Βραδιές Ποίησης

dressed7big

 

 

Αυτός θα ήταν ο επίλογος ενός έπους εκατονεξήντα σελίδων με διαπραχθείσες και παραλίγο συνουσίες, αν δεν είχε μεσολαβήσει εκδοτικά αυτό το προφτοκούραδο ο E.L.James. Καθυστέρησα συνεπαρμένος από την πλοκή, αφοσιωμένος στην πληκτρολόγηση. Συμπάσχοντας με τον ήρωά μου πλενόμουν εμμονικά και με λύσσα πριν και μετά από κάθε ιστορία, μετά άρχισα να πλένομαι πριν και μετά από κάθε κεφάλαιο και στο τέλος πριν και μετά από κάθε παράγραφο, σε τέτοιο βαθμό που η δερματολόγος μου με προειδοποίησε πως αν συνεχίσω με αυτό το ρυθμό (ασφαλώς και δεν της εκμυστηρεύθηκα ποτέ τον σκοτεινό λόγο που με έστελνε είκοσι και τριάντα φορές κάτω απ΄ το ντους καθημερινά) το δέρμα μου θα με εγκαταλείψει και το όσχεο ίσως να διαρραγεί επώδυνα, υπόκωφα και ανεπανόρθωτα. Μούδιασα, το ομολογώ, μα το καθήκον ήταν υπεράνω απωλειών. Τη μέρα που τέλειωσα το τριακοστό σωληνάριο μπεπανθέν, το δεύτερο βάζο με σπαθόλαδο, το έκτο κουτί ταλκ και το εικοστό ένατο κεφάλαιο (στο οποίο έμεινε ανολοκλήρωτη η συνουσία υπ’ αριθμόν εβδομηντατρία γιατί ως και τα δάχτυλά μου είχαν ματώσει από την απολύμανση), έμαθα πως έφτασα δεύτερος. Με συντριβή έστειλα τις προηγούμενες εκατονπενηνταοκτώ σελίδες στον αγύριστο, χωρίς να κρατήσω καν μια στάλα σπέρμα στον σκληρό δίσκο. Δεν υπάρχει χώρος για περισσότερους από έναν τυπωμένους δονητές σήμερα και σαν ebook θα στερούσε από τον αναγνώστη τη χαρά της τρισδιάστατης καύλας.

Δύσκολοι καιροί για ξαναμμένους συγγραφείς.

 

——–

Κεφάλαιο 29

Οι κάβλες (των άλλων)

 

Προθυμοποιήθηκε να την πάει ως το σπίτι. Ο άντρας της έλειπε σε κάποιο από τα Εμιράτα και μετά από ενάμιση μήνα δεν θυμόταν σε ποιο από τα εφτά ακριβώς. Έβρεχε, έκανε κρύο, δεν αφήνεις γυναίκα μόνη να βγαίνει στο δρόμο με τέτοιο καιρό. Κανονικά δεν την αφήνεις ακόμη κι αν χαίρει η φύση όλη αλλά ας όψεται η κρίση που δεν καταλαβαίνει από καιρούς και εποχές και official συζυγικές υποχρεώσεις. Oι unofficial είναι παντός καιρού. Το συνταγογραφεί και η Οσία Chinawoman, twice a year, it seems reasonable”, μερικές γιατρέσσες είναι γκαραντί όταν σου δίνουν αγωγή, πιστήμονες για φίλημα.

Φιλήθηκαν σαν σε airball οι δυο γυναίκες, “τα λέμε μεθαύριο”, η αναπνοή τους μύριζε τζιν-μαρτίνι, είχαν πιεί από δυο μπερεκετλίδικα (στο σπίτι τους δεν κάναν τσιφουτιές στις μερίδες) χωρίς συνοδευτικά γιατί τα καινούργια τα μαγιώ τα περυσινά ήδη τις ’κόβαν’ στα πλαϊνά, όσο εκείνος ήταν σε άλλο δωμάτιο απασχολημένος να σκοτώνει μεταλλαγμένους και νεκροζώντανα στο Left 4 Dead και δεν άκουσε τι συζητούσαν κοντά δυο ώρες, όταν βγήκε τον ρώτησαν «καλά, δέκα λεπτά δεν βρήκες να πούμε μια κουβέντα και οι τρεις μας;», απάντησε πως η δουλειά δεν τελειώνει στο γραφείο, μέιλ, σκάιπ, προσφορές, πληρωμές, δεν καταλαβαίνουν οι πελάτες και οι προμηθευτές από απογεύματα και προσωπική ζωή και βράδια, έδειχνε τόσο πιεσμένος και πειστικός που αυτές τον θαύμασαν κι εκείνος τρόμαξε.

Στη διαδρομή ενδιαφέρθηκε να μάθει για τα παιδιά, αν και ήξερε, για να σιγουρευτεί. Ο μεγάλος στην Αθήνα, στη σχολή, τσεκ, ο μικρός στη Λόνδρα, τσεκ, θα κατέβαινε για τα Χριστούγεννα αλλά μπορεί και όχι, «ρε συ το χει παραγαμήσει η Ράιαν, παλιά ερχόταν και ενδιάμεσα αν είχε κενά, τώρα δυο φορές το χρόνο και πολύ είναι». Χαμογέλασε από μέσα του, ξαναβεβαιώθηκε, άδειο το σπίτι, λείπει κι ο γάτος και τα γατάκια. Και φουρφούρισε το μέσα του έτσι ωραία που βγήκε από τα χείλια της αυτό το “παραγαμήσει” και αρωμάτισε τον χώρο ανάμεσά τους. Να το πάρει κατασκευαστής car perfume, να το συσκευάσει, να χεστεί στο τάλιρο.

Άλλαζε ταχύτητες και το χέρι του ήταν μια σπιθαμή μακριά από το γόνατό της. Για να μην υποκύψει στον πειρασμό, αποφάσισε να μην ξαναπιάσει το λεβιέ μέχρι να φτάσουν στο σπίτι. Ηλίθια επιλογή θολωμένου μυαλού σαν έχεις ήδη βάλει τρίτη και παραμονεύουν τέσσερα φανάρια ως τον τελικό προορισμό, αλλά έτσι είναι οι άντρες, σαψάλια, από τις τέσσερις χειρότερες δυνατές επιλογές καταλήγουν να παλεύουν με την εντελώς αδιανόητη πέμπτη. Παρά τη βροχή και την ψύχρα δεν φορούσε καλσόν, φαινόταν καθαρά το δέρμα της που βογκούσε φωναχτά. Λίγο πριν το πρώτο φανάρι έξυσε το γόνατό της από την έξω πλευρά, θες ο ήχος από τα νύχια πάνω στη σάρκα, θες το ύφασμα που ανέβηκε μια ιδέα, θες η μυρωδιά απ’ το τζιν-μαρτίνι, πέρασε με κόκκινο χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Ευτυχώς χωρίς δράματα.

Τα καλύτερα δράματα, άλλωστε, παίζονται indoors.

Το πήρε απόφαση ότι αν είναι να βγει μια ψυχή δεν είναι πρέπον να την ταλαιπωρείς με παραδοσιακούς τοκετούς και έβαλε μπρος την καισαρική. To δεξί χέρι έφυγε από το τιμόνι και πήγε στο χέρι της που έξυνε πάλι το γόνατο, το πήρε από κει, έβαλε το δικό του, «κόφτο, θα το ματώσεις».Έκαιγε. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου σκέφτηκε εντελώς πρωτότυπα “φαντάσου τι θα γίνεται παραπάνω”. Στο δεύτερο κλάσμα δευτερολέπτου το χέρι του κινήθηκε προς τα πάνω, παραμερίζοντας υφάσματα, δισταγμούς, δεύτερες σκέψεις, ηθικές και μπαρμπούτσαλα. Στο τρίτο κλάσμα δευτερολέπτου το χέρι της έβαλε φράχτη πιάνοντας το δικό του απ΄τον καρπό.

“Ως εκεί, έχω περίοδο”.

Γαμώ την βιολογική σας πολυπλοκότητα, άφρισε από μέσα του. Γαμώ τα πολυσέλιδα manual σας και τις ελαττωματικές εγγυήσεις σας. Γαμώ το kalt/heiss σας. Γαμώ τα κόκκινα φανάρια που σε κάνουν να σταματάς, γαμώ την πρώτη ταχύτητα, γαμώ τα τριάμισι χιλιάρικα που τσιγκουνεύτηκα και δεν πήρα αυτόματο.

Μισή καισαρική. Μισές δουλειές. Μισάδια όλα. Ήθελε να αρπάξει το χέρι της και να το βάλει στο παντελόνι του, εκεί που ήδη άρχισε να βουρλίζεται και να φουσκώνει ο εγκλωβισμένος, λέγοντάς της «εδώ, εγώ δεν έχω». Αλλά δεν είπε τίποτε, πέρασε άλλο μισό φανάρι στη ζούλα (μισό γιατί δεν θυμόταν αν ήταν κόκκινο σαν τα αναψοκοκκινισμένα μούτρα του ή πορτοκαλί), ξανάβαλε το χέρι του στο γόνατό της, έβαλε κι αυτή το δικό της από πάνω μη τυχόν και αυτονομηθεί το χέρι απ’ το μυαλό και αρχίσει τις περιοδείες στα κατεχόμενα, το γόνατο έκαιγε, αυτός έκαιγε, αυτή είπε «μη ξεχαστείς, από δω στρίβεις», γαμώ τις γυναίκες navigator, σε πενήντα μέτρα φρέναρε, πάρκαρε, «θα σε πάω ως το ασανσέρ», «δεν χρειάζεται, μωρό δεν είμαι», «μωρό δεν είσαι αλλά έχει πολλούς παλαβούς που παραμονεύουν σε σκοτεινές πυλωτές και εισόδους πολυκατοικιών», συμφώνησε δια της σιωπής και έβγαλε τα κλειδιά, άνοιξε την είσοδο, «σ’ ευχαριστώ πολύ», «με ευχαριστείς όταν μπεις στο σπίτι, θα σε ανεβάσω ως επάνω, έχει πολλούς ψυχάκηδες που κυκλοφορούν αδέσποτοι στους ορόφους», ήθελε να πει ‘και με ξυράφια’ αλλά ευτυχώς συγκρατήθηκε,  αυτοθαυμάστηκε για τους τραγικούς αυτοσχεδιασμούς του προκειμένου να μπει μαζί της στο ασανσέρ, εκείνη συμφώνησε δια της σιωπής, μπήκαν.

