confessions of a mind eater

28382717 (1)

Χλιαρός και μέτριος -mediocre, όπως θα ‘λεγε κι ο αγαπημένος μου Σαλιέρι αν μιλούσε σαιξπηρικά- ήμουν ανέκαθεν, μα αυτό δεν με εμπόδισε από το ν΄αφήνομαι να μου χαιδεύει συχνά πυκνά το μυαλό η Ταγγέρη της παρέας των Μπάροουζ, Μπόουλς και Κέρουακ. Μια Ταγγέρη χωρίς κανέναν απ’ την άχρωμη ράτσα μου στους δρόμους και στα σουκ της. Δεν την αντέχω αυτή τη ράτσα, ούτε καν τη σκιά της, ούτε το άρωμα της γλυκόξινης αποσύνθεσης που με περικυκλώνει όταν διασταυρώνονται οι δρόμοι μας.

Να πάω Ταγγέρη, όπως Ιθάκη.

Ένα κάπου. Στο δρόμο. Αλλά με επιστροφή. Ο χλιαρός δεν θα μ’ εγκαταλείψει ποτέ. Το πιο τεμπέλικο σκυλί, το πιο επίμονο, το πιο πιστό. Πυξίδα και κατάρα.

μισή ώρα, Οκτώβρης του 2013

anna-karina-beautiful-black-and-white-cigarette-collar-Favim.com-180172

Ούτε σε τοίχους χρειάζεται να το δω βαμμένο, ούτε χαραγμένο αδέξια ή με περισσή φροντίδα σε πέτρες, ξύλα ή μάρμαρα, ούτε κολλημένο -γέννημα προβλέψιμων μυαλών- πάνω σε φτηνές λαμαρίνες.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι

Έξω από εισαγωγικά. Μπορεί να το γέννησε η καύλα του ποιητή αλλά δικό μας είναι. Αυτό μαζί το γράψαμε. Και το κατάλαβες με φαίνεται, κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες. Κι ας άναψε με την πρώτη το τσιγάρο

St Jenna

27779638

 

Η συνάντησή του με την υπεύθυνη εκδόσεων κράτησε εφτά λεπτά συν τον χρόνο αναμονής (σαράντα λεπτά μετρημένα δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο) μέχρι να τελειώσει με τον προηγούμενο, κάποιον που έμοιαζε περισσότερο με μελαχρινό Ρέντφορντ στα νιάτα του παρά με γουοναμπή συγγραφέα. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο της, την ώρα που πέρασε δίπλα του μύρισε φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο -Merito μαμάς, σίγουρα- και νέο, ατσαλάκωτο δέρμα ραντισμένο με μια στάλα Creed (δεν πρόλαβε να καταλάβει αν ήταν Royal Water ή η Royal Oud). Mούδιασε η οσχεϊκή ραφή του. Μ’ αυτούς πήγαινε να παραβγεί; και νέοι και ωραίοι και μυροβόλοι και γεννήτριες λέξεων; μ’ αυτούς που η φωτογραφία τους και μόνο πάνω στο οπισθόφυλλο θα έδινε από χέρι τρεις με τέσσερις εκδόσεις παραπάνω;

Ξάφνου ένιωσε πολύ άβολα με τις ρυτίδες που είχε φορτωμένες πάνω του, με τα παραπανίσια κιλά του, με την αληθινή εικόνα του. Ωραία ήταν τα άβαταρ και τα ψευδώνυμα μα δεν κρατάνε ισόβια.  Τώρα στον προθάλαμο ήταν αργά για όπισθεν, υποταγή ή θάνατος. Όχι τόσο τραγικά δηλαδή αλλά πάντα του άρεσε να παρασταίνει την drama queen, ανέκαθεν προτιμούσε η μετεμψύχωση να τον βρει κομπάρσο σε b-movie παρά πρωταγωνιστή σε μιούζικαλ.

