reasons to be cheerful (part 1,2,3 & 4)

29535577

Εφτά φεύγουμε απ΄το σπίτι της.  «Πεινάω σα λύκος», λέει, «απ’ τις έξη σε περίμενα και είμαι με ένα κουλούρι σήμερα η αρκούδα».

Εντάξει, πενηνταένα κιλά άνθρωπο στο ένα και εξηνταεφτά δεν τον λες και λύκο, πόσο μάλλον αρκούδα αλλά αυτό το «ένα κουλούρι» (κι ας είναι θεσσαλονικώτικο, απ΄αυτά με την τρύπα στη σωστή θέση) εξηγεί πολλά για την πείνα.

Κυλικείο στη Σχολή δεν έχετε παιδί μου;

Έχουμε

Μόνο κουλούρια πουλάει;

Όχι

Tίποτε άλλο να σε ψυχοπιάσει δεν είχε;

Είχε

Σήμερα είναι η μέρα των μονολεκτικών απαντήσεων;

Έλα, κρυάδες

Δεν ήταν. Τουλάχιστον να ξέρω που βρίσκομαι ως προς το πλαφόν ερωτήσεων.

Κλειδώνει και ρωτάει «να πάρω λεφτά μαζί;», «δεν είσαι σοβαρή, είσαι μαζί μου και θα πάρεις λεφτά; άμα θες βάλε ένα τάλιρο για να μη νιώθει το πορτοφόλι μοναξιά», «τόσα έχω, να πάρω κανένα εικοσάρικο;», «σοβαρέψου». Eίπε ο Άρχων της Σωφροσύνης.

Πηγαίνει προς την στάση του αστικού. Την αποπαίρνω, «έλα παιδάκι μου που θα ανεβαίνουμε στα αστικά, παίρνουμε ένα ταξί και πάμε σε δυο λεπτά, που θα περιμένω τώρα σε στάσεις». Τα παιδιά είναι σκληρά σήμερα, σεβασμός μηδέν. «Έλα ρε Άδωνι που ζορίζεσαι στα λεωφορεία». Δεν απαντώ, χαμένος θα βγω. Σηκώνω χέρι, ορμάνε προς τα πάνω μας τρία ταξί, κερδίζει ένα που παραλίγο θα μας πάταγε απ’ τη βιασύνη, μπαίνουμε, δίνουμε στίγμα, σε τρία λεπτά μας αφήνει, «τρία και είκοσι, το ελάχιστο», δίνω τρεισήμισι, άμα βγαίνεις έξω με το παιδί σου -πέντε φορές το χρόνο, κι αν- είσαι λαρτζ σε όλα. Ο Βασιλιάς του Δίνειν.

Περπατάμε και χαζεύουμε καφέ, βιτρίνες, δισκάδικα, ανάπηρους, περίπτερα, κάδους, περιστέρια, τη θάλασσα. Περπατάμε, την αγκαλιάζω, τη φιλάω στο κεφάλι, τραβάω το χέρι και πιάνεται το μανίκι στα μαλλιά της. Το ξεμπλέκω, με πολύπλοκη διαδικασία. «Μπορείς σε παρακαλώ να ελέγχεις λίγο περισσότερο τον ενθουσιασμό σου πριν μείνω εντελώς φαλακρή;». Σεβασμός υπό το μηδέν. Χαμογελάω όμως και μέσα μου βράζω, «όταν ο άλλος σε στριμώχνει και σ’αγκαλιάζει και σου κάνει το μαλλί μαντάρα, τσιμουδιά όμως, ε ; ε ;», αυτά τα σκέφτεσαι και τα θάβεις γρήγορα γιατί άμα μεγαλώσουν βγάζουν και μαχαίρι και το στρίβουν στην πληγή και τέλος πάντων, άμα έχεις κορίτσια ξέρεις, άμα δεν έχεις διάβαζε να μαθαίνεις.

Πού θα πάμε;

Δεν έχω ιδέα, αλλά με τρομάζει η ψυχραιμία μου.

Θα δεις

Να δω αλλά σήμερα. Αύριο θα είναι αργά, θα χρειάζομαι ορό

Οι εξυπνάδες της μάνας της, καρμπόν. Στη μια παίρνεις κι άλλη μια -βελτιωμένη έκδοση- δώρο.

Περνάμε ένα, δυο, τρία.

Δεν σ’ αρέσουν αυτά; καλά είναι, φάτσα Θερμαικό

Δεν έχουν κόσμο μέσα. Άρα τα φοβάμαι. Λίγο πιο κάτω πάμε.

Ξέρεις πού πάμε ρε μπαμπά;

Τrust me

Ώπα ο κέμπριτζ

Ο ποιος;

Δικά μου, άσ’το

Αριστερά ΑΤΜ. Σταματώ και βάζω κάρτα.

Είπες να μην πάρω λεφτά

Τι σχέση έχει αυτό;

Ε και τι θα βγάλεις από κει; νερό ή καφέ;

Σοβαρέψου

Εγώ;

Δρόμο έχω μετά, ας βρίσκονται στην τσέπη, δεν ξέρεις

Μα θα σου δώσω εγώ απ’ το σπίτι, μου τα δίνεις την Παρασκευή που θα ΄ρθω

Σοβαρέψου

Ενώ εσύ ,ε ;

Τα ηλίθια τα ATM έχουν γεννηθεί για να σε ρεζιλεύουν στα παιδιά σου, την πιο ακατάλληλη στιγμή. Λυπόταν το γαμωμηχάνημα αλλά δεν θα μπορούσε να μου δώσει ευρώ τσακιστό εκείνη την ώρα.

Πάμε, δεν βγάζει, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς δεν τα χρειάζομαι

Και γιατί πήγες να κάνεις ανάληψη; κάνεις συλλογή από χαρτάκια;

Καρμπόν λέμε. Μια συν μια δώρο. Και το κακό –στο λένε αφού απομακρυνθείς απ’ το ταμείο – είναι ότι κρατάς την πρώτη και κάποια στιγμή σου παίρνουν την δεύτερη. Διάβαζε να μαθαίνεις.

Φτάνουμε εκεί που καφέδες ήπια, δυο τρεις φορές αλλά δεν κάθισα για φαγητό ποτέ. Κρίνοντας απ’ την τιμή του καφέ, το ψωμί πρέπει να χρεώνεται ένα δεκάρικο. Και βάλε. Κοντοστάθηκα για νανοσεκόντ έξω απ’ την πόρτα πριν πω «εδώ είμαστε». Μερικά παιδιά καταλαβαίνουν τι σκέφτεσαι πριν καν εμφανιστεί στους νευρώνες του μυαλού σου.

«Ξέ-χνα το»

«Γιατί; αφού στο έχω πει δέκα φορές ότι ήθελα να ρθουμε εδώ με την πρώτη ευκαιρία»

«Ο-χι»

«Ναι, λοιπόν, πάνω όροφο, πρώτο τραπέζι μπροστά, δρόμος και θάλασσα, τέλεια»

«Δεν θέλω ρε παιδάκι μου εδώ, πέντε ευρώ ο καφές κάνει, σου περισσεύουν εξήντα ευρώ;»

«Μπορείς για μια μέρα να αφήσεις τα κομμουνιστικά; θέλω εγώ, άσε τα πείσματα, αφού κι εσύ θες κατά βάθος»

«Δεν θα στο συγχωρήσω ποτέ αυτό, ποτέ»

«Καλά, μπορώ να ζήσω κι έτσι»

Μιλούσαμε κι έψαχνα με την άκρη του ματιού κανένα εξημερωμένο ATM. Τίποτε. Όταν τα χρειάζεσαι, έχουν πέσει όλα για ύπνο απ΄τις εφτά το απόγευμα. Το κοντινότερο σίγουρα θα ήταν κατά Χαριλάου μεριά. Αλλά δεν βλέπεις θάλασσα εκεί. Ακόμη. Με τον Μπουτάρη ποτέ δεν είσαι σίγουρος.

Μπαίνουμε, ανεβαίνουμε, πέντε παρέες, όλες για καφέ. Ωραία, και δυο τραπέζια μπροστά γεμάτα, για φαγητό. Με εμάς τρία. Στα έξη. Καλό ποσοστό εν μέσω κρίσης, καθημερινή, νωρίς. Έχει ζέστη, η θέα είναι ψυχοταίστρα, έχει ωραία μουσική, σωστό φωτισμό, η μικρή είναι δίπλα μου, έχω ξεχάσει όλα τα άσχημα, ακόμη και τα ATM. Δε γαμιέται, σκέφτομαι, γι αυτό υπάρχουν και πιστωτικές. Βολεύομαι, κάθεται πλάι μου, «ωραία είναι;», «βρε ωραία είναι αλλά δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ», χαμογελάω, θέλω να της χαϊδέψω τα μαλλιά αλλά θα μας ακούσουν μέχρι τον Εύοσμο και την Καλαμαριά μετά, δεν είναι εποχές αυτές για να ξεφτιλιζόμαστε σε δυτικές και ανατολικές συνοικίες.

