κρακ

James-Stewart-and-Grace-Kelly-in-Rear-window-directed-by-Alfred-Hitchcock-1954-1280x949

 

 

Καθηλωμένος, και χωρίς την Γκρέις δίπλα μου, από δευτεροκλασάτη και διόλου τεχνικολόρ αιτία, αν αναλογιστείς τον L.B. Jefferies. Αυτός έσπασε πόδι φωτογραφίζοντας ράλι με γυαλιστερά αυτοκίνητα, εγώ τσάκισα μέση παλεύοντας να ξετρυπώσω μια κατσαρόλα από την κρυψώνα της. Λιγότερο mannish δεν αντέχεται. Tρεις μέρες με θέα τέσσερα ντουβάρια κι έναν παροπλισμένο -τι πίκρα- ανεμιστήρα οροφής που θα ξαναζήσει σε οκτώ, εννιά μήνες. Από την μπαλκονόπορτα δεν βλέπω ψυχή απέναντι, πόσο μάλλον σασπένς και ύποπτους μακελειού. Χαζεύω, όσο αντέχω, την οθόνη που γεμίζει γράμματα τώρα. Την βαριέμαι πολύ γρήγορα, κανένα άξιο αναφοράς έγκλημα δεν συμβαίνει μέσα της. Minor incidents μονάχα. Kαι Thorwald του γλυκού νερού και των ρηχών θαλασσών.

Ο γιατρός είπε να μη σηκώνω ούτε σακούλα με ένα μήλο μέσα. Του απάντησα ότι κανείς σώφρων άνθρωπος δεν παίρνει σακούλα για ένα μήλο και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο άθλια τα οικονομικά μας για να αγοράζουμε μοναχικά μήλα. Έχω φίλους γιατρούς που τα πιάνουν στον αέρα αυτά, ετούτος είναι άλλης ράτσας και ούτε αν σέρνονται μπρος στα πόδια του μπορεί να τα αρπάξει. Τους βαριέμαι τους ανθρώπους που γεννήθηκαν -πάω στοίχημα- πληκτικοί, λογικό μου φαίνεται, μπορεί να με βαριούνται κι αυτοί, πάτσι.

Η μικρή μου πήρε, όταν επέστρεψα απ’ τα τσεκ ιν, δυο εξάδες κάλτσες. Είναι τόσο όμορφες που δεν το λέει η καρδιά σου να τις βάλεις στα πόδια. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν χιούμορ αν τις δουν φορεμένες αλλού και κάπως πρέπει να συμβιβαστώ με την ιδέα. Επίσης σκέφτομαι γιατί δεν γεννήθηκαν ακόμη κάλτσες που μπαίνουν μόνες τους, δεν έχουν φαντασία οι κατασκευαστές φαίνεται. Μου είπε και κάτι άλλο η μικρή, βρήκε ευκαιρία που με είδε σακάτη, αλλά η μάνα της δεν γέλασε. Δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα, πάντως. Δικό μου παιδί, αντάουμπτεντλι.

Drugs don’t work. Θέλει το χρόνο του, λέει. Και όχι ξάπλα, λέει. Αυτό είναι πλέον παρωχημένο. Πονάω όμως, λέω. Αν δεν πόναγες δεν θα με χρειαζόσουν, λέει. Να θυμηθώ να κοιτάξω στον τοίχο του ιατρείου του, αποκλείεται να έχει κορνιζαρισμένο πτυχίο αυτός. Έχει όμως μια εικονίτσα του Ρόμπερτ Πλαντ. Μαλακία του, με τέτοια ειδικότητα του Robert Wyatt θα ’πρεπε να έχει. Δεν έχουν χιούμορ οι άθρωπες.

Πρέπει να ντυθώ για να συρθώ ως το γραφείο, βαρέθηκα να απαντώ σε μέιλ κοιτώντας το ταβάνι. That’s a big fuckin’ challenge mo’fuckerz. Υπολόγισα ότι θα χρειαστώ περίπου μια ώρα. Για ρουτίνα ενός τέταρτου, το πολύ, μαζί και η διαδρομή. Ευτυχώς την Κυριακή τα ρολόγια γυρίσαν μια ώρα πίσω και βρήκα άλλοθι για το εφήμερο σακατλίκι και τις παρενέργειές του. Έχω καβάτζα απ’ αυτά αν και ενοχικός. Αν με στενεύει ένα άλλοθι, φτιάχνω άλλο. Τι σκατά είχε αυτό το χάπι μέσα. Την ώρα που παλεύω να βάλω μια κάλτσα σκέφτομαι τον Ramón Sampedro. Πόσο drama queen ακόμη..

Σήμερα ήταν να πετάξω ξανά. Ούτε καν. Σαν υπέργηρη καναδέζα τουρίστρια δεν μπαίνω σε αεροπλάνο. Ας περιμένουν οι Gates. Δεν θα χαθούμε εγώ κι αυτές. Σύνδρομο Στοκχόλμης, μάλλον. Κάτι τέτοιο.

Θα με διαβάζει κάποιος που δια βίου βλέπει με τρόμο το κρεβάτι και την πολυθρόνα με ρόδες σαν φυλακή-σωτήρα του και θα με φτύνει. Και οι μέρες είναι άνυδρες, αποκλείεται να λαθέψω για το τι έχω στα μούτρα μου.

I’m not much on rear window ethics τελικά. Και η εύθυμη widow ζει από την άλλη πλευρά του σπιτιού.

τα αποθαμένα λάστιχα

IMG_0854

 

H συναρπαστικότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού ήταν εκείνο το Σάββατο που χωθήκαμε ανάμεσα στους πάγκους στο παζάρι απ’ τις εννιάμιση το πρωί, αφήσαμε πίσω μας δυο κιλά ιδρώτα αλλά πήραμε τρεις σακούλες με γιαρμάδες, κοντούλες, ντομάτες, μελιτζάνες φλάσκες και ντοματοπιπεριές (συν μια σακούλα με υπέροχα βρακιά για μένα), στο δρόμο για το αυτοκίνητο καθίσαμε μπαϊλντισμένοι από τη ζέστη κάτω από τα πλατάνια για καφέ ανακουφισμένοι που δεν μας ανήκε κανένα από το παιδομάνι που έτρεχε ντοπαρισμένο τριγύρω μας, πήγαμε στο μπακάλικο της γειτονιάς για ρώσικο σαλάμι αέρος, λίγα ντενεκεδάκια μπίρες και τσιγάρα κι όταν γυρίσαμε στο σπίτι πετάξαμε τα ρούχα μένοντας με τα βρακιά, μόνοι οι δυο μας, οι κατεβασμένες τέντες, τα μισοκατεβασμένα στόρια και το κλιματιστικό. Συγκρατήθηκα και δεν άνοιξα το φέισμπουκ για να δω την ωραιότερη μέρα του φετινού καλοκαιριού των άλλων αλλά φαντάζομαι πως με διαφορετικά υλικά πολλές φορές καταλήγεις στο ίδιο αποτέλεσμα κι αν δεν καταλήγεις τόσο χειρότερο για τους άλλους. Όσην ώρα έπλενε τις ντομάτες, έκοψα τρυφερά μια καφτερή πιπεριά και έβγαλα τρία αβγά από κει που είχαν κρυφτεί, άγνωστο γιατί ποτέ δεν βρίσκονται εκεί που τα έβαλα αλλά με τα αβγά άκρη δεν βγάζεις. Δεν ήθελε, είπε, καγιανά γιατί μετά την ενοχλεί η ανύπαρκτη χολή της, ζήτησε να της κάνω ένα σάντουιτς με το ρώσικο σαλάμι, δυο φέτες ντομάτα και μια μπίρα και τα έφτιαξα όλα στην εντέλεια, ακόμη και τον αφρό στο ποτήρι. Τις υπόλοιπες ντομάτες και δυο ντενεκεδάκια τα περιποιήθηκα αυτοπροσώπως. Ενδιάμεσα ελήφθη μήνυμα από την μικρή “μη με ξαναπάρετε τηλέφωνο πριν τις 12, κοιμάμαι”, από τον μεγάλο ’κάνε δουλειά σου’ ως απάντηση στο ’να σου βάλω λεφτά σήμερα;’ Κι αφού τακτοποιήθηκαν όλα χωρίς άγχος και ρολόγια να μας καταδιώκουν, χωθήκαμε ο καθένας στον καναπέ του με τα πιάτα στο χέρι ζώντας μεγάλες στιγμές που ολοκληρώθηκαν με κλειστή τηλεόραση, μουγκά ηχεία, ξεφόρτιστα κινητά και μια λίγο καργιόλα σκέψη στο πίσω πίσω του μυαλού (χωμένη πιο βαθιά απ΄τα αβγά στο ψυγείο), ότι τριάντα χρόνια πριν (δεν) θα φοράγαμε βρακιά δυο νούμερα μικρότερα και ότι θα είχαμε αναβάλει το φαΐ προκειμένου να φάμε πρώτα ο ένας τον άλλον.

Λίγο πριν τις έξη που άνοιξα τα μάτια, ανακάλυψα με άγρια χαρά πως το βρακί ήταν κατεβασμένο χαμηλά αλλά πριν προλάβω να θυμηθώ αν ξαναγίναμε για λίγο εικοσικάτι θυμήθηκα πως το λάστιχο χαλάρωσε. Και τα πάθη μας επίσης αλλά ούτε μ΄αυτά βγάζεις άκρη,

Ήταν ένα ωραίο χαλαρό Σάββατο. Προς στιγμήν σκέφτηκα (αυτές οι ανόητες παρορμήσεις δεν εννοούν να με εγκαταλείψουν) να γράψω κάτι λιγότερο ’στο πόδι’, πιο πιασάρικο, πιο βαθύ και ψαγμένο σε νοήματα, πιο ποιητικό, πιο δουλεμένο, αλλά ακόμη και οι λέξεις μου ξεχείλωσαν και πέφτουν απ’ το πληκτρολόγιο στο πάτωμα και ποιός έχει μετά το κουράγιο και την υπομονή – και γιατί άλλωστε; – να σκύβει και να τις συμμαζεύει για να καλύψει τη γύμνια του..

Κυριακές σκέτες

1

 

Φτηνά κόκκινα και άσπρα χύμα κρασιά στα μνημόσυνα. Σπαρμένα ανάμεσα σε σκούρα ρούχα, αποψιλωμένα κρανία, μαλλιά φωλιές με δέκα στρέμματα λακ πάνω τους, πιάτα με ταραμοσαλάτες, χοντροτριμμένο λάχανο-καρότο, χλωμές ντομάτες εκτός εποχής, κουλουράκια, σοκολατένιες ελίτσες και μικρά μπουκάλια με «κονιάκ» τοπικής οινοποιίας (αν δεις σφραγισμένα τριάστερα Metaxa είσαι σε άλλο λέβελ) που -συνήθως- μένουν ανέγγιχτα, εκτός κι αν το κρύο έξω δαγκώνει. Υπάρχουν όμως πάντα και οι μερακλήδες των τεσσάρων εποχών που το πάνε γουλιά γουλιά εναλλάξ με τον καφέ. «Έχω μέτριους, ποιος θέλει μέτριους;». Μέτριοι και σκέτοι ανάρπαστοι. Η ζάχαρη δεν πολυέχει πέραση, πήρες τη δόση απ΄το κόλλυβο νωρίτερα, έρχονται και οι πατάτες οι γιαχνί μετά, έρχονται τα ρύζια με αρακά, πόση συμπαράσταση περιμένεις να βρεις από ένα Solosa;

Αυτές τις Κυριακές δεν προλαβαίνεις τραπέζι ελεύθερο για να μαζευτείτε σ’ αυτό μαζί, παρέα, οι πέντε, έξη, εφτά νεολαίοι των περασμένων πρώτων -ήντα. Οι θείοι και οι θείες είναι ήδη στρωμένοι εκεί, πριν τα τραπεζομάντηλα. Δεν μαγειρέψαν σήμερα, αφού «θα φάμε στου Σάββα την Κυριακή». Οι μελαγχολικές και ταυτόχρονα ιλαρές μέρες όπου ο αποδημήσας γίνεται τοπωνύμιο οικογενειακής ταβέρνας. Ας είναι, φίλοι και γνωστοί της οικογένειας όλοι αυτοί στα τραπέζια, τα κρατάμε -ακόμη, αλλά για πόσο; – αυτά στις μικρές ελληνικές επαρχίες, αυτά τα τραπεζώματα για το συχώριο. Χωρίς κρέας στην κηδεία, με απ’ όλα στα σαράντα. Εκτός κι αν ξεκίνησε κάποια νηστεία, «καλαμαράκια φέρε μου αν είναι να αργήσει ο μπακαλιάρος, μη βάλεις όμως όλο πλοκάμια, δεν τα τρώω τα πλοκάμια, σκληρά είναι, άντε μπράβο αγόρι μου».

