν υπέργηρη καναδέζα τουρίστρια δεν μπαίνω σε αεροπλάνο. Ας περιμένουν οι Gates. Δεν θα χαθούμε εγώ κι αυτές. Σύνδρομο Στοκχόλμης, μάλλον. Κάτι τέτοιο.

Θα με διαβάζει κάποιος που δια βίου βλέπει με τρόμο το κρεβάτι και την πολυθρόνα με ρόδες σαν φυλακή-σωτήρα του και θα με φτύνει. Και οι μέρες είναι άνυδρες, αποκλείεται να λαθέψω για το τι έχω στα μούτρα μου.

I’m not much on rear window ethics τελικά. Και η εύθυμη widow ζει από την άλλη πλευρά του σπιτιού.

τα αποθαμένα λάστιχα

IMG_0854

 

H συναρπαστικότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού ήταν εκείνο το Σάββατο που χωθήκαμε ανάμεσα στους πάγκους στο παζάρι απ’ τις εννιάμιση το πρωί, αφήσαμε πίσω μας δυο κιλά ιδρώτα αλλά πήραμε τρεις σακούλες με γιαρμάδες, κοντούλες, ντομάτες, μελιτζάνες φλάσκες και ντοματοπιπεριές (συν μια σακούλα με υπέροχα βρακιά για μένα), στο δρόμο για το αυτοκίνητο καθίσαμε μπαϊλντισμένοι από τη ζέστη κάτω από τα πλατάνια για καφέ ανακουφισμένοι που δεν μας ανήκε κανένα από το παιδομάνι που έτρεχε ντοπαρισμένο τριγύρω μας, πήγαμε στο μπακάλικο της γειτονιάς για ρώσικο σαλάμι αέρος, λίγα ντενεκεδάκια μπίρες και τσιγάρα κι όταν γυρίσαμε στο σπίτι πετάξαμε τα ρούχα μένοντας με τα βρακιά, μόνοι οι δυο μας, οι κατεβασμένες τέντες, τα μισοκατεβασμένα στόρια και το κλιματιστικό. Συγκρατήθηκα και δεν άνοιξα το φέισμπουκ για να δω την ωραιότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού των άλλων αλλά φαντάζομαι πως με διαφορετικά υλικά πολλές φορές καταλήγεις στο ίδιο αποτέλεσμα κι αν δεν καταλήγεις τόσο χειρότερο για τους άλλους. Όσην ώρα έπλενε τις ντομάτες, έκοψα τρυφερά μια καφτερή πιπεριά και έβγαλα τρία αβγά από κει που είχαν κρυφτεί, άγνωστο γιατί ποτέ δεν βρίσκονται εκεί που τα έβαλα αλλά με τα αβγά άκρη δεν βγάζεις. Δεν ήθελε, είπε, καγιανά γιατί μετά την ενοχλεί η ανύπαρκτη χολή της, ζήτησε να της κάνω ένα σάντουιτς με το ρώσικο σαλάμι, δυο φέτες ντομάτα και μια μπίρα και τα έφτιαξα όλα στην εντέλεια, ακόμη και τον αφρό στο ποτήρι. Τις υπόλοιπες ντομάτες και δυο ντενεκεδάκια τα περιποιήθηκα αυτοπροσώπως. Ενδιάμεσα ελήφθη μήνυμα από την μικρή “μη με ξαναπάρετε τηλέφωνο πριν τις 12, κοιμάμαι”, από τον μεγάλο ’κάνε δουλειά σου’ ως απάντηση στο ’να σου βάλω λεφτά σήμερα;’ Κι αφού τακτοποιήθηκαν όλα χωρίς άγχος και ρολόγια να μας καταδιώκουν, χωθήκαμε ο καθένας στον καναπέ του με τα πιάτα στο χέρι ζώντας μεγάλες στιγμές που ολοκληρώθηκαν με κλειστή τηλεόραση, μουγκά ηχεία, ξεφόρτιστα κινητά και μια λίγο καργιόλα σκέψη στο πίσω πίσω του μυαλού (χωμένη πιο βαθιά απ΄τα αβγά στο ψυγείο), ότι τριάντα χρόνια πριν (δεν) θα φοράγαμε βρακιά δυο νούμερα μικρότερα και ότι θα είχαμε αναβάλει το φαΐ προκειμένου να φάμε πρώτα ο ένας τον άλλον.

