2015 A.D.

img_34051

 

Κάποιο απόγευμα οι έντρομοι περαστικοί διαβάσαν στον τοίχο δίπλα στα σφαγεία «σεις που καμώνεστε ότι βάζετε πέντε σκέψεις στη σειρά, γράφτε κάτι πολύχρωμο μπας και ξεχαστούμε μια στάλα». Κάθε λέξη και με διαφορετικό χρώμα, τόσο χρώμα που πόνεσαν τα μάτια όσων διασταυρώθηκαν μαζί του, συνηθισμένοι -βλέπεις- εδώ και χρόνια στα ξεθωριασμένα.

Πόσην ώρα έκανε να το γράψει όλο αυτό, ο παράτολμος εμπνευστής του; Πολλή. Εκτεθειμένος ανάμεσα σε μάτια αδιάφορα, εχθρικά, έτοιμα να τον καταδώσουν -δίχως την παραμικρή τύψη μα και δίχως αντάλλαγμα, τι παράξενο- στους Άχρωμους που ήταν πια πλειοψηφία, οι νέοι άρχοντες σ’ αυτό τον τόπο.

Ένα ρίγος και μετά μια καθόλου τσιγκούνικη δόση κρύου ιδρώτα διαπερνούσε όσους το αντίκριζαν, κατεβάζοντας αμέσως μετά τα κεφάλια προς το χώμα, τα τσιμέντα, τα βρωμόνερα. Τέτοια αποκοτιά, τέτοια λωλαμάρα, τόση λαχτάρα, τόσο ρίσκο για ένα τίποτε;

Κανείς δεν βρέθηκε -ο φόβος, ο φόβος- να απαντήσει, έστω με μια χρωματιστή γραμμή από κάτω. Ούτε μισό λεπτό θα του ‘παιρνε να την τραβήξει. Κι όμως, κανείς. Το επόμενο πρωί ο τοίχος ήταν πάλι βρωμερός μα καθαρός από λέξεις. Είχε επιληφθεί η νυχτερινή βάρδια της υπηρεσίας καθαρότητας σκέψεων, που δεν άφηνε τίποτε να μαγαρίσει το λερί τοπίο.

Την ώρα που σβηνόταν και η τελευταία γραμμή από το «στάλα»,  κάποιος άλλος άφηνε -σαν σκιά, σχεδόν-  ένα γράμμα στην εξώπορτα της αγαπημένης του. Οι άνθρωποι, πέρα απ’ όσα πίστευε ο έξω κόσμος γι αυτούς, δεν σταμάτησαν να προσπαθούν να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ποθούν, πιο χλιαρά, λιγότερο μεγαλόφωνα ίσως, με ξεθυμασμένα χρώματα, πιο -αλοίμονο- ενοχικά, μα δεν σταμάτησαν. Το γράμμα είχε μέσα δέκα -όμορφα σχεδιασμένες- λέξεις, όλες κι όλες: «και σαν τι να διηγηθείς πια; η ομορφιά είναι επικηρυγμένη».

Δεν πήρε απάντηση. Ποιος ανοίγει πόρτα; Ποιος περιμένει γράμματα σήμερα; Ποιος γράφει γράμματα και ιστορίες στις μέρες μας;

Παράξενες μέρες, σε παράξενη χώρα. Θλιβεροί σταυροφόροι, βαριεστημένοι προσηλυτιστές βγάζουν λόγους τριγύρω, πετάνε καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια στους περαστικούς, πουλάνε μεταχειρισμένα φύκια σε ψωνισμένες κορδελιάστρες, μαζεύουν ανθρώπους για προμήθειες. Σημαίες λευκές, λάβαρα δίχως χρώματα και ψευτοπαθιασμένα -αν δεν ήταν τόσο μπαγιάτικα- λόγια, διαβασμένα μέσα από μισοσκισμένα σημειωματάρια. Τους έχω ξαναδεί αυτούς, περάσαν και παλιά από τα μέρη μας. Σήμερα με το σταυρό, αύριο με τον Αλαντίν, χτες με τον διάολο, αρκεί να πατήσουν μέσα σ’ αυτό που νομίζουν Ιερουσαλήμ.

…..

τα στόρια (εννιά πολύ μικρές ιστορίες χωρίς τέλος)

34599648

 

στο καράβι

Φωτογραφίζω γλάρους. Με λιγότερο ενθουσιασμό απ’ ότι δέκα χρόνια πριν, ένας γλάρος δεν είναι παρά ένας γλάρος απ’ όποιαν οπτική γωνία και να τον δεις. Μετράω δέκα αυτοκίνητα με εγχώριες πινακίδες, ογδόντα -συν τρία λεωφορεία- με γειτονικές, μετά χάνω το λογαριασμό. Χαρές και γέλια σε κυριλλικά, σε τούρκικα, σε ινδοευρωπαϊκά. Την καταλαβαίνω την ωραία λαχτάρα της προσμονής σ΄ όποια γλώσσα και να εκφέρεται. Νεαρά ζευγάρια, ζευγάρια με παιδιά, ζευγάρια με πεθερικά, ζευγάρια ήδη ξαναμμένα, το έβλεπες στα μάτια τους, στο σώμα τους, στο στόμα τους. Κι ανάμεσά τους εμείς. Στο καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα, τρία τσιγάρα δρόμος απ’ το σπίτι ως την ώρα που πέφτει ο καταπέλτης, έτσι δεν τον λένε;

στο νησί

Δεν αλλάξαν πολλά από πέρυσι, τουλάχιστον η αγένεια των ντόπιων παραμένει σημείο αναφοράς, μπούσουλας για να μη μπερδευτούμε πως αποβιβαστήκαμε αλλού. Συνηθίσαμε πια, δεν δίνουμε σημασία. Ακούμε ότι σε ένα λατομείο που κατεβαίνει ως τη θάλασσα (πήγαμε εκεί κάμποσες φορές, η ησυχία σε τρόμαζε μα ήταν βάλσαμο) άνοιξε νέο μπιτς μπαρ και μειδιώντας, υποχθόνια, σκέφτομαι την διαχρονική αξία των φουρνέλων. Έχει πέντε μποφόρ, μπορεί και έξη. Δεν κατηφορίζουμε νοτιοδυτικά, εκεί που τα νερά είναι λιγότερο αφρισμένα, μια βουτιά ήρθαμε να κάνουμε, να φάμε και να φύγουμε. Όχι να γράφουμε χιλιόμετρα ή ιστορίες. Κολυμπάμε ανάμεσα σε δεκάδες ατρόμητα παιδάκια που πετάνε νερό και χρωματιστές μπάλες το ένα στο άλλο. Κάτι σαν την κολυμπήθρα του Ηρώδη. Μου γνέφει «πάμε να φύγουμε», κάνω πως δεν την βλέπω, δεν έχω κουράγιο να ξαναψάχνω πλάτωμα για να παρκάρω ανάμεσα σε πινακίδες με TR, SRB, RO, BG και MK.

στην ταβέρνα

Ίδια κι απαράλλαχτη όπως όταν πρωτογνωριστήκαμε μαζί της, τριανταπέντε χρόνια πριν. H ίδια πλαστική ασχήμια, η ίδια ομορφιά σαν έβλεπες τον ορίζοντα. Και οι τιμές, παγωμένες κι αυτές. Τρώμε ψάρια, σπιτίσια ταραμοσαλάτα, ντομάτα απ’ τον κήπο δίπλα, πίνουμε μαύρες μπίρες κι ας φωνάζαν τα πιάτα ότι θέλαν να ζευγαρώσουν με ούζο. Έρχεται το «παιδί» με το λογαριασμό στο χέρι, «ούτε δέκα χιλιάρικα» της λέω, «κόψε τα λαφαζάνικα» αντιγυρίζει. Το πάνω χείλος της έχει ιδρώσει, ο αέρας κόπασε. Την ώρα που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο παίρνει το χέρι μου και το βάζει κάτω απ΄το στήθος της. Μουσκίδι. Ο ιδρώτας βρήκε καλή κρυψώνα, καλύτερα από μένα τα κατάφερε ο μπαγάσας.

στη χώρα

Δωμάτιο ούτε για δείγμα, επί μια βδομάδα χορτάσαμε να εισπράττουμε «δεν». Λίγο πριν ξαναμπούμε στο καράβι πέφτουμε πάνω σε πινακίδα, «δωμάτια ελεύθερα», λέει -χωρίς να μιλήσει, χωρίς να με κοιτάξει- «μένουμε σήμερα», «σε τρία λεπτά είμαι εκεί» μου απαντά μια αγχωμένη φωνή στο τηλέφωνο. Ήρθε σε δυο. Πήρε σαρανταπέντε ευρώ για ένα δωμάτιο –μεγάλο, δεν αντιλέγω- στον δεύτερο, με θέα λιμάνι και τα άσχημα μαγιώ των διπλανών. Μερικά δωμάτια είναι ίδια κι απαράλλαχτα όπως εκείνα που βρίσκαμε τριανταπέντε χρόνια πριν. Μόνο τηλεόραση προστέθηκε. Και πλακάκια προσφοράς πράκτικερ αντί μωσαϊκού. Όπως και τότε δεν υπάρχει αφρόλουτρο ή σαμπουάν, ούτε ως δείγμα. Αυτά έχει ο Αύγουστος σε τούτον τον τόπο, ίδιος κι απαράλλαχτος. Είναι κάποιου είδους αποτελεσματικό ηρεμιστικό κι αυτό, μια σταθερά ακλόνητη, μια πυξίδα που δείχνει πάντα το σωστό κενό.