Το πλήρης ημερών (έστω στο περίπου, λίγο πάνω απ’ τον πήχυ του «προσδόκιμου») είναι το κλειδί για το σκηνικό τριγύρω. Όταν ο απών είναι (“είναι”; “ήταν”; επίπονη η διαχείριση των χρόνων) νέος, το σφίξιμο και η μουγκαμάρα δεν καταλαγιάζουν εύκολα. Όσο κι αν θες να το ξορκίσεις, όσο κι αν προσπαθείς να αποστηθίσεις αυτό το «η ζωή συνεχίζεται» ή το άλλο, το «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς», δεν είναι όλα όπως στο σινεμά, ούτε χωράμε όλοι στο κοστουμάκι του Big Chill. Aν το κοντέρ έγραψε πάνω από ογδόντα, τα στόματα, οι γλώσσες και οι εκφράσεις χαλαρώνουν κι ας καταλαβαίνουν οι συνομήλικοι (το βλέπεις στα μάτια τους ακόμη κι όταν αυτά είναι προσηλωμένα στο νουά με άσπρη σάλτσα μπροστά τους) πως παρακολουθούν ακόμη μια πρόβα τζενεράλε απ’ το δικό τους φινάλε. Δυο ποτηράκια κρασί μαλακώνουν τον φόβο τους, ας πάει και στα κομμάτια η πίεση, διπλή δόση Pressuril μετά, ίσως κι ένα Norvasc.

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο η επάρκειά μας στις -κάποτε- ξένες γλώσσες είναι άξια θαυμασμού. Ή λύπησης, όπως το δεις.

Μα είμαστε ακόμη εκεί. Μεταμφιεσμένοι, μεταλλαγμένοι, σχεδόν αγνώριστοι, κάθε φορά και πιο πολύ αλλά είμαστε εκεί. Αποχαιρετώντας γνωστούς και αγαπημένους, καπνίζοντας, πίνοντας και ψευτοτρώγοντας ανάμεσα σε ώριμα -πλέον- κορίτσια που φορέσαν τα ωραία τους μαύρα ή σκούρα ρούχα για να είναι ασορτί με τη μέρα. Ρούχα που άλλες τις στενεύουν, άλλες τις δείχνουν αναπάντεχα ερωτεύσιμες (ας είμαστε ειλικρινείς όμως, κανείς μας δεν αναζητεί πια έρωτες, λίγη αλλότρια σάρκα μόνο) κι άλλες -που δεν καταφέραν σήμερα να κλείσουν το φερμουάρ στο παντελόνι και αγκομαχούσαν μέχρι να πείσουν το οπάκ να ανέβει ως τον αφαλό- τις κάνει να ψάχνουν την άκρη απ’ το τραπεζομάντηλο για να σκεπάσουν τρεις σπιθαμές γύμνιας πάνω από το γόνατό τους. Θαρρείς και δεν ξέρουν (όλες το ξέρουν) πως ακόμη και πίσω από τοίχο να κρύψουν αυτό που θέλουμε να δούμε πάνω τους, εμείς θα βρεθούμε δέκα σπιθαμές πάνω από το γόνατο. Κι ακόμη ψηλότερα. Είτε στα σαράντα του μακαρίτη είμαστε, είτε στο χρόνο της μακαρίτισσας.

“Έχω δυο χοιρινές και ένα μπιφτέκι, ποιός παρήγγειλε χοιρινή;”.

Είναι κάποια πρωινά Κυριακής, ανάμεσα σε κιμάδες, σχάρες και καλαμαράκια τηγανητά, που η ζωή μυρίζει όμορφα. Και έχει τη γεύση του ακριβότερου Grand Cru, την ώρα που πίνεις άλλη μια γουλιά από το φτηνό χύμα.

….

Déjà 0 vu 4

33153532

 

Tο London 0 Hull 4 δεν είναι απλά η συντριβή του σπουδαίου, του μείζονος, των προτεραιοτήτων  και της “πρέπει” βιτρίνας. Είναι, πιο πολύ απ’ όλα, η δικαίωση των μικρών στιγμών που δεν μπορείς να αγοράσεις με χρήμα. Είναι η αποθέωση των κρυμμένων στο ημίφως συναισθημάτων, εκείνων που δεν αξιώθηκαν ποτέ δεύτερης ματιάς, κάποιες φορές ούτε καν πρώτης.

Πάντα London 0 Hull 4. Πάντα με το Hull. Ακόμη κι αν παίζουμε με παίχτη λιγότερο, ακόμη κι αν το γήπεδό μας είναι κλειστό, τιμωρημένο, αραχνιασμένο από καιρό. Ακόμη κι αν οι κερκίδες γίναν καυσόξυλα ή μπάζα για την προβλήτα,  από κει που πάντα σαλπάρουμε για τα Λονδίνα.

Συμπληρώνοντας  δεν συμπληρώνοντας ενδεκάδα, πάντα θα κατεβαίνουμε στο χορτάρι. Για να βλέπουμε στο τέλος της μέρας εκείνο το London 0 Hull 4 στα μάτριξ απέναντι. Για να μας κρατάει όρθιους, μέσα στο παιχνίδι, ως το τελευταίο -θριαμβευτικό- σφύριγμα αυτό το déjà vu που δεν ζήσαμε ποτέ.

 ….

(κι αντίθετα μ΄αυτόν και μ’ αυτόν, δεν μπορώ να υποσχεθώ ούτε καν σε μένα πως αυτή θα είναι η εσχάτη μου απόπειρα για αυτοσυγκινησιακή αμπελομελοφιλοσοφία, αφού η ηδονή των απανωτών φαντασιακών θριάμβων είναι βαθιά εθιστική)

ιεροτελεστίες

 

32184978

 

 