Λίγο πριν τις έξη που άνοιξα τα μάτια, ανακάλυψα με άγρια χαρά πως το βρακί ήταν κατεβασμένο χαμηλά αλλά πριν προλάβω να θυμηθώ αν ξαναγίναμε για λίγο εικοσικάτι θυμήθηκα πως το λάστιχο χαλάρωσε. Και τα πάθη μας επίσης αλλά ούτε μ΄αυτά βγάζεις άκρη,

Ήταν ένα ωραίο χαλαρό Σάββατο. Προς στιγμήν σκέφτηκα (αυτές οι ανόητες παρορμήσεις δεν εννοούν να με εγκαταλείψουν) να γράψω κάτι λιγότερο ’στο πόδι’, πιο πιασάρικο, πιο βαθύ και ψαγμένο σε νοήματα, πιο ποιητικό, πιο δουλεμένο, αλλά ακόμη και οι λέξεις μου ξεχείλωσαν και πέφτουν απ’ το πληκτρολόγιο στο πάτωμα και ποιός έχει μετά το κουράγιο και την υπομονή – και γιατί άλλωστε; – να σκύβει και να τις συμμαζεύει για να καλύψει τη γύμνια του..

Κυριακές σκέτες

1

 

Φτηνά κόκκινα και άσπρα χύμα κρασιά στα μνημόσυνα. Σπαρμένα ανάμεσα σε σκούρα ρούχα, αποψιλωμένα κρανία, μαλλιά φωλιές με δέκα στρέμματα λακ πάνω τους, πιάτα με ταραμοσαλάτες, χοντροτριμμένο λάχανο-καρότο, χλωμές ντομάτες εκτός εποχής, κουλουράκια, σοκολατένιες ελίτσες και μικρά μπουκάλια με «κονιάκ» τοπικής οινοποιίας (αν δεις σφραγισμένα τριάστερα Metaxa είσαι σε άλλο λέβελ) που -συνήθως- μένουν ανέγγιχτα, εκτός κι αν το κρύο έξω δαγκώνει. Υπάρχουν όμως πάντα και οι μερακλήδες των τεσσάρων εποχών που το πάνε γουλιά γουλιά εναλλάξ με τον καφέ. «Έχω μέτριους, ποιος θέλει μέτριους;». Μέτριοι και σκέτοι ανάρπαστοι. Η ζάχαρη δεν πολυέχει πέραση, πήρες τη δόση απ΄το κόλλυβο νωρίτερα, έρχονται και οι πατάτες οι γιαχνί μετά, έρχονται τα ρύζια με αρακά, πόση συμπαράσταση περιμένεις να βρεις από ένα Solosa;

Αυτές τις Κυριακές δεν προλαβαίνεις τραπέζι ελεύθερο για να μαζευτείτε σ’ αυτό μαζί, παρέα, οι πέντε, έξη, εφτά νεολαίοι των περασμένων πρώτων -ήντα. Οι θείοι και οι θείες είναι ήδη στρωμένοι εκεί, πριν τα τραπεζομάντηλα. Δεν μαγειρέψαν σήμερα, αφού «θα φάμε στου Σάββα την Κυριακή». Οι μελαγχολικές και ταυτόχρονα ιλαρές μέρες όπου ο αποδημήσας γίνεται τοπωνύμιο οικογενειακής ταβέρνας. Ας είναι, φίλοι και γνωστοί της οικογένειας όλοι αυτοί στα τραπέζια, τα κρατάμε -ακόμη, αλλά για πόσο; – αυτά στις μικρές ελληνικές επαρχίες, αυτά τα τραπεζώματα για το συχώριο. Χωρίς κρέας στην κηδεία, με απ’ όλα στα σαράντα. Εκτός κι αν ξεκίνησε κάποια νηστεία, «καλαμαράκια φέρε μου αν είναι να αργήσει ο μπακαλιάρος, μη βάλεις όμως όλο πλοκάμια, δεν τα τρώω τα πλοκάμια, σκληρά είναι, άντε μπράβο αγόρι μου».