Στα ασανσέρ, που είναι γνωστά εργαλεία του Σατανά, συμβαίνουν κι ακούγονται πολλά και διάφορα, τα πιο ωραία τα έδειξε ο Ντε Πάλμα χρωματιστά και ο Λουί Μαλ ασπρόμαυρα, για να ξέρουμε και τι λέμε. Εδώ το μόνο φλουταρισμένo (αντάξιο θλιβερής στιγμής Dogme95) που συνέβη όσο ανέβαιναν είναι ένα χέρι που γλίστρησε κάτω από τη μπλούζα προς το στήθος της (το δεξί, αφού από κείνη τη γωνία βόλευε η χωροταξία τους μέσα στο θάλαμο) και ένα άλλο χέρι που έπιασε τον εισβολέα από τον καρπό την ώρα που έφτανε μιαν ανάσα από το τρόπαιο. Αλλά νήμα, εκείνο το ωραίο, το φλύαρο όταν αναστατώνεται, δεν πρόλαβε να κόψει.

“Ως εκεί, μου τρύπησαν μια κύστη χτες για να την ψάξουν και έχω γάζα, μη”

Γαμώ την ανατομία σας γαμώ. Γαμώ τις κύστεις σας και τα φριχτά μυστικά τους. Γαμώ τα χέρια μας που όλο αποδράσεις σκέφτονται. Γαμώ τα χέρια σας που ως και το τείχος του Βερολίνου θα τα ζήλευε. Γαμώ τα “ως εκεί» σας. Γαμώ τα ασανσέρ σας που στόμα έχετε και μιλιά δεν έχετε και δεν λέτε «παίξε κι εσύ σ’ ένα κλισέ καλή μου, δεν θα κόψετε δα και κανένα εισιτήριο, μια πριβέ προβολή είναι».

Μόνο αφού την άκουσε να κλειδώνει την πόρτα από το διαμέρισμα και αφού πρώτα του είπε χαμογελαστά «κοίτα μη φτιάξεις τώρα με το μυαλό σου καμιά ιστορία και έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα μ’ όσους την διαβάσουν» πάτησε το κουμπί για το ισόγειο. Κατεβαίνοντας πρόλαβε να στείλει sms στον φίλο του το γιατρό ρωτώντας «ρε μαλάκα όταν τρυπάτε κύστεις στα βυζιά γιατί αφήνετε δυο μέρες τις γάζες πάνω και μας γαμάτε την ψυχή;», πρόλαβε και να θυμηθεί ότι το καλοκαίρι την άκουγε να λέει στη διπλανή της “το καλό με την εμμηνόπαυση είναι ότι ούτε μπάνιο χάνω, ούτε μετράω μέρες με πανικό όταν χύνει ο βλάκας μέσα, κάτι είναι κι αυτό τουλάχιστον”, λοιπόν αυτά πρόλαβε και δεν ήταν και λίγα, σε ασανσέρ οικοδομής μπήκε, όχι στου Emirates Tower, για να μπορέσει να σκεφτεί πόσο βλακαμάδες είμαστε οι άντρες που απ’ όλες τις πρόθυμες του κόσμου (που λέμε αναμεταξύ μας ότι είναι εκατομμύρια εκεί έξω, ειδικά αν έχουμε πιεί πέντε βίσκια και βρωμάμε σαν βαρέλια αποστακτήριου του Vat69) πάμε και τρακάρουμε μετωπικά με τα «ως εκεί» και ούτε μπεταντίν έχουμε μετά, ούτε ένα χανζαπλάστ, ούτε ένα ντεπόν, ούτε μισό υπογλώσσιο.Και εν τέλει γαμώ το συγγραφικό μας προσανατολισμό, σκέφτηκε με φθόνο και οργή, που δεν αξιωθήκαμε να γίνουμε ποιητές να γράψουμε ένα

 

Στα ματωμένα φανάρια

των εχέμυθων ανελκυστήρων

εκκολαπτόμενοι οργασμοί

ανήμποροι να σπάσουν το τσόφλι

της ’ως εκεί’ γάζας τους.

 

και να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τις ανομολόγητες κι αδέσποτες κάβλες. Των άλλων.

 

Τέλος

given the chance (we’ll die like a baby)

1

 

 

 

Ανάμεσα σ’ άλλες αρχαίες, βρήκα και μια φωτογραφία μας Μάιο μήνα, σε μια παραλία του Πόρου που δεν θυμάμαι -πια- το όνομά της.

Είμαστε τρεις. Δεκαεννιά χρονών. Ξαπλωμένοι πάνω σε βρεμένα βότσαλα, πίσω μας αδίπλωτοι και μουσκίδι οι υπνόσακοι, φοράμε μπουφάν και πουλόβερ πάνω από τα μπλουζάκια μας γιατί η πρωινή υγρασία πλάι στο κύμα τρυπάει, μη δίνοντας δεκάρα για το αν είσαι δεκαεννιά ή πενηνταεννιά.

Ζακέτα να πάρεις. Από τότε χαραγμένο στο DNA μας.

Ποιος μας φωτογράφησε; Να ήταν άραγε και κάποιος τέταρτος παρέα μας; ’Η ζητήσαμε από κάποιον άγνωστο -ακόμη πιο άγνωστο το πώς βρέθηκε εκεί παραδίπλα μας, τόσο νωρίς το πρωί- να πατήσει το κλικ; Θα ’πρεπε, ίσως, να είχα ήδη ρωτήσει τους άλλους δυο. Μα δεν θέλω να τους δείξω σήμερα τη μνήμη μου γυμνή κι ανυπεράσπιστη.

Κορίτσια δεν είχαμε μαζί μας. Κρίμα. Είναι ωραία τα κορίτσια όταν δεν μπορούν να ανοίξουν τα μάτια τους το πρωί και τα μαλλιά τους είναι κολλημένα στα χείλια τους. Και γίνονται ακόμη πιο όμορφα όταν σε καίνε τα νυσταγμένα πόδια τους εκεί ψηλά που συναντιώνται, όση ψύχρα κι αν κάνει τριγύρω. Εκείνο το ξημέρωμα καθόμασταν μόνοι, παλεύοντας να ζεστάνουμε τα χέρια μας μέσα στις τσέπες. Κρίμα κι άδικο.

Λίγο πριν ξεκινήσει η εξεταστική τον Ιούνιο πρέπει να ήταν. Ξεκινήσαμε άλλος από Ζωγράφου, άλλος από Κυψέλη, άλλος απ΄ τα στενά γύρω απ΄ την πλατεία του Αγίου Θωμά και συναντηθήκαμε στο τέρμα του τρένου στον Πειραιά,  για να μπούμε παρέα στο καραβάκι. Μετά δεν θυμάμαι πολλά από το ταξίδι, το ίδιο κι από το νησί. Φτάσαμε και βουτήξαμε κατευθείαν με τα Speedo και τα Arena μας, χωράγαμε και σε μικρά νούμερα τότε. Μετά στεγνώσαμε και ξέχασα τι κάναμε, αλλά δεν πειράζει.Untitled.png

Έχει χαράξει, πετάμε πέτρες στο νερό, αγουροξυπνημένοι. Πίσω το δάσος, μπροστά μας η θάλασσα. Δεκαεννιά χρονών. Αήττητοι, αθάνατοι για μια νύχτα. Με τσιγάρα (ΚΕΝΤ ο ένας, κάτι σε Καρέλια ο άλλος) και δυο, τρία κατοστάρικα στην τσέπη, για τις μπίρες, τους καφέδες, ένα ταπεινό τσιμπολόγημα και τα πηγαινέλα. Δε θες και περισσότερα στα δεκαεννιά.

Εκτός από τα πόδια τους που καίνε.

Τους άλλους δυο στη φωτογραφία τους πάντρεψα, χρόνια μετά. Μπορεί να τη θυμούνται εκείνη την παραλία, μπορεί να έχουν κι αυτοί την ίδια φωτογραφία, μπορεί και όχι. Αλλά δεν ήμασταν πλασμένοι για ήρωες του Αlex Garland. Αυτό το θυμάμαι σίγουρα.

 

η μικρή ιστορία ενός ανθρώπου

20882_1434884323474820_6221492328981233343_n

 

Ήταν, σε γενικές γραμμές, ένας ήσυχος άνθρωπος. Και χλιαρό θα τον έλεγες. Αν έβαζες στη ζυγαριά τα στραβά και τα καλά του, τα στραβά μάλλον θα μέναν με το παράπονο.

Τις φορές που ένιωθε πως οι τοίχοι και το ταβάνι λαχταρούσαν να συναντηθούν, το μόνο που έκανε τους σφυγμούς του να πέφτουν ήταν η σκέψη πως κάποτε θα βρισκόταν για λίγες μέρες σε έναν τόπο όχι πολύ μακρινό. Συχνά έγραφε γι αυτόν κι ας μην είχαν συναντηθεί ποτέ. Δέκα μέτρα από τη θάλασσα, μακριά απ’ τον πολύ κόσμο. Ένα χαμόσπιτο, μια κληματαριά, ένα τραπέζι με δυο καφέδες πάνω -οι μονάχοι καφέδες πάντα τον τρόμαζαν πιο πολύ κι από τα ερωτευμένα ντουβάρια- , γυμνά πόδια, τζιτζίκια το μεσημέρι, το κύμα τις νύχτες, ίσα να αδειάζει το μέσα του πριν ξαναγεμίσει με ομίχλες στα δωμάτια ακορντεόν που τον περίμεναν -με ακονισμένες γωνίες- να επιστρέψει.

Αυτά. Κι ένα τηλεφώνημα -που και που- από τα παιδιά του, «όλα καλά». Για να καθαρίζει ο ορίζοντας, η θάλασσα, ο ουρανός.

Δεν ζήταγε πολλά. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερε.

 

—-

the sheltering word

harvestgold

1

To πρωί της μέρας που έπεσε το πρώτο χιόνι της χρονιάς, άνοιξα μια σελίδα και έγραψα το πρώτο πράγμα που εκείνη την ώρα μου ‘ρθε, άγνωστο γιατί, στο μυαλό:

Πριν αλλάξει την πρώτη του πάνα ο Johnny Marr, ο Wilko Johnson άλλαζε προφυλακτικό.