τα σεντόνια

Βγαίνω να βρω κάτι για να πλυθούμε. Μέσα στο μίνι μάρκετ ακούω κυριλλικά, τούρκικα, ινδοευρωπαϊκά. Και φτηνά δίλιτρα κρασιά με ακόμη πιο φτηνά ονόματα που με ικετεύουν «μη μας πιεις». Το δωμάτιο είναι δροσερό πλέον, έχουν προσθέσει κλιματισμό, ας μην τους αδικώ. «Μπαίνω πρώτη» λέει χωρίς να μιλήσει και ακούω το νερό πάνω στο δέρμα της. Τα σεντόνια προσπαθούν μάταια να ξυπνήσουν μνήμες, αυτά είναι φιλότιμα, εγώ είμαι το πρόβλημα. Κι εκείνη, όταν βγαίνει από το μπάνιο, τριανταπέντε χρόνια νεότερη. Βρίσκω καλύτερη κρυψώνα απ΄ τον ιδρώτα της και τρυπώνω. Μετά ξανά κάτω απ΄ το νερό, μετά μισοστεγνοί πάνω στα σεντόνια που σίγουρα είχαν δει και λευκότερες μέρες. Μυρίζουν λεβάντα, όμως. Κλείνουμε τα μάτια, ακούω Δεύτερο, απ την τηλεόραση ψηλά στον τοίχο. Τυχερό αστέρι, πειραγμένη Μελίνα, στο ‘καμαρούλα μια σταλιά’  το κλείνω, τριάντα τετραγωνικά δωμάτιο και κόντεψε να με πλακώσει.

το βράδυ

Κι όμως! Υπάρχει ακόμη μέρος σ΄ αυτόν τον πλανήτη όπου σερβίρουν βερμούτ σε παλιομοδίτικα σωστά ποτήρια, με παγάκια.

η επόμενη μέρα

Μόνοι μας στην μικρή παραλία, εννιά το πρωί. Εμείς και ένας καλός άνθρωπος που άπλωνε ξαπλώστρες και χτένιζε με την τσουγκράνα κάθε τι περιττό. Ήλιος δεν εμφανίστηκε μέχρι που φύγαμε δυο ώρες μετά, την ώρα που η άμμος γέμισε με κυριλλικές, τούρκικες, ινδοευρωπαϊκές πατημασιές. Η θάλασσα ήταν κρύα, φύσαγε πάλι, και πεντακάθαρη. ‘Ωρες ώρες και το μυαλό μας το ίδιο, έτσι νομίζω. Αφήσαμε τα αλάτια στο δωμάτιο, μαζί και το κλειδί πάνω στην πόρτα. Στο καράβι μπήκαμε καθαροί, μοσχοβολούσαμε. Φωτογράφισα άλλους δυο γλάρους, έτσι για το καλό, για το γούρι, για να επιστρέψουμε· αν και δεν είμαι σίγουρος ότι έστω κι ένας απ’ τους δυο μας το επιθυμεί στ’ αλήθεια. Μα πάντα επιστρέφουμε, άγνωστο γιατί.

στο σπίτι

Έκλεισε η μπουκαπόρτα πίσω μας -έτσι δεν τη λένε; – , σε μια ώρα και κάτι ήμασταν πάλι στην αφετηρία. Ανέβασα τα στόρια. Δεν έπρεπε, δεν ήμουν ακόμη έτοιμος γι αυτό που αντίκρισα κι ας είχα κάνει τόσες πρόβες ψυχραιμίας, μήνες τώρα. Αυτή όμως είναι η ζωή, ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι που βιώνουν εν ζωή αποχωρισμούς είμαστε, έχουν δει αλλωνών κι αλλωνών τα μάτια, άλλοι αποχαιρετάνε παιδιά, αδέρφια, έχουν τα άδεια μπαλκόνια, τα άδεια δωμάτια μέσα στο σπίτι τους, μιλάω κι εγώ ο άκαπνος. Με κατέστρεψε αυτός ο Χάμιλ.

αργά το απόγευμα

Για ένα τόσο δα ψήγμα στιγμής, νόμισα πως άκουσα από απέναντι ήχο ποτηριών που τσουγκρίζουν. Σαν καλωσόρισμα, σαν κατευόδιο, σαν ένα καλοκαίρι που ήρθε κι έφυγε πολύ γρήγορα παίρνοντας μαζί του κάτι ακριβό και πολύτιμο. Είδα το ρολόι, αυτή την ώρα θα είχαν ήδη περάσει τα σύνορα προς μια καινούρια ζωή. Δεν ήταν ποτήρια τελικά. Στους αποχαιρετισμούς δεν κάνεις θόρυβο. Αφήνεις τα άδεια μπαλκόνια να μιλήσουν. Και τις σκούπες, που ερήμην των αφεντικών τους μαζέψαν όλες τις πεσμένες χάμω λέξεις μας.

Στις εφτά το στόρι του σαλονιού ανέβηκε, ένα -ωραίο- μελαχρινό κορίτσι βγήκε και επιθεώρησε προσεκτικά το μπαλκόνι. Αυθόρμητα της έγνεψα με το χέρι. Ανταπόδωσε -λίγο αμήχανα, λίγο αντανακλαστικά- τον χαιρετισμό μου, που δεν ήταν χαιρετισμός. Ένα «πρόσεχε πού πατάς» ήταν, «εκεί αφήσαμε παρέα μ’ αυτούς που φύγαν κάτι χρόνια, εκεί ζουν γέλια και ουφ, τραγούδια, βιβλία, κάποιες στάχτες, κάποια νεκρά σχέδια, αν  τελικά μείνεις και τα βρεις, κοίτα να τους φερθείς καλά».

 

 —–

τα φουρφουράκια

34531630.flat jarret

 

Μια πάσχουσα σαμπρέλα τον Αύγουστο. Ανίκανη -πλέον- να σηκώσει το φορτίο ενός λάστιχου κι ενός εντεκάχρονου που έβγαλε το φουρφουράκι του (προσεκτικά στερεωμένο με σύρμα και ξύλινο μανταλάκι) ανάμεσα από τις ακτίνες και ξεκίνησε να εξερευνήσει τα όρια του κόσμου, πέντε γειτονιές τριγύρω. Τότε δρόμος και γειτονιά, απλή αριθμητική, ακόμη πιο απλή ανθρωπογεωγραφία, τι να μας πει και η γκουγκλ στριτ βιού..

Αλλά στην πρώτη γωνία, εκεί, ανυπομονησίας και λαχτάρας, τον βρήκε το φουίτ. Και βάλθηκε ο πιτσιρικάς να ψάχνει ποδηλατά (όλοι τριγύρω απ’ την πλατεία, στην άλλη άκρη της πόλης, τριάντα δρόμους μακρύτερα) για να αναστήσει ένα ημιθανές ποδήλατο, μπλε με άσπρες και μαύρες ρόδες. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, μόνο με ένα «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Τα καλά των μικρών πόλεων. Πάντα ήσουν «κάποιου», η ερώτηση «τίνος είσαι συ;» είχε αντίκρισμα και απάντηση εξαργυρώσιμη.

Πολλές φορές οι πίκρες ερχόντουσαν μαζεμένες. Σπάνια ήσουν τόσο τυχερός ώστε να εισπράξεις ένα «περίμενε ένα τέταρτο και θα στο ‘χω έτοιμο». Η πιο συνηθισμένη απάντηση στο «σε πόση ώρα θα το πάρω;» ήταν «το απόγευμα» ή «αύριο πρωί». Και ο κόσμος; Ο κόσμος κύριε; Μπορούσε να περιμένει ο κόσμος εμένα να πάω να τον ανακαλύψω δίτροχος; Ή θα με προλάβαινε κάποιος άλλος;

«Δεν μπορείτε τώρα κύριε; να, θα πάω ως το μαγαζί του παππού μου και θα ξανάρθω σε μισή ώρα, να μη μπλέκομαι στα πόδια σας».

«Πολύ βιαστικός είσαι μικρέ. Οι δουλειές θέλουν το χρόνο τους, έχω άλλα πέντε στη σειρά και πρέπει να τα έχω έτοιμα μέχρι το μεσημέρι, έλα μετά τις έξη το απόγευμα και βλέπουμε»

Άλλα πέντε. Κι ένα το δικό μου έξι.

Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

Κάποιος εκεί έξω είχε βαλθεί να ξεπαστρέψει τα μεγάλα μου σχέδια. Θα έπρεπε να κατακτήσω τον κόσμο περπατώντας. Και να μην αξιωθώ ούτε μισό βλέμμα από κορίτσια καθισμένα στις σκάλες και στα πεζοδρόμια. Κάπως έτσι αρχίζουν να ξετυλίγονται οι μικρές τραγωδίες που δεν βρίσκουν δρόμο για βιβλία, για κερκίδες και για θεατές μα δεν παύουν να είναι τραγωδίες. Αφού σήμερα, της είχα υποσχεθεί, θα περνούσα με το ποδήλατο από τη γειτονιά της και είπε «θα το πω και στις φίλες μου, να σε δουν, γυρίσαν απ’ την κατασκήνωση». Και να με εγκρίνουν, μάλλον.

«Αλλά να βγάλεις το φουρφουράκι, δεν μ΄αρέσουν αυτοί που βάζουν φουρφουράκια στις ρόδες τους»

Φυσικά δεν πήγα. Άλλο να περιμένεις τον πρίγκιπα πάνω στο άσπρο άλογο (μπλε, έστω), άλλο να εμφανίζεται μπροστά σου ο ιπποκόμος του με ένα φουρφουράκι στην τσέπη και βλέμμα ηττημένο, «συγγνώμη, κάτι του ‘τυχε, φουίτ μάλλον». Γυναίκες, τι τα ψάχνεις…

Δεν αλλάξαν και πολλά, άμα το καλοσκεφτείς. Άδειες σαμπρέλες, με μια τρύπα σε μια κρυφή γωνιά τους απ’ όπου ξεγλιστράει ο αέρας, σιγά σιγά, ύπουλα, αθόρυβα. Δεν ξέρω τι λένε τα εγχειρίδια, οι γιατροί και τα «δέκα σημάδια που πρέπει να προσέξεις», ξέρω ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό ξεφούσκωσα. Όπως εκείνη η σαμπρέλα μου.