Κάθε Οκτώβριο το ΄χω θαρρείς τάμα να ξεσκονίζω βινύλια. Τα ξαναβάζω στη βιβλιοθήκη «θεματικά». Δεν ξέρω τι σημαίνει για τους άλλους αυτό, εγώ βγάζω άκρη όμως. O Tim Buckley μπαίνει πλάτη με τους Thirteen Moons. To «Stupidity» με το «Catholic Boy». O Eno μονάχος του, βρήκα τον τρόπο. Οι jazz priests ζουν στον πάνω όροφο, μεσοτοιχία με το -εντελώς νεκρό- ραδιόφωνο, με τα εξωτικά ονόματα πλάι σε κάθε συχνότητα. To τετραπλό κουτί του Bowie, η κασετίνα του Rubaiyat και το 1972-1980 των Steely Dan μπαίνουν φράγμα προς την πλευρά της μπαλκονόπορτας απ’ όπου μπάζει λίγο στα μεγάλα κρύα (καινούρια κουφώματα δεν αξιώθηκα). Περνάω τον ιμάντα του πικ-απ (με τέτοιον ξέμεινα, ούτε direct drive αξιώθηκα) μια δόση οινόπνευμα, «για να σφίξει». Καθαρίζω ευλαβικά την βελόνα, όπως οι φρέσκιες μανάδες περιποιούνται τα αυτάκια του νεογέννητου. Ψευτογυαλίζω το ξύλο που αγκαλιάζει το πλατώ, αληθινό ξύλο, rosewood, όχι φτηνές απομιμήσεις. Βάζω, με ενοχές για την εγκατάλειψή του, την κασέτα καθαρισμού στο TEAC. Συγυρίζω τις εξηντάρες και ενενηντάρες που έχουν χρόνια να ξεπορτίσουν απ’ τα καλλιγραφημένα κουτιά τους. Χαμογελάω -ενίοτε- με τα περιεχόμενα. Ως και εκείνη που άκουγα φρεσκοκουρεμένος με δυο πόντους τρίχα στο τρένο για τη Νιγρίτα και την άλλη που είχα παρέα στα ξενύχτια στο ΚΕΒΟΠ έχω φυλαγμένες. Κι ας είχαν Wham και Flock of Seagulls μέσα. TDKs as memories.

Την πρώτη φορά που η βελόνα ετοιμάζεται για το αυλάκι, το σπίτι μπαίνει σε mode συσκότισης. Ο διθέσιος χάσκει ανυπόμονος. Και το ποτήρι γεμάτο στα τρία τέταρτα. Παλιά σκωτσέζικο, αμερικάνικο, ιρλανδέζικο, μεξικάνικα, ρώσικα, τώρα που το ήπαρ κουράστηκε να γράφει χιλιόλιτρα, ένα κόκκινο κρασί από αμπέλια γειτονικά φτάνει.

Never knowing my right foot from my left
My hat from my glove..

Γίνομαι Στραβίνσκυ για μια μέρα, αλλά μόνο φθινόπωρο. Οι αλλεργίες της άνοιξης είναι βασανιστικές για τη μνήμη μου.

By the time I make Oklahoma
She’ll be sleeping

ριχτάρια

 

0

 

Όσην ώρα εκείνος ετοίμαζε συνεπαρμένος καινούριες αφηγήσεις για το αύριο -ή απλά μαστόρευε τις χτεσινές, που έχασκαν ετοιμόρροπες- τον κοίταζε αδιαφορώντας για τα μεγάλα του σχέδια ν’ αλλάξει (για μια φορά, ακόμη) τον κόσμο.

Έφτιαξε ένα τσιγάρο, με το τελευταίο χαρτάκι που βρήκε, και το ‘κανε να ριγήσει με το πηγαινέλα πάνω στο στήθος της. Το παθαίνουν και τα τσιγάρα κάποιες φορές αυτό. Ειδικά εκείνα τα στριφτά, που πρώτα περνάνε από στόμα, γλώσσα και χείλια πρόθυμα, πλημμυρισμένα από άγιο σάλιο. Θα ΄ταν δεν θα ΄ταν δυο λεπτά μετά, όταν φάνηκε καπνός. Πόσο παραπάνω ν’ αντέξει;

 

Σε πέντε λεπτά μόνο η στάχτη της είχε μείνει στον καναπέ.

 

Εκείνος έβαλε μια άνω τελεία στην Μεγάλη Αφήγηση, έβγαλε τα γυαλιά του και σηκώθηκε ατάραχος να μαζέψει τα αποκαΐδια. Μετά άνοιξε τα παράθυρα, να μπει φρέσκος αέρας. Έριξε μια ματιά κάτω στο δρόμο. Νέκρα. Όλα κλειστά. Αύριο, μεθαύριο, θα ‘βγαινε να διαλέξει καινούρια ριχτάρια.

 

 

δυο τρία λεπτά ακόμη

28952651

Προχτές σκάλιζα -άγνωστο για ποιό λόγο, ίσως άσκοπα- τα βινύλια στα ράφια, παραμερίζοντας μαραφέτια και θήκες για ρεσώ, φερμένα από μέρη που το πιθανότερο είναι να μην επισκεφθώ ποτέ ξανά. Μέσα στους χάρτινους φακέλους, χαραγματιές και σκόνες πάνω σε προσεχτικά φτιαγμένα αυλάκια που ίσως δεν επισκεφθώ ποτέ -με σέρπα τη βελόνα- ξανά. Κάποια δισκάκια τα έπιανα στα χέρια απορημένος, πότε το πήρα γω αυτό; ,κάποια βιαζόντουσαν να ξαναγυρίζουν στη θέση τους μουτρωμένα, μας ξέχασες, τόσα περάσαμε μαζί και μας ξέχασες.

Δεν είναι λογικό να γίνεσαι μέλουρας με τα δισκάκια. Ας είναι και αρχαία. Ούτε να πιστεύεις πως κάνεις κάτι τάχατες σπουδαίο διαλέγοντας λέξεις απ’ το Wurlitzer του μυαλού : πατάς A1 και βγαίνει «ξεθωριάζω», μετά Β6 και «αχνά», ύστερα F8 και «λήθη». Αυτά είναι κόλπα παλιά, χιλιοπαιγμένα, ξεπερασμένα. Με ένα κέρμα ένα ποστ, με δυο τέσσερα, εκατό να βάλεις μόνο σαρανταπενταράκια θα παίζει. Μικρές ιστορίες, σύντομες, εφήμερες, με κουπλεδάκι και ρεφρέν  για να περνάει η ώρα μέχρι να ξαναθυμηθεί το επόμενο χέρι (πες το κι αφορμή) να πατήσει ένα τυχαίο D7 και να απορήσεις -ίσως- κι εσύ που είχες τέτοιο τραγουδάκι κρυμμένο στα σωθικά σου. Τίποτε καινούριο, μη θαρρείς. Απλά λίγο παραπάνω fuzz, μια -ξεχασμένη- γυναικεία φωνή στο βάθος, μια -σχεδόν αναπόφευκτη, χειμώνας μπήκε- βραχνάδα στο κουπλέ, ένα αλανιάρικο πιανάκι, ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο στο fade out. Δυο, τρία λεπτά ακόμη, όλο κι όλο. Αυτά γράφουμε. Tα J5 μας.

confessions of a mind eater

28382717 (1)

Χλιαρός και μέτριος -mediocre, όπως θα ‘λεγε κι ο αγαπημένος μου Σαλιέρι αν μιλούσε σαιξπηρικά- ήμουν ανέκαθεν, μα αυτό δεν με εμπόδισε από το ν΄αφήνομαι να μου χαιδεύει συχνά πυκνά το μυαλό η Ταγγέρη της παρέας των Μπάροουζ, Μπόουλς και Κέρουακ. Μια Ταγγέρη χωρίς κανέναν απ’ την άχρωμη ράτσα μου στους δρόμους και στα σουκ της. Δεν την αντέχω αυτή τη ράτσα, ούτε καν τη σκιά της, ούτε το άρωμα της γλυκόξινης αποσύνθεσης που με περικυκλώνει όταν διασταυρώνονται οι δρόμοι μας.