Το πλήρης ημερών (έστω στο περίπου, λίγο πάνω απ’ τον πήχυ του «προσδόκιμου») είναι το κλειδί για το σκηνικό τριγύρω. Όταν ο απών είναι (“είναι”; “ήταν”; επίπονη η διαχείριση των χρόνων) νέος, το σφίξιμο και η μουγκαμάρα δεν καταλαγιάζουν εύκολα. Όσο κι αν θες να το ξορκίσεις, όσο κι αν προσπαθείς να αποστηθίσεις αυτό το «η ζωή συνεχίζεται» ή το άλλο, το «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς», δεν είναι όλα όπως στο σινεμά, ούτε χωράμε όλοι στο κοστουμάκι του Big Chill. Aν το κοντέρ έγραψε πάνω από ογδόντα, τα στόματα, οι γλώσσες και οι εκφράσεις χαλαρώνουν κι ας καταλαβαίνουν οι συνομήλικοι (το βλέπεις στα μάτια τους ακόμη κι όταν αυτά είναι προσηλωμένα στο νουά με άσπρη σάλτσα μπροστά τους) πως παρακολουθούν ακόμη μια πρόβα τζενεράλε απ’ το δικό τους φινάλε. Δυο ποτηράκια κρασί μαλακώνουν τον φόβο τους, ας πάει και στα κομμάτια η πίεση, διπλή δόση Pressuril μετά, ίσως κι ένα Norvasc.

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο η επάρκειά μας στις -κάποτε- ξένες γλώσσες είναι άξια θαυμασμού. Ή λύπησης, όπως το δεις.

Μα είμαστε ακόμη εκεί. Μεταμφιεσμένοι, μεταλλαγμένοι, σχεδόν αγνώριστοι, κάθε φορά και πιο πολύ αλλά είμαστε εκεί. Αποχαιρετώντας γνωστούς και αγαπημένους, καπνίζοντας, πίνοντας και ψευτοτρώγοντας ανάμεσα σε ώριμα -πλέον- κορίτσια που φορέσαν τα ωραία τους μαύρα ή σκούρα ρούχα για να είναι ασορτί με τη μέρα. Ρούχα που άλλες τις στενεύουν, άλλες τις δείχνουν αναπάντεχα ερωτεύσιμες (ας είμαστε ειλικρινείς όμως, κανείς μας δεν αναζητεί πια έρωτες, λίγη αλλότρια σάρκα μόνο) κι άλλες -που δεν καταφέραν σήμερα να κλείσουν το φερμουάρ στο παντελόνι και αγκομαχούσαν μέχρι να πείσουν το οπάκ να ανέβει ως τον αφαλό- τις κάνει να ψάχνουν την άκρη απ’ το τραπεζομάντηλο για να σκεπάσουν τρεις σπιθαμές γύμνιας πάνω από το γόνατό τους. Θαρρείς και δεν ξέρουν (όλες το ξέρουν) πως ακόμη και πίσω από τοίχο να κρύψουν αυτό που θέλουμε να δούμε πάνω τους, εμείς θα βρεθούμε δέκα σπιθαμές πάνω από το γόνατο. Κι ακόμη ψηλότερα. Είτε στα σαράντα του μακαρίτη είμαστε, είτε στο χρόνο της μακαρίτισσας.

“Έχω δυο χοιρινές και ένα μπιφτέκι, ποιός παρήγγειλε χοιρινή;”.

Είναι κάποια πρωινά Κυριακής, ανάμεσα σε κιμάδες, σχάρες και καλαμαράκια τηγανητά, που η ζωή μυρίζει όμορφα. Και έχει τη γεύση του ακριβότερου Grand Cru, την ώρα που πίνεις άλλη μια γουλιά από το φτηνό χύμα.

….

Déjà 0 vu 4

33153532

 

Tο London 0 Hull 4 δεν είναι απλά η συντριβή του σπουδαίου, του μείζονος, των προτεραιοτήτων  και της “πρέπει” βιτρίνας. Είναι, πιο πολύ απ’ όλα, η δικαίωση των μικρών στιγμών που δεν μπορείς να αγοράσεις με χρήμα. Είναι η αποθέωση των κρυμμένων στο ημίφως συναισθημάτων, εκείνων που δεν αξιώθηκαν ποτέ δεύτερης ματιάς, κάποιες φορές ούτε καν πρώτης.