Ή μάλλον αλλάξαν, κάμποσα. Δεν έχει πια σαμπρέλες. Δεν έχει πια «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Πάνε αυτά, τελειώσαν. Εσύ είσαι πλέον αυτός, ο κανονικός ο,τι ήταν να πληρώσει το πλήρωσε, με το παραπάνω. Νέα διανομή, πήρες το ρόλο. Σειρά σου να βρεις αέρα μονάχος σου, να πας λίγο παραπέρα και μετά ξανά. Διαπιστωμένο, όσο γερά και να τα φτιάχνουν τα λάστιχα πάντα θα έχει τριβόλια στη διαδρομή και τα τριβόλια γεννήθηκαν για να τρέφονται με τον αέρα των άλλων και κόφτο εδώ γιατί μόνο ο Κοέλιο έγραφε χασμουρητικές κοινοτυπίες και χρυσώθηκε απ’ αυτές .

Τότε μπαλώματα και κόλλα. Σήμερα, κάποιες φορές, αρκεί να αφήσεις τον Τζάρετ να βάλει το χεράκι του για να πας λίγο μακρύτερα. Κι όποτε τον ξαναχρειαστείς εκεί είναι, μέρα, νύχτα, αργίες, Κυριακές, ξημερώματα, μεσάνυχτα, δεν έχει «έλα το απόγευμα, έλα αύριο, έχω δουλειά». Εκεί να δεις φουρφούρισμα το μέσα μου. Τέτοιον ποδηλατά, φιλάω σταυρό, δεν θυμάμαι. Beat that Paulo.

…..

 

 

Is this the blues I’m singing?

2015-04-18 19.18.23

 

Νομίζω το ΄χω ξαναγράψει, τι πειράζει μια φορά -και δυο και τρεις- ακόμη; Χωρίς επαναλήψεις και ψευτομερεμέτια δεν συντηρούνται τα μπλογκς, πέφτουν και σε πλακώνουν.

Eπιστροφή από διακοπές στο Χορευτό με τσίμα τσίμα λεφτά για ρεφενέ βενζίνες, διόδια, ένα σάντουιτς και ναύλα για το λεωφορείο μετά. Bλέπω -την ώρα της αναχώρησης και του ανεφοδιασμού σε τυρόπιτες- το Crocodiles στη βιτρίνα κάποιου βολιώτικου δισκάδικου χωμένου ανάμεσα σε άσχημα μπετόν και ακόμη πιο άσχημη ζέστη. Όλα είναι άσχημα όταν επιστρέφεις. Tότε, σήμερα άλλαξαν οι επιστροφές, η όψη τους μαλάκωσε μια στάλα, πιάσαν τόπο τα μπότοξ. Χωρίς να πολυσκεφτώ, κάνω ένα γρήγορο υπολογισμό του περιεχόμενου της τσέπης. Δεν βγαίνει ο λογαριασμός, αν οι άλλοι θελήσουν ένα στοπ για τσιμπολόγημα στη διαδρομή. Ή αν σου πει να μείνετε μια νύχτα στη Θεσσαλονίκη -πριν ξαναπάει ο καθένας σπίτι του- και παίρνετε μετά το πρωινό ΚΤΕΛ. Μα ο σατανάς έχει μπει μέσα μου,  μπαίνω κι εγώ βγαίνοντας με το λάφυρο και τσέπη αφυδατωμένη κατά 300 -μπας και ήταν 400; – δραχμές. Οι άλλοι τρεις -ειδικά τα υπέροχα μαυρισμένα, υγρά (πού διάολο χάθηκαν αυτά τα λιπγκλος τους) κορίτσια- με κοιτάζουν με απελπισία, απορία, μπορεί και θυμό. Αυτό που ήθελα το έκανα, δεν θα με πτοούσαν οι απαξιωτικές ματιές τους. Ούτε το ότι θα έπρεπε να την παρακαλέσω να μου δανείσει για το εισιτήριο της επιστροφής ή να με αφήσει να φάω ένα μικρό, μια μπουκίτσα πράμα, κομμάτι από το τοστ της, να πιω μια γουλιά από τη μπίρα της, να ικετεύσω -εν τέλει- για συγχώρεση. Όλα τα άντεχα αφού αυτό που ήθελα το πήρα. Ικέτης; Ικέτης, γονατιστός, δεν ήταν άσχημη η θέα από κει χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.

Στο εξώφυλλο ήταν όλοι χοντρά ντυμένοι μέσα σ’ ένα χρωματιστό δάσος. Εμείς στην άσφαλτο, με τα ελάχιστα απαραίτητα (τι ωραίοι, τραγανιστοί ώμοι φιλοξενούσαν τα τιραντάκια τους), έβραζε ο τόπος κι ας ήταν δέκα το πρωί. Κλιματισμοί και ανάλογα πολυτελή κομφόρ δεν υπήρχαν στα Φιατάκια τότε. Πολλές φορές μου πέρασε απ΄το μυαλό η σκέψη πως μέχρι να φτάσω σπίτι ούτε ο Ian, ούτε ο Will, ούτε το βινύλιο θα τα καταφέρουν. Θα λιώσουν σαν τα κεράκια στην εθνική οδό, ανάμεσα Τέμπη-Μάλγαρα και Έσο Πάπας. Βάλε και το ΚΤΕΛ την άλλη μέρα το πρωί, αρμαγεδώνας.

Τελικά έλιωσα εγώ. Κι όταν ξαναστερεοποιήθηκα -χρόνια μετά- τίποτε δεν ήταν ίδιο. Κωλοκαρκίνοι, τι τα θες, παρορμητικοί μα κι ανασφαλείς, επίμονοι αλλά ανυπόμονοι, ευαίσθητοι και κυκλοθυμικοί. Σκάρτο πράμα αγοράζεις αν μας σπιτώσεις.

Το δισκάκι, κωλοκαρκινάκι κι αυτό, ζει ακόμη μαζί μου. Χιλιοταλαιπωρημένο στο εξώφυλλο, πονάει η ψυχή σου σαν το βλέπεις, δεν του φέρθηκα  πάντα καλά, συμβαίνουν αυτά με όσους αγαπάς, δυστυχώς. Αλλά ατσαλάκωτο μέσα. Ούτε χρατς, ούτε χριτς. We lost some time after things that never matter, τραγουδάει. Some, του λέω με νόημα, some. Κάτι ρέστα έχουμε ακόμη Ian, κοίτα να τα ξοδέψουμε όπως τους αρμόζουν.

….

Depeche Moon

34472042

Άλλοι γράφουν για τις περιπλανήσεις τους σε στενά, σε παγκάκια και πλατείες από μέρη άγνωστα και πρωτοειδωμένα, άλλοι βολοδέρνουν σε μπαλκόνια που το μόνο τους συναρπαστικό είναι οι γωνίες όπου τραγουδάει τις νύχτες ένα τριζόνι. Κάθε βράδι αλλάζει στέκι. Ακόμη κι αυτό βαριέται να βγαίνει στην ίδια σκηνή, για το ίδιο canzone, με τους ίδιους ακροατές.

Όταν βγαίνουν από το μπάνιο μερικές γυναίκες είναι σαν μια μπάλα παγωτό (καθένας έχει την αγαπημένη του γεύση αλλά όλα τα αγόρια λατρεύουν τα παγωτά) στην κορφή από ένα χωνάκι. Αν αργήσεις χάνεις το καλύτερο. Στην αρχή μπορείς να δαγκώσεις και να νιώσεις το τρίξιμο στα δόντια, μετά -ειδικά τον Αύγουστο- πασχίζεις να μη σου μείνει όλη στα χέρια. Φαντάζομαι θα φτιάχνουν ανάλογες ιστορίες και για μας, εκείνες, όταν δεν βαριούνται. Συνήθως βαριούνται.

Προχτές το φεγγάρι ήταν κόκκινο. Αντιπροχτές μπλε. Χτες pale. Τα πάντα κάνει, τα πάντα, για να τραβήξει την προσοχή μας. Μου διηγήθηκαν, κάποτε, την ιστορία ενός ανθρώπου που έκανε πέντε ολόκληρους μήνες πριν καταφέρει να του ρίξει έστω μισή ματιά. Δεν είχε παράθυρο στον θάλαμό του. Πόσο άθλιοι, πόσο σκληροί είναι οι χτίστες που  δεν αντιστέκονται στα άκαρδα σχέδια και στις αυστηρές οδηγίες των μηχανικών τους. Vows are spoken to be broken, ανόητοι.