Στο πορτοφόλι υπάρχουν σαρανταοκτώ ευρώ και κάτι κέρματα, λιμά. Έκπληξη ήθελα να της κάνω, να τη δω, να πιούμε έναν καφέ μαζί, να φύγω. Δεν ξεκινάς με βιβλιάριο καταθέσεων όταν πας να κάνεις έκπληξη. Τώρα σαρανταοκτώ ευρώ συν τρεις πιστωτικές. Αφού η ανάληψης δεν τα κατάφερε, θα καθαρίσουν αυτές. Βενζίνη για την επιστροφή έχω. Αλλά πρέπει να χωρίσω τέσσερα κι ογδόντα για τα διόδια. Συν τρία και είκοσι για το ταξί. Εκτός κι αν πάρουμε το 3 ή 31 ή δεν ξέρω γω πως είναι βαφτισμένο, που θα μας αφήσει εκατό μέτρα απ’ το σπίτι. Αλλά όταν τη βγάζει έξω ο μπαμπάς, δεν μπαίνουμε σε αστικό. Σκέφτεται ο μικροαστός. Που είναι ευτυχισμένος τώρα και τίποτε δεν μπορεί να του τσαλακώσει αυτή την ευτυχία.

Εκτός από τον σερβιτόρο.

Που μας αφήνει από έναν κατάλογο, συν έναν για τα ποτά, συν μια διευκρίνιση «υπάρχουν και δυο πιάτα ημέρας που δεν υπάρχουν στον κατάλογο» συν ένα κερασάκι για την τούρτα «και πρέπει να σας ενημερώσω ότι δεν δεχόμαστε πιστωτικές κάρτες».

Είναι πολύ μαλάκας ο υπεύθυνος ηλεκτροφωτισμού της πόλης τελικά. Έσβησε όλα τα φώτα στην παραλιακή απ΄τις εφτάμιση το απόγευμα. Ο βλάκας.

Λέω στον σερβιτόρο «σ’ευχαριστώ, σε πέντε λεπτά θα είμαστε έτοιμοι» και χώνομαι μέσα στον κατάλογο. Πολύ μέσα. Σχεδόν κρύβομαι μέσα στις σελίδες για να μη δει η μικρή τα μούτρα μου που πάνε να σκάσουν από τα νεύρα, τα παιδιά όμως σήμερα καταλαβαίνουν το αίμα πριν καν χυθεί, το μυρίζουν όταν πηχτώνει και κυλάει πιο δύσκολα μέσα στις φλέβες και τις αρτηρίες, «σου το λεγα εγώ, θα σε φάει το πείσμα σου» , «μμμ, έχουν και ριζότο, μια χαρά, διάλεξε τι θέλεις για να δω κι εγώ τι θα πάρω», «θα σε σκοτώσω μόλις βγούμε έξω» , «ωραία αυτά τα tempura λαχανικών, να τον ρωτήσω τι είναι», «είσαι απίστευτος γαμώτο, μ΄έφερες εδώ που το μόνο μονοψήφιο είναι το κουβέρ», «σταμάτα να σκέφτεσαι τα λεφτά, άμα μας φέρει τη δραχμή ο δικός σου τότε να αρχίσεις να τα μελετάς, μάθε να ευχαριστιέσαι τα ωραία χωρίς τύψεις», «ο δικός μου σε μάρανε, όχι τα λούσα που θες, με ένα πενηντάρικο που θα δώσεις εδώ βγάζεις εισιτήριο για Ρώμη γαμώτο, θα σε σκοτώσω».

Ναι αλλά άμα βγάλεις εισιτήριο για Ρώμη, δεν θα πάμε μαζί. Οπότε θα το φάω εδώ το πενηντάρικο, μαζί σου. Οι καλές σκέψεις, οι υστερόβουλες, από μέσα γίνονται και δεν βλέπουν ποτέ το φως. Γιατί μετά θα ακουστούμε μέχρι τη Χαλκιδική. Και δε μ΄αρέσει καθόλου η Χαλκιδική, όχι να με πιάνουν και στο στόμα τους κιόλας.

Είπε «πενηντάρικο».

Γιατί είπε «πενηντάρικο» ;

Μαλακισμένα ΑΤΜ. Μαλάκες μαγαζάτορες. Δεν θα σας έδινα κάρτα του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου, απ τις καλές θα σας έδινα. Εθνικές, Alpha, τέτοιες χρυσές και ασημένιες. Ηλίθια όντα. Βλαμμένοι.

Τι σκέφτεσαι να πάρεις;

Δεν ξέρω μωρό μου, δεν πολυπεινάω κιόλας, έχω και χιλιόμετρα μετά, μια σαλάτα και ένα ποτήρι κρασί μια χαρά μου φαίνονται

Σαλάτα; με οκτώ και δέκα ευρώ σαλάτα; Από πού τα φέρνουν τα μαρούλια δηλαδή; από τα Χάροντς;

Δεν πουλάνε μαρούλια στα Χάροντς αγάπη μου

Καλά, μιάμιση φορά πήγες, μας πουλάς και μούρη

Ίδιες ρε πούστη μου. Twins. Evil.

Εγώ θα πάρω αυτά τα μπιφτεκάκια με τη μοτσαρέλα και το pesto.

Δεν θέλεις ριζότο;

Δώδεκα ευρώ για ριζότο δεν δίνω

Εγώ θα δώσω

Τότε φάε εσύ ριζότο

Δεν θέλω να φάω ριζότο. Ταλιατέλες με σύγλινο και μορέλες θα φάω

Μπλιαχ λέμε, μπλιαχ, με μορέλες μεγάλωσες εσύ; τι είναι οι μορέλες θεέ μου; ποιανού κόρη είμαι γαμώτο;

Καλά, όταν θα γίνει ο δικός σου κυβέρνηση και θα τρώμε μόνο λαχανίδες τότε ξανακάνε μπλιαχ

Be serious

Ώπα η οξφορδιανή

Με κοιτάει λοξά δολοφονικά, είναι όμορφη και όταν αγριεύει. Μη σου πω και πιο όμορφη.

Στο χρώσταγα μωρό, πάτσι, να παραγγείλουμε τώρα;

Παραγγείλαμε.

Δεν είχε το κόκκινο που ήθελε, του είπε «λευκό όχι ξηρό, τι;», της πρότεινε ο “dendexomastepistotikeskardiamou” ένα moscato d’asti, είπε «εντάξει», το τρελάθηκε. Kι εγώ μαζί. Που με κάθε μπουκιά έκανα προσθέσεις και αφαιρέσεις ανάμεσα σε κουβέντες και χαμόγελα και γέλια και ωραίες σκέψεις.

Τα σκουπίσαμε τα πιάτα μας πάντως. Και παραδέχτηκε «είχες δίκιο τελικά, όλα ήταν πολύ ωραία, η παρέα όμως περισσότερο». Και έλιωσα από ευτυχία εκεί μπροστά σε όλους αλλά συνήλθα και ξαναστερεοποιήθηκα, μη νομίζουν πως δοκιμάζω κόλπα για να εξαφανιστώ πριν έρθει ο λογαριασμός.

Που ήρθε, γύρω στις εννιά παρά και έλεγε «40». Στρόγγυλα.

Υπό άλλες συνθήκες θα ‘λεγες «ρε τους γαμιόληδες, κρίση, ξεκρίση, δεν χαμπαριάζουν τίποτε». Τώρα όμως ξεφυσάς ανακουφισμένος και σου ξεφεύγει ένα «δεν ήταν και πολλά τελικά» για να εισπράξεις το «είσαι εκτός τόπου και χρόνου εσύ, δεν πας καλά, το λέει και η μαμά». Νταξ, το εμπεδώσαμε.