Πάντα London 0 Hull 4. Πάντα με το Hull. Ακόμη κι αν παίζουμε με παίχτη λιγότερο, ακόμη κι αν το γήπεδό μας είναι κλειστό, τιμωρημένο, αραχνιασμένο από καιρό. Ακόμη κι αν οι κερκίδες γίναν καυσόξυλα ή μπάζα για την προβλήτα,  από κει που πάντα σαλπάρουμε για τα Λονδίνα.

Συμπληρώνοντας  δεν συμπληρώνοντας ενδεκάδα, πάντα θα κατεβαίνουμε στο χορτάρι. Για να βλέπουμε στο τέλος της μέρας εκείνο το London 0 Hull 4 στα μάτριξ απέναντι. Για να μας κρατάει όρθιους, μέσα στο παιχνίδι, ως το τελευταίο -θριαμβευτικό- σφύριγμα αυτό το déjà vu που δεν ζήσαμε ποτέ.

 ….

(κι αντίθετα μ΄αυτόν και μ’ αυτόν, δεν μπορώ να υποσχεθώ ούτε καν σε μένα πως αυτή θα είναι η εσχάτη μου απόπειρα για αυτοσυγκινησιακή αμπελομελοφιλοσοφία, αφού η ηδονή των απανωτών φαντασιακών θριάμβων είναι βαθιά εθιστική)

ιεροτελεστίες

 

32184978

 

 

Κάθε Οκτώβριο το ΄χω θαρρείς τάμα να ξεσκονίζω βινύλια. Τα ξαναβάζω στη βιβλιοθήκη «θεματικά». Δεν ξέρω τι σημαίνει για τους άλλους αυτό, εγώ βγάζω άκρη όμως. O Tim Buckley μπαίνει πλάτη με τους Thirteen Moons. To «Stupidity» με το «Catholic Boy». O Eno μονάχος του, βρήκα τον τρόπο. Οι jazz priests ζουν στον πάνω όροφο, μεσοτοιχία με το -εντελώς νεκρό- ραδιόφωνο, με τα εξωτικά ονόματα πλάι σε κάθε συχνότητα. To τετραπλό κουτί του Bowie, η κασετίνα του Rubaiyat και το 1972-1980 των Steely Dan μπαίνουν φράγμα προς την πλευρά της μπαλκονόπορτας απ’ όπου μπάζει λίγο στα μεγάλα κρύα (καινούρια κουφώματα δεν αξιώθηκα). Περνάω τον ιμάντα του πικ-απ (με τέτοιον ξέμεινα, ούτε direct drive αξιώθηκα) μια δόση οινόπνευμα, «για να σφίξει». Καθαρίζω ευλαβικά την βελόνα, όπως οι φρέσκιες μανάδες περιποιούνται τα αυτάκια του νεογέννητου. Ψευτογυαλίζω το ξύλο που αγκαλιάζει το πλατώ, αληθινό ξύλο, rosewood, όχι φτηνές απομιμήσεις. Βάζω, με ενοχές για την εγκατάλειψή του, την κασέτα καθαρισμού στο TEAC. Συγυρίζω τις εξηντάρες και ενενηντάρες που έχουν χρόνια να ξεπορτίσουν απ’ τα καλλιγραφημένα κουτιά τους. Χαμογελάω -ενίοτε- με τα περιεχόμενα. Ως και εκείνη που άκουγα φρεσκοκουρεμένος με δυο πόντους τρίχα στο τρένο για τη Νιγρίτα και την άλλη που είχα παρέα στα ξενύχτια στο ΚΕΒΟΠ έχω φυλαγμένες. Κι ας είχαν Wham και Flock of Seagulls μέσα. TDKs as memories.

Την πρώτη φορά που η βελόνα ετοιμάζεται για το αυλάκι, το σπίτι μπαίνει σε mode συσκότισης. Ο διθέσιος χάσκει ανυπόμονος. Και το ποτήρι γεμάτο στα τρία τέταρτα. Παλιά σκωτσέζικο, αμερικάνικο, ιρλανδέζικο, μεξικάνικα, ρώσικα, τώρα που το ήπαρ κουράστηκε να γράφει χιλιόλιτρα, ένα κόκκινο κρασί από αμπέλια γειτονικά φτάνει.

Never knowing my right foot from my left
My hat from my glove..

Γίνομαι Στραβίνσκυ για μια μέρα, αλλά μόνο φθινόπωρο. Οι αλλεργίες της άνοιξης είναι βασανιστικές για τη μνήμη μου.