Να πάω Ταγγέρη, όπως Ιθάκη.

Ένα κάπου. Στο δρόμο. Αλλά με επιστροφή. Ο χλιαρός δεν θα μ’ εγκαταλείψει ποτέ. Το πιο τεμπέλικο σκυλί, το πιο επίμονο, το πιο πιστό. Πυξίδα και κατάρα.

μισή ώρα, Οκτώβρης του 2013

anna-karina-beautiful-black-and-white-cigarette-collar-Favim.com-180172

Ούτε σε τοίχους χρειάζεται να το δω βαμμένο, ούτε χαραγμένο αδέξια ή με περισσή φροντίδα σε πέτρες, ξύλα ή μάρμαρα, ούτε κολλημένο -γέννημα προβλέψιμων μυαλών- πάνω σε φτηνές λαμαρίνες.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι

Έξω από εισαγωγικά. Μπορεί να το γέννησε η καύλα του ποιητή αλλά δικό μας είναι. Αυτό μαζί το γράψαμε. Και το κατάλαβες με φαίνεται, κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες. Κι ας άναψε με την πρώτη το τσιγάρο

St Jenna

27779638

 

Η συνάντησή του με την υπεύθυνη εκδόσεων κράτησε εφτά λεπτά συν τον χρόνο αναμονής (σαράντα λεπτά μετρημένα δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο) μέχρι να τελειώσει με τον προηγούμενο, κάποιον που έμοιαζε περισσότερο με μελαχρινό Ρέντφορντ στα νιάτα του παρά με γουοναμπή συγγραφέα. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο της, την ώρα που πέρασε δίπλα του μύρισε φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο -Merito μαμάς, σίγουρα- και νέο, ατσαλάκωτο δέρμα ραντισμένο με μια στάλα Creed (δεν πρόλαβε να καταλάβει αν ήταν Royal Water ή η Royal Oud). Mούδιασε η οσχεϊκή ραφή του. Μ’ αυτούς πήγαινε να παραβγεί; και νέοι και ωραίοι και μυροβόλοι και γεννήτριες λέξεων; μ’ αυτούς που η φωτογραφία τους και μόνο πάνω στο οπισθόφυλλο θα έδινε από χέρι τρεις με τέσσερις εκδόσεις παραπάνω;

Ξάφνου ένιωσε πολύ άβολα με τις ρυτίδες που είχε φορτωμένες πάνω του, με τα παραπανίσια κιλά του, με την αληθινή εικόνα του. Ωραία ήταν τα άβαταρ και τα ψευδώνυμα μα δεν κρατάνε ισόβια.  Τώρα στον προθάλαμο ήταν αργά για όπισθεν, υποταγή ή θάνατος. Όχι τόσο τραγικά δηλαδή αλλά πάντα του άρεσε να παρασταίνει την drama queen, ανέκαθεν προτιμούσε η μετεμψύχωση να τον βρει κομπάρσο σε b-movie παρά πρωταγωνιστή σε μιούζικαλ.

Για να γραφτεί με λεπτομέρειες το τι έγινε εντός του μέσα στα επτά αυτά λεπτά, χρειάζεται τόσο μελάνι όσο έχει ένα κοπάδι σουπιές σε ωορρηξία. Για όσους δεν έχουν εμπειρία με καυλωμένα μαλάκια, αυτό σημαίνει «πάρα πολύ». Ας συνοψιστούν, όμως, τα βασικά : η λεγάμενη ήταν προσωποποιημένη η Ingrid Thullin στο Salon Kitty. Χωρίς τις ζαρτιέρες, έχει και το kinky τα όριά του καταμεσής Αυγούστου. Υπήρξε σαφής, σύντομη και απόλυτη :

Διαβάσαμε αυτό που έστειλες. Ίσως μας κάνει. Κανείς δεν ζει από τα βιβλία σήμερα, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βγάλεις ένα χαρτζιλίκι όσο οι βενζίνες δυο μηνών, στην ιδανική θα αγοράσεις δυο εισιτήρια με τη Ryanair χωρίς εξτρά βαλίτσες, στην πιο πιθανή θα δεις το βιβλίο σου να κυλιέται σε κάθε πάγκο και πανηγύρι απανταχού της επικράτειας, στην χειρότερη θα το δίνουν δώρο με κάθε τσελεμεντέ μέχρι να ανακυκλωθεί. Είμαστε σοβαρό μαγαζί, λεφτά δεν θα σου ζητήσουμε για την έκδοση, βγάζουμε χίλια κομμάτια, πληρώνεις και παίρνεις 100 και τα κάνεις ο,τι θες. Απρίλιο το θέλω τελειωμένο, μπας και προλάβουμε τις ξαπλώστρες και τις μεγαλοκοπέλες, σύμφωνος;

Ήταν εξίσου αποφασιστικός :

Στους ιρλανδούς δεν μπαίνω ούτε για να με πάνε απ΄το ένα τέρμιναλ στο άλλο, οι πάγκοι δεν με πληγώνουν αρκεί να μην πουλιέται στις λαϊκές στην πόλη μου και ξεφτιλιστώ βαριά, οι βενζίνες για δυο μήνες καλά μου ακούγονται, με την ανακύκλωση έχω καλές σχέσεις. Είκοσι αντίτυπα θα χρειαστώ, δεν έχω λεφτά για εκατό. Σύμφωνος.

Την ώρα που την αποχαιρετούσε (κι αφού η συμφωνία έκλεισε στα πενήντα), του είπε -κοιτώντας αδιάφορα και παγωμένα τις σημειώσεις πάνω στο γραφείο της- : κοίτα στο μεταξύ να σουλουπωθείς λιγάκι, οι εποχές άλλαξαν, δεν είναι όλοι Βέλτσος, ούτε Θεοδωρόπουλος. Φτιάξου λίγο κι όταν είμαστε έτοιμοι για την έκδοση θα φροντίσω εγώ προσωπικά για το photoshop, μη σε δουν και τους πέσουν στα πατώματα οι ορμόνες πριν φτάσουν στο ταμείο.