Το βρήκα τόσο στέρεα δομημένο -και πρόστυχα υπoσχόμενο- ως πρόλογο, που αποφάσισα να χτισω επάνω του ένα μυθιστόρημα. Διήγημα, έστω. Ένα μήνα, τρεις μέρες και καμία λέξη μετά, ακόμη σκέφτομαι τι άραγε να κουβάλαγε πάνω στους εύθραυστους ώμους του εκείνο το χιόνι που έλιωσε λίγες ώρες αργότερα. Τις δεκατέσσερις λέξεις τις κρατάω ακόμη παγωμένες.

2

Το καλοκαίρι που ο Tiesto έπαιζε μπρος στο πιο ετερόκλητο κοινό της καριέρας του, πέρασα εικοσιεννιά νύχτες πάνω σε σεντόνια που μύριζαν betadin, οινόπνευμα και μεταχειρισμένο ιδρώτα. Δέκα φορές μου ορκίστηκα ότι αν βγω θα αλλάξω. Εικοσιεννιά φορές μου έδωσα υποσχέσεις ότι θα γίνω ένας άλλος. Έντεκα φορές έθαψα ζωντανούς τους όρκους, τριάντα φορές κατάπια ωμές τις υποσχέσεις. Πίστευα, ήλπιζα, ότι τα σωληνάκια στα χέρια θα με κάναν καλύτερο άνθρωπο. Από τότε έπαψα να πιστεύω ακόμη και στα σωληνάκια που καταλήγουν σε βελόνες. Σιγά σιγά, μια προς μια,  όλες οι σταθερές μου αποδημούν δίχως ν’ αφήσουν έστω ένα σημείωμα.

3

Τα απογεύματα, τώρα που μεγαλώσαν λίγο οι μέρες, συνηθίζω να κοιτάζω αφηρημένα προς το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας. Ο τοίχος της απέναντι οικοδομής είναι βαμμένος στο χρώμα της άμμου. Αυτής στην έρημο, όχι της θάλασσας. Στην ευθεία του βλέμματός μου δεν υπάρχει παράθυρο, μπαλκόνι, μπαλκονόπορτα, τίποτε που να μαγαρίζει την θαυμαστή αυτή μονοχρωμία. Λίγο μετά τις πεντέμισι μεταμορφώνομαι, κάποιες στιγμές, σε Port Moresby. Δεν πιστεύω ότι η Kit μπορεί να με δει πίσω από τον τοίχο.

4

Try harder,  she said. Hard is enough,  της είπε. Δεν θα ξοδεύουμε τα comperative και τα superlative για ένα γαμήσι χωρίς υποψία έστω και ελλιποβαρούς έρωτα.

 

 

fear loves this place *

 

35457612 (1)

 

Εύχομαι, τηλεφωνικά. Τα  κλασσικά (αλλά τίποτε εικονογραφημένο). Περνάμε γρήγορα στα τυπικά, πως περάσατε, που πήγατε, τι κάνουν τα παιδιά, οι γέροντες, τέτοια, στο λογαριασμό βγήκαν όλοι παρόντες, δεν το λες και λίγο. Ακουγόμαστε κουρασμένοι και οι δυο. Λίγες ώρες μακριά και κάναμε αμέτρητα χρόνια να βρεθούμε. Να ακόμη κάτι για το οποίο δεν μπορείς να ΄σαι περήφανος. Αυτή η λίστα των μικρών ντροπών, που όλο και ξεχειλώνει. Συνηθίζαμε να ρωτάμε, παλιά, για τα επόμενα προγράμματα, απόκριες, καθαροδευτέρες, Πάσχα, μερικές φορές ήταν τέτοια η αποκοτιά μας που φτάναμε να συζητάμε -μη σου πω και να σχεδιάζουμε- ως και για το θέρος. Τα σκέφτομαι και ανατριχιάζω. Τολμώ να το ξεστομίσω ξανά, όχι για να πάρω απάντηση αλλά για να εξασκήσουμε τον αυτοσαρκασμό μας απ’ τις δυο άκρες της γραμμής. Δεν υπάρχουν λεφτά για καινούριο μαγιώ ρε, τα παλιά δεν μπορούν να κρύψουν τίποτε πια. Γελάμε αντανακλαστικά. Ανακουφιζόμαστε ανάμεσα σε «γεροί να ‘μαστε, πάνω απ’ όλα», «και πάλι καλά να λέμε», «μην είμαστε κι αχάριστοι, δες τι γίνεται παραδίπλα μας» και την ίδια στιγμή σκεφτόμαστε -εκεί φοβάσαι, ναι- τι θα εξαργυρώσουν τα παιδιά μας απ’ όλα αυτά. Ακουγόμαστε κουρασμένοι και οι δυο. «Να μη χαθούμε», «όχι βέβαια». Λίγες ώρες μακριά, θα περάσουν άλλα τόσα χρόνια για να ξαναβρεθούμε.

Κοντεύει έντεκα. Τελειώνω με τα τηλέφωνα. Της λέω «θα βάλω ακουστικά για λίγο», σηκώνει τους ώμους αδιάφορα. Δυο καναπέδες μακριά, σα να περάσαν από πάνω μας εκατό χρόνια. Μην είμαστε κι αχάριστοι, γεμάτοι ακόμη με τα αφεντικά τους οι καναπέδες.

 

 

*St. Julian Cope

 

—-

όλος ο ΕΟΠΥΥ σε μια νύχτα

napoli_salami5.limghandler

 

 

«Κράτηση κάνατε;». «Δεν κάναμε». «Ελάτε μαζί μου». Πάμε μαζί της. Ήταν ένα και ογδόντα, λίγο φοβιστική, το βάψιμό της σαν-Τζάκσον Πόλλοκ, η φωνή της ήταν Τομ Γουέιτς (χωρίς σαν), τα μπράτσα της (αμάνικο φορούσε) σαν-αντρικά. Καλά ξεκινήσαμε, για “χωρίς κράτηση”.

Ζεστά ήταν, η μουσική ακουγόταν δυνατά και η ηχητική του χώρου ήταν άθλια, το τραπέζι ήταν σαν μεγάλο σκαμπώ αλλά αυτά έχουν τα all day bar café lounge κλπ, ο κόσμος τριγύρω πιο αδιάφορος και πιο φωνακλάς -εξ ανάγκης- κι από την μουσική, μια χαρά όλα. Να γυρνάς σπίτι μετά και να ψάχνεις απεγνωσμένος το κινητό του ωριλά σου.

Παραγγείλαμε στην φοβιστική ένα κρασί, δεν το είχαν. «Όλοι αυτό ζητούσαν σήμερα, κι εσείς το ίδιο τώρα, πριν δέκα λεπτά έδωσα το τελευταίο». Κανένα πρόβλημα καλή μου, χίλια συγγνώμη, ζητήσαμε άλλο ρωτώντας αν υπάρχει και δεύτερο μπουκάλι για το τσακίρ κέφι. Μόνο ένα είχε. «Νομίζω». Προστατευόμενο είδος, σαν την καρώ ζέβρα ξερωγώ. Είπαμε «εντάξει, φέρτε αυτό και πάμε για άλλο μετά». Είπε «να σιγουρευτώ πρώτα αν υπάρχει». Πήγε και ξανάρθε μετά από πέντε λεπτά, υπήρχε η καρώ ζέβρα. Μια.

Ζητήσαμε ένα «πιάτο αλλαντικών-τυριών» (το ξαναζήσαμε σε αμέτρητες θλιβερές παραλλαγές αυτό το πιάτο σοκ, ήμασταν προετοιμασμένοι για όλα) και ένα «ζεστών ορεκτικών». Τουτέστιν τέσσερα σπρινγκ ρολς λαχανικών και τέσσερα πουγκάκια με κοτόπουλο. So be it.

«Αυτά;» ρώτησε. «Ναι» είπαμε. «Κάποια σαλάτα, μήπως;». «Όχι» είπαμε.  Ήταν που ήταν είναι ευερέθιστο το έντερό μας, του ‘δωσες την χαριστική βολή εσύ, δεν το είπαμε όμως, μη φάμε καμιά μπούφλα πάνω που χαλαρώσαμε.

Επιστρέφει σε πέντε λεπτά. Ταρίφα τα πεντάλεπτα. «Δυστυχώς μας τελείωσαν τα ‘ζεστά ορεκτικά’, όλοι αυτά ζητούσαν σήμερα, πριν πέντε λεπτά δώσαμε το τελευταίο πιάτο». Κοιταζόμαστε οι τέσσερις, θέλουμε να γελάσουμε, θέλουμε να θυμώσουμε, θέλουμε να πούμε διάφορα, αλλά η αυτοσυγκράτησή μας είναι υπόδειγμα ακόμη και για υπέργηρο Σαολίν.

«Φέρτε μας πάλι τη λίστα με τα πιάτα να διαλέξουμε κάτι άλλο».

Δεν έχει τίποτε να διαλέξεις. Ούτε για pasta είμαστε, ούτε για πρασινάδες ραντισμένες με μπαλσάμικα, παπαρουνόσπορους και μέλια, στο «λουκουμάδες ψιλοκομμένου βοδινού γεμιστοί με λιαστή τομάτα και pesto μαϊντανού» γελάσαμε κρυφά γιατί κι εμείς με κεφτεδάκια μεγαλώσαμε, όταν φτάσαμε στο «καρπάτσιο σολωμού με κάπαρη Αιγαίου και ξύσμα λεμονιού» δεν άντεξε η μία, κάγχασε και  ετοιμάστηκε να επιτεθεί ρωτώντας «ποιός τον γράφει τον κατάλογο;» αλλά την συνεφέραμε γρήγορα γιατί ξέρουμε τι γίνεται κάθε Σάββατο βράδυ στα Επείγοντα.

«Βρήκατε κάτι;».

«Όχι, φέρτε ένα πιάτο αλλαντικών και ένα μόνο τυριών και είμαστε οκ».

«Το ριζότο σπέσιαλ δεν θα θέλατε να το δοκιμάσετε;».