Για να γραφτεί με λεπτομέρειες το τι έγινε εντός του μέσα στα επτά αυτά λεπτά, χρειάζεται τόσο μελάνι όσο έχει ένα κοπάδι σουπιές σε ωορρηξία. Για όσους δεν έχουν εμπειρία με καυλωμένα μαλάκια, αυτό σημαίνει «πάρα πολύ». Ας συνοψιστούν, όμως, τα βασικά : η λεγάμενη ήταν προσωποποιημένη η Ingrid Thullin στο Salon Kitty. Χωρίς τις ζαρτιέρες, έχει και το kinky τα όριά του καταμεσής Αυγούστου. Υπήρξε σαφής, σύντομη και απόλυτη :

Διαβάσαμε αυτό που έστειλες. Ίσως μας κάνει. Κανείς δεν ζει από τα βιβλία σήμερα, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα βγάλεις ένα χαρτζιλίκι όσο οι βενζίνες δυο μηνών, στην ιδανική θα αγοράσεις δυο εισιτήρια με τη Ryanair χωρίς εξτρά βαλίτσες, στην πιο πιθανή θα δεις το βιβλίο σου να κυλιέται σε κάθε πάγκο και πανηγύρι απανταχού της επικράτειας, στην χειρότερη θα το δίνουν δώρο με κάθε τσελεμεντέ μέχρι να ανακυκλωθεί. Είμαστε σοβαρό μαγαζί, λεφτά δεν θα σου ζητήσουμε για την έκδοση, βγάζουμε χίλια κομμάτια, πληρώνεις και παίρνεις 100 και τα κάνεις ο,τι θες. Απρίλιο το θέλω τελειωμένο, μπας και προλάβουμε τις ξαπλώστρες και τις μεγαλοκοπέλες, σύμφωνος;

Ήταν εξίσου αποφασιστικός :

Στους ιρλανδούς δεν μπαίνω ούτε για να με πάνε απ΄το ένα τέρμιναλ στο άλλο, οι πάγκοι δεν με πληγώνουν αρκεί να μην πουλιέται στις λαϊκές στην πόλη μου και ξεφτιλιστώ βαριά, οι βενζίνες για δυο μήνες καλά μου ακούγονται, με την ανακύκλωση έχω καλές σχέσεις. Είκοσι αντίτυπα θα χρειαστώ, δεν έχω λεφτά για εκατό. Σύμφωνος.

Την ώρα που την αποχαιρετούσε (κι αφού η συμφωνία έκλεισε στα πενήντα), του είπε -κοιτώντας αδιάφορα και παγωμένα τις σημειώσεις πάνω στο γραφείο της- : κοίτα στο μεταξύ να σουλουπωθείς λιγάκι, οι εποχές άλλαξαν, δεν είναι όλοι Βέλτσος, ούτε Θεοδωρόπουλος. Φτιάξου λίγο κι όταν είμαστε έτοιμοι για την έκδοση θα φροντίσω εγώ προσωπικά για το photoshop, μη σε δουν και τους πέσουν στα πατώματα οι ορμόνες πριν φτάσουν στο ταμείο.

Από εκείνο το αγέλαστο απόγευμα εγκατέλειψε τα πάντα : γυναίκα, παιδιά, το βλογ, το φέισμπουκ, τις -λιγοστές πια- μπίρες και τα τσίπουρα έξω, ακόμη κι όλες τις μικρές χαρές που μόνον ένας καναπές και μια δίωρη μελέτη του ταβανιού -στο ίδιο σημείο- μπορεί να προσφέρει απλόχερα. Έγραφε κι έσβηνε ασταμάτητα. Πιο πολύ έσβηνε παρά έγραφε, αν η ιστορία διαδραματιζόταν σαράντα χρόνια πριν, θα στέναζαν οι παραγωγοί συνθετικού καουτσούκ απανταχού της γης, απελπισμένοι που δεν θα μπορούσαν να καλύψουν την υπερβάλλουσα ζήτηση. Σκότωνε κάθε μια λέξη που έγραφε κι έβρισκε αμέσως μετά άλλες τρεις για να την αντικαταστήσει και μετά άλλες τρεις κι άλλες τρεις και τελειωμό δεν είχαν οι φόνοι, κάθε ιστορία που ξεκινούσε κατέληγε ένα μικρό τέρας κι αυτός ένας επίδοξος ατσούμπαλος Φρανκεστάιν.