Από εκείνο το αγέλαστο απόγευμα εγκατέλειψε τα πάντα : γυναίκα, παιδιά, το βλογ, το φέισμπουκ, τις -λιγοστές πια- μπίρες και τα τσίπουρα έξω, ακόμη κι όλες τις μικρές χαρές που μόνον ένας καναπές και μια δίωρη μελέτη του ταβανιού -στο ίδιο σημείο- μπορεί να προσφέρει απλόχερα. Έγραφε κι έσβηνε ασταμάτητα. Πιο πολύ έσβηνε παρά έγραφε, αν η ιστορία διαδραματιζόταν σαράντα χρόνια πριν, θα στέναζαν οι παραγωγοί συνθετικού καουτσούκ απανταχού της γης, απελπισμένοι που δεν θα μπορούσαν να καλύψουν την υπερβάλλουσα ζήτηση. Σκότωνε κάθε μια λέξη που έγραφε κι έβρισκε αμέσως μετά άλλες τρεις για να την αντικαταστήσει και μετά άλλες τρεις κι άλλες τρεις και τελειωμό δεν είχαν οι φόνοι, κάθε ιστορία που ξεκινούσε κατέληγε ένα μικρό τέρας κι αυτός ένας επίδοξος ατσούμπαλος Φρανκεστάιν.

Μια βδομάδα μετά άρχισε να του ανεβαίνει η πίεση στο 18 και το ζάχαρο στο 190 σαν έφερνε στο μυαλό του την κουβέντα του Ραπτόπουλου «υπάρχουν πόρτες για να μπεις σε μια ιστορία», ενώ αυτός ούτε από τον φεγγίτη μπορούσε να βάλει έστω και μισή βλεφαρίδα μέσα. Θυμήθηκε πως κάποτε διάβαζε -καγχάζοντας- για τον τρόμο του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, του μελλοθάνατου πριν την ένεση, του αρσενικού πριν την πρώτη τζούφια στύση, της σαρανταπεντάρας τη μέρα της αμετάκλητης εμμηνόπαυσης, της πεθεράς απέναντι στην νέα κι όμορφη νύφη, τον πρώτο απλήρωτο λογαριασμό (μετά από αυτόν οι άλλοι είναι συνήθεια). Kανείς όμως από αυτούς δεν μπορούσε -πλέον- να συγκριθεί με τα κομμένα γόνατα απέναντι σε μια παρθένα λευκή σελίδα που πεισματικά αρνιόταν να κηλιδωθεί.

 

Δυο μήνες μετά, ακόμη και η Αγία Τερέζα έμοιαζε Τζίνα Τζέιμσον μπροστά σ’ αυτή τη σελίδα…

and then they were three (maybe four)

25699154.398399

Οι ίδιες γειτονιές, οι ίδιοι δρόμοι. Τα ίδια κτίρια, οι ίδιες φάτσες, τα ίδια παρκάκια. Τα ίδια γεφύρια, οι ίδιες πινακίδες. Τα ίδια χιλιόμετρα. Τα ίδια δέντρα, τα ίδια σκουπίδια, η ίδια μυρωδιά.

Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε στο μυαλό του εκείνος που είπε «όσο μεγαλώνεις αλλάζει η οπτική σου και η θεώρηση των μικρών και των μεγάλων πραγμάτων».

Εγώ είμαι μ’ αυτόν που σκέφτηκε πως μια μέτρια προς κακή ταινία, παραμένει τέτοια όσο κυλάει ο χρόνος. Και πως αν επιμένεις να την ξαναβλέπεις μπας κι ανακαλύψεις κάτι καινούριο, μια χαμένη λεπτομέρεια σ’ ένα πλάνο της, δείχνει πως εμπιστεύεσαι περισσότερο τα μάτια σου παρά το μέσα σου που σου λέει «μη, όχι πάλι».

Α ναι, ήταν κι ο άλλος που είπε πως αυτά τα δυο -μάτια και μέσα- από μια μέρα και μετά χωρίσαν τα τσανάκια τους και δεν ξαναμίλησαν ποτέ..

Εκείνον που άφησε φεύγοντας ένα σημείωμα «σημασία έχει η διαδρομή» έχω να τον δω πολλά πολλά χρόνια. Δεν ξέρω σε ποια σοκάκια τρώει τις μέρες του.

Να βρεθούν όλοι αυτοί μαζί μια μέρα, μπας και συνεννοηθούν και συμφωνήσουν στα ελάχιστα, είναι αδύνατον. Γι αυτό είμαι σίγουρος. Τους ξέρω όλους σα κάλπικες δεκάρες. Εγώ τους μεγάλωσα.

25699165.398399

εκατόν ογδόντα εννιά

24686894

Μόλις είχε βγει από μια δύσκολη ανάρρωση την πήρε τηλέφωνο. Ρώτησε αν χρειάζεται κάτι, οτιδήποτε, οποτεδήποτε, του είπε όχι. Όρθιο όχι, σίγουρο. Καμιά σχέση με τα σακάτικα.

Την άλλη μέρα ξαναπήρε τηλέφωνο, είπε «να ‘ρθω να σε δω ;», άκουσε κάτι σαν «έλα», πήγε, κάθησε ένα τέταρτο, εκείνη -ταλαιπωρημένη αλλά ακόμη όμορφη- ήταν μισοξαπλωμένη σε μια γωνιά του καναπέ σκεπασμένη με μια καφέ κουβέρτα, είδε την ετικέτα, Βέτλανς-Νάουσα, αθάνατες οι γαμιόλες σκέφτηκε, είπαν δέκα σαχλές κουβέντες, την ξαναρώτησε αν θέλει κάτι, είπε όχι, σ’ευχαριστώ, βαριέμαι κλεισμένη μέσα αλλά θα περάσουν οι μέρες, πριν την ενδέκατη κουβέντα της είπε «να πηγαίνω τώρα, μη σηκώνεσαι» κι έφυγε.

Δυο μέρες μετά έστειλε ένα μήνυμα «κερνάω πίτσα και παρέα, όποτε θελήσεις». Πέρασε μισή ώρα, ήρθε απάντηση «καλή ιδέα, σήμερα περιμένω κόσμο, κάποια άλλη μέρα ίσως». Απάντησε σε πέντε λεπτά «όποτε θελήσεις». Κακή ιδέα.