«Δεν θα θέλαμε». Η μια σαολίν έσπασε και αντιμίλησε, χλωμιάσαμε οι άλλοι τρεις αλλά ευτυχώς δεν είχαμε χειρότερα.

«Εντάξει». Πήρε τις κάρτες, έφυγε. Ξεφυσήξαμε ανακουφισμένοι, ζούσαμε στα άκρα πλέον. Και τότε ήταν που παρατηρήσαμε ότι δεν υπήρχε τραπέζι που να μην έχει δυο και τρία πακέτα τσιγάρα πάνω του. Σε δυο είδα και πούρα. Να μείνεις τρεις ώρες δηλαδή εκεί μέσα και φεύγοντας να ψάχνεις να βρεις το κινητό του πνευμονολόγου σου.

Έπαιζε Σίμπλι Ρεντ. Δηλαδή αυτοί πως και δεν τέλειωσαν; Νταξ.

Πίνουμε νερό περιμένοντας. Αυτό δεν τους τέλειωσε. Αν και τους έχω ικανούς.

Έρχεται με το κρασί. Ανοιγμένο, ήδη. Πάει να βάλει στο ένα ποτήρι. Σπάει και ο άλλος σαολίν, τόση τόλμη ρε πούστη μου, κατατρόμαξα, βάζει το χέρι του πάνω στο στόμιο του ποτηριού. «Γιατί είναι ανοιγμένο;». «Τώρα το άνοιξα, πριν το φέρω στο τραπέζι». «Τα κρασιά ανοίγουν στο τραπέζι, όχι πριν το τραπέζι». Πάνε οι σαολίν, γίναμε νίντζα, γιακούζα, κάτι που δεν έχει καταπιεί μισό κιλό xanax τέλος πάντων. Μας κοιτάζει λίγο απορημένη, λίγο αμήχανη, λίγο ενοχλημένη, σε mode “με τι μαλάκες έμπλεξα’’ αλλά when the going gets tough και τα λοιπά, μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει ηρωικά αλλά και πάλι το ξανασκεφτόμαστε, έχεις δει Επείγοντα το σαββατόβραδο;

«Θέλετε να ανοίξω άλλο;», σκοτεινιασμένη.

«Μα δεν έχετε δεύτερο», την καλμάρουμε.

«Να ξαναδώ, μήπως», μας δουλεύει.

Τι ευερέθιστο έντερο μου λες, κατευθείαν σε Crohn πήγαμε. Μέσα σε λιγότερη από μισή ώρα. Ιατρικά συγγράμματα και μαλακίες. Να βγαίνεις να χαρείς και να ψάχνεις το κινητό του γαστρεντερολόγου σου.

«Όχι, αφήστε το»

Το αφήνει.

«Να σας φέρω σαμπανιέρα».

Έπαιζε αυτά τα Τζένη Βάνου με μπλιμπλίκια. Ουφ.

Φέρνει. Και αφήνει τον κουβά με τα παγάκια πάνω στο κέντρο του τραπεζιού. Όπως σε Πάολα. Αλλά εκεί αφήναν το Τσόνι και το Τσίβας στο κέντρο, όχι έναν κουβά που χωράει νεογέννητο. Σαμπανιέρα κολυμπήθρα. Ο ένας πρώην σαολίν σκύβει και κοιτάζει μέσα, να σιγουρευτεί -λέει- ότι δεν ξέχασε κάτι ο παπάς. Κρατιέμαι να μην μου βγει το γέλιο απ’ τα ρουθούνια γιατί ξινό θα βγει.

«Συγγνώμη αλλά τα βοηθητικά τραπεζάκια μας τέλειωσαν, θα ψάξω να βρω ένα από κάπου που δεν το χρειάζονται και θα το φέρω».

Δεν είναι πρέπον να επιτίθεσαι στην εργαζόμενη τάξη, δικό της αίμα είμαστε κι εμείς, ρισκάρουμε και τη γνάθο μας μα πόσα sold out να αντέξεις;

«Ελπίζουμε αν φεύγοντας διαπιστώσουμε ότι τα ευρώ μας τελείωσαν, να έχετε την καλοσύνη να μας αφήσετε να φύγουμε και να βρούμε από κανένα ΑΤΜ που δεν τα χρειάζεται και να τα φέρουμε».

Τι είπες τώρα ρε, επιστήμονας άνθρωπος. Και πάρκαρα στου διαόλου τη μάνα, πώς κουβαλάς αναίσθητο άντρα ενενηνταπέντε κιλά ως εκεί;

Μας κοιτάζει ανέκφραστη. Σίγουρα έχει αλλάξει mode, πέρασε από το «με τι μαλάκες έμπλεξα» στο «πάτε στα σπίτια σας γαμώ το ξεσταύρι μου να κάνω ένα μεροκάματο χωρίς να φτύσω αίμα».

Της λέμε -για να την ηρεμήσουμε- εντάξει, δεν πειράζει, να μην ενοχλείται, αν βρει βοηθητικό τραπεζάκι ας μας το φέρει αν έχει την καλοσύνη αλλά μέχρι να βρεθεί αυτό το γαμημένο το τραπεζάκι (το γαμημένο δεν το είπαμε, έμεινε αλυσοδεμένο στο μυαλό μας) να μη μας φέρει κανένα πιάτο γιατί δεν υπάρχει χώρος ούτε για πηρούνι στο τραπέζι και πάει πολύς καιρός πια που τρώγαμε με τα πιάτα ακουμπισμένα στα πόδια μας και ξεσυνηθίσαμε.

Θα το τρώγαμε το κεφάλι μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην χτυπήσουμε κάρτα στα Επείγοντα.

Δεν εκτίμησε το χιούμορ μας. Τυφλός να ήσουν θα το καταλάβαινες. Το παραρισκάραμε κι εμείς όμως. Δηλαδή καλύτερα στο δρόμο για το Κ2 με χιονοθύελλα παρά τόση αποκοτιά.

Έπαιζε Στινγκ. Boring αλλά νταξ. Δεν πέθανε αυτός;

Σε δέκα λεπτά βρέθηκε βοηθητικό τραπεζάκι -λάφυρο από τραπέζι που άδειασε- και βάλαμε πάνω του την κολυμπήθρα κι έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Το κρασί είχε μείνει μισό. Η υπομονή μας άφαντη. Ευτυχώς την είδαμε να έρχεται με τα πιάτα.

Στο ένα είχε τέσσερις φέτες σαν-προσιούτο, τέσσερις μικρές ροδέλες τσορίθο, τέσσερα μικρά λουκανικάκια σαν-Φρανκφούρτης τρεις φέτες παστράμι και τρεις σαν-φέτες σαλάμι αέρος. Οι τέταρτες φέτες θα τους τέλειωσαν, πριν δέκα λεπτά. Στη μέση τρία ντοματίνια. Και τρία κριτσίνια. Μάλλον δεν θα τους τέλειωσαν αλλά μας έστελναν μηνύματα. «Φάτε τα τρία μας». ΟΚ.

Στο πιάτο τυριών είχε δυο ξερά σύκα στη μέση και έναν χουρμά. Σύνολο τρία. Πάνω τους είχαν τρίμματα από μπλε τυρί. Ευφάνταστο. Τριγύρω είχαν ακροβολιστεί λεπτές διάφανες φέτες γκούντα, ένταμ, έμενταλ, τα άπαντα των λιντλ δηλαδή. Είχε και δυο τρίγωνα σαν-μετσοβόνε και ένα κομμάτι (σαν- αντίδωρο) καμαμπέρ. Σύνολο τρία. Και τρία κριτσίνια. Εντάξει, το πιάσαμε το νόημα.

Την παρακαλέσαμε να φέρει λίγα κριτσίνια ακόμη και είπε με κάτι σαν-χαμόγελο «θα σας φέρω κάτι καλύτερο» και ομολογώ πως μιαν ανατριχίλα τη νιώσαμε όλοι που έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν άφησε στο τραπέζι ένα πιάτο με ψιλοκομμένες φέτες από μπαγκέτα ωρίμανσης πέντε ημερών λέγοντας «αυτά είναι τα χομ μέιντ μπέικ ρολς μας». Εντάξει, το πιάσαμε το νόημα. Να βγαίνεις να φχαριστηθείς και μετά να ψάχνεις το κινητό της οδοντιάτρου σου.

Το κρασί ξεψύχησε πριν καν ρίξουμε κλήρο για το ποιος δεν θα φάει παστράμι και μετσοβόνε. Ευτυχώς είμαστε αγαπημένα και πολιτισμένα ζευγάρια. Οι άντρες πάντα μεγαλόψυχοι και γενναιόδωροι υποχωρήσαμε, την ώρα που ακριβώς στο διπλανό τραπέζι κάθησαν δυο ωραιότατα ζευγάρια ασυνόδευτες γάμπες τυλιγμένες μέσα σε ωραιότατα μαύρα καλσόν που καταλήγαν σε ωραιότατες μαύρες γόβες και σε τελική ανάλυση το φιλοσοφήσαμε οι δυο άντρες σαολίν και είπαμε (από μέσα μας) δεν βγαίνεις για να φας γιατί φαγητό έχουμε και στο σπίτι και ωραιότατα κρασιά έχουμε στο σπίτι αλλά μερικές φορές το φαγητό έξω είναι καλύτερο.

Εκτός κι αν δεν έχουμε κάνει κράτηση, φτάσουμε καθυστερημένοι και ακούσουμε «δυστυχώς μας τελείωσε». Η ιστορία της ζωής μας, δηλαδή.

Την ώρα που πληρώναμε έπαιζε Τσετ Μπέικερ. Φιλάω σταυρό. Είπαμε οι άντρες στα μαυροντυμένα κορίτσια μας «κρίμα, στα καλύτερα φεύγουμε», μας άκουσε η φοβιστική και απάντησε χαμογελώντας πονηρά «πάντα έτσι δεν γίνεται;» και την ώρα που μας άνοιγε την πόρτα και κατεβαίναμε τα πρώτα απότομα σκαλιά είπε «σας περιμένουμε ξανά». Δεν νομίζουμε καλή μου, με τόσες συγκινήσεις απανωτές θα χρειαστούμε και καρδιολόγο.