Πάντως με άφησε και της έφτιαξα ένα τσουλούφι που έκρυβε το δεξί της μάτι, αδιαμαρτύρητα. Και είπε «σ’ ευχαριστώ, παραήταν όμορφα» και μετά είπαμε κι άλλα δικά μας την ώρα που σηκωθήκαμε και κατεβαίναμε τα σκαλιά και βγήκαμε στο δρόμο και με άφησε -ίσως είχε πυρετό, δεν ξέρω- να την πάρω αγκαλιά για τριάντα δευτερόλεπτα και είπε μετά «πάμε στη στάση» και είπα «δεν πας καλά, δεν τα βλέπεις τα ταξί κει πίσω; σαν την Κριστίν περιμένουν να δουν σηκωμένο χέρι για να ανάψουν φώτα και να χυμήξουν», και είπε «σαν ποιάν;» και δεν πειράζει που δεν τα ξέρουν όλα, ήδη ξέρουν πολλά και μαθαίνουν κι άλλα και μεις μαζί τους, δεκατόσα χρόνια πριν την έβαζα σε παιχνίδια στη Σαλαμίνα, τώρα πίναμε μαζί κρασιά από την άλλη πλευρά της πόλης και άμα είναι να μπορείς να αγοράζεις λίγη ευτυχία με σαράντα ευρώ, λες χαλάλι και τα σαράντα κι αν με άκουγε –ή με διάβαζε- θα έλεγε «τα καλύτερα δεν θέλουν λεφτά» και θα της έλεγα «το ξέρω παιδάκι μου, μα άλλα είπαν οι Flying Lizards » και θα ‘ λεγε «οι ποιοί;» και μετά δεν θα τελείωνε ποτέ αυτό το ποστ.

Όταν πάρκαρα στην πυλωτή, δυο ώρες και δέκα λεπτά αργότερα, είχα στην τσέπη εβδομήντα λεπτά ακριβώς. Αλλά -κοινότυπο, ξεκοινότυπο, δεν θα κάθομαι  τώρα να βρίσκω λέξεις για να βγει εντυπωσιακός ο επίλογος- καιρό είχα να νιώσω τόσο πλούσιος.

♪♫

τα άγνωστα x (sniffin’ Christmas)

29233149

Ανάμεσα σε κουραμπιέδες και μελομακάρονα, πασχίζεις να αποσώσεις λίγη αγορασμένη γλύκα γιατί η άλλη, η δωρεάν, παράγινε ακριβή κι απρόσιτη εκεί έξω. Δεν θα ‘πρεπε, μα έτσι κατάντησε. Κατάντια είναι να μη χαίρεσαι που είσαι όρθιος και περπατάς και κρύος αέρας τσιτώνει τις ρυτίδες σου και το όλο και πιο ερημωμένο σου κρανίο και έχεις ατρύπητα χέρια και δεν κρέμονται σωληνάκια πάνω απ’ το κεφάλι σου και δεν περιμένεις -μετρώντας τα ντουπ ντουπ- να διαβάσεις πορίσματα και εξετάσεις. Κατάντια, όμως, είναι και να βαδίζεις στο μονόδρομο του «τη δουλίτσα μας να ‘χουμε κι όλα παλεύονται» γιατί το ξέρεις, σε τρώει άσχημα από μέσα, πως δεν παλεύονται όλα. Όταν η δουλειά αποκτάει υποκοριστικό, είναι γιατί την κανακεύεις μη τυχόν και σου φύγει. Είναι άπιστη η πουτάνα, μπορεί να σου γυρίσει την πλάτη μέσα σε μια νύχτα και να μη ξαναϊδωθείτε ποτέ. Κι ας της κάνεις χατίρια και τεμενάδες και θελήματα και υπερωρίες αφοσίωσης και όλα τα wanna be your dog του σύμπαντος. Όταν πάψεις να γαβγίζεις όπως θέλει -ή κάποιος άλλος κουνήσει την ουρά καλύτερα- , τέλος.

Κάποιες ώρες ολισθαίνω προς το ζειν επικινδύνως, προσπαθώ να με, να μας σκεφτώ λίγα χρόνια μετά. Ένα, δυο, έστω. Μάταια. Εξίσωση που έχει μόνο άγνωστα x δεν λύνεται. Στο τέλος βολεύομαι με τα ρετάλια του 1+1 = 2 , τα carpe diem, τα «γεροί να ‘μαστε αύριο και βλέπουμε». Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο ακριβά τα βλέπω αυτά τα κουρελάκια. Πανάκριβα, ειδικά την ώρα που περνάνε από μπρος μου -μια σπιθαμή μακριά- φορεία με τρίχρονα κορμάκια πάνω τους, βουτηγμένα στο betadin και με λιλιπούτεια βραχιολάκια στο χέρι κι εκείνος γυρίζει και μου λέει «μη κοιτάς, μη» αποστρέφοντας το βλέμμα κι ας έχουν δει τα μάτια του ανείπωτες εικόνες, όσο στα δικά μου απροπόνητα μάτια συνωστίζονται στρατιές ολόκληρες από «μα γιατί;» και απαντήσεις δεν έχω γιατί εξισώσεις με μόνο άγνωστα x δεν λύνονται.

Κι έτσι περνάει ο καιρός, μέρα με τη μέρα στενεύω κι άλλο, λίγο περισσότερο, το ρούχο που φοράω για να μη φανώ αρτιμελής ανάμεσα σε διαμελισμένους. Με ανακουφίζει προσωρινά αυτό. Αλλά δεν απαλύνει τον πόνο των σακατεμένων.

Είναι μερικά βράδια, την ώρα που το σπίτι αρχίζει και παγώνει, που πίνω με αόρατες παρέες δίπλα. Οινοπνεύματα ακριβά, φτηνά, μπουκάλια με περίεργες ετικέτες, ποτήρια χαμηλά, ψηλά, καμιά σημασία δεν έχει. Μερικές φορές μιλάμε, άλλες όχι. Συνήθως κοιταζόμαστε βουβοί κι ας είμαστε ώρες ατέλειωτες, διόδια, αεροδρόμια ή θάλασσες μακριά. Ξέρει, όμως, ο καθένας τι σκέφτεται ο άλλος (κι ας ζούνε τόσο διαφορετικές ζωές) : πως εξισώσεις μόνο με άγνωστα x δεν λύνονται, άρα θα ψάξεις να βρεις τον τρόπο να δώσεις σε κάποια x σάρκα και οστά. Κι ο,τι αποτέλεσμα βγάλει. Αρκεί να λιγοστέψουν τα x και να περισσέψουν οι άνθρωποι.

Ανάμεσα σε κουραμπιέδες και μελομακάρονα και μια σειρά αρχαία λαμπιόνια που ξεψυχάνε ένα ένα, χρόνο με το χρόνο, σκέφτεσαι -μου λέω- κάτι ασυνάρτητα πράματα ώρες ώρες…..

Καλές Γιορτές, everyone

πατρίδα βαθιά

29126188 (1)

Τον δέκατο τέταρτο χρόνο μετά την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης στην Χώρα, οι πρώτοι απόφοιτοι της Σχολής Καπνοδοχοκαθαριστών ορκίστηκαν με πάρα πολύ μεγάλη επισημότητα και την αναπόφευκτη συγκίνηση που συνοδεύει τέτοια κοσμογονικά events. Χρειάστηκε να θυσιαστεί μισή γενιά για να μπορέσουν επιτέλους η Παιδεία και η Εκπαίδευση να συμβαδίσουν καινοτόμα με τις ανάγκες της εποχής, των εργοδοτών και των Χορηγών.

Δεν ήταν -βέβαια- εύκολο για τους συγκινημένους γονείς των νέων πτυχιούχων να ξεχάσουν εικόνες και συνήθειες δεκάδων χρόνων, όπως την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, την πρώτη στο δημοτικό, τη μέρα του τελευταίου ενδεικτικού της Έκτης. Τις παλιές εκείνες χρωματιστές φωτογραφίες, με καθαροντυμένα και φρεσκολουσμένα παιδιά, έξω από κτίρια που γράφαν «Πρώτο Νηπιαγωγείο», «Πέμπτο Δημοτικό» και άλλα τέτοια vintage. Τώρα μπαίναν στη Σχολή από τα πέντε τους και μέχρι τα δέκα, τη μέρα της ορκομωσίας, καμιά αναμνηστική τους φωτογραφία δεν έβλεπε το φως. Τέτοιας ποιότητας μαύρο ήταν αδιαπέραστο ακόμη κι από τρεις ήλιους ή εκατό δισεκατομμύρια φλας που άναβαν ταυτόχρονα. Κάποτε μια τέτοια φωτογραφία κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο αλλά ύστερα είπαν πως την έφτιαξαν παιδιά. «Για την πλάκα τους» είπαν οι αρχηγοί της Χώρας.

Ένας ανεπαίσθητος προβληματισμός που κατά καιρούς έβγαινε στην επιφάνεια, ότι ίσως δηλαδή και να μην ταιριάζει στην πολιτισμένη Χώρα το θέαμα καπνισμένων πεντάχρονων κι εξάχρονων που μπαινόβγαιναν -στα πλαίσια της πρακτικής τους εξάσκησης- σε καμινάδες που με δυσκολία χωρούσαν σκίουρο, γρήγορα ξεπεράστηκε όταν με μια νέα τροπολογία αυξήθηκε το όριο ηλικίας για την εισαγωγή από πέντε στα έξη χρόνια και εφτά μήνες και ταυτόχρονα διατάχθηκε γενικός λιμός στις ηλικίες κάτω από τα πέντε ώστε να αποφευχθεί -μεσοπρόθεσμα- ανήκεστος βλάβη στις καπνοδόχους.