Μια βδομάδα μετά άρχισε να του ανεβαίνει η πίεση στο 18 και το ζάχαρο στο 190 σαν έφερνε στο μυαλό του την κουβέντα του Ραπτόπουλου «υπάρχουν πόρτες για να μπεις σε μια ιστορία», ενώ αυτός ούτε από τον φεγγίτη μπορούσε να βάλει έστω και μισή βλεφαρίδα μέσα. Θυμήθηκε πως κάποτε διάβαζε -καγχάζοντας- για τον τρόμο του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, του μελλοθάνατου πριν την ένεση, του αρσενικού πριν την πρώτη τζούφια στύση, της σαρανταπεντάρας τη μέρα της αμετάκλητης εμμηνόπαυσης, της πεθεράς απέναντι στην νέα κι όμορφη νύφη, τον πρώτο απλήρωτο λογαριασμό (μετά από αυτόν οι άλλοι είναι συνήθεια). Kανείς όμως από αυτούς δεν μπορούσε -πλέον- να συγκριθεί με τα κομμένα γόνατα απέναντι σε μια παρθένα λευκή σελίδα που πεισματικά αρνιόταν να κηλιδωθεί.

 

Δυο μήνες μετά, ακόμη και η Αγία Τερέζα έμοιαζε Τζίνα Τζέιμσον μπροστά σ’ αυτή τη σελίδα…

and then they were three (maybe four)

25699154.398399

Οι ίδιες γειτονιές, οι ίδιοι δρόμοι. Τα ίδια κτίρια, οι ίδιες φάτσες, τα ίδια παρκάκια. Τα ίδια γεφύρια, οι ίδιες πινακίδες. Τα ίδια χιλιόμετρα. Τα ίδια δέντρα, τα ίδια σκουπίδια, η ίδια μυρωδιά.

Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε στο μυαλό του εκείνος που είπε «όσο μεγαλώνεις αλλάζει η οπτική σου και η θεώρηση των μικρών και των μεγάλων πραγμάτων».

Εγώ είμαι μ’ αυτόν που σκέφτηκε πως μια μέτρια προς κακή ταινία, παραμένει τέτοια όσο κυλάει ο χρόνος. Και πως αν επιμένεις να την ξαναβλέπεις μπας κι ανακαλύψεις κάτι καινούριο, μια χαμένη λεπτομέρεια σ’ ένα πλάνο της, δείχνει πως εμπιστεύεσαι περισσότερο τα μάτια σου παρά το μέσα σου που σου λέει «μη, όχι πάλι».

Α ναι, ήταν κι ο άλλος που είπε πως αυτά τα δυο -μάτια και μέσα- από μια μέρα και μετά χωρίσαν τα τσανάκια τους και δεν ξαναμίλησαν ποτέ..

Εκείνον που άφησε φεύγοντας ένα σημείωμα «σημασία έχει η διαδρομή» έχω να τον δω πολλά πολλά χρόνια. Δεν ξέρω σε ποια σοκάκια τρώει τις μέρες του.

Να βρεθούν όλοι αυτοί μαζί μια μέρα, μπας και συνεννοηθούν και συμφωνήσουν στα ελάχιστα, είναι αδύνατον. Γι αυτό είμαι σίγουρος. Τους ξέρω όλους σα κάλπικες δεκάρες. Εγώ τους μεγάλωσα.

25699165.398399

εκατόν ογδόντα εννιά

24686894

Μόλις είχε βγει από μια δύσκολη ανάρρωση την πήρε τηλέφωνο. Ρώτησε αν χρειάζεται κάτι, οτιδήποτε, οποτεδήποτε, του είπε όχι. Όρθιο όχι, σίγουρο. Καμιά σχέση με τα σακάτικα.

Την άλλη μέρα ξαναπήρε τηλέφωνο, είπε «να ‘ρθω να σε δω ;», άκουσε κάτι σαν «έλα», πήγε, κάθησε ένα τέταρτο, εκείνη -ταλαιπωρημένη αλλά ακόμη όμορφη- ήταν μισοξαπλωμένη σε μια γωνιά του καναπέ σκεπασμένη με μια καφέ κουβέρτα, είδε την ετικέτα, Βέτλανς-Νάουσα, αθάνατες οι γαμιόλες σκέφτηκε, είπαν δέκα σαχλές κουβέντες, την ξαναρώτησε αν θέλει κάτι, είπε όχι, σ’ευχαριστώ, βαριέμαι κλεισμένη μέσα αλλά θα περάσουν οι μέρες, πριν την ενδέκατη κουβέντα της είπε «να πηγαίνω τώρα, μη σηκώνεσαι» κι έφυγε.