Αλλά δεν το είπαμε. Άντε να βρεις τον ορθοπεδικό σου τέτοια ώρα…

 

….

the word is a ghetto

Delicatessen 1

 

Zητάω από τον χασάπη μου οssobuco. Κατ΄εντολήν.  Γελάει. Για πολλοστή φορά συνειδητοποιώ -όσο βλέπω το χασαπόπουλο να πριονίζει το κόκκαλο- πως είναι λιγότερο πολύπλοκο από το όνομά του, αν το πεις όμως «ποντίκι» χάνεται η μισή και παραπάνω μαγεία μιας παραγγελίας σε ένα κρεοπωλείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης και όχι κοντά στην Piazza Borromeo ή στα στενά του Ναβίλι. Βλακείες σκέφτεσαι αν δεν πρόλαβες να πιείς καφέ.

Τρία κομμάτια φτάνουν;

Και περισσεύουν. Άλλωστε μεγάλες γαρίδες στα κάρβουνα ήθελα να φάω αύριο, μα μου είπε ότι είναι βαριά αντικοινωνικότητα να τρως γαρίδες στα κάρβουνα κυριακάτικα, τέτοιες εποχές. Σκέτα κάρβουνα;  ήθελα να τη ρωτήσω, μα μετάνιωσα. Πρόλαβε εκείνη να μου πει «το τραπέζι της Κυριακής θέλει κατσαρόλα, χύτρα, ταψί, γάστρα» αλλά μόνο τα μισά άκουσα, ήμουν ήδη στο δρόμο για το ασανσέρ για να τελειώσω με τα σαββατιάτικα ψώνια μιαν ώρα αρχύτερα.

Δεν είναι συναρπαστικά τα χασάπικα, πλέον. Από την ώρα δηλαδή που είδα το Delicatessen όλα μου φαίνονται βαρετά, μουντά, χλιαρά, μια κοψιά. Ακόμη και κάτι χάι-τεκ που είδα στην τηλεόραση, με χασάπηδες νέους, ωραίους και αξύριστους (που σίγουρα περάσαν casting γωνιών προσώπου και κοιλιακών) και κρέατα  βαλμένα τόσο ευλαβικά στα ψυγεία όπως αραδιάζει ο Cartier τα διαμάντια και τα χρυσά του πάνω στα βελούδα της βιτρίνας. Άμα είχαν χιούμορ θα παίζαν και «Meat is murder» στα ηχεία στο σάρκινο μουσείο τους αλλά έχουν γένια (και χτένια, μέσα στα ψυγεία, μα είναι  ακόμη πιο φτηνό χιούμορ αυτό), δεν είναι απαραίτητος κι ο σαρκασμός όταν φιλετάρεις μπούτια κοτόπουλων. Morrissey σε χασάπικο, έλεος μακελάρη μου.

Το «δικό μου» χασάπικο είναι ντεμοντέ. Δεν έχει όρθια ψυγεία βιτρίνες, τα χασαπόπουλα είναι δεν είναι ένα κι εξηνταπέντε στο μπόι, η κυρία χασάπη έχει συμπαθητικό πρόσωπο μα θα έκανε λαμπρή θητεία ως σφάγιο, ο χασάπης μου είναι καλό, χρυσό παιδί, νέο και πάντα χαμογελαστό, καμιά σχέση με τον Κλαπέ, αλλά με κοροϊδεύει όταν του ζητάω –κατ’ εντολήν– νουά και με πληγώνει. Ούτε μουσική έχει, ίσως κάποια στιγμή πιάνει το αυτί σου φευγαλέα κανέναν Παντελίδη, κανέναν Κότσιρα στο μικρό ραδιόφωνο που κρέμεται από ένα καθαρό τσιγκέλι που ολοκλήρωσε τη θητεία του ως κρεμάστρα σάρκας. Μια φορά, την ώρα που μου συσκεύαζε κοπανάκια, άκουσα και Δεληβοριά. Έντεχνο σε χασάπικο ρε πούστη μου, κανένας σεβασμός.

Πολλές φορές δίνω τη σειρά μου σε γηραιές σκεβρωμένες κυρίες. Όχι τόσο από ευγένεια, όσο από περιέργεια. Για να δω τι μπορεί, ακόμη, να αγοράσει μια πετσοκομμένη σύνταξη. Που μαζεύει, έστω μια Κυριακή το μήνα, παιδιά και εγγόνια για να τα φιλέψει, να κάνει ο,τι μπορεί για να αλαφρύνει μια στάλα τα βάρη των παιδιών. Ωραία λέξη το «φιλεύω». Και το «σύνταξη». Τέτοιος είμαι, βλέπω τις λέξεις να πνίγονται μπρος στα μάτια μου τραβώντας μαζί τους κι ανθρώπους στον πάτο και δίνω τη σειρά μου, «δεν πειράζει, τελειώστε εσείς, έχω κι άλλα να πάρω εγώ». Συνήθως παίρνουν χοιρινό, αυτό φτουράει για τις Κυριακές που μαζεύονται όλοι στα παπουδόσπιτα (αν ζει ο παππούς, εννιά φορές στις δέκα μόνο γιαγιάδες συναντώ στον χασάπη). Βάζεις στη σακκούλα δυο κιλά πανσέτες, βάζεις και δυο μπριζόλες, παίρνεις ρέστα από το εικοσάρικο, μετά έχει σειρά το μανάβικο κι ο μπακάλης, μπίρες απ΄τις φτηνές κι ένα πιο φτηνό ημίγλυκο, πνιγόμαστε που πνιγόμαστε ας μην είναι ξηρό το τέλος μας. Όταν βλέπω αυτά τα μικρά πορτοφολάκια να ανοίγουν και τα ζαρωμένα, σχεδόν διάφανα χέρια να μετράνε -τρομαγμένα, έτσι νομίζω-  ένα χαρτονόμισμα και λίγα κέρματα, φοβάμαι πως σαν ξανακλείσουν θα μείνω κι εγώ μέσα δίχως αέρα. Πείθω το βλέμμα μου να στραφεί αλλού. Στο συκώτι που ζυγίζεται τώρα. Ξαναπνίγομαι.

Το χασάπικο της γειτονιάς μου, νομίζω το ‘χω ξαναπεί, έχει και μια σειρά από κάρτες απλωμένες πάνω στο ψυγείο με τα σφαγμένα και τα αίματα. Τρομακτικές κάρτες με ονόματα, ιδιότητες, τίτλους και τηλέφωνα. Αγγλική φιλολογία, Φιλολογία ΑΠΘ, Οικονομολόγος, Παιδαγωγικό ΔΠΘ, κάποτε δεν έβλεπα «Δικηγόρος» αλλά πάνε πια οι ντροπές, όλοι αραδιασμένοι εκεί, νέα  -και όχι τόσο νέα- παιδιά απλωμένα κι αυτά στα τσιγκέλια. Μια ώρα μάθημα, μισό κιλό κρέας.

Δεν μπορείς να φανταστείς, μου λέει ο χασάπης μου. Πονάει το μέσα μου, δυο τρία έρχονται κάθε βδομάδα, «να αφήσω λίγες κάρτες;», σε λίγο πιο πολλές κάρτες από κρέατα θα έχω στο μαγαζί.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα πρέπει να κόψω αυτή τη συνήθεια. Καλύτερα να τηλεφωνώ να μου τα φέρνουν στο σπίτι. Γιατί όπως πάνε τα πράγματα δεν θ΄αργήσει η μέρα που το γκαπ του μπαλτά θα ακουστεί μέσα στο μυαλό μου, σ’ ο,τι απέμεινε απ’ αυτό,  διαλύοντάς το σε ένα εκατομμύριο κομμάτια και ποτέ δεν θα μπορέσω -είμαι και σιχασιάρης- να ξύνω ντουβάρια, πατώματα και ταβάνια για να ξαναφτιάξω το παζλ.

Τρία είπες; Ένα τετρακόσια είναι.

Δυο, φτάνουν. Ένα κιλό βγαίνουν; Κατ΄εντολήν.

Χαμογέλασε ο χασάπης μου, χαμογέλασα από ευγένεια κι εγώ, πήρα το δρόμο για  το μανάβη μετά. Εκεί που στα χωρισμένα τελάρα, τα «πλαϊνά», τα «κρυφά», τα «δεύτερα», γίνεται πάντα συνωστισμός τα Σάββατα. Ως και στα τελάρα γκέτο.

….

αέρας

WORD NON ARRIVALS

 

 

Tόσες ματαιωμένες απόπειρες, τόσα cancelled μπρος στη λευκή σελίδα, τέτοια αναμονή (ακόμη και ξημερώματα) χωρίς να με πλησιάσει ούτε σημείο στίξης (κι ας κρατούσα πάντα μια πινακίδα στα χέρια, μη τυχόν και με μπερδέψουν για άλλον), τόσον έρημο πίνακα αφίξεων,  χρόνια είχα να ξαναζήσω.

 

…..

gentlemen take polaroids (not anymore)

pol2

Ξέρεις που φτάσαμε; τον ρώτησα προχτές, μονολογώντας. Δεν μπορείς να ποθήσεις ένα σώμα. Ούτε καν να γράψεις γι αυτό, πόσο μάλλον να μπεις μέσα του. Οι εποχές -οι άνθρωποι, οι άνθρωποι φτιάχνουν τους καιρούς- δεν συγχωρούν το να σε δουν να σέρνεσαι αδύναμος πίσω από πάθη. Δεν χρειάζεται να εκπέσεις από έρωτα, αρκεί και η απλή καύλα για την καταδίκη. Aν δεν ανάψει πράσινο φως το μυαλό -που δουλεύει υπερωρίες, για να μην χρεωθεί σκοτάδια κι ενοχές που δεν του ανήκουν- η σάρκα πρέπει να περιμένει. Το σαρκίο είναι δεύτερο, ευτελές, οφείλει να υποτάσσεται -άλλοι το λεν και «υποκλίνεται» -μπρος στην ανέχεια, τη δυστυχία, την ανημπόρια, την κόλαση των άλλων.

Μα δεν μπορείς να πενθείς για καύλες όταν αυτοί οι άλλοι συντρίβονται από αληθινές απώλειες.