Τουλάχιστον είχαν αποφευχθεί τα χειρότερα. Μετά από μια τεράστια αιμορραγία, η χώρα μπορούσε, επιτέλους, να κρατήσει τη νέα γενιά στα σπλάχνα της. Βαθιά μέσα. Τόσο βαθιά που ούτε μισή αχτίδα από φως κατάφερε να βρει το δρόμο ποτέ.

< >

σαν ψεύτικο υστερόγραφο

29111817

 

Με τον Κώστα λέγαμε (εδώ και κάμποσα χρόνια) πως όταν τα πράγματα γίνουν σκατά και κάθε ξύπνημα θα ‘ναι όλο και πιο δύσκολο, θα ανοίξουμε εκείνη την τρύπα που όλο τη μελετάγαμε και όλο την αναβάλλαμε. Την αποδιώχναμε γιατί κατά βάθος φοβόμασταν και κάθε μέρα κοιταζόμασταν και λέγαμε «έλα ρε μαλάκα, πόσο πιο σκατά δηλαδή;».

Πολύ.

Θα κάναμε κάτι για το οποίο κανείς δεν θα ΄δινε δεκάρα. Κανένα αφιέρωμα στους «καινοτόμους άνεργους» δεν θα μας είχε μέσα. Στο TEDx θα πληρώναν για να μην περάσουμε ούτε απ’ έξω. Μπορεί να μας αφιέρωνε και τρεις σκωπτικές γραμμές η συνομοταξία των Μανδραβέληδων, χωρίς να μας ονοματίσει, απλά περιγράφοντάς μας. Ως μη μετρήσιμο στατιστικό δείγμα, σαν παράδειγμα για αποφυγή, σαν υπαίτιους όλων των δεινών που μας φέραν ως εδώ. Μέχρι εκεί. Κάθε φορά που βάζαμε τα νούμερα κάτω και ήταν τόσο διαφορετικά απ΄του προηγούμενου μήνα, αβάσταχτα δυσβάσταχτα κι ας περάσαν μόλις τρεις βδομάδες απ’ το τελευταίο μπίζνες πλαν -θέμα τιμής να έχεις ένα τέτοιο παραμάσχαλα- λέγαμε «έλα ρε μαλάκα, πόσο πιο σκατά δηλαδή;» κι  απαντούσαμε (από μέσα μας, για να μη τρομάξουμε ο ένας τον άλλον) με την ίδια λέξη.

Πολύ.

Αλλά δεν το βάζαμε κάτω. Σ’ αυτές τις ηλικίες -άλλως τε- δεν έχεις πολλά να χάσεις όταν χάσεις μέσα σ΄ένα βράδι τα πάντα. Με όποιο μπεταντίν κι αν σου πασαλείψουν την πληγή, είτε κινητικότητα, είτε διαθεσιμότητα, είτε αποζημίωση, είτε επίδομα ανεργίας το βαφτίσουν, πάλι πληγή θα είναι. Αυτά που θ΄αφήναμε πίσω (ακούσια) δεν θα ‘ ταν και λίγα. Μα αν το καλοσκεφτόσουν, δεν θα ‘ταν και η ζωή μας ολάκερη. Εκτός κι αν πεις «ζωή» κόμπους τυλιγμένους στο λαιμό, γύρω από σκληρούς γιακάδες, μεταξωτά πανιά που γράφαν DKNY, Napoleone, Βoss, Albricci, Carlo Colombo, Profuomo και Βrooks Brothers. Δώρα, τα περισσότερα. Την εποχή της ευμάρειας. Αυτά που τα κοίταζε καμιά φορά γελώντας ο άλλος κι έλεγε «ετούτα θα σε πνίξουν μια μέρα ρε μαλάκα, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι».

Τελικά την τρύπα δεν θα την ανοίξουμε. Αυτός φεύγει τον άλλο μήνα σε ένα μέρος με όνομα που δεν θα μάθω ποτέ να προφέρω. Ίσως το πληκτρολογήσω κάποια στιγμή στο GPS ανεβαίνοντας, αν αργήσει εκείνος να κατηφορίσει. Και θα συνεχίσω, άγνωστο για πόσο, να δένω προσεγμένους κόμπους σ΄αυτά που μια μέρα -το ξέρω- θα με πνίξουν. Πριν αποχαιρετιστούμε -με τρόπο που αρμόζει σε ψύχραιμα αγόρια, σε καθωσπρέπει οικογενειάρχες- θα του δώσω το cd με το μενού των ηχείων κι εκείνος τη λίστα με τα πρώτα ψώνια, για το πρώτο πιάτο, της πρώτης μέρας. Αυτής που δεν έμελλε να ξημερώσει.

Sonny Stitt ρε παπάρα; θα σπάσουν τα αβγά πριν τα πιάσω στα χέρια μου. Σκέψου τους τρεις πελάτες μας, γαμώ το μάρκετινγκ σου

Καβουρμά με αβγά ρε μαλάκα; πιο yesterdays πιάτο δεν γίνεται. Κέρνα το καλύτερα, είναι ντροπή να τους πάρουμε λεφτά για κατοχικό μενού

Και μετά θα σκάσουμε στα γέλια πίνοντας ο,τι βρεθεί πρόχειρο μπροστά μας. Αυτό το γέλιο -που δεν βγήκε, στ’ αλήθεια, από μέσα μας- εύχομαι να τους πνίξει μια μέρα.

Στο καλό μικρέ. Στο λέω από σήμερα γιατί τη μέρα που φεύγεις θα λείπω. Δυο κόμπους στο λαιμό δεν θα μπορέσω να τους κάνω κουμάντο. Τώρα θα μάθω να βγαίνω στο βουνό με το ποδήλατο και να πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ μονάχος μου…

δεκαεφτά λέξεις κι ένας αριθμός

29035207

 

Οι φίλοι, του είπα, είναι για να βοηθάνε. Ακόμη κι όταν έρχεται η ώρα να κάνουν κάτι που ευχόντουσαν ποτέ να μη χρειαστεί, αλλά γνωρίζαν πως αργά ή γρήγορα θα χτυπήσει την πόρτα.

Του ζήτησα έναν αριθμό. Για να ψάξω, να ρωτήσω, να μάθω, να του πω.

Μου είπε «θα σου στείλω mail αύριο το πρωί».

Ξημέρωσε. Στις 09:18 έστειλε. Δεκαεφτά λέξεις κι έναν αριθμό.

Οικοσκευή, από εδώ σε Radolfzell am Bodensee 78315, λοιπόν (Oι λέξεις είναι πουτάνες. Πάντα λίγες για τόσα πολλά)

=

some apps (and more downs)

Scan-3-460x719

Το μεσημέρι της Κυριακής, λίγο πριν στρώσουμε τραπεζομάντηλο (παλιές κακές μικροαστικές συνήθειες), θυμήθηκα ότι στο ψυγείο δεν υπάρχει ρετσίνα. Για να ολοκληρωθεί το μικροαστικό παζλ, έριξα μια ζακέτα στους ώμους -παρά το υποτιμητικό «μα καλά, είσαι σοβαρός τώρα; τόσα κρασιά»- και κατηφόρισα στο μικρομπακάλικο, εκατό μέτρα απ’ το σπίτι.

Βρήκα την Σοφία με ένα παλιοτετράδιο στο χέρι. Ξεφύλλιζε και τραβούσε γραμμές. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω. Αλλά πληρώνοντας δεν άντεξα.