Δυο μέρες μετά έστειλε ένα μήνυμα «κερνάω πίτσα και παρέα, όποτε θελήσεις». Πέρασε μισή ώρα, ήρθε απάντηση «καλή ιδέα, σήμερα περιμένω κόσμο, κάποια άλλη μέρα ίσως». Απάντησε σε πέντε λεπτά «όποτε θελήσεις». Κακή ιδέα.

Κύλησαν πολλές άλλες μέρες ίσως. Πάρα πολλές μέρες ίσως. Δεν πήρε τηλέφωνο, δεν έστειλε μήνυμα. Ούτε είδε στο δικό του.

Χρόνια μετά, κάποιο βράδι που σκεφτόταν εκείνην τυλιγμένη με τη Βέτλανς-Νάουσα, χωρίς να ξέρει αν ζει, αν πέθανε, συνειδητοποίησε -επιτέλους- ότι δεν χάθηκαν στο κάποια άλλη μέρα. Στο ίσως χάθηκαν.

from the beginning

23897589

Προχτές αργά το απόγευμα αποφάσισα ότι ο καλλωπισμός πρέπει να πεθάνει. Ήρθε η εποχή να αφήνονται οι λέξεις να βγουν στο δρόμο μονάχες τους, όχι δυο δυο ή τρεις μαζί, ούτε ντυμένες. Γύμνια. Ούτε παπούτσι, ούτε ζακέτα, ούτε βρακί. Αχτένιστες, άλουστες. Όπως τις είδα στη γέννα. Ή αυτές είδαν εμένα, δεν έχει και μεγάλη σημασία ποιός πρώτος.

Να γράφεις «πεινάω». Σκέτο. Καμιά επεξήγηση. Πεινάω. Θέλω να βάλω κάτι μέσα μου, να γεμίσω. Φτάνει, ως εκεί. Το Im starving ακούγεται πιο καμπανιστό, το ίδιο και το λιμοκτονώ αλλά κανείς δεν σε φοβάται αν μπογιατίζεις τις λέξεις. Ασπρόμαυρες -με μια κιτρινίλα, δώρο του χρόνου- έχουν πιο μυτερά δόντια.

Να πληκτρολογείς «σε θέλω». Ούτε ποιάν, ποιόν, ούτε γιατί, ούτε πότε, ούτε τι θα τον, την κάνεις μετά. Σε είδα, χτες, σήμερα ή πρίν δέκα χρόνια και σε θέλω. Δεκάρα δεν δίνω αν ζεις ή αν είσαι αλλουνού ή αλληνής, αν ξέρεις ότι υπάρχω, αν αξίζεις να σε θέλει κανείς, αν αξίζω δεύτερη ματιά. Εγώ σε θέλω. Έτσι.

Να λες «ψόφα». Απ΄τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Χωρίς ετυμηγορία. Χωρίς τύψεις. Ψόφα και φύγε απ’ τον κόσμο μου, πήγαινε να παίξεις ή να σαπίσεις στο δικό σου. Πες το, γράφτο και βάλε τελεία μετά. Αυτό ήταν το λάθος που κάναν οι Archive. Τα υπόλοιπα στιχάκια που στίψαν το μυαλό τους να γεννήσει ήταν βάρος περιττό, ψεύτικο στολίδι, φο μπιζουδάκι στην ατέλειωτη ομορφιά του So fuck you, anyway. Ξέρει αυτός, αυτή, το γιατί. Όλοι μας ξέρουμε το γιατί.

«Κουράστηκα». Έτσι, ξεδιάντροπα και γρήγορα. Για κάποιο λόγο κουράζονται οι άνθρωποι. Για δέκα λόγους, για εκατό. Αν κάτσεις να τους μετρήσεις κουράζεσαι περισσότερο. Μη μετράς.