Μη βιάζεσαι. Kάποια στιγμή το μυαλό και οι σκέψεις θα αναπαυθούν -θες να πω για λίγο; για λίγο, λοιπόν-  ερήμην των άλλων  και ερήμην του σαρκίου που τις φιλοξενεί· είναι μάταιο να παριστάνουν πως φτιαχτήκαν από γρανίτη κι ατσάλι. Δεν είναι, ουδέποτε ήταν, οι ενενηνταεννιά στους εκατό είμαστε φτιαγμένοι από ευτελή υλικά που ενίοτε λάμπουν -αυτός που έγραφε σε στιχάκια We are all made of stars,  μισές αλήθειες έλεγε- μα δεν παύουν να  έχουν όρια αντοχής, θερμοκρασία τήξης, ημερομηνία λήξης.

Και τότε θα καταφέρει (σκέφτομαι με μια ντροπιαστική ανακούφιση) η τόσο συκοφαντημένη εσχάτως σάρκα να πάρει την γλυκιά της εκδίκηση. Έστω για λίγες μόνο στιγμές. Πες την και πύρρεια νίκη που αρκεί, όμως, για να ξεπλύνει δέκα συντριπτικές -κι ατιμωτικές, ακόμη- ήττες του μυαλού.

 

—-

κουρελάκια

freelabelbig2015

 

 

Παράξενο, κουραστικό και κάποιες φορές στενόχωρο να πακετάρεις παλιά μπουφάν και παντελόνια -στα οποία ούτε διαμελισμένος χωράς, πλέον- σκαλίζοντας για τελευταία φορά τις τσέπες πριν τα αποχωριστείς. Χωρίς να ξέρεις τι και γιατί το ψάχνεις, αφού έχουν πλυθεί και ξανακαθαριστεί αμέτρητες φορές, ούτε χνουδάκι, ούτε καν μισή κλωστή θα μπορούσε να επιβιώσει εντός τους.

Και ξάφνου σε ένα τζιν που μοιάζει διαμελισμένο, με ξέφτια να ζουν σε κάθε γωνιά του, με τόσα σκισίματα ολόγυρα -δουλειά του χρόνου, ποτέ δεν φόρεσα τρύπιο παντελόνι μα ποτέ δεν είναι αργά όπως πάνε τα πράγματα- ανακαλύπτεις οτι ζει ένα τόσο δα χαρτάκι λίγο πιο μεγάλο από ένα γραμματόσημο,  ‘Νο 586, Δραχμές 40′  και μετά ξανά σιωπή, μάλλον -σίγουρα- εκεί ήταν τυπωμένο άλλο ένα μηδενικό. Ίσως δυο.

Πότε, πού, τι, με ποιόν, όλα άγνωστα. Δεν θυμόμουν καν πως είχα τέτοιο ρούχο. Εισιτήριο, για πού; Για Nits; Για το Fight Club; Σινεμά ο Παράδεισος; ή Dr Feelgood; Μάταιο να ψάχνεις, μάταιο να αραδιάζεις συνενόχους, μάταιο να στήνεις -τάχα μου- σκηνικά memorabilia, μάταιο και καθόλου ανακουφιστικό.

Δεν το πέταξα τελικά το κουρέλι. Το δίπλωσα -χαζοευλαβικά, αν είναι δυνατόν!- ρολό, στριμώχθηκε πίσω πίσω στο πατάρι της ντουλάπας, εκεί που μόνον εγώ έχω το θλιβερό προνόμιο να ανεβάζω και να κατεβάζω. Έβαλα πάρα πολύ προσεκτικά το αναπάντεχο εύρημα σε έναν φάκελο μαζί με άλλα άχρηστα (τόσο αδιάφορα που ως κι ο πιο παθιασμένος ρακοσυλλέκτης θα αρνιόταν να τους ρίξει έστω μισή ματιά ενώ εγώ τα προορίζω για την Μεγάλη μου ρεπροσπεκτίβα που κανέναν δεν θα αφορά)  και έτσι σφράγισα μιαν ακόμη αμφιλεγόμενη νίκη απέναντι στον χρόνο και την φθορά. Ένα (ακόμη) κομμάτι μου επέζησε, σε πείσμα της αδύναμης -κι απρόθυμης να συνεργαστεί- μνήμης.

Κάποια μέρα, σε μια στιγμή αδυναμίας, θα ανοίξω αυτό το φάκελο -με ενόρκους ή χωρίς- και θα μου αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ εκεί.

…..

 

love, sex, death

Αντί να αραδιάζεις λέξεις για εικόνες που με τον έναν ή άλλον τρόπο σε σημάδεψαν εμφατικά και ευδιάκριτα (εικόνες δανεικές, όχι την ζωή αυτοπροσώπως), προτιμότερο είναι να τις αφήνεις να μιλήσουν όπως οι ίδιες επιλέγουν. Με λίγη βοήθεια, εν είδει υποβολέα για να μην αρχίσουν να φλυαρούν ερήμην σου.

deathΟ Μπρίγκελ, πρώτη επαφή με τα σκοτάδια, να ΄μουν δέκα, έντεκα το πολύ. «Ο θρίαμβος του θανάτου». Δεν φτάνει που σε κερδίζει, πρέπει να βγει και θριαμβευτής απ’ το παιχνίδι. Έμαθα (κι ακόμη θυμάμαι) απ΄έξω και ανακατωτά κάθε χιλιοστό της εικόνας, ψάχνοντας τρόπο να δείξω σε κάποιο υποψήφιο νεκρό πώς να ξεφύγει από την πανούκλα, από το κάδρο. Ποτέ δεν βρήκα. Όλοι οι δρόμοι σωτηρίας κλειστοί. Ψέματα έλεγε από κάτω πως ήταν ένα εξήντα επί ένα είκοσι, δεν χωράει τόσος πολύς Θάνατος σε δυο τετραγωνικά, μεγάλος σαν το σπίτι μου ήταν. Και πιο μεγάλος ακόμη. Τόσο τεράστιος που ζεις μέσα του. Το εμπέδωσα τώρα.

Jean_Auguste_Dominique_Ingres_-_The_Spring_-_Google_Art_Project_2

Στον ίδιο τόμο, στα «Μεγάλα Μουσεία» λίγο πιο μακριά απ΄ τον Θάνατο πόζαρε η «Πηγή», ας με συγχωρέσει ο καλλιτέχνης αλλά ποτέ δεν συγκράτησα το πολύπλοκο όνομά του. Στεκόμουν πρώτη φορά απέναντι σε γυμνό σώμα, αυτά της θάλασσας με μαγιώ δεν μέτραγαν. Μέτρο σύγκρισης δεν είχα μα αυτή η γύμνια μου φαινόταν ανήλικη σαν και μένα, άρα ατελής. Πολύ «καθαρή» για να ‘ναι απαγορευμένη. Έπρεπε να ψάξω κι άλλο.

la-maya-desnuda-the-naked-maja-by-goya

Τρεις σελίδες πιο μπροστά ζούσαν οι δυο Μάγιες του Goya. Η ντυμένη (η χλιαρή, η αδιάφορη) και η γυμνή. Για χάρη της εγκατέλειψα την ‘Πηγή”, ξέχασα και την κόλαση του Μπρίγκελ. Ήταν το όλο υποσχέσεις βλέμμα, ήταν και το μη βουκολικό της πόζας αλλά κυρίως ήταν εκείνη η μικρή λεπτομέρεια, χαμηλά κάτω από τον αφαλό (εκεί που η «Πηγή» μου έχασκε κενή, καθαρή και εν τέλει  άγουρη), που έκανε τα πράγματα συναρπαστικά. Λαβυρινθώδη. Και μάλλον ζεστά. Τότε δεν ήξερα, ακόμη, πως η κατάσταση ήταν σαφώς πολυπλοκότερη. Με τα χρόνια βέβαια σκαλώνεις σε αδικαιολόγητες ατέλειες: ξέρεις πλέον ότι η βαρύτητα δεν αφήνει τα στήθη να ποζάρουν έτσι όπως τα έστησε ο Ισπανός, μόνον η σιλικόνη μπορεί να βιάσει την Φυσική. Αλλά στα δέκα δεν σε πολυνοιάζουν οι επιστήμες, παρά μόνον ένα παράξενο πρωτόγνωρο μούδιασμα κάτω απ’ το παντελόνι.

2a3uC6h

Η Μαλίτσια ήρθε την λάθος εποχή. Οριακά μεγάλος για «κατάλληλο από 13», τραγικά ανεπαρκής για «κατάλληλο από 17». Μα όλα πάνω στην Λάουρα ήταν σωστά, όλα. Και πιο σωστή η σινεματζού στο Όσκαρ που με ρώτησε την ώρα που εμφανίστηκα πελαγωμένος αλλά τολμηρός ενώπιόν της «είσαι δεκαεφτά αγόρι μου, δεν είσαι;» και απάντησα αναψοκοκκινισμένος «φυσικά και είμαι» χαζεύοντας (ως άλλο «Προσεχώς») τα στήθη της που σπρώχναν δυο κουμπιά προς την αυτοκτονία. Της Μαλίτσια αποδείχθηκαν (μετά από δέκα λεπτά) μικρότερα μα απείρως πιο φιλόξενα. Νομίζω πως κάπου κει μέσα ζούμε, πολλοί, ακόμη.

Malicious 23

Ομολογώ, την Αντονέλι την λάτρεψα, την πόθησα (αν και δεν είχα ακριβή αίσθηση της λέξης), την ήθελα δική μου. Την διεκδίκησα με πείσμα σε όνειρα, σε πρωινά ξυπνήματα,  σε αυστηρά ιδιωτικές στιγμές, άφησα πίσω την Μάγια και τις υπαινικτικές πινελιές πάνω της για χάρη του προφανούς. Με λίγα λόγια ενηλικιώθηκα, άλλος ένας στα τόσα εκατομμύρια, μαζί της.

 

«Ενηλικιώθηκα»….

 

stanza7

Ποτέ δεν ενηλικιώνεσαι αν δεν μπεις μέσα στο Stanza del figlio. Nα το δεις να κοιμάται, να το σκεπάσεις, να δώσεις ένα κλεφτό φιλί, ακόμη κι όταν λείπει. Ποτέ.

Και πάνω που σκεφτόμουν πού στην ευχή είναι κρυμμένο το love.

…..