Πριν λίγες ώρες. Πίσω μας στις ξαπλώστρες μαμά, μπαμπάς, τρία παιδιά, το μεγαλύτερο ίσα που τέλειωνε το δημοτικό. Παραδόξως -για ελληνική ράτσα- σιωπηλοί, και οι πέντε. Πιο ομιλητικές ήταν οι δυο σακούλες απ΄τα τζάμπο που φιλοξενούσαν όλη την κυριακάτικη πραμάτεια τους. Μπροστά μας, στην ξαπλώστρα πρώτης θέσης ένα αγόρι κι ένα κορίτσι -ωραία παιδιά- που θα ‘ταν δεν θα ‘ταν τριάντα. Δεν θα ΄ταν. Σιωπηλοί κι αυτοί, μιλιά δεν βγάλαν αλλά το χέρι του πάνω στην κοιλιά της φλυαρούσε. Από μια στιγμή και μετά σταμάτησα να τους ακούω, ναι, το ομολογώ ότι ζήλευα τα όσα έλεγε το χέρι αυτό γιατί τα δικά μας χάσαν από καιρό το χάρισμα της ομιλίας. Κι εμείς στη μέση όλου του κόσμου. Με πατημένο το κουμπί στο mute. Μου ανάβει τσιγάρο, της δίνω αντηλιακό, μου δίνει το νερό, της δίνω το -χλιαρό πλέον- τσάι, τέτοιον συντονισμό θα τον ζήλευαν και οι καλύτεροι τσιρκολάνοι, που κρέμονται απ΄τα σκοινιά έξη μέτρα πάνω απ΄τη γη. Τόσα χρόνια, κανείς μας δεν τσακίστηκε όμως. Μερικές φορές αρπαχτήκαμε στο τσαφ απ’ το μετέωρο χέρι, αλλά πιαστήκαμε. Ακόμη και την ώρα της αναχώρησης τα στόματά μας μένουν σφραγισμένα, κάποιος σηκώνεται πρώτος, μαζεύει την πετσέτα του, ακολουθεί ο άλλος. Words are very unnecessary, enjoy the silence.

Αργά το βράδυ διηγούμαι -σάματις συνεπαρμένος- την ιστορία με τις τρεις μουγκές ξαπλώστρες, θαρρείς και ήταν ο διάπλους της Ανταρκτικής. Έκαστος με τη ρότα του, τους χάρτες του, τους εξάντες του.

Όλοι μας τα ίδια, μη θαρρείς, λέει. Κι άλλη ατρόμητη θαλασσοπόρος μπαλκονιών. Έχει κολλήσει ένα κομματάκι από μέντα στο δόντι της, δεν το ‘χει πάρει μυρωδιά. Οι γνήσιοι θαλασσοδαρμένοι πίναν ρούμια, εμείς καταγινόμαστε να ανακατεύουμε με χρωματιστά καλαμάκια πρασινάδες που πλέουν σαν φύκια σε μια ζώνη άπνοιας καταμεσής μιας διαδρομής που κάπου πάει αλλά πήγαν κι άλλοι εκεί πρώτοι και ξέρουμε τον αστρολάβο, τις ξέρες, τις στάσεις, μόνο τον καιρό δεν ξέρουμε. Από μια μεριά ευτυχώς.

Το φεγγάρι έχει ένα χρώμα άρρωστο. Σαν να μη το έχει δει ήλιος, σα να το ΄χαν πεταμένο σε μπουντρούμι για χρόνια ολόκληρα. Δεν γίνεται αυτό, όμως. Γίνεται;

Δεν μ’ αρέσει να χαζεύω γυμνά πόδια γυναικών που βρίσκονται τρεις σπιθαμές μακριά μου. Φλυαρούν. Και δεν είσαι πάντα σίγουρος ότι θες να ακούσεις όσα θέλει να διηγηθεί αυτή η μικρή απόσταση μέχρι εκεί που ξαναρχίζει το ύφασμα, λίγο πάνω απ’ το γόνατο. Words are meaningless.

Βιβλία είμαστε, λέει. Χιλιοδιαβασμένα. Όσες φορές κι αν μας γυρίσουν τα ίδια δάχτυλα, στις ίδιες σελίδες και στις ίδιες παραγράφους θα καταλήξουν, άντε να βρουν ένα ξεχασμένο σημείο στίξης, μια τελεία εκεί που δεν πρόσεξαν ότι υπήρχε αλλά δεν αλλάζει το νόημα, ήδη ξέρετε την αρχή, τη μέση και το τέλος μας, βγάζει τη μέντα, κρίμα, πάνω που έφτιαχνα μια ιστορία με σκορβούτο που της έτρωγε ένα ένα τα δόντια όσο δεν πιάναμε στεριά. Την ακούω αλλά δεν προσέχω. Την έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές αυτή την αληθινή αλλά βαρετή ιστορία με το βιβλίο που το τρώει το παράπονο ενώ εκεί έξω υπάρχουν πρόθυμοι αναγνώστες. Έστω για ξεφύλλισμα, έστω για δέκα, είκοσι σελίδες, δεν είμαστε δα και για Μεγάλες Βιβλιοθήκες μα τι κακό έχουν τα βίπερ και τα μπελ;

Πήγε έντεκα παρά, μιλάνε για κάποιον, μάλλον γνωστό μας, που ανακάλυψε κάτι Κακό μέσα στο κεφάλι του. Αυτές τις ιστορίες δεν τις αντέχω. Ξέρω καλά τι τέλος έχουν, στεριά δεν πιάνεις. Πηγαίνω στη γωνία να μην ακούω, να βρω το τριζόνι, άργησε σήμερα. Ή τραγουδάει αλλού. Μα γιατί; Δεν ήμασταν καλή παρέα, κάθε νύχτα;  Σάμπως θα του ζητήσουν να υπογράψει συμβόλαιο εκεί που θα πάει; Kι εγώ θα του ζήταγα. Αύριο, μεθαύριο, μα το θεό θα το ‘κανα..

Το φως απ’ το φεγγάρι πέφτει πάνω στο γυμνό δέρμα, σκοτώνει κάθε ατέλεια, κάθε σημάδι, κάθε απρόσκλητη φλέβα, το κάνει να μυρίζει σαν το ωραιότερο παγωτό του σύμπαντος, βρες μου ένα φώτοσοπ που μπορεί να το καταφέρει αυτό, σε προκαλώ, δεν θα βρεις. Ήδη στο τρίτο ποτήρι, έχω μια παρόρμηση να του πω εκεί μπροστά σε όλους τους άλλους «θέλω να σε διαβάσω» και δεν δίνω δεκάρα για την απάντηση που δεν θα πάρω σ’ αυτό που δεν λέω αλλά έχω ήδη έτοιμη την δικιά μου:  Words are trivial. Pleasures remain.

Εμείς, τα πρώην αγόρια, που μεγαλώσαμε με κλασσική παιδεία, έχουμε τις απαντήσεις για όλες σας τις σιωπές.

 

…………..

 

πλέον

34448099 (4).last

 

Eκεί, στο βάθος.

Μια ώρα πριν υπήρχαν φίλοι, εραστές, νταβατζήδες, γονείς, σκυλιά, πρεζόνια, παπάδες, πουτάνες, δασκάλοι, κρεβάτια, σκουπίδια, βρισίδια, θρανία, θάλαμοι, γέλια, περιστέρια, τραπέζια, σεντόνια, φαγιά, μπουκάλια, δικαστές, μαθητές, ταξί, σινεμάδες, δισκάκια, προδοσίες, θερμοκοιτίδες, φονικά, πλατείες, χαστούκια, αίματα, καφενεία, ιδρώτες, χύσια, δάκρυα, ξερατά, σειρήνες, παγκάκια, φέρετρα, πάρκα. Κι ένα ποτάμι, δίχως νερό.

Α! Και λέξεις! Ένα ολόκληρο βουνό από λέξεις.

Αυτά υπήρχαν εκεί. Μια ώρα πριν. Και όλοι κάναν σχέδια μαζί με τις λέξεις τους αλλά τους πρόλαβα και γράφω -εγώ, η ύαινα- γι αυτούς γιατί εκείνοι δεν μπορούν να πουν και να γράψουν τίποτε. Πλέον.

 

…..

οι αλχημιστές

34426377

Πρώτο σίξτις/σέβεντις μπάνιο χτες.

Δέκα, δεκαπέντε άνθρωποι, σε μια παραλία που φαινόταν τόσο ατέλειωτη όσο και η ζέστη. Η κάψα θόλωνε τις άκρες του κάδρου. Κάπου σταματούσαν όλα, ξηρά και νερό, μα δεν διέκρινες πού. Μερικές φορές αυτό είναι καλό, δεν είναι φρόνιμο να ξέρεις πάντα τις συντεταγμένες του τέλους.

Ομπρέλα ιδιωτική, δυο πετσέτες, κρύο νερό στο ισοθερμικό τσαντάκι. Και τέσσερα τσιγάρα, ένα πριν, τρία μετά. Μας έμεινε κουσούρι, το «μετά».

Ησυχία, επιτέλους. Μόνο κάποιες κουβέντες την ραγίζουν, που και που.

Πέντε γυναίκες -όλες στα σύνορα της εμμηνόπαυσης, άλλες περιμένοντας τη σφραγίδα στο διαβατήριο, άλλες έχοντας ήδη διαβεί με βαριά βήματα τη μπάρα- συζητούν μέσα στο νερό για συμβάντα αδιάφορα που συγκλονίζουν τις μέρες τους. Για βιβλία που δεν διάβασαν, για τα γεμιστά που άρπαξαν στο φούρνο χτες, για το μαλλί που θέλει κούρεμα, για την Βίκυ που χάνει την Ιατρική για μια χούφτα μόρια, για μόρια που δεν τις καταδέχονται πια, για μαγιώ νούμερο 16. Πέρυσι 14, φέτος προαγωγή. Bitter sixteen.

Τις ακούω, κάθε λέξη τους, σχεδόν κάθε ανάσα τους, μη σου πω και κάθε σκέψη τους. Οι άνθρωποι ξεχνούν πως ο,τι λες μέσα στη θάλασσα τρέχει και τρυπώνει στα αυτιά παρείσακτων. Είμαι ένας απ’ αυτούς. Ένας voyeur με σφαλιστά μάτια.

Μπαίνουμε; ρωτάει.

Βήμα πρώτο, πάνω απ’ τα γόνατα.

Βήμα δεύτερο, στον αφαλό.

Τρίτο βήμα δεν είχε. Κάθαρση μόνο, νερά γυαλί, τέσσερα μέτρα μακριά από την ομπρέλα, δυόμιση μέτρα βάθος. Σε οργιές θα ήταν πιο λόγιο αλλά δεν ξέρω να μετατρέπω.