«Είναι πολλοί;»

«Πάρα πολλοί»

«Και τι θα κάνεις;»

«Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πάρω ξανά τηλέφωνα και ν’ ακούω από άλλους βρισιές, από άλλους απειλές για να μη τολμήσω να ξανακαλέσω κι από άλλους κλάματα. Δεν ξέρω ποιος έχει ανάγκη και ποιος όχι. Μόνο σ’ όσους δεν απαντάνε δεν φοβάμαι να τηλεφωνήσω. Λέω ότι φύγαν, χάθηκαν, ίσως πήγαν κάπου καλύτερα, ευτυχώς γι αυτούς κι ας μη δω ευρώ τσακιστό, δεν ξέρω, χαμένα τα ‘χω κι εγώ. Ντρέπομαι να σηκώνω το ακουστικό. Στην αρχή θύμωνα, τώρα ντρέπομαι. Νιώθω ζητιάνα, καταλαβαίνεις;»

Τα ξανάζησα αυτά, σαν πολύ αχνή ανάμνηση, στα οκτώ, στα εννιά μου. Όταν πήγαινα στον φούρνο και έβλεπα ανοιχτά τα τεφτέρια, με ονόματα πιο πολλά κι απ’ τα ψωμιά και τα ταψιά. Το ίδιο και στο μανάβη της πάνω γειτονιάς. Τα ονόματα στο τεφτέρι κερδίζαν κατά κράτος τις ντομάτες «για φαγητό», τις δεύτερες, τις ζουληγμένες, αυτές που τελειώναν πάντα πρώτες πρώτες. Έμελλε να δω το ίδιο θέαμα και σήμερα, τις ίδιες δεύτερες και τρίτες ντομάτες σε καφάσια δίπλα στις ζυγαριές στα μεγαλομπακάλικα. Στις λαϊκές δεν πηγαίνω αργά, ακόμη κι όταν βρέχει με τα τουλούμια, περισσότερο αίμα θα δεις να κυλάει ανάμεσα στις τέντες και τα καφάσια παρά νερό. Μάχη για τρία πράσα, για μισολειωμένα αγγούρια, για ταλαιπωρημένα μήλα. Πόλεμος. Στο μπακάλικο του κυρ-Μενέλαου, τότε, τα «γράψ’το Μενέλη» ήταν περισσότερα κι απ’ τα μαντζουνάκια που γλυκοκοίταζα. Μικρός ήμουν, ποτέ δεν μ’ ένοιαξε να μάθω αν τα ονόματα απ’ το τεφτέρι σβήστηκαν μαζί με τα χρέη ή αν πρόλαβαν να σβηστούν πρώτα οι άνθρωποι. Ούτε καν ήξερα χρέος τι πάει να πει. Ξένες κι άγνωστες γλώσσες ήταν οι ταμπελίτσες «πίστωση τέλος» και «ο βερεσές πέθανε» που έβλεπα σε κάποια μαγαζάκια σε παραδιπλανές γειτονιές, προς το κέντρο της πόλης. Το πολύ πολύ να μου πέρασε κάποια στιγμή απ΄το μυαλό ότι τα τεφτέρια ήταν ένας τρόπος για να μη κουβαλάνε κάθε τρεις και λίγο οι άνθρωποι λεφτά επάνω τους και τους βαραίνουν, όπως εγώ όταν έβγαινα για μπάλα, που ούτε κεφτέ ήθελα να κρατάω στο χέρι. Όχι δίφραγκο.

Καταλάβαινα, λοιπόν. Ούτε διάθεση για κουβέντα, ούτε για να ξεφουρνίσω εξυπνάδες είχα. Είπα μόνο ένα «δύσκολα, για όλους δύσκολα» και έφυγα.

Δέκα βήματα πριν μπω στο σπίτι σκέφτηκα ότι τόσα και τόσα άλλαξαν από τότε. Αλλά τα χρέη ακόμη στα τεφτέρια γράφονται, όχι σε τάμπλετς και σε σμαρτφόουνς. Ούτε ένα app δεν είδα. Ούτε μισό. Ίσως για να διαβάζεις την ανημποριά, την ανέχεια, την απελπισία, την πίκρα, την αναπόφευκτη ντροπή κάποιων με ανθρώπινο, παλιοκαιρίσιο τρόπο. Αργά και βασανιστικά. Σελίδα, σελίδα.

٭

απλά μαθήματα οικιακής οικονομίας

28764765.last

Βρήκαν ένα αξιοπρεπές ξενοδοχείο με εσωτερική πισίνα, χαμάμ, spa και τα συναφή ξέφτια της ευζωίας. Με εξήντα ευρώ τη βραδιά, όσο κι αν ξαναμέτρησαν τα -ας πούμε- περισσευούμενα δεν ξεχειλώσαν τα βράδια, μείναν δυο. Την πρώτη μέρα οι άντρες ψηφίσαν πισίνα, οι γυναίκες είπαν ότι δεν θέλουν να μουλιάσουν και κλειστήκαν σ’ ένα δωμάτιο η καθεμιά, πεσμένες μπρούμυτα, τυλιγμένες με μια πετσέτα, για να τις τρίψουν. Η μια φόραγε καθαρό καινούριο εσώρουχο, για την άλλη αγνοούσε, δεν βγήκε απ’ το δικό του δίκλινο.

Τρεις μέρες μετά που γύρισαν, είπε στην άλλη όταν βρέθηκαν κάποια στιγμή μόνοι : «δεν ξέρω γιατί κρατήθηκα και δεν έδωσα ένα εικοσάρικο σ’ αυτόν που σ’ έτριβε, για να φύγει ήσυχα απ΄το δωμάτιο και να συνεχίσω εγώ»

Τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και απάντησε : «αν το ΄ξερα θα του ‘δινα πρώτη ένα πενηντάρικο για να ξεκουμπιστεί».

Μετά χώθηκαν και οι δυο στις σκέψεις τους. Αυτός πικρά μετανοιωμένος που δεν τόλμησε μα και ανακουφισμένος που γλίτωσε τα είκοσι, αφού θα πλήρωνε πρώτη εκείνη. Και η άλλη θυμωμένη με τον εαυτό της γιατί λίγο έλειψε να χάσει τριάντα ολόκληρα ευρώ πάνω απ’ την τρέχουσα τιμή της εφήμερης καύλας.

Εκεί έξω, σε γκισέ, ταμεία και ATM η ζωή συνεχιζόταν χωρίς να δίνει δεκάρα για τέτοιας λογής ισοτιμίες..

το κούρεμα

centerfold2-PM198402A1-01-lrg

Πριν μας πλακώσουν ακόμη τα κρύα, πριν μας πλαγιοκοπήσουν τα έξοδα, προτού τα σχέδια -που εθιμικά κάνουμε, επί χάρτου και οθόνης-  για τις χρονιάρες μέρες του Δεκέμβρη γίνουν πολύπλοκα, καθίσαμε και βάζαμε κάτω ημερομηνίες και αριθμούς. Κατά έναν εντελώς ακατανόητο λόγο, βγαίναν και τα δυο. Δωμάτια με σαράντα ευρώ, ημέρες ελεύθερες. Κι ένα μεγάλο γαμώτο για άλλοθι, στην απόκοτη και παράτολμη σκέψη του να ξοδέψουμε δυο κατοστάρικα που τουλάχιστον δέκα τρύπες τα κοιτάζουν με λαχτάρα για να τις βουλώσουν.

Εντάξει γαμώτο, ας είναι και διακόσια, ας είναι και τριακόσια. Ολόκληρο καλοκαίρι πέρασε, και φέτος και πέρυσι κι απ΄το καβούκι μας δεν ξεμυτίσαμε, δεν δικαιούμαστε κι εμείς μισήν ανάσα; δυο βράδια μακριά από αυτά τα ντουβάρια να μη τα αξιωθούμε;

Να τα αξιωθούμε, λοιπόν. Καθισμένοι απέναντι απ’ την οθόνη -δευτεροκλασάτοι φον Κλαούζεβιτς της ευζωίας- σχεδιάζαμε, βλέπαμε, απορρίπταμε, σώζαμε στα «αγαπημένα», χλευάζαμε, ζηλεύαμε (εκείνα που δεν αγγιζόταν απ΄το μπάτζετ μας) και πίναμε. Πάντα ο καλός προγραμματισμός θέλει ποτήρι δίπλα. Για να γίνει καλύτερος. Ή για να πάει από κει που ήρθε, όταν -ως συνήθως- οι τύψεις στριμώχναν τα άλλοθι σε μια πολύ σκοτεινή γωνιά του μυαλού και τους δείχναν ποιός κάνει κουμάντα κει μέσα.

Δυο που είχαν ακόμη ελεύθερα δωμάτια μας άρεσαν, το ένα είχε και εσωτερική πισίνα, το άλλο όχι. Μικρή η διαφορά στην τιμή, ένα εικοσιπεντάρι τη βραδιά, χαλάλι λες. Αλλά εκεί αρχίσαν οι δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Καλόβλεπα την πισίνα, μια βουτιά με χιόνια έξω, σαν να είσαι ακόμη μέσα στη μήτρα και δεν θες να ξεμυτίσεις. Να ικετεύεις τις συσπάσεις ν’ αργήσουν. Να σε βρει η νύχτα να πλατσουρίζεις παπουδιασμένος, σε νερό χλιαρό πλέον, αλλά με τέτοια γαλήνη εντός σου που ως κι ο Βούδας δεν αξιώθηκε ποτέ να ζήσει.

Εκείνες πάλι όχι.

Δεν μ΄αρέσουν πολύ αυτές οι πισίνες. Προτιμώ μια σάλα, μια τζαμαρία, τζiν, μοχέρ πουλόβερ, ζεστό φλιτζάνι κι έξω χιόνι όσο βλέπει το μάτι σου.

Τα ίδια και η άλλη.