 

nevermore

hung

 

Ναι μωρό μου, τα θυμάμαι τα λόγια των γενναίων παλιών. Να πολεμήσουμε την αρρώστια που μας αγκαλιάζει σαν γλίτσα, να την παλέψουμε σε χωράφια, σε λόφους, σε στενά δρομάκια, σε λεωφόρους, στις ακτές. Να πάμε ως το τέλος πριν προλάβει να έρθει το τέλος πρώτο σε μας. Ωραία λόγια.

Πάνω σε περίεργα χρόνια περπατάμε καλή μου. Μπορεί ποτέ να μην ήμασταν σε πρώτης διαλογής τελάρα αλλά δες την κατάντια μας. Μεταλλαχτήκαμε άσχημα, ύπουλα και επώδυνα. Ο γόρδιος δεσμός ήταν μια κλωστή, μια τόση δα τρίχα μπρος στο μέσα μας. Το Invasion φτυστό η Mary Poppins. O Poe θα προτιμούσε να κόψει με πριόνι τα χέρια του παρά να μας κάνει ποίημα, διήγημα, μια παράγραφό του έστω.

Χώνεψέ το, δεν είμαστε βρώσιμοι πια. Δεν έχουμε μυρωδιά. Μας αγγίζουν και η σάρκα μας υποχωρεί άτακτα. Ένα παράξενο σχαμερό πράμα γίναμε. Ξεχρωμιάσαμε απ’ έξω, μελανιάσαμε εντός. Κανείς δεν καταδέχεται να μας πιάσει -πόσο μάλλον να μας βάλει- στο στόμα του παρά μόνο για να μας ξαναφτύσει στο χώμα με αηδία.

Κάθε μέρα ξυπνάω και ψάχνω μια δόση ομορφιάς, για να αντέξω. Μια, μισή, παλεύω σαν τζάνκι, κάτι βρίσκω. Μα το μουσείο της Ντροπής μας δεν έχει τελειωμό μωρό μου. Ο ιός είναι πάντα εδώ, ανθεκτικότερος απ’ όσο φοβόμασταν.

….

στους τρίτους ορόφους

FIRSTHOME.

 

Σκέψεις ως συνήθως χαοτικές, ερήμην ειρμού.

Οκτώ παρά τέταρτο το πρωί, φορτηγό ξεφορτώνει φοιτητική πραμάτεια στην απέναντι οικοδομή. Μπαμπάς, μάνα, γιός, κόρη, μάλλον, σίγουρα. Ένας απ’ τους δυο πέρασε, το αγόρι είναι εμφανώς νεότερο και με ακόμη πιο εμφανή ακμή, άρα αυτό, θεέ μου, πόσο παιδιά είναι ακόμη τα δεκαοχτάχρονα. Ίσως, βέβαια, περάσαν όλοι. Ελληνική πατέντα.

«Πέρασε». Περίεργη, ύπουλη λέξη.

Ο μπαμπάς μοιάζει μεγαλύτερός μου. Μπορεί και να σφάλλω αλλά το αποψιλωμένο κρανίο πάντα είναι κακός σύμβουλος. Κουρασμένος δείχνει, ούτε οι χρονιές που πέρασαν ήταν εύκολες, ούτε τώρα το ψάξιμο, τα νερά, το ρεύμα, τα τρέχα, τα ανεβοκατέβα σε ταμεία, γκισέ και άδεια ή μισοάδεια σπίτια. Η μαμά ανάμεσα σαρανταπέντε και πενηνταμείον. Φαίνεται ωραία, ακούγεται τσαούσα, αυτή καθοδηγεί την εκφόρτωση, «αλλιώς σε παρακαλώ τον καναπέ, δεν σε παίρνει έτσι». Θα ήταν πρώτη φίρμα σε ρωμαϊκή γαλέρα. Τα μαλλιά της πιασμένα πίσω (έστω κι από δω που βλέπω, φαίνεται πως έχει λαχταριστό λαιμό και ακόμη πιο ωραίους ώμους), φοράει μαύρα γυαλιά, στενή γαλάζια φόρμα και άσπρο μπλουζάκι με τιράντες. Η δουλειά δουλειά αλλά εκτός από φοιτητομάνες είμαστε και γυναίκες. Εύγε.

Πέντε χρόνια, βάλε και άλλο ένα αν είναι μετρίως διαβαστερός, έχει μέλλον το πηγαινέλα τους στην πόλη. Δεν ξέρω από πού έρχονται και δεν με νοιάζει, νοιάζει όμως αυτούς. Η χαρά χαρά, οι αριθμοί όμως δεν χαμπαριάζουν από τέτοια. Τώρα όμως χαρά, επιμένω. Τους αριθμούς βρίσκουμε τρόπο και τους βολεύουμε προς το παρόν -πόσο μακριά πάει αυτό το ‘παρόν’ άραγε; – κάποιοι τυχεροί.

Καλό μέρος διαλέξατε, τους λέω από μέσα μου. Φαρμακείο στη γωνία, μπακάλικο στα πενήντα μέτρα, τσιγαράδικο/γαλατάδικο που διανυκτερεύει στα εκατό, φρούτα στην πάνω γωνία, η σχολή δέκα λεπτά με τα πόδια, ούτε καν δέκα. Καφέδες και μπίρες παντού. Μικροί τόποι, pocket sized. Καλό, κακό, αυτό είναι.

Κάτι φουρφουρίζει μέσα μου, σκέφτομαι τα -παλιά- δικά μου, σκέφτομαι των παιδιών μου, ωραίο και παράξενο συναίσθημα να μπαίνουν στο πρώτο «δικό τους» σπίτι. Τα ΄παμε αυτά, τα γράψαμε, τα ζήσαμε, ας τα ξαναγράψει και κανένας άλλος.

Το βράδυ ποτίζω βασιλικούς, μέντες και κέντιες. Τους βλέπω και τους τέσσερις απέναντί μου, στον τρίτο. Κουρτίνες δεν μπήκαν ακόμη, στόρια δεν κλείνουν με τέτοια ζέστη, είναι ανυπεράσπιστοι μπρος στα αδιάκριτα βλέμματα. Κάναν, ήδη, τα πρώτα σχέδια. Είπαν ο ένας στον άλλον τα ίδια πράγματα που άλλοι χιλιάδες έχουν πει πριν απ’ αυτούς, αλλά πάντα είναι μοναδικά, σπάνια και πρωτότυπα. Είμαι σίγουρος πως φτάσαν κιόλας στην διπλωματική και σχεδιάζουν το μεταπτυχιακό, «έξω αν τα πράγματα στρώσουν, αλλιώς βλέποντας και κάνοντας». Μετά, ικανοποιημένοι που μπήκε μια τάξη στο εντός τους και εκτός χάος, χαλαρώνουν. Στον καναπέ-κρεβάτι μάνα και κόρη, στην τσίλικη μαύρη (γιατί ρε αγόρι μου δεν αντιστάθηκες; ) καρέκλα του γραφείου ο γιος, ο μπαμπάς φοράει μόνο μια φαρδιά βερμούδα, βιδώνει μια λάμπα στο πίσω δωμάτιο. Φως! Well done lad! Η μάνα έχει ρίξει το κεφάλι πίσω και καπνίζει, η κόρη -με κάμποσα κιλάκια παραπάνω απ’ τη μάνα- έχει πάρει αγκαλιά το σμάρτφον. Πάω στοίχημα ότι κάποια στιγμή θα γίνει και το αντίθετο, μόλις απομακρυνθούν από αδιάκριτα μάτια. Της οικογένειάς τους, όχι τα ξένα. Ένα στριφτό η μικρή, ένα sms η μεγάλη. Σενάρια φτιάχνω αλλά οι άντρες είμαστε πολύ χαφίφηδες, πολύ σαψάληδες εν τέλει.

Tους αφήνω στην ησυχία τους. Μη μας πουν και αδιάκριτους, τους ντόπιους.

Βγαίνω απ το μπάνιο, θέλουν και οι άνθρωποι πότισμα, όχι μόνο τα γιασεμιά. Στη γωνιά μου – κάτω απ΄τον τρίμετρο πλέον φύκο- ανοίγω την οθόνη. Τριγυρνάω άσκοπα, πέφτω πάνω σ’ αυτό, η ζωή δέκα και βάλε χρόνια μετά:

Suddenly very much missing your family and your home, suddenly very much feeling like this ain’t the city for you, because you’re just playing at being a grown up, aren’t you? You’re just a child, lost and alone and sitting in the dark in a locks-from-the-inside shed, and you think you’re independent but you’re not, and your job didn’t turn out as good as you thought it would be, did it, and nothing really worked out how you envisioned it, and the nights are drawing in – close and dark and cold – and it’s just you, in your Sonic pyjamas, trying not to alert your housemates to the fact that you’re trying to escape the doom with a cheeky shed-wank, trying not to move the mattress around too much as you try to manipulate your genitals because the mattress makes a sort of creaking sound against the side of your shed and they know, they know. Your parents were married by this age, had kids. They were eight years away from paying their mortgage off. They knew how to drive and both had a car. They had skills and read books. You’ve only just broken 100 followers on Twitter and 800 friends on Facebook. Life. Life. It’s shit.

To κλείνω έντρομος πριν αποδράσει και βρει καταφύγιο στα μάτια των απέναντι. Μόλις ήρθαν οι γείτονες, είμαστε φιλόξενη ράτσα οι ντόπιοι, δεν είναι πρέπον να τους γαμάμε τα όνειρα μπολιάζοντάς τα με τους εφιάλτες αλλωνών.

….

τόνικ (με λίγο τζιν)

pelion2

Tην παρακαλάω, μάλλον όχι πειστικά, να φύγουμε ένα-δυο βράδια τον Σεπτέμβρη. Οι δυο μας, βρήκα ένα ωραίο μέρος στο βουνό που βλέπει θάλασσα, αν έχει ζέστες κατηφορίζουμε και βουτάμε, τις νύχτες πάλι πίσω στη δροσιά. Με αποπαίρνει. Πολλά τα χιλιόμετρα, πολλά τα λεφτά, Οκτώβρης εν όψει, βουνό τα έξοδα. Αντιλέγω. Δεν ήταν καλοκαίρι αυτό το κολοβό, θέλει άδειασμα το μυαλό μας, δεν θα φτωχύνουμε με δυο κατοστάρικα λιγότερα στο συρτάρι. Επιμένει. Δεν αδειάζει το κεφάλι μας, τέτοια ράτσα είμαστε, ματαιοπονείς. Ματαιοπονώ, το ξέρω, με ξέρει.