Μιάμιση ώρα μέσα στο νερό. Σε ένα βιβλίο θα διάβαζες «γίναν θάλασσα μέσα στη θάλασσα κι αυτοί». Ανακουφίζομαι που δεν το έγραψα. Ευγνωμωνώ το σύμπαν μου που είναι τυφλό, κουφό, ανάπηρο και δεν έχει ιδέα τι θα πει συνωμοσία.

Οι πέντε γυναίκες γίναν τρεις, μετά δυο, μετά ένα κενό στον ορίζοντα, κενό με φως που ματώνει τα μάτια. Ο μόνος πόνος που κάθε συνάντηση μαζί του είναι ευλογία.

Βγαίνουμε και μετράμε πετραδάκια κολημμένα στα γυμνά μας πόδια, ανάμεσα στα δάχτυλα, στα μαλλιά. Τα δικά μας νταμάρια, τα δικά μας παράσημα. Καλή και η άμμος αλλά σ’ αφήνει δίχως γαλόνια.

Κανείς μας δεν σκουπίζεται, αφήνουμε το νερό να ξεψυχήσει ήρεμα πάνω μας. Τέτοιο τέλος όλοι το ονειρεύονται, λίγοι το αξιώνονται, της λέω. Δεν καταλαβαίνει για ποιο τέλος μιλάω, συνήθισε πια τις μετέωρες, περιπλανόμενες διαπιστώσεις μου, δεν δίνει σημασία.

Ησυχία. Επιτέλους ησυχία. Κανένα κάπιταλ κοντρόλ δεν σε ανακαλύπτει εδώ. Για μια, δυο, τρεις ώρες. Μόλις νιώθεις το κακό να ‘ρχεται, βουτάς και το πνίγεις. Το Κακό δεν ξέρει κολύμπι.

Μια γουλιά νερό. Και τσιγάρο, που μουσκεύει απ΄ τα βρεμένα δάχτυλα. Αλάτι, ιώδιο και καπνός. Η χημική ένωση που ανέκαθεν έφτιαχνε το θέρος. Κάποτε το μάθαμε, οι κατά φαντασίαν Σαντιάγκο.

Ωραία ημερολόγια, της λέω.

Να ζήσουμε να τα θυμόμαστε, απαντά, ανάβοντας το τέταρτο.

….

this is not a love song

34386591 (1)

Προσπάθησα, για πολλοστή φορά, να διαβάσω έστω και τρεις σελίδες από το τελευταίο βιβλίο που ξεκίνησα, χωρίς να έχω καν φτάσει στην δέκατη σελίδα από τα τέσσερα προηγούμενα που έπιασα στα χέρια μου και είχαν την ίδια κακή τύχη.

Ματαιοπονώ και το ξέρω μα επιμένω γιατί υποψιάζομαι πως κάτι ανεπανόρθωτο μου συνέβη. Οι λέξεις εξαφανίζονται πριν καν μπουν στο κεφάλι μου, μάτια και εγκέφαλος τα ‘χουν κάνει σκατά, μουτρώθηκαν χωρίς να ξέρουν το λόγο και καμιά προσπάθεια δεν κάνουν να τα ξαναβρούν. Δεν καταλαβαίνω τι διαβάζω, ξέχασα το νόημα κάθε λέξης, στη μέση κάθε παραγράφου χάνομαι και πρέπει να ξαναγυρίσω πίσω να βρω την άκρη από ένα νήμα που δεν υπάρχει.

Χτες βράδυ τα μαύρα σημάδια (που υποδύονταν τόσο άγαρμπα τις τυπωμένες λέξεις) άρχισαν να γλιστράνε προς την κάτω πλευρά της σελίδας, προσπαθώντας να πιαστούν το ένα απ’ το άλλο, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από τέρατα που φωνάζαν κάτι σαν «βοήθεια» ακατάληπτα, σχεδόν απόκοσμα κι αποκρουστικά. Στο τέλος γκρεμοτσακίστηκαν όλα μαζί -αφού δεν έκανα καμιά προσπάθεια να κλείσω το βιβλίο ώστε να μείνουν μέσα, έστω σαν μπουλούκι, σαν ρεμπέτ ασκέρι μα ασφαλή- και άφησαν τη σελίδα να χάσκει κενή. Την στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο τρόμο γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, τίποτε δεν ξαναείναι ποτέ ίδιο. Άφησα το βιβλίο στο πάτωμα, πάλεψα να κοιμηθώ, δεν κατάφερα πολλά. Ήταν και η ζέστη βάσανο. Ο ανεμιστήρας πάσχιζε αλλά τι να κάνουν έξη φτερωτές, ακόμη κι ένας έλικας από σπιτφάιρ πάνω απ’ το κεφάλι μου θα δυσκολευόταν να κόψει τον πηχτό αέρα για να ανοίξει μια δίοδο προς τα πνευμόνια, να στείλει μισή ανάσα τεχνητής -ας είναι- φρεσκαδούρας, να διώξει τη θολούρα και την υγρασία απ’ το μυαλό.

Εδώ και καιρό, κάθε πρωί ξυπνάω και τινάζω λέξεις απ’ το ιδρωμένο σεντόνι. Ο δρόμος από κάτω έχει γεμίσει σακατεμένα γράμματα, σημεία στίξης και ακρωτηριασμένες λέξεις. Ούτε πουλί, ούτε γάτα, ούτε ποντίκι (ο γείτονας μου είπε πως έχει δει πολλά τέτοια τις τελευταίες βδομάδες) καταδέχεται να ασχοληθεί μαζί τους. Οι ελάχιστες λέξεις που καταφέραν να φτάσουν στην άσφαλτο σε ένα κομμάτι, θα γίνουν λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού, ενός δίτροχου, ακόμη κι ένα καροτσάκι που το σπρώχνει μια φρέσκια -ακόμη πληγωμένη απ΄τα παραπανίσια κιλά- μάνα είναι ικανό να τις διαμελίσει τόσο που κανένα λεξοτομείο δεν θα μπορέσει να τις συναρμολογήσει για την αναγνώριση.

Νομίζω, φοβάμαι, ότι το μέλλον επιφυλάσσει την ίδια μοίρα και για το φετινό καλοκαίρι, κάποιων, πολλών. Όσο και να το ράψουν, όσα κομμάτια του και να κολλήσουν, όσο και να μπογιατίσουν τις μελανιές, όσο λίγο και να τραβήξουν το σεντόνι που θα το σκεπάζει -τον Σεπτέμβριο, που θα μας φωνάξουν να μας ρωτήσουν σε ένα κρύο δωμάτιο με άσπρο παγωμένο φως αν είναι όντως αυτό, το δικό μας καλοκαίρι- δύσκολα θα καταφέρουμε να μη σπάσει η φωνή μας την ώρα που θα λέμε «ναι, αυτό ήταν». Αγνώριστο θα ‘ναι. Ναι. Αλλά η κλωστή, η επαγγελματικά δεμένη στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, θα είναι εκεί, να μας θυμίζει πού ήταν η άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε για κείνες τις ανάσες που είχαμε ανάγκη και δεν καταφέραμε, μη με ρωτάς γιατί, να συναντήσουμε.

Aλλά όλα καλά. Όλα καλά. Σκέψου να ζητούσαν από εκείνο, από το “αδιανόητο ελληνικό καλοκαίρι” (όπως λέει και ο δικός μου ποιητής) να αναγνωρίσει εμάς, κάτω από ιδρωμένα, τσαλακωμένα, παραιτημένα σεντόνια. Εκείνο το «όχι, δεν είναι αυτός» θα μας αποτέλειωνε οριστικά.

 

……

μισό βήμα (ούτε)

34271095

«Γυαλί, μπουνάτσα, μα δεν κολυμπιέται αυτή η θάλασσα», είπες. Κι εκείνο το ψαροχώρι, στο βάθος, κάτω απ’ το βουνό που ορθώνεται κάθετα πίσω του, δεν ξέρω πόσο φιλόξενους ανθρώπους κρύβει στα σπίτια του. Και τι σόι βουνό είν’ αυτό με τόσους απέθαντους, προαιώνιους πάγους στην κορφή του; Ξέρεις τι μπορεί να κρύβουν μέσα τους; Δεν είναι στέγη αυτό το άσπρο φρούριο, δεν αντέχω να ζήσω από κάτω του, πάρε αυτή την εικόνα από μπρος μου, ποιος τρελλός ταξιδεύει ως την άλλη άκρη του κόσμου για να μπει κάτω απ΄αυτό; Κι ας έχει γαλήνη, σιωπή, στεριά, κι ας έχω τα λεφτά να φτάσω ως εκεί.

 

34271095 (1)

Υπάρχει τρόπος, μου ΄λεγες, να δεις τα πράγματα αλλιώς. Χωρίς να μετακινηθείς μισό βήμα. Τώρα που σε σκέφτομαι, πάντα δίκιο είχες.

 

….

one of these days

34222840

Δεν ξέρω τι καιρό έκανε στην Πομπηία λίγο πριν τον μεγάλο χαμό. Τέλος Αυγούστου ήταν, Μεσόγειος είναι, μπορείς βάσιμα να υποθέσεις πως έκανε ζέστη, ο κόσμος έπινε, έτρωγε, φιλούσε, υπέφερε, κοιμόταν, έχυνε, μάλωνε, χάιδευε τα μαλλιά των παιδιών του, έπαιζε με τα ζωντανά του, μετρούσε δηνάρια και τα κιλά της σοδειάς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.