Κύλησαν πολλές άλλες μέρες ίσως. Πάρα πολλές μέρες ίσως. Δεν πήρε τηλέφωνο, δεν έστειλε μήνυμα. Ούτε είδε στο δικό του.

Χρόνια μετά, κάποιο βράδι που σκεφτόταν εκείνην τυλιγμένη με τη Βέτλανς-Νάουσα, χωρίς να ξέρει αν ζει, αν πέθανε, συνειδητοποίησε -επιτέλους- ότι δεν χάθηκαν στο κάποια άλλη μέρα. Στο ίσως χάθηκαν.

from the beginning

23897589

Προχτές αργά το απόγευμα αποφάσισα ότι ο καλλωπισμός πρέπει να πεθάνει. Ήρθε η εποχή να αφήνονται οι λέξεις να βγουν στο δρόμο μονάχες τους, όχι δυο δυο ή τρεις μαζί, ούτε ντυμένες. Γύμνια. Ούτε παπούτσι, ούτε ζακέτα, ούτε βρακί. Αχτένιστες, άλουστες. Όπως τις είδα στη γέννα. Ή αυτές είδαν εμένα, δεν έχει και μεγάλη σημασία ποιός πρώτος.

Να γράφεις «πεινάω». Σκέτο. Καμιά επεξήγηση. Πεινάω. Θέλω να βάλω κάτι μέσα μου, να γεμίσω. Φτάνει, ως εκεί. Το Im starving ακούγεται πιο καμπανιστό, το ίδιο και το λιμοκτονώ αλλά κανείς δεν σε φοβάται αν μπογιατίζεις τις λέξεις. Ασπρόμαυρες -με μια κιτρινίλα, δώρο του χρόνου- έχουν πιο μυτερά δόντια.

Να πληκτρολογείς «σε θέλω». Ούτε ποιάν, ποιόν, ούτε γιατί, ούτε πότε, ούτε τι θα τον, την κάνεις μετά. Σε είδα, χτες, σήμερα ή πρίν δέκα χρόνια και σε θέλω. Δεκάρα δεν δίνω αν ζεις ή αν είσαι αλλουνού ή αλληνής, αν ξέρεις ότι υπάρχω, αν αξίζεις να σε θέλει κανείς, αν αξίζω δεύτερη ματιά. Εγώ σε θέλω. Έτσι.

Να λες «ψόφα». Απ΄τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Χωρίς ετυμηγορία. Χωρίς τύψεις. Ψόφα και φύγε απ’ τον κόσμο μου, πήγαινε να παίξεις ή να σαπίσεις στο δικό σου. Πες το, γράφτο και βάλε τελεία μετά. Αυτό ήταν το λάθος που κάναν οι Archive. Τα υπόλοιπα στιχάκια που στίψαν το μυαλό τους να γεννήσει ήταν βάρος περιττό, ψεύτικο στολίδι, φο μπιζουδάκι στην ατέλειωτη ομορφιά του So fuck you, anyway. Ξέρει αυτός, αυτή, το γιατί. Όλοι μας ξέρουμε το γιατί.

«Κουράστηκα». Έτσι, ξεδιάντροπα και γρήγορα. Για κάποιο λόγο κουράζονται οι άνθρωποι. Για δέκα λόγους, για εκατό. Αν κάτσεις να τους μετρήσεις κουράζεσαι περισσότερο. Μη μετράς.

Να πεις «φύγε». Ένα κενό στο χρόνο. Ούτε πριν, ούτε μετά. Αυτά τα πριν και τα μετά είναι για ιστοριούλες και ποστάκια. Για μόδιστρους των λέξεων. Για λατρεμένες κοπτοραπτούδες. Γυμνά είπαμε. Ούτε ύφασμα, ούτε βελόνι, ούτε κλωστή. Μόνο «φεύγω» μπορείς να φορέσεις, αντί «φύγε». Να το φορέσεις όμως, όχι να σε φορέσει. Μη παρασυρθείς και γυρίσεις πίσω να δεις τι ξέμεινε. Κανείς δεν νοιάζεται να γλύφει αλάτια για να ζωντανέψουν ξανά.

Τα βράδια που με παίρνει ο ύπνος, αυτές οι ηλίθιες λέξεις κάνουν παρέα μεταξύ τους, καθρεφτίζονται, φτιασιδώνονται, χαζογελάνε. Νομίζουν ότι θα μεγαλώσουν και θα γίνουν σκέψεις. Οι γελασμένες, οι φτηνές, οι τιποτένιες. Αφού θα ξυπνήσω και θα λουφάξουν πάλι ολόγυμνες στη γωνιά τους. Όπως ήταν στη γέννα. Τη δικιά τους ή τη δικιά μου, δεν έχει πια σημασία.

Happy Mondays

Νομίζω ότι πολλά blogs που γνώρισα πέθαναν. Κρίμα.

Εδώ και καιρό ήταν σαν τους γέρους στους οίκους ευγηρίας, διηγιόντουσαν πάντα την ίδια -κάποτε ζωντανή- ιστορία με μικρές παραλλαγές, ανάλογα με το τι έδειξε το ζάχαρο, το καρδιογράφημα ή το πιεσόμετρο εκείνη τη μέρα.

Στην αρχή πήγαινες να τους ακούσεις με κάποια αδιόρατη λαχτάρα. Μερικές φορές άφηναν την ιστορία μισοτελειωμένη, για να σε αναγκάσουν -με τον τρόπο τους- να ξαναπάς και την επόμενη μέρα, να τους κρατήσεις συντροφιά. Κάποιες ιστορίες, και κυρίως ο τρόπος που τις διηγιόντουσαν, άξιζαν λίγο απ’ το χρόνο που ξέκοβες από αλλού. Ιδίως όταν έβλεπες τα μάτια τους να λάμπουν, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Πάντα έξω απ’ το παράθυρο έβλεπαν όσο μιλούσαν, σα να θέλαν να σου πουν «ξέρεις, κι εγώ εκεί πέρα ήμουν κάποτε».

Πέρασε ο καιρός, το δωμάτιο άρχισε να μυρίζει γεροντίλα, κλεισούρα, φάρμακα και παραίτηση. Αέρας καθαρός δεν έμπαινε μέσα. Για λέξεις ούτε λόγος. Οι ιστορίες γίναν μια. Η φωνή έβγαινε με δυσκολία, οι παύσεις γινόταν όλο και μεγαλύτερες. Ο χρόνος σου λίγος, το ίδιο και ο δικός τους.