Κάθε φορά που βλέπω τέτοιες εικόνες, λιμπίζομαι εμάς μέσα στο κάδρο. Καφέδες το πρωί με τη δροσιά, σουρτούκια μετά, καμιά μπίρα το μεσημέρι, έναν -ακόμη- καφέ το απόγευμα, βόλτες τριγύρω, ίσως δυο γουλιές τσίπουρο ή ρετσίνα (καλύτερα ρετσίνα που δεν πειράζει στο στομάχι) και τσιμπολόγημα -θα ΄χουν λιμπιστικά παïδάκια που αρπάξαν λίγο στο λιπάκι, δεν θα ΄χουν; – το βράδυ. Kι αν δεν μας κοιτάξουν πολύ λοξά ζητάμε κι ένα μαρτίνι για τη χώνεψη. Ενδιάμεσα ο,τι προκύψει, αν προκύψει, δεν μπαίνουν σε καλούπια και πρόγραμμα αυτά. Γιατί όντως υπάρχουν στιγμές που θυμάσαι ότι υπήρξες (και εξακολουθείς κατά, απαλλαγμένες από αιμοβόρους αριθμούς, περιόδους να είσαι) ζευγάρι αλλά όλο και συχνότερα η συγγένεια, αυτή η ρουφιάνα που μεταμφιέζεται σε αγάπη και νοιάξιμο και φροντίδα (ή αντίστροφα, δεν ξέρω), μας κατατροπώνει και μετά -όπως λέει ένας αγαπημένος άνθρωπος- τα τζιν τόνικ δεν έχουν ποτέ ξανά την ίδια γεύση.

Μόνοι όχι, λέει. Μόνο με παρέα. Να μοιραστεί, να ξεφορτώσει έστω για λίγα λεπτά όσα θα κουβαλάμε πάνω μας. Γιατί θα μιλήσουμε οι δυο μας, δεν μπορεί να σφραγίσουμε στόματα πενήντα, εξήντα ώρες. Μα και στόμα να σφραγίσεις, τις ακούς τις σκέψεις του άλλου να σου τρυπάνε τα μηνίγγια. Με ξέρει, την ξέρω. Τα παιδιά, οι δουλειές, οι γιατροί, τα λεφτά, το σπίτι, τα κοινόχρηστα, τα νερά, το ρεύμα, η αμόλυβδη, οι γέροντες, οι κάρτες, οι ασφάλειες, τα ένσημα, η σύνταξη, ποια σύνταξη, τα φάρμακα, τα παιδιά, οι δουλειές, τα λεφτά.

Βάλτα κι αυτά στο κάδρο. Θα τα δεις, αν και αόρατα, εδώ και καιρό πάνω σε μια άδεια -μα ασφυκτικά γεμάτη- καρέκλα ανάμεσα στις δικές μας. Πώς βρίσκουν πάντα τρόπο αυτά τα τριβόλια να πιάνουν την καλύτερη θέση με την καλύτερη θέα, όσο μακριά και να τολμήσουμε να σκεφτούμε ότι θα πάμε, όσες άδειες καρέκλες και να υπάρχουν τριγύρω, δεν είναι διόλου απορίας άξιο. Τα ξεκαθάρισε άπαξ δια παντός πριν τριαντατέσσερα χρόνια ο David.

the year of the rat

Εικόνα 630

 

Σάββατο απόγευμα, σε ένα φοιτητόσπιτο που βλέπει Μπιζανίου. Eπι μισόν αιώνα, την ΄χουν αυτή την κακιά συνήθεια τα σπίτια, να μην αλλάζουν θέα. Στενά μπαλκόνια που κοιτάνε «πίσω αλλά φωτεινά», μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, μια υποψία από ένα ρεφρέν Τερζή που πεθαίνει στα μισά της διαδρομής ως τα αυτιά μου, μυρωδιές από κρεμμύδια που τσιγαρίζονται, κλασσική Θεσσαλονίκη, πιο πολύ κι από τα κουλούρια, τον πατσά και τη μπουγάτσα της. Διαμέρισμα που γεννήθηκε αρχές του εξήντα, πενηντάρισε για τα καλά κι αυτό. Ότι κι αν του κάναμε, όσο κι αν το μερεμετίσαμε, με όσα καινούρια και να το ντύσαμε, τα χρονάκια του φαίνονται. Αλλά το λες καλοστεκούμενο,  «τηρουμένων αναλογιών».

Ξαπλώνω στον καναπέ-κρεβάτι. «Όχι στο κρεβάτι του παιδιού, δεν ξαναλλάζω σεντόνια, να ‘ρθει να το βρει καθαρό». Η τρελή από πάνω πλένει τα μπαλκόνια, ακούω το νερό να χτυπάει με φόρα στην απλωμένη -επί τούτου- τέντα του ισόγειου. Κάποτε (έτσι μου είπαν οι παλιοί) ξέσπαγαν εμφύλιοι ισογιτών με τους πανωροφίτες, πάντα για το νερό. Τώρα είδαν κι απόειδαν όλοι, μπούχτισαν, αφήσαν τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους ροή. Φυσική ροή. Αυτό.

Η μέρα ήταν κουραστική, εξαντλητική. Λυγίζουν τις πλάτες οι αριθμοί, κι αυτοί της ταυτότητας, κι αυτοί του πορτοφολιού. Ένα γρήγορο μπάνιο και μετά -με προσοχή μη ξανακάνω πατημασιές στο σενιαρισμένο φοιτητόσπιτο- ξεκούραση. Φυσάει ωραία έξω, κάτι μου θυμίζει αλλά δεν μπορώ  να συγκεντρωθώ, ούτε να ταιριάξω το παζλ, άμα έχει κουράγιο και υπομονή ας φτιαχτεί μονάχο του.

Αποχαυνώνομαι. Δεν βρίσκω κακό σ΄αυτή τη λέξη, όταν νιώθω κουρασμένος την αφήνω να με κυριεύει άνευ ενοχών. Υπερπλήρεις είμαι απ’ αυτές, ας στριμωχθεί στρωματσάδα μέσα μου άλλη μια. Νυστάζω αλλά ο ύπνος δεν μου κάνει τη χάρη. Δεν ξέρω νιρβάνα τι θα πει -πρακτικά, στην θεωρία αριστεύω- μα κάπου εκεί βρίσκομαι. Όλα τα άλλα, όσα βαραίνουν, μένουν για λίγο πίσω.

Ο ήλιος φεύγει σιγά σιγά. Φως δεν καταφέρνει πια να βρει δρόμο μέσα από τις χαραμάδες στο στόρι. Το ραδιόφωνο, χωμένο στην οθόνη της τηλεόρασης, συνεχίζει τον χαβά του. Ωραίος, απρόσμενα ψυχοτονωτικός, χαβάς. Τρία κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται, μα είμαι αδύναμος να σκαλίσω και για άλλα. Το στομάχι μου με ευγνωμονεί για το φουρφούρισμα, παρότι άδειο. Γιατί με ευγνωμονεί; Γιατί πεταρίζει; Από πότε αυτονομήθηκαν τα σπλάχνα μας;

Σκοτείνιασε. Κάποιος απ΄τον τέταρτο μιλάει με μια του δεύτερου, απέναντι. Τα τσιμέντα και τα μπετά καταγράφουν με το νι και με το σίγμα τα τι, τα πως, τα αλλά και τα γιατί τους. Ακούω τα πάντα καθαρά, άλλα δυο κομμάτια έρχονται να κάνουν πιο καθαρή την εικόνα. Όχι αρκετά ευδιάκριτη, όμως. Tο μυαλό παραιτήθηκε, οι μύες μου είναι ακίνητοι σαν του Γκιούλιβερ -ένα εκατομμύριο liliputians με κρατούν καθηλωμένο πάνω στα μοσχοβολιστά σεντόνια- αλλά το στομάχι μου μεταφράζει αγόγγυστα σήματα που μοιάζουν, μα τελικά δεν είναι, ακατάληπτα.

Δεν ήξερα τι ώρα είναι. Δεν μ’ ένοιαζε. Ξάφνου είμαι είκοσι, σε ένα φοιτητόσπιτο στην Τσόχα, κοιτάζω ξαπλωμένος ένα μπαλκόνι που βλέπει άλλα πίσω μπαλκόνια, μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, είκοσι κιλά ελαφρύτερος, με πολλά μαλλιά πλουσιότερος, με άδειο μυαλό και μισοάδεια τσέπη, κενή τη λίστα με τις έγνοιες και τις υποχρεώσεις (αν και μόλις λίγες μέρες πριν την εξεταστική), σχεδόν ευλογημένος που συμπλήρωσα -επιτέλους- το παζλ. Την ώρα που μόλις και μετά βίας άκουγα -είχα χαμηλωμένη την ένταση, για να μην την ξυπνήσω- On a morning from a Bogart movie, In a country where they turn back time.

Άσε με, ήθελα να της πω, άσε με μισή ωρίτσα ακόμη να ξεμπερδέψω με τις παλιές μου κλωστές και ξεκινάμε μετά για Laputa.

Δεν της είπα αλλά με άκουσε. Κι εκείνη εξαντλημένη ήταν, ποιος να ‘ξερε πόσα χρόνια πίσω έκοβε βόλτες το μυαλό της. Ανόητα μυαλά, πιστεύουν ακόμη πως έχουν τις αντοχές που είχαν κάποτε.

Στο υπόγειο έχει τρωκτικά, διάβασα την ανακοίνωση βγαίνοντας, μην πειράζετε τις παγίδες. Παντού έχει τρωκτικά, ήθελα να γράψω με στυλό από κάτω, σιγά το νέο.

Την ώρα -περασμένες δέκα- που ήμασταν ήδη στο δρόμο για τη θάλασσα, μια κατηφοριά δρόμος, (κι από κει στα ναυαρίνα, στις διαγώνιες, στους παλαιωνπατρωνγερμανούς και τους παυλομελάδες), την είδα στη μέση του δρόμου να ψάχνει θήραμα.

 

…..