Ο φετινός Ιούνιος είναι μαλωμένος με το θέρος. Βρέχει καθημερινά. Ζέστη δεν ξέρουμε ακόμη τι θα πει εδώ στα βόρεια, οι μπαλκονόπορτες τα βράδια σχεδόν σφαλίζουν, η ψύχρα και η υγρασία τις νύχτες δεν χαμπαριάζουν από ημερολόγια. Κατά τα άλλα η ζωή μας κυλάει κανονικά. Πίνουμε, τρώμε, φιλάμε, υποφέρουμε, κοιμόμαστε, χύνουμε, μαλώνουμε, χαϊδεύουμε τα μαλλιά των παιδιών μας, την κοιλιά των ζωντανών μας, μετράμε ευρώ, μετράμε τα τελευταία κέρματα, μετράμε ώρες και πληρώνουμε λογαριασμούς, καθημερινά πράγματα που δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνον αν δεν υπάρχει αύριο.

Υποθέτοντας ότι δεν υπάρχει κάποιος κρυμμένος Βεζούβιος κάτω απ΄ τα πόδια μας ή μέσα μας, υπάρχει αύριο. Όχι για όλους, μέχρι να γράψω αυτές τις δέκα γραμμές τρεις άνθρωποι θα έχουν πεθάνει σ’ αυτή τη χώρα, αν χτυπήσει κάποιο τηλέφωνο και καθυστερήσω να βάλω τελεία μπορεί να γίνουν και πέντε, έξη, αλλά εξόν απ’ τους διακόσιους ενενήντα που μας αποχαιρετούν δια παντός καθημερινά, οι υπόλοιποι θα είναι εδώ και αύριο. Το πώς, άλλη ιστορία.

Θέλω να καταλήξω πως ο,τι και να αποφασιστεί εκεί στα κατωχωρικά γαλατικά εδάφη της κάποτε Germania Inferior των Ρωμαίων, κάποιοι θα θυσιαστούν -αν και εξ όσων θυμάμαι δεν είχε Μινώταυρο στα στενά της Πομπηίας μα σήμερα θα βρεις κάμποσους πρόθυμους μακελάρηδες εδώ και παραέξω-, κάποιοι θα μείνουν πίσω ανέστιοι, κάποιοι θα πλουτίσουν πάνω στις στάχτες, κάποιοι θα έχουν προλάβει να φύγουν μακριά, πάντα έτσι γίνεται στις κάθε λογής Πομπηίες. Δεν είναι ντε και καλά history repeating, δεν είναι κισμέτ μα ούτε και save & restart παιχνιδάκι.

Μα το χειρότερο  για μένα, τον ενίοτε εκτός τόπου και χρόνου (αυτοπροστασία για να μη σκάσει ο Βεζούβιος μέσα μου) είναι πως κανένα live δεν θα γίνει πάνω στα ερείπιά μας. Το πολύ πολύ να εμφανιστεί κανείς Παντελίδης. Live at Grecaei.

…..

pet stories

463245213_5425a2712c

 

Τα πράγματα που δεν ήταν καλά, ολισθαίνουν προς το ακόμη λιγότερο καλά. Από πείσμα αγκαλιάζω την περιφραστικότητα και  δεν χρησιμοποιώ λέξεις όπως «άσχημα» ή «κακά». Από πείσμα και από συναίσθηση του τι γίνεται γύρω, αν εγώ είμαι άσχημα τότε τι είναι οι διωγμένοι, οι ισοπεδωμένοι, οι ακρωτηριασμένοι, οι δαρμένοι;

Χτες βράδυ στο μπαλκόνι, σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα του σπιτιού, πέφτει ξώφαλτσα το μάτι μου στα πολεμικά ανακοινωθέντα. Ασυναίσθητα μου ξεφεύγει ένα αχνό «ωχ»,  χαμηλόφωνο, σχεδόν ουδέποτε ειπωθέν.  Ακούει και τις σιωπές μου όμως.  «Άσχημα;»,  με ρωτάει, μαζεύοντας τα λερωμένα ποτήρια του αργοπορημένου απογευματινού καφέ. «Μάλλον όχι καλά»,  απαντώ. Εκεί, γινάτι. Δεν έχεις καρκίνο, την κακιά αρρώστια έχεις. Κορόιδευα τους παλιούς, τα λουζόμαστε τώρα εμείς οι σπουδαγμένοι, οι ορθολογιστές. Ρίχνοντας στο μαυροζούμι κι ένα «μάλλον», για να κατεβαίνει ευκολότερα.

Βάζω  jazz radio για να αποκτήσει τεατράλε υπόσταση το σκηνικό, μετά καθόμαστε και κάνουμε υπολογισμούς στα μουγκά. Όχι με λάδι και ξύδι, με αμόλυβδες και διόδια. Με θέα άδεια, σκοτεινά μπαλκόνια ολόγυρα. Mα πού πήγαν όλοι;

Είχαμε, έχουμε ακόμη δηλαδή, πέντε ευρώ στην άκρη (ακόμη, ασυναίσθητα, πολλές φορές λέω «πέντε δραχμές», μη τυχόν και φανούν πολλά τα ευρώ και μας ματιάσει κανείς). Λίγα, ίσα για βενζίνες τριών ημερών και ένα δίκλινο για τρεις νύχτες. Τόσα αντέχουμε, με τόσα θα ποτιστούμε.

Άλλοι δεν έχουν δει σταγόνα πάνω τους εδώ και χρόνια. Μη μιλάς. Δεν μιλάω.

Σκεφτόμαστε, αν και δεν λέει κουβέντα ο ένας στον άλλον, να τα αφήσουμε κι αυτά τα πέντε ευρώ στην άκρη, να κάτσουμε στον κώλο μας. Απ’ το τραυματισμένο μυαλό μας (τι να πουν και τα πολτοποιημένα αλλωνών) περνάνε αναπάντεχοι λογαριασμοί, κάποιο φάρμακο που δεν το καλύπτει η συνταγογράφηση και τα πλαφόν, επίσκεψη σε ιατρεία που οι πινακίδες τους γράφουν εξωτικές ειδικότητες που τις αγνοεί το νοσοκομείο μας, κανένα μερεμέτι στο μπάνιο που άρχισε να μας κάνει νερά και θα βουλιάξουμε μαζί του στο τέλος, τέτοιες τρύπες, τέτοια βουλώματα.

Την ακούω, αν και λέξη δεν βγήκε απ’ το στόμα της, να λέει «ούτε τρεις μέρες ρε πούστη μου; ούτε τρεις μέρες το χρόνο; εδώ φτάσαμε;». Την διακόπτω, χωρίς να ακουστώ. «Ας μην είμαστε αχάριστοι, πέρυσι μπήκαμε και σε αεροπλάνο, τι να πουν κι άλλοι που δεν ξέρουν τι θα πει ενοικιαζόμενο, ξενοδοχείο, αντίσκηνο έστω».

Αυτοί οι «άλλοι». Η, ερήμην τους, κατάρα μας.

Φέρνω δυο κουτάκια μπίρα. Δεν θέλω, μου γνέφει.  Μην πιεις κι εσύ,  λέει, μετά παραπονιέσαι για την μπάκα σου. Δέκα λεπτά σιωπής και πάντα βρίσκει τρόπο να την σπάει υποδειγματικά, ρίχνοντας κι άλλο αλάτι στις πληγές, κι άλλο κάρβουνο στο καζάνι της ενοχικότητάς μου. Των ατέλειωτων «ναι, μεν, αλλά». Των «μήπως να». Του «άσε πρώτα να δούμε». Κάποτε ζούσε μαζί μας ένας αυθορμητισμός. Κομματάκια τον κάναμε, τον λιανίσαμε, τον φάγαμε σαν κανίβαλοι, ίχνος του δεν θα βρει το CSI ακόμη κι αν κάνουν φύλο φτερό το σπίτι. Ερασιτέχνες, σκιτζήδες, δεύτεροι.

Θα βρούνε κάποιον άλλο, όμως. Δεν αντέχουμε χωρίς pet σ΄ αυτό το σπίτι.

Τώρα συζούμε με έναν Μινώταυρο. Καμιά σχέση μ’ αυτόν του Μπόρχες. Ο δικός μας δεν τρέχει να μας αγκαλιάσει από λαχτάρα και χαρά μόλις μας βλέπει,  ξέρει καλά πόσο εύθραυστοι μπορούμε να γίνουμε αν μας σφίξει εκεί που ραγίσαμε. Μας θέλει ολόκληρους, θρύψαλλα του είμαστε άχρηστοι. Τρύπωσε στο τριάρι μετά από μας, ήρθε και μας βρήκε, δεν πήγαμε εμείς απρόσκλητοι στα λαγούμια του. Δεν μιλάει ποτέ. Δεν κάνει φασαρία, ούτε άνω κάτω το σπίτι, δεν έσπασε τίποτε μέχρι τώρα, δεν ρήμαξε καμιά γωνιά. Κάθεται μόνο αμίλητος μαζί μας στο τραπέζι, στους καναπέδες, στο μπαλκόνι,  χώνεται ανάμεσά μας στο κρεβάτι, έρχεται ακόμη και στο μπάνιο. Γι αυτό δεν ρημάζει τίποτε, μόνο με το μέσα μας ασχολείται. Εκεί βρήκε σκοτάδια, γωνιές, ερημιές, φόβο. Αυτόν μυρίζει, μ’ αυτόν τρέφεται.

Όταν λείπουμε απ’ το σπίτι, μας περιμένει υπομονετικά να γυρίσουμε, πάντα γυρνάμε, πάντα είναι εκεί. Κάθεται και μας κοιτάζει στα μάτια, όσο κι αν προσπαθούμε να μη διασταυρώνονται τα βλέμματά μας. Απ’ τα ρουθούνια του τρέχουν μύξες και βγαίνει μια πηχτή, βρώμικη ανάσα. Ποτίσαν οι τοίχοι με την βαρβατίλα, κουραστήκαμε να σφουγγαρίζουμε σάλια και μύξες απ΄ τα πατώματα. Κάποιες φορές τον είδαμε να χαμογελάει σαρκαστικά, δεν ξέρω αν είδες δόντια Μινώταυρου αλλά αν δεις ποτέ δεν θα κατορθώσεις να τα ξεριζώσεις απ’ το μυαλό σου.