Κάποτε άκουγες στους διαδρόμους ότι στο νούμερο 5 φέραν νέο γέρο κι αποφάσιζες -περισσότερο από περιέργεια παρά από αληθινό ενδιαφέρον- να πας ν΄ακούσεις τι έχει να πει, παράξενο, αλλιώτικα ειπωμένο ή διαφορετικό. Στην αρχή ίσως είχε. Αλλά δεν ήταν παρά ακόμη ένα δωμάτιο που στο τέλος θα μύριζε -κι αυτό- γεροντίλα, κλεισούρα, φάρμακα και παραίτηση.

Άδικα περίμενε ο παλιός να φανείς στο άνοιγμα της πόρτας του. Μπορεί,όμως, και να ένιωθε ανακουφισμένος. Κουράστηκε να λέει την ίδια ιστορία μόνο και μόνο για να μη βλέπει άδειο το δωμάτιο και τη διπλανή καρέκλα, για να μη μένει μονάχος του τις νύχτες με την φοβερή και τρομερή Nurse Ratched. Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεκουραστεί και να συρθεί ν’ ανοίξει, επιτέλους, εκείνο το παράθυρο απέναντι. Περιμένοντας μετά πάνω στα καθαρά σεντόνια τον «Chief» Bromden να δώσει ένα τέλος στην ταινία.

—-

 

 

fuck your manuals

Πρώτα βγάζω απ’ το βάζο δυο ελιές πράσινες, μπαμπατζάνικες, όπως τις έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου. Κρεατωμένες, χαρακωμένες, ξιδάτες, ζουμπουρλούδες. Αυτό το τελευταίο ήταν του παππού. Το ‘χε ένα μικρό παράπονο που η γυναίκα του δεν ήταν διπλόφαρδη. Παραφωνία στη γειτονιά, όπου η πιο αδύνατη ήταν σαν την Angelica του Ρούμπενς. Τότε δεν είχαν ζυγαριές για τους ανθρώπους, τέτοια παραπανίσια άγχη δεν τα χρειάζονταν. Για τα ρύζια μόνο είχαν, για τα βούτυρα, το αλεύρι και τον χύμα τοματοπελτέ. Βάλε και τρεις-τέσσερις θασίτικες, από κείνες τις σταφιδιασμένες. Όση ομορφιά τους λείπει, τόσο λυσσάρες είναι, χυμάνε μες στο στόμα σου και κείνο ίσα που προλαβαίνει να πει «παραδίνομαι, ξεγυμνώστε με, κάντε με ο,τι τραβάει η ψυχή σας».

Στο πλάι απ’ τις ελιές ένα κομμάτι φέτα, τρεις πιρουνιές όλη κι όλη, να τελειώνει πάνω που αρχίζει η καύλα στο στόμα, έτσι, για να τη λαχταράς περισσότερο. Να θες να γλύψεις και τα τρίμματα. Και τη γωνιά απ’ το πιάτο που ξάπλωνε. Φετηδονιστής. Μπορεί από κει να βγήκε και το fetish, θα το ψάξω όταν τελειώσω.

Αγγουράκι κομμένο σε λωρίδες, όχι απ’ τα σποριασμένα, τα τζούφια. Απ’ τα σφιχτά, εκείνα που όταν τα ζουλάς δεν βγάζουν στάλα νερό, πασπαλισμένο με λίγο χοντρό αλάτι. Ραντίζω μετά με ξύδι, για να αντιμιλάει όμορφα η ξυδίλα την ώρα της μπουκιάς. Ξύδι αληθινό ε, όχι τα ξερατά με καραμέλες και χρώματα. Χοντρό αλάτι πέφτει πάνω και σε και μια ντομάτα, ανοιγμένη γαρύφαλλο. Αυτήν θα την τιμήσω και με μια πρέζα ρίγανη. Ή λίγο φρέσκο θυμάρι, αν τα ζουμιά της -την ώρα που χύνονται- με συγκινήσουν πολύ. Αν μυρίζουν ντοματίλα κι όχι κοκκινόνερο.

Κασέρι Ξάνθης. Οr die. Άμα θες γραβιέρα, τράβα Νάξο ή στους -άκηδες. Δικό μου το πιάτο, δικά μου τα κολλήματα. Να τρως και να σκουπίζεις τα λάδια απ’ τα χείλια σου. Μπαμπέτ και μαλακίες..

Άμα έχω καμιά ξεχασμένη αντσούγια στο ψυγείο, έχει καλώς. Θα ζήσει στιγμές δόξας, που τις είχε ξεχάσει από τότε που κολυμπούσε ως γαβράκι. Αν δεν έχω, μπορεί να βρίσκεται λίγος παστουρμάς. Και μια φέτα την κάνει τη δουλειά. Άντε δυο, όχι τρεις, για χόρταση δεν είναι. Θα μυρίζουν μετά τα βρακιά απ’ το τσιμένι, οι μασχάλες, το WC, το σύμπαν. Αλλά έτσι είναι τα καλά και απαγορευμένα, αφήνουν σημάδια πίσω τους. Όσο και να πλυθείς πριν γυρίσεις σπίτι, ακόμη και να γδαρθείς με το σφουγγάρι, πέτσες να κρέμονται από πάνω σου, σα ματωμένη ακακία να μοιάζεις, κάποια στιγμή θα προδοθείς.

Το ψωμί έτοιμο είναι, κομμένο, χτεσινό. Καλά ψωμιά δεν βρίσκεις εύκολα πια, θα βολευτώ μ΄αυτό. Για να μη τρέχουν τα σάλια σου είναι το ψωμί, σαν τις αιμοστατικές γάζες στις ανοιχτές πληγές. Κάνουν δουλειά, ίσα μέχρι να ‘ρθουν τα ράμματα. To τσίπουρο, εν προκειμένω. Με κρύο νερό, λένε. Πάει, malt το κατάντησαν κι αυτό, τίποτε δεν μπορείς να ευχαριστηθείς χωρίς τύψεις. Βάζω όσα παγάκια χωράει το ποτήρι,  fuck your manuals.

Κάτσε δίπλα, πάρε πιρούνι και άρχισε να τσιμπολογάς. Σε προειδοποιώ, μη πεις κουβέντα για το μαύρο μας το χάλι και τα σκουπίδια που παριστάνουν τους σωτήρες, όχι σήμερα, όχι τώρα. Τετρακόσιες λέξεις αράδιασα ο έρμος στο πιατάκι, μισή δεν θα σου κάνει κέφι για να ξεχαστούμε μια στάλα;

——————

αφιερωμένο στο συνεταιράκι μου και στον αγώνα μας να πετύχουμε το πιάτο του ενός ευρώ, κομπλέ