Ναι, άσε τα πλατσουρίσματα. Κι εγώ δεν θέλω, καλύτερα δίπλα σ’ ένα τζάκι, ένα ποτό στο χέρι, χωρίς πολλές κουβέντες, φασαρία, άντε μια μουσική πίσω. Όχι τζιν όμως, ένα κολάν μια χαρά είναι. Μη σου πω κι ένα πουλόβερ σκέτο.

Καθένας με τις φαντασιώσεις του. Δεν τις αδίκησα που σκεφτόταν έτσι. Αλλά απάντησα, λόγω αδυναμίας χαρακτήρα.

Κι εμένα μ’ αρέσουν αυτά με τα μοχέρ και τα τζάκια. Σαν παλιό Playboy των σέβεντις, τότε που το γκαζόν εκεί χαμηλά κάτω απ΄τον αφαλό σας δεν ήταν ακόμη απαγορευμένο, ούτε ξορκιζόταν σαν δαίμονας.

Από τα υποτιμητικά τους βλέμματα, αυτό το βαρετό πλέον «ο,τι και να συζητάμε, το μυαλό σας μόνο εκεί, όλοι ίδιοι είστε τελικά», κατάλαβα πως δύσκολα και φέτος θα κατορθώσουμε να βγούμε έξω απ’ αυτά τα ντουβάρια. Και δεν θα φταίει το γκαζόν, βέβαια..

Πέμπτη βράδυ

3hlysia

 

Βράδυ καθημερινής, στην παραπονιάρα πόλη, στον αγαπημένο δρόμο. Πίνουμε ένα ταιριαστό για την περίσταση κόκκινο του Καρυπίδη, ’θα διαλέξω εγώ για σας, έχε πίστη’ είπε. Και το όνομα είπε τρεις φορές αλλά το ξέχασα τέσσερις. Διάλεξε ολόσωστα, μεγάλο πράγμα η πίστη. Ο μικρός μου διηγείται ιστορίες της Νέας Υόρκης πασπαλισμένες με pretzel και all star μουσεία. Κάποτε λαχταρούσα να ακούσω και να πάω μετά να τις ζήσω, τώρα χλιαρά όλα, τα σιχάθηκα και τα αεροδρόμια και τις βαλίτσες και τα πηγαινέλα. Μετά μου λέει κάτι για τη Βοστώνη και για την ευρωπαϊκή κουλτούρα -πόσο πιά παράσημο να ‘ναι αυτό; – που σέρνει ξοπίσω της, την ώρα που μια πηρουνιά φάβα προσγειώνεται στο πρώην καθαρό παντελόνι μου. Ξεπλένω τον νόστιμο λεκέ με ένα ποτήρι κόκκινο ακόμη, νομίζω τριποικιλιακό είπε, στα ηχεία μια τυνήσια, αν δεν ήταν τυνήσια σίγουρα μαγκρεμπιανή ήτανε, ούτε κι αυτηνής το όνομα καταχωρήθηκε στον ταλαιπωρημένο σκληρό μου. Μια γνωστή φωνή τσιμπολογάει και πίνει στο τραπέζι απέναντι. Κάποια άλλη αναρρώνει σε ένα δωμάτιο όχι πολύ μακριά. Κολυμπάμε μέσα σε ζόρικα προφιτερόλ, ψάχνοντας γλύκα ανάμεσα σε πίκρες και γραμμάτια που ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα. Στάχτες πέφτουν πάνω μου, αυτό δεν είναι παντελόνι, η Πομπηία λίγα λεπτά μετά την έκρηξη είναι. Προσγειώνεται μπροστά μας μια grappa αγίασμα. Κοινωνήσαμε όλοι. Τόσην ευλάβεια καιρό είχα να φιλοξενήσω εντός μου. Λίγο πριν, ή μετά, τα μεσάνυχτα στο δρόμο ξανά. Η μεγάλη παραπονιάρα πόλη είναι όμορφη τέτοιες νύχτες, μέχρι του Αη Δημήτρη. Μέχρι τότε που δεν προλαβαίνει να παγώσει το μέσα σου. Μα και να σφίξουν τα κρύα, πάντα θα υπάρχει μια κουβέντα, ένα γέλιο, ένα ποτήρι, γύρω από ένα τραπέζι που θα κρατάει τα σωθικά μας ζεστά. Όσο υπάρχουν άνθρωποι και όχι accounts.

φωτογραφία :  arcphotodays

μικροί αποχαιρετισμοί

bela tarr Satantango 5-620x

 

Το ίδιο πρωί που μαθεύτηκαν τα νέα για το φονικό της Αμφιάλης, διάβαζα αργά αργά το μήνυμα, λέξη προς λέξη, για να καταλάβω τι μου γράφει. Ένα κουρασμένο μυαλό είναι, πώς να τα επεξεργαστεί όλα;

Στην αρχή διάβασα «το ΄χα πάρει απόφαση να φύγω, μα την περασμένη βδομάδα έκανα ένα βήμα πίσω» και Χάρηκα -με Χ- γιατί δεν τα παράτησε μα την ίδια στιγμή κάτι με έσφιξε. Με ε. Γιατί εδώ θα πνιγόταν.

Λάθος κατάλαβα. Όταν έφτασα στο τέλος που ΄λεγε «Γενάρη θα είμαι πάνω, τέλειωσε» , αυτό το όλο και πιο γνώριμο πια κολάρο του φευγιού με Έσφιξε -με Ε- αλλά η χαρά -με χ- νίκησε. Γιατί δεν άξιζε να πνιγεί.

Όλος ο βίος μας, το ΄ξερα βέβαια αυτό, μικροί αποχαιρετισμοί. Για λίγο, για πολύ, για πάντα, ήσυχα, με θόρυβο. Έτσι σφίγγει το πετσί του ανθρώπου, αλλιώς μένει για πάντα όπως βγήκε απ΄τη μήτρα. Κανείς δεν επιβιώνει γυμνός. Μα και κανείς δεν μένει ντυμένος ως το -κάθε, όποιο- τέλος. Αργά ή γρήγορα θα ξεγυμνωθείς, εκούσια ή άθελά σου. Σ’ αυτές τις εποχές μας έλαχε να ζήσουμε, ανάμεσά τους θα πορευτούμε. Και στα πουρνάρια θα κρέμονται σαν άσχημα στολίδια τα κομμάτια μας, και τα τσαλιά θα μας χαρακώσουν και στις μεγάλες σκιές ακόμη πιο μεγάλων δέντρων θα χαθούμε, δεν πα’ να πιστεύουμε πως είχαμε πυξίδα στην τσέπη. Σαν δεν ξέρεις πού είναι ο νότος και η ανατολή, άχρηστη η βελόνα.

Όλο και κάτι θα βρει καθένας, ίδιο ή διαφορετικό σε κάθε σπίτι, για να κρατηθεί ώσπου να βγει στο ξέφωτο, ή στο δρόμο. Καθένας από μας ξέρει τι πολύτιμο, αληθινά πολύτιμο όμως, έχει να μεταφέρει. Κι ας έχει μπει τόσο βαθιά στο δάσος που δεν βλέπει καν πότε κι αν ξημερώνει, όπως έγραφε ένα σημείωμα που μάζεψα από κάτω, στη ρίζα μιας ερυθρελάτης. Κι ας φοβάται -το ξέρει πως έτσι θα ΄ναι- ότι θα πάρει χρόνο και πόνο αυτή η ιστορία. Εκείνο που με παρηγορεί, γιατί ψάχνω κι εγώ ψίχουλα-σημάδια ανάμεσα στα φύλλα (κι ας μοιάζουν με τα δόντια του δράκου πολλές φορές και με τρομάζουν) είναι ότι μέσα σ΄αυτό το δάσος που χωθήκαμε, θέλοντας και μη, θα συνεχίσω να ελπίζω ότι θ’ ακούω φωνές. Είναι μια ανάσα να μη νιώθεις εντελώς μα εντελώς μόνος. Ότι φοράς κάποιους ανθρώπους πάνω σου, ότι για κάποιους είσαι το -έστω ξηλωμένο, ξεφτισμένο, χιλιοφορεμένο- πανωφόρι τους στις μεγάλες παγωνιές.

οδεύοντας προς τις 15

1375008711

Όσο πλησιάζουν οι μέρες, τόσο περισσότερο μου σφηνώνεται στα μηνίγγια το δεκαεφτάχρονο στην ταινία του Γιάνναρη.

Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο λιγότερο με συγκινούν τα άδεια σπίτια, ερήμην των ανθρώπων που ζούνε μέσα τους.

Άδεια σπίτια οι περισσότεροι, ένας ένας προς τα κει βαδίζουμε, έστω κι αντιστεκόμενοι -μάλλον χλιαρά κι αδέξια-. Ντουβάρια, πατώματα, ταβάνια και ξεπλυμένα φαντάσματα που περιφέρονται εντός τους. Κι ούτε ένα κλεφτρόνι καταδέχεται να μας παραβιάσει, ένα “γαμώτο”, ένα “φτάνει”, ένας θυμός, μπας και ζωντανέψει λίγο το πλάνο.