Προχτές, την ώρα που εκείνη καθάριζε μπάμιες (φρέσκα φασολάκια καθαρίζουν μόνον στα ποιήματα), ακούστηκε η φωνή του για πρώτη φορά. Της είπε ότι φέτος θέλει να ‘ρθει μαζί μας, όπου κι αν πάμε, όσο λίγο κι αν λείψουμε. Για να μη μας αφήσει λεπτό μόνους. Κόντεψε να κοπεί αλλά του είπε ναι, δεν χρειάστηκε καν να με ρωτήσει. Δεν θα πάμε πουθενά αλλά έλα μαζί μας καργιόλη, χώσου κι άλλο στο μυαλό μας και έλα. Του είπε ναι, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μη τυχόν και πάθουμε κάτι μακριά απ’ αυτόν και ξεμείνει πίσω, με τα παιδιά. Που δεν μπορούν, ευτυχώς, να τον δουν και να τον μυρίσουν. Ακόμη.

Τα παιδιά. Μεγαλώνουν, φεύγουν απ΄ το σπίτι, κι εμείς ακόμη ξυπνάμε τις νύχτες για να τα σκεπάσουμε, μη τυχόν και πουντιάσουν.

Εκείνο που με τρομάζει πολύ (δεν της είπα) δεν είναι ο φόβος μας που τον τρέφει. Είναι μη γίνουν τρεις οι μινώταυροι σ’ αυτό το σπίτι. Πρέπει να βρούμε τρόπο, μέρα θα ‘ναι, νύχτα θα ‘ναι, δεν ξέρω, να τον κάνουμε να πεθάνει από ασιτία.

 

…….

E la nave va. And the band played on.

34124879

Eννιά λέξεις, δανεικές, ούτε καν, κατακλεμμένες. Και η εικόνα το ίδιο. Το καράβι εχάθη (αν υποθέσουμε πως είχε δέσει, κάποτε), οι μουσικοί   -απλοί περαστικοί, μα ας είναι, ταιριάζει στην περίσταση η κούραση, η απορία, η ανία, η απελπισία τους-  σκέφτονται αν πρέπει να παίξουν. «Πρέπει». Για ποιόν; Aποχαιρετισμό ή σινιάλο, ελλείψει φάρου, για να επιστρέψει; Τι; Γιατί;

Κουραστήκαμε κι εμείς, κρύο, ζέστη, κρύο ξανά. Αλλά πάλι γράφουμε. Τι; Για ποιόν; Ούτε για αποχαιρετισμούς, ούτε για σινιάλα είμαστε.

 

……

τα κάλπικα 0-0

George-Best

Προχτές, την ώρα του Νειμάρ τζούνιορ, η -για εκατομμυριοστή φορά- συζήτηση για το ίδιο θέμα κατέληξε ξανά (καμία έκπληξη) στο ίδιο συμπέρασμα. Η φύση του ανθρώπου, ειδικά του άντρα, δύσκολα αλλάζει. Και στριμωγμένος σε ένα μπαλκόνι να ‘σαι, λίγο αλκοόλ παραπάνω, λίγη αλλότρια γυμνή -άσπρη, ακόμη- σάρκα παραπάνω (βλέπεις μπάλα αλλά δεν παύεις να αναγνωρίζεις και αλλού το Ωραίο και επιθυμητό), λίγη ζέστη παραπάνω (και φεγγάρι που δεν σβήνει τον Ιούνιο παρά μόνο όταν ζεματάνε οι προβολείς στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, πώς αντέχουν να ζουν οι βόρειοι με τόσες νύχτες κολλημένες τη μια δίπλα στην άλλη; ) μα κυρίως λίγη εκούσια ή ακούσια απομόνωση από την Κόλαση των άλλων (έτσι θες να νομίζεις) και όλα μοιάζουν αντιμετωπίσιμα, μαχητά, υποφερτά, έστω για πέντε-δέκα-σαρανταπέντε λεπτά. Καλύτερα από χρυσόψαρα, χειρότερα από ελέφαντα αλλά πάντοτε ελέφαντες σε γυάλα. Άγαρμποι, προβλέψιμοι, μονοκόμματοι (γιατί να είναι μεμπτό αυτό; ) κι ας βαυκαλιζόμαστε πως τα χρόνια μας κάνουν καλύτερους διαχειριστές στα πάθη, τις εμμονές και τις αδυναμίες μας.

Λέει ο άλλος, «μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο αληθινοί, αυτό νομίζω». Μπορεί. Μπορεί να τελειοποιούμε τα ατομικά μας true lies. Ίσως. Δεν μπορώ ποτέ να τον μεταφράσω επαρκώς, πολλές φορές νομίζω πως μας περιπαίζει απολαμβάνοντάς το.

Αυθαιρετώ σκεπτόμενος πόσο ανακουφιστικό θα ήταν να μη διστάζαμε άλλο μπρος στο προφανές, ότι δηλαδή το πρώτο ημίχρονο τέλειωσε κουτσά στραβά με σκορ διαχειρίσιμο (αλλά μακριά από τις, ως και ανερμάτιστες, προσδοκίες μας όταν βγαίναμε στο γκαζόν) και ή επιτέλους παίζουμε μπάλα στο δεύτερο αδιαφορώντας για την -ως και ανύπαρκτη ή ελάχιστα φιλική- κερκίδα κι ας χάσουμε 7-0, κλείνουμε τα αυτιά στα by the book συστήματα του κόουτς-αφεντικού (πότε έβλαψε ο αυτοσχεδιασμός διάολε; πόση καύλα χάρισες στα μάτια σου ταΐζοντάς τα γερμανούς και ιταλούς να παίζουν μπάλα; ), ναι μεν δεν είναι σπριντ αλλά μαραθώνιος αλλά και πότε είχαν πλάκα οι μαραθώνιοι της υπομονής; σκέφτεσαι με τις ώρες, με τους μήνες, με τα χρόνια, δεν γίνεται να πολεμάς και με τις σκέψεις και με τους άλλους, δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από την σπάνια ράτσα των «στο τέλος νικητής»,  λασπωνόμαστε, ματώνουμε, τρώμε χόρτο, τρώμε χύμες, τρώμε γκολ αλλά τουλάχιστον βάζουμε καναδυό και μετά πάμε στα αποδυτήρια όχι για να ετοιμαστούμε για το επόμενο παιχνίδι (αργήσαμε μα το μάθαμε πως ήταν νοκ-άουτ το ματς, άσχετα αν οι παπάδες φαγώνονται επί αιώνες να μιλάνε για αέναη παράταση) αλλά για να πλυθούμε  και να φύγουμε όμορφοι με τον τρόπο μας, καθαροί και αρτιμελείς. Ας μας θυμάται κάποιος όχι ως Τζορτζ Μπεστ, σιγά. Ως Τζορτζ Σάμπαντι. Ένιμπάντι. Τζορτζ, σκέτο.

Τα (ας είναι και άδεια, ας είναι και με σβησμένους προβολείς) Ολντ Τράφορντ μας, θα μας ευγνωμονούν αν έστω μια φορά, έστω στις -αν είμαστε τυχεροί- καθυστερήσεις, μας δουν με μάτι που γυαλίζει. Ακόμη και με το σώβρακο πεσμένο ως τα γόνατα, τα κορδόνια μισολυμένα, χωρίς να υπάρχει, πλέον, μια τρίχα στο κεφάλι μας να ανεμίζει στις μνημειώδεις μας επελάσεις προς το «εκεί». Στημένοι -άθλιο, σιχαμερό κατενάτσιο- πίσω απ΄το «εδώ», ούτε μισή ιστορία επικού διασυρμού και άγριας, σχεδόν πρωτόγονης χαράς για το γκολ της τιμής θα έχουμε να διηγηθούμε. Ποιός δίνει έστω μια δεκάρα να ακούει ιστορίες για κάλπικα 0-0;

 

……………………

the sound of someone you love who’s going away and it doesn’t matter (well, it matters)

 

 

 

Χωμένοι στους δαιδάλους των πάγκων του σαββατιάτικου παζαριού (ανάμεσα σε ενίοτε αγενή aliens που λυσσωδώς σημαδεύουν εμάς τους ιθαγενείς  με Nikon, Canon και πεντάιντσα σμαρτφόουνς) γεμίζουμε σακούλες με κολοκυθάκια, κόλιανδρο, δυόσμο, ελιές Σαμοθράκης, παντζάρια, πεπόνια νότου (τα δικά μας αργούν ακόμη), πετροκέρασα Κομοτηνής και ντόπιες ντομάτες.  Απορώ τι θα τα κάνει όλα αυτά, την Δευτέρα πετάει. Οι άλλοι τρεις που μένουν πίσω -προς το παρόν- δεν είναι φαγανοί,  κρίμα τόσο ζαρζαβατικό και φρούτο να πάει χαμένο. Κουβαλάει και κουβαλάει στη φωλιά, σάμπως κι έρχεται βαρύς χειμώνας. Το λες κι έτσι.