By the time I make Oklahoma
She’ll be sleeping

ριχτάρια

 

0

 

Όσην ώρα εκείνος ετοίμαζε συνεπαρμένος καινούριες αφηγήσεις για το αύριο -ή απλά μαστόρευε τις χτεσινές, που έχασκαν ετοιμόρροπες- τον κοίταζε αδιαφορώντας για τα μεγάλα του σχέδια ν’ αλλάξει (για μια φορά, ακόμη) τον κόσμο.

Έφτιαξε ένα τσιγάρο, με το τελευταίο χαρτάκι που βρήκε, και το ‘κανε να ριγήσει με το πηγαινέλα πάνω στο στήθος της. Το παθαίνουν και τα τσιγάρα κάποιες φορές αυτό. Ειδικά εκείνα τα στριφτά, που πρώτα περνάνε από στόμα, γλώσσα και χείλια πρόθυμα, πλημμυρισμένα από άγιο σάλιο. Θα ΄ταν δεν θα ΄ταν δυο λεπτά μετά, όταν φάνηκε καπνός. Πόσο παραπάνω ν’ αντέξει;

 

Σε πέντε λεπτά μόνο η στάχτη της είχε μείνει στον καναπέ.

 

Εκείνος έβαλε μια άνω τελεία στην Μεγάλη Αφήγηση, έβγαλε τα γυαλιά του και σηκώθηκε ατάραχος να μαζέψει τα αποκαΐδια. Μετά άνοιξε τα παράθυρα, να μπει φρέσκος αέρας. Έριξε μια ματιά κάτω στο δρόμο. Νέκρα. Όλα κλειστά. Αύριο, μεθαύριο, θα ‘βγαινε να διαλέξει καινούρια ριχτάρια.

 

 

δυο τρία λεπτά ακόμη

28952651

Προχτές σκάλιζα -άγνωστο για ποιό λόγο, ίσως άσκοπα- τα βινύλια στα ράφια, παραμερίζοντας μαραφέτια και θήκες για ρεσώ, φερμένα από μέρη που το πιθανότερο είναι να μην επισκεφθώ ποτέ ξανά. Μέσα στους χάρτινους φακέλους, χαραγματιές και σκόνες πάνω σε προσεχτικά φτιαγμένα αυλάκια που ίσως δεν επισκεφθώ ποτέ -με σέρπα τη βελόνα- ξανά. Κάποια δισκάκια τα έπιανα στα χέρια απορημένος, πότε το πήρα γω αυτό; ,κάποια βιαζόντουσαν να ξαναγυρίζουν στη θέση τους μουτρωμένα, μας ξέχασες, τόσα περάσαμε μαζί και μας ξέχασες.

Δεν είναι λογικό να γίνεσαι μέλουρας με τα δισκάκια. Ας είναι και αρχαία. Ούτε να πιστεύεις πως κάνεις κάτι τάχατες σπουδαίο διαλέγοντας λέξεις απ’ το Wurlitzer του μυαλού : πατάς A1 και βγαίνει «ξεθωριάζω», μετά Β6 και «αχνά», ύστερα F8 και «λήθη». Αυτά είναι κόλπα παλιά, χιλιοπαιγμένα, ξεπερασμένα. Με ένα κέρμα ένα ποστ, με δυο τέσσερα, εκατό να βάλεις μόνο σαρανταπενταράκια θα παίζει. Μικρές ιστορίες, σύντομες, εφήμερες, με κουπλεδάκι και ρεφρέν  για να περνάει η ώρα μέχρι να ξαναθυμηθεί το επόμενο χέρι (πες το κι αφορμή) να πατήσει ένα τυχαίο D7 και να απορήσεις -ίσως- κι εσύ που είχες τέτοιο τραγουδάκι κρυμμένο στα σωθικά σου. Τίποτε καινούριο, μη θαρρείς. Απλά λίγο παραπάνω fuzz, μια -ξεχασμένη- γυναικεία φωνή στο βάθος, μια -σχεδόν αναπόφευκτη, χειμώνας μπήκε- βραχνάδα στο κουπλέ, ένα αλανιάρικο πιανάκι, ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο στο fade out. Δυο, τρία λεπτά ακόμη, όλο κι όλο. Αυτά γράφουμε. Tα J5 μας.