σαμερτάιμ

Summertime and the living is busy, try again later or don’t bother at all.

Κάθε περυσινό καλοκαίρι και πιο ευρύχωρο. Κάθε χρονιά λείπουν και πέντε-δέκα τετραγωνικά. Και πόντοι απ΄το πάτωμα ως το ταβάνι. Δεν συμβαίνει αυτό σε όλους. Σ’ όσους ξέρω εγώ, τους περισσότερους απ’ όσους ζουν κοντά μου, ναι. Μπορεί και να ξέρω μόνο λάθος ανθρώπους. Κακές παρέες, καλών ανθρώπων που παραστράτησαν. Απ τη ράτσα εκείνων που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν να «προσαρμοστούν». Δεν είναι του Δαρβίνου αυτό. Του Γεωργελέ είναι.

Μια συγκεκριμένη συνομοταξία ανθρώπων σαν τον Γεωργελέ, με κύριο γνώρισμα τον ορθολογικό ξερωγωλισμό (δική τους πατέντα κι αυτή), φρόντισαν να προσφέρουν σ’ όλους τους άλλους ένα μαστίγιο. Χωρίς χρέωση, πράξη μεγαλοσύνης, μεγαλοψυχίας το λεν αυτό. Με μόνη υποχρέωση -κάθε αποδέκτη- την αυτοτιμωρία, πρωί, μεσημέρι, βράδι. Ένα βλακώδες, ακατανόητο, συνεχές αυτομαστίγωμα. Μαζί τα κάναμε, μαζί τα φάγαμε, μαζί σιωπήσαμε, μαζί ψηφίσαμε, μαζί απείχαμε, μαζί δεν είδαμε, μαζί συναινέσαμε, μαζί παραλείψαμε, μαζί όλα. Εμείς, οι άλλοι. Εκείνοι πρόλαβαν και μετανόησαν, αυτοσυγχωρέθηκαν, αλληλοεξομολογήθηκαν, προσαρμόστηκαν, τέλος. Το μαστίγιο και η πλάτη είναι άλλων. Πάντα άλλων. Η μεγαλοσύνη έχει και όρια, σαν πρόκειται για το δικό τους πετσί.

Και γράφουν οι ίδιοι, επώνυμοι κι ανώνυμοι, τα ίδια. Συχνάζοντας στα ίδια. Πρωί, μεσημέρι, βράδι, πρωί, μεσημέρι, βράδι. Ίδια, όμοια κι απαράλλαχτα. Γι αυτούς κάθε επόμενο καλοκαίρι θα είναι πιο ευρύχωρο. Κάθε χρονιά θα προστίθεται κι ένα δωμάτιο. Και πόντοι, μέτρα ολοκληρα, τα καλοκαίρια τους θα γίνουν πιο ψηλοτάβανα κι απ τις Βερσαλλίες. Γιατί θα εκλείψουν οι «παραπανίσιοι». Εκείνοι που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν να «προσαρμοστούν». Και τους προσαρμόσαν οι «καλοί» με το στανιό, σ΄όποιαν αρένα βρήκαν πρόχειρη ή στήσαν μέσα σε μια νύχτα. Με τους Γεωργελέδες καθισμένους στις κερκίδες, να γράφουν ασταμάτητα. Να υμνούν τους «καλούς» και να γλείφουν κάθε σταγόνα απ’ τις απόψεις των ομοίων τους, με αμοιβαία αυτοικανοποίηση. Και να πετάνε μέσα στην αρένα -εκεί που χάνονται άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι- μαστίγια. Θα συνεχίσουν να το κάνουν σκόμη κι όταν δουν πως δεν έμειναν ούτε  χέρια, ούτε καν δάχτυλα να τα κρατήσουν.

Είναι κι αυτό μια ιδεολογία. Η νίκη της δικιάς τους αλήθειας, της αλήθειας των γεωργελέδων* πάνω στα ρετάλια της ζωής κάποιων άλλων. Μ΄αυτού του είδους την αλήθεια, την χαιρέκακη, μνησίκακη, επιθετική, εκδικητική, συχνά πυκνά ξεδιάντροπα ειρωνική, αυτήν που θεωρεί εαυτόν «ορθό λόγο», την μιξοπάρθενη «αφ’ υψηλού», αυτήν που βολικά καμουφλάρεται πίσω απ’ το μέικ απ του «κρίμα μα τώρα πια δεν γίνεται αλλιώς», δεν βλέπω να έχω καμιά σχέση. Ποτέ δεν είχα.

Αυτά. Δεν πάμε που δεν πάμε θάλασσα, πάω να διαλύσω και να ξανασυναρμολογήσω καμιά συρταριέρα τώρα. Με ένα άλεν ξεχνιέμαι.

* generic, παίζεται και με άλλα ονόματα, μικρός ο τόπος, γνωριζόμαστε όλοι πλέον

ένα βουνό από σκατόψυχα δάχτυλα

pointing_finger

 

Να φεύγει -σχεδόν κρυφά-  απ΄το σπίτι και να μη σου ζητάει ούτε ένα ευρώ, για να μη σε στείλει στα πατώματα όσο κάνεις πως ψάχνεις. Να περνάνε τρεις μέρες, να της δίνεις ένα τάληρο -που το ‘κλεψες από κάποιον καθυστερημένο λογαριασμό- και να σου λέει «έχω, δεν θέλω, όταν δεν έχω θα σου ζητήσω». Να σε μεγαλώνει με τέτοια ψέμματα για να μη σε γονατίσει κι άλλο (της φτάνει αυτό που βλέπει) , να τη βλέπεις να βγαίνει με τα ψέμματά σου στην τσέπη. Ψέμματα, όχι κέρματα.

Και να ‘χεις τους σκατόψυχους που δεν το ζουν αυτό, που δεν ξέρουν τι είναι να μεγαλώνεις παιδί, που έχουν απάντηση για όλα στο μαλακισμένο «λυσάρι» τους, να κουνάνε το δάχτυλο. «Έτσι τα μάθατε», «να πάνε να δουλέψουν για το χαρτζιλίκι τους, όπως κάνουν έξω», «αν δεν έχει λεφτά και δεν ζητάει, να ανησυχείς», «για να περάσεις καλά αν είσαι δεκαεφτά δεν χρειάζεται να χεις λεφτά», «άμα ζεις τόσα χρόνια με δανεικά, να της το εξηγήσεις αυτό για να ξέρει ποιος υποθήκευσε το μέλλον της», «άλλες μελούρες έχεις να πεις ή τις ξόδεψες όλες;».

Αυτό το δάχτυλο θέλω μια μέρα να το δω κομμένο. Ένα βουνό από σκατόψυχα δάχτυλα.

(με αφορμή ένα στάτους της Moment in the wind)

ιστορίες με ελαφρές αναταράξεις

26167530

 

 

Λένε -αυτοί που κάναν την έρευνα- ότι μόνον εκείνοι που ζουν στριμωγμένοι ανάμεσα στον Ατλαντικό και τη χώρα του Ναδάλ μας ξεπερνάνε στην απαισιοδοξία. Κάτι σαν μια άτυπη ρεβάνς του Ντα Λουζ, σκέφτομαι. Μάλλον όψιμη και περιττή, σε καμιά τροπαιοθήκη δεν θα ‘νιωθε βολικά τέτοια πρωτιά.

Δεν τολμώ να πω ότι με έβαλε κάτω ο φόβος για το αύριο. Είμαι απασχολημένος με τις καθημερινές φοβίες. Κοντόφθαλμος, θα πεις. Μπορεί. Σαν να ταΐζεις ψίχουλα το κτήνος, για να το δεις να θεριεύει και να γίνεται από κουτάβι κοτζάμ Κράκεν. Αλλά ακόμη χωράει στο σπίτι. Στριμωχτήκαμε οι υπόλοιποι εκεί μέσα, παίρνουμε μερικές ανάσες λιγότερες για να μην τελειώσει γρήγορα ο αέρας, δεν κάνουμε πολλή φασαρία για να μη θέλει κι άλλο τάισμα, μα τα ντουβάρια αντέχουν. Ακούω, διαβάζω και βλέπω πως άλλα πέσαν, παίρνοντας από κάτω κι όσους ήταν μέσα. Κάποιοι θα βγουν και θα ψάξουν ένα πρόχειρο παράπηγμα, ένα αντίσκηνο μέσα σ’ ένα χωράφι μαζί με χιλιάδες άλλους, κάποιοι δεν θ’ αντέξουν.