Να πεις «φύγε». Ένα κενό στο χρόνο. Ούτε πριν, ούτε μετά. Αυτά τα πριν και τα μετά είναι για ιστοριούλες και ποστάκια. Για μόδιστρους των λέξεων. Για λατρεμένες κοπτοραπτούδες. Γυμνά είπαμε. Ούτε ύφασμα, ούτε βελόνι, ούτε κλωστή. Μόνο «φεύγω» μπορείς να φορέσεις, αντί «φύγε». Να το φορέσεις όμως, όχι να σε φορέσει. Μη παρασυρθείς και γυρίσεις πίσω να δεις τι ξέμεινε. Κανείς δεν νοιάζεται να γλύφει αλάτια για να ζωντανέψουν ξανά.

Τα βράδια που με παίρνει ο ύπνος, αυτές οι ηλίθιες λέξεις κάνουν παρέα μεταξύ τους, καθρεφτίζονται, φτιασιδώνονται, χαζογελάνε. Νομίζουν ότι θα μεγαλώσουν και θα γίνουν σκέψεις. Οι γελασμένες, οι φτηνές, οι τιποτένιες. Αφού θα ξυπνήσω και θα λουφάξουν πάλι ολόγυμνες στη γωνιά τους. Όπως ήταν στη γέννα. Τη δικιά τους ή τη δικιά μου, δεν έχει πια σημασία.

Happy Mondays

Νομίζω ότι πολλά blogs που γνώρισα πέθαναν. Κρίμα.

Εδώ και καιρό ήταν σαν τους γέρους στους οίκους ευγηρίας, διηγιόντουσαν πάντα την ίδια -κάποτε ζωντανή- ιστορία με μικρές παραλλαγές, ανάλογα με το τι έδειξε το ζάχαρο, το καρδιογράφημα ή το πιεσόμετρο εκείνη τη μέρα.

Στην αρχή πήγαινες να τους ακούσεις με κάποια αδιόρατη λαχτάρα. Μερικές φορές άφηναν την ιστορία μισοτελειωμένη, για να σε αναγκάσουν -με τον τρόπο τους- να ξαναπάς και την επόμενη μέρα, να τους κρατήσεις συντροφιά. Κάποιες ιστορίες, και κυρίως ο τρόπος που τις διηγιόντουσαν, άξιζαν λίγο απ’ το χρόνο που ξέκοβες από αλλού. Ιδίως όταν έβλεπες τα μάτια τους να λάμπουν, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Πάντα έξω απ’ το παράθυρο έβλεπαν όσο μιλούσαν, σα να θέλαν να σου πουν «ξέρεις, κι εγώ εκεί πέρα ήμουν κάποτε».

Πέρασε ο καιρός, το δωμάτιο άρχισε να μυρίζει γεροντίλα, κλεισούρα, φάρμακα και παραίτηση. Αέρας καθαρός δεν έμπαινε μέσα. Για λέξεις ούτε λόγος. Οι ιστορίες γίναν μια. Η φωνή έβγαινε με δυσκολία, οι παύσεις γινόταν όλο και μεγαλύτερες. Ο χρόνος σου λίγος, το ίδιο και ο δικός τους.

Κάποτε άκουγες στους διαδρόμους ότι στο νούμερο 5 φέραν νέο γέρο κι αποφάσιζες -περισσότερο από περιέργεια παρά από αληθινό ενδιαφέρον- να πας ν΄ακούσεις τι έχει να πει, παράξενο, αλλιώτικα ειπωμένο ή διαφορετικό. Στην αρχή ίσως είχε. Αλλά δεν ήταν παρά ακόμη ένα δωμάτιο που στο τέλος θα μύριζε -κι αυτό- γεροντίλα, κλεισούρα, φάρμακα και παραίτηση.

Άδικα περίμενε ο παλιός να φανείς στο άνοιγμα της πόρτας του. Μπορεί,όμως, και να ένιωθε ανακουφισμένος. Κουράστηκε να λέει την ίδια ιστορία μόνο και μόνο για να μη βλέπει άδειο το δωμάτιο και τη διπλανή καρέκλα, για να μη μένει μονάχος του τις νύχτες με την φοβερή και τρομερή Nurse Ratched. Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεκουραστεί και να συρθεί ν’ ανοίξει, επιτέλους, εκείνο το παράθυρο απέναντι. Περιμένοντας μετά πάνω στα καθαρά σεντόνια τον «Chief» Bromden να δώσει ένα τέλος στην ταινία.

—-