Αλλά δεν φοβάμαι. Αναταράξεις είναι, σκέφτομαι, θα βγούμε κάποια στιγμή απ’ τον καιρό και όλα θα στρώσουν. Μπορεί να μη μας σερβίρουν ούτε μια στάλα νερό κι ας στέγνωσε το μέσα μας, μπορεί να είμαστε άβολα καθισμένοι και δεμένοι χωρίς να σβήνει το λαμπάκι πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μπορεί κάποιοι να σταυροκοπιούνται και να λένε προσευχές τριγύρω μου, άλλοι να προσπαθούν να ψευτοκαθαρίσουν το λεκέ απ’ το χυμένο καφέ στα μπατζάκια τους, αλλά πετάμε ακόμη. Δεν γίνονται έτσι εύκολα, απ τη μια στιγμή στην άλλη, όλα συντρίμμια.

Είναι μόνο μερικές φορές που βλέπω στον ύπνο μου πως είμαι κλεισμένος μέσα σ’ ένα ντενεκεδένιο αεροπλανάκι, στα χέρια ενός πιτσιρικά. Πέντε, έξη, οκτώ χρονών, το πολύ. Που τρέχει με μένα μαζί, σ’ ένα χωματόδρομο δίχως τέλος. Και κάποια στιγμή θα με πετάξει για να δει μέχρι πού θα φτάσω.

Τότε φοβάμαι. Και γράφω.

Καθόμουν στη θέση 17C.  Άμα βρεις σκόρπιες, σακατεμένες λέξεις, μετά από χρόνια, μερικές μπορεί να ‘ναι και δικές μου.

οι γυναίκες της διπλανής ξαπλώστρας

26093845

 

Πίνει εμφιαλωμένο νερό κρατώντας μια Βαμβουνάκη. Τίτλο δεν κατάφερα να δω. Αγνοώ γιατί οι εκδότες χαλαλίζουν πάντα για τις υπογραφές τη μεγαλύτερη γραμματοσειρά κι όχι για τον τίτλο. Δεν καταλαβαίνω γιατί ποτέ δεν δοκιμάζουν κάτι πέρα απ’ το πλατσούρισμα στα ρηχά και πεπατημένα. Όχι ότι θ’ αγχωθώ κιόλας. Πιο εύκολα βγάζω έρπη παρά βιβλίο.

Δεν είμαι σίγουρος ότι διαβάζει, δεν διακρίνω μάτια να κινούνται κάτω από τα μαύρα της γυαλιά. Τζάμια αυτή, τζάμια κι εγώ, δύσκολο έργο η παρατήρηση μετ΄εμποδίων. Ίσως γύρισε σελίδα, κάποια στιγμή που άλλαξε ρότα το βλέμμα μου. Κουρασμένο μα ευσυνείδητο, προπονημένο βλέμμα. Όχι σαν το σβέρκο του λύκου, δεν είναι καθηλωμένο μονόμπαντα στη γραμμή του ορίζοντα απέναντι. Αν κοιτάς συνέχεια εκεί σκέφτεσαι το φευγιό, μετά δεν έχεις καλό τέλος.

Το σώμα της είναι αξιοθέατο. Ωριμασμένο τριάντα, τριανταπέντε χρόνια το πολύ, χωμένο -όμως- μέσα σε άσχημο περιτύλιγμα. Πώς τους πουλάνε τόσο αντιερωτικά μαγιώ, τόσο άσχημα φλοράλ, σαν δειγματολόγιο από τούρκικα τραπεζομάντηλα, ένα νούμερο μεγαλύτερο το κάτω, δυο νούμερα μικρότερο το πάνω, κανένα δεν ταιριάζει πουθενά. Γυμνή θα ήταν πολύ καλύτερη, σκέφτομαι. Ριγώ με την σοφία μου. Γυμνή, με μαύρο γυαλί -ας είναι και των πέντε ευρώ, απ’ τον brother Louie που ήρθε απ’ την Kaduna για να πουλάει κινέζικα IWC και Πάνο Κιάμο κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στην ελληνική άμμο και τους χρυσαυγίτες- και νερό να κυλάει απ’ τα χείλια της στο στήθος και μετά στην κοιλιά και μετά πιο κάτω. Μερικές σταγόνες είναι πολύ πολύ τυχερές, ασυζητητί.

Αφήνει χάμω τη Βαμβουνάκη, πιάνει το κινητό. Δείχνει ακριβό, βαριά τριψήφιο. Πληκτρολογεί. Κάποιος, κάποια, παίρνει μήνυμα. «Ένας μαλάκας απέναντι με γδύνει με τα μάτια του». Smart girl..

Ενάμιση μέτρο δεξιά. Τα ice tea δεν είναι ice πλέον, στέκουν ανέγγιχτα πάνω από ένα τέταρτο. Από την ώρα που τα έφερε το -πολύ – εικοσάχρονο, με μαύρισμα Χάλι Μπέρι. Δεν μ’ αρέσει η Χάλι, το εικοσάχρονο όμως άξιζε κάθε γραμμάριο απ΄το βάρος των πουρμπουάρ -μισάευρα, μη φαντασθείς τίποτε πολύ φανταχτερό- που μάζευε απ’ τους άντρες. Γυναίκα που να της έδωσε φιλοδώρημα δεν είδα τριγύρω. Άντρες όμως που χαζεύαν κορίτσια -όπως αυτή- στην ηλικία της κόρης τους, κάμποσους. Ναμπόκοφ στα όρια της νομιμότητας. Τα αρσενικά μπορούμε να ξεφτιλιζόμαστε υποδειγματικά μέχρι τα βαθιά γεράματα, σπουδαία κατάκτηση δε τη λες.

Ανάμεσα στα ice tea δυο φίλες, συγγενείς, ζωντοχήρες, κουμπάρες, ποιος ξέρει…Ηλικία απροσδιόριστη, αυτή που λες «της περιποιημένης προεμμηνόπαυσης» και ξεμπερδεύεις στο χωροχρόνο ανάμεσα στα -άντα και τα -ήντα. Μαλλί βαμμένο, σιγουράντζα ανταύγεια επαρχιακού κομμωτήριου, πιασμένο πίσω και οι δυό. Η μια φοράει παράταιρη μαντήλα, αγορασμένη απ΄το παζάρι της Δράμας, της Ξάνθης, από κει τριγύρω, γυαλιά τεράστια κρύβουν τα πάντα. Μέτωπο, ζυγωματικά, με δυσκολία διακρίνω μύτη. Η Χόλι Γκολάιτλι της γειτονιάς. Αυτή, αριστερά, έχει ωραία πόδια. Απ’ αυτά που η γαμιόλα η κυτταρίτιδα τα κάνει να μοιάζουν πιο επιθυμητά (γίνεται κι αυτό, με τον καιρό μαθαίνεις πως όλα γίνονται), ειδικά όταν τελειώνουν σε ένα μαύρο μαγιώ. Εκεί που λαχταράς να βάλεις τα δάχτυλά σου για να ανακουφίσεις το δέρμα της απ’ το κόκκινο σημάδι του λάστιχου. Η άλλη φοράει μια κοραλί πουκαμίσα, που και που σκαλίζει μια τσάντα και βγάζει από κει μέσα ένα ένα τα Άπαντα του Hondos. Παρατηρώ τα δάχτυλα των ποδιών της, μια ανάσα απ’ τα μάτια μου, περιποιημένα, πονηρά, περπατημένα, προσεχτικά βαμμένα. Είναι πικρό να σε σκανάρει ο άλλος και να γράφει πόρισμα μόνο για τα δάχτυλά σου αλλά καμιά μαγνητική δεν είναι τέλεια κάτω απ το φως του πρώτου καλοκαιρινού μπάνιου. Του κάθε χρόνο κι ακριβότερου, πιο απρόσιτου, λιγότερο καθαρμένου.

Δεν μιλάς

Ξεχάστηκα

Πάω να βουτήξω, θα ‘ρθεις;

Να τελειώσω τη μπίρα, μη γίνει εντελώς κάτουρο κι έρχομαι..

Και κλείσε αυτή την ρημάδα την εφημερίδα, χράτσα χρούτσα, σπάει νεύρα

Ποτέ δεν έχω δει γυναίκα να διαβάζει εφημερίδα, πίνοντας μπίρα απ’ το κουτί. Ίσως να φταίνε οι παρέες μου, ίσως οι θάλασσες που συχνάζω. Ίσως οι εφημερίδες. Μπορεί, πάλι, να θέλουν να σε κοιτάζουν χωρίς παρεμβολές για να γράψουν μετά για τους άντρες της διπλανής ξαπλώστρας. Αποκλείεται, δεν ασχολούνται με τη ράτσα μας. Μα όπως και να ‘χει, δεν θα ‘θελα ποτέ μα ποτέ να το διαβάσω αυτό..