Σε μισή ώρα αφήνουμε τις σακούλες στο αυτοκίνητο,  παραγγέλνουμε καφέ στην παλιά πόλη, οι δυό μας. Οι γυναίκες μείναν πίσω, ψάχνουν βρακιά, κάλτσες και τραπεζομάντηλα. Είναι νωρίς ακόμη, η ησυχία είναι βάλσαμο, το ίδιο και τα βρεγμένα πλακόστρωτα. Πουλιά κάθονται στις καρέκλες τριγύρω, αγνοώντας μας. Διπλό ελληνικό εκείνος, φρέντο εσπρέσο εγώ. Και δυο φέτες υπέροχο ξεραμένο κέικ ανάμεσά μας. Ταΐζουμε τα σπουργίτια. Πού πας ρε παπάρα; ίδιος είναι ο καφές με στρούντελ και παράξενα πουλιά παραδίπλα που δεν τιτιβίζουν ελληνικά;

Λέμε μαλακίες σαν να είναι μια κοινή καθημερινή μέρα. Καλύτερα έτσι. Κάποια στιγμή, μετά την τρίτη γουλιά τον ρωτάω αν τα μέτρησε καλά -τα εκεί και τα εδώ- και αν τα έβαλε κάτω. Μου απαντάει με βάλαν αυτά κάτω, δεν αρκεί;

Πριν την έκτη γουλιά έρχονται οι γυναίκες με τα λάφυρά τους. Πήρα βρακιά για τον γιο σου και για σένα. Ευτυχώς οι άντρες του σπιτιού είμαστε σκληραγωγημένοι, δεκάρα δεν δίνουμε αν φοράμε CK ή KC αρκεί να είναι καλά τα λάστιχα.

Μετά την όγδοη γουλιά πηγαίνω πέντε μέτρα παραδίπλα, παίρνω τηλέφωνο την μικροβιολόγο. Not good. Παίρνω μετά τον ουρολόγο. Ογδονταπέντε, τι περιμένεις από δω και πέρα; Να το συνηθίσω. Δεν ξέρω τρόπο αλλά όλοι βρήκαν, πρέπει να βρω κι εγώ.

Δώσε ένα τσιγάρο.

Τον ρωτάω πότε θα ξαναγράψει στο μπλογκ. Ιδέα δεν έχει, λέει. Ούτε και χρόνο, ούτε και διάθεση. Τον καταλαβαίνω. Κάποτε, εφτά-οκτώ χρόνια πριν, έγραφε για τον ακέφαλο μπακαλιάρο της 25ης Μαρτίου, όπως μόνον αυτός  μπορούσε να γράψει. Τι  να πει τώρα; Για το ακρωτηριασμένο κάριβουρστ της Βάδης-Βυτεμβέργης; ή το στοιχειωμένο schweinshaxen της Ρηνανίας-Βεστφαλίας; Μα πού πας και μπλέκεις ρε παπάρα.

Μπαίνουμε και οι τέσσερις στο αυτοκίνητο. Μυρίζει πεπόνι με κρεμμυδίλα. Μαλάκα Ζίσκιντ. Μαλάκα Ζαν-Μπατίστ που έφαγες τα νιάτα σου με δέρματα, γάζες, μπουκαλάκια και σάρκες. Ελάτε δω να μας προσκυνήσετε.

Τον Μάρτιο του 2014 έγραψε στο μπλογκ του -για προτελευταία φορά- «πού στο σκάιπ είναι οι άνθρωποί μου;». Έλειπε δεκαπέντε μήνες, ζήτημα να μιλήσαμε στο σκάιπ δέκα φορές. Από γινάτι το ‘κανα. Μερικές φορές η ωριμότητα είναι επώδυνη διαδικασία. Που καταλήγει σε φιάσκο, κι ας είναι αριστουργηματικό το γκρι καμουφλάζ.

Δώσε ένα τσιγάρο. Εντάξει, ας είναι το όγδοο, θα σου πάρω άλλο πακέτο.

Αύριο θα πάνε στη θάλασσα, λέει. Κι ας βρέχει. Πρόλαβε και βούτηξε ήδη δυο φορές ο μπαγάσας, να τριτώσει, one for the road που λέει κι ο ποιητής. Όλα τα ξέρουν πια, όλα τα ζήσαν αυτοί οι ποιητάρχες;

 

Δεν είναι τίτλος αυτός για ποστ. So-fuckin’-what? Κολαούζο στις λέξεις μας θα βάλουμε;

 

Mούζικα. Παπάρα, ε παπάρα.

 

…………………………………………..

streets don’t lie

34027835

Ανεβαίνοντας τους διπλούς δρόμους (ένας είναι αλλά έτσι τον λέμε οι μεγαλοπιασμένοι επαρχιώτες, οι συνηθισμένοι στα στενούρια και τις αντιπαροχές που δεν αφήσαν χώρο ούτε για έναν δρόμο της προκοπής ανάμεσά τους) πρώτα συναντάς τον φούρνο.

Στους φούρνους συνήθως πας για ψωμί, για κουλούρια, για κουλουράκια, για λειτουργιές, για παξιμάδια, για κανένα τσουρέκι άμα σε πιάσει η λιγούρα.

Σ’ αυτόν τον φούρνο αν έχεις σώες τις ορμόνες πας για να δεις τα πόδια της φουρνάρισσας. Είτε κλεισμένα μέσα σε παντελόνια είναι, είτε σε αεράτα φορέματα μέχρι το γόνατο όταν καλοκαιριάζει, είτε κρυμμένα πίσω από αλευρωμένη ποδιά, είτε φανερώνονται μπροστά σου σ’ όλο τους το μεγαλείο. Κοντεύει τα σαράντα, αν δεν τα πέρασε κιόλας. Δεν έχει νόημα να περιγράψω με ποιάν μοιάζει, τι χρώμα μαλλιά έχει, πόσες γωνίες ή κούρμπες έχει το πρόσωπό της, αν τα μάτια της μοιάζουν με αμύγδαλα ή με θάλασσες, δεν τα ‘χω αυτά τα ποιητικά, μόνο τα πόδια της κοιτάζω όταν -κάθε Σάββατο, μόνο- μπαίνω για ψωμί.

Ποτέ άλλη μέρα, μόνο Σάββατα. Τις καθημερινές αυτό το θέαμα στριμώχνεται, ασφυκτιά, χλωμιάζει, εξαϋλώνεται μέσα στις τριβές, τη δουλειά, τις φασαρίες, τα must do και τα ‘ω γαμώτο, το ξέχασα πάλι αυτό’. Πρέπει να δώσεις σ΄αυτά τα πόδια χώρο να αναπνεύσουν για να ρουφήξουν κι αυτά -με τη σειρά τους- όλο το οξυγόνο και το μεδούλι σου μαζί, περιμένοντας από την άλλη πλευρά του πάγκου να σου δώσει τα χωριάτικα, τα αγιορείτικα, τα ολικής και μαζί τα ρέστα από το δεκάρικο (ποτέ ακριβές αντίτιμο στην πληρωμή, όσο την ταλαιπωρείς να ψάχνει τόσο πιο καλά) κοιτάζοντάς την από την μέση και κάτω. Κι εκείνη να απολαμβάνει, αυτό θέλουμε να φανταζόμαστε οι αφελείς, το ξεγύμνωμα, χαμογελώντας τόσο όσο το θάρρος μας να μην αποχωριστεί το λουρί του, ακούγοντας αυτά τα «πάρε τα ρέστα σου λιγούρη και άσε με να κάνω τη δουλειά μου» ουδέποτε ειπωμένα αλλά βροντερά. Βέβαια η Shakira το έχει διατυπώσει λεπτομερώς και επαρκέστατα αλλά τι να ξέρουν οι φουρνάρισσες από hips και lies, κάθε φορά που μπαίνω όλο Πλούταρχο και Πλιάτσικα συναντούν τ’ αυτιά μου. Τα τόσο ριγμένα σε σχέση με τα μάτια.

Ακριβώς δυο γωνίες πιο πάνω, στην ίδια λεωφόρο (είπαμε, κατάλοιπα επαρχίας) είναι το μικρό μπακάλικο απ’ όπου παίρνω μόνο δυο γάλατα κάθε Σάββατο. Τίποτε άλλο, ούτε καν τσιγάρα την εποχή του μεγάλου τσιγαρολιμού. Εκεί ζει η άλλη.

Εκείνη -σαρξ εκ της σαρκός των πιο υγρών εφηβικών ονείρων μας- είναι πάντα έξω, χειμώνα καλοκαίρι,  με ένα τσιγάρο να κάνει βόλτα στα χείλια της. Το ένα χέρι της κάτω απ’ τη μασχάλη, σα να χαιδεύει τα πλευρά της ακουμπισμένο πάνω στο τρισδιάστατο, τετραδιάστατο, κάτι τέτοιο, στήθος της, το άλλο χέρι υπάρχει μόνο για να πηγαίνει το τσιγάρο στο στόμα, τις στάχτες στα πεζοδρόμια, τα μάτια όλων των αρσενικών πάνω της. Αν είναι πολύ πρωί, φοράει μια ζακέτα το χειμώνα, ένα ζακετάκι το καλοκαίρι. Κι ένα φόρεμα, σαν αυτά που φόραγαν  -τότε που βγαίναμε μαζί τους στο σινεμά- η Λάουρα, η Ορνέλα, η Κλαούντια, η Στεφανία. Με δυο κουμπιά χαμηλά που αρνούνται γινατσίδικα να ζευγαρώσουν με τις τρύπες δίπλα τους. Για να μας κρατάνε σε δια βίου ομηρία, όσο αντικρίζουμε γόνατα -και δυο σπιθαμές ψηλότερα- που γυαλίζουν και μοσχοβολάνε κρέμες σώματος και καθαρή σεντονίλα.

Ξέρει καλά τι κάνει. Είναι μια ζωντανή πενηντάρα παγίδα που μας στέλνει όλους μέσα, στα ψυγεία, στα ράφια, στα καφάσια, στο ταμείο όπου παραμονεύει ο άντρας της (μια χλιαρή, ανάξια περιγραφής περίπτωση ανδρός) για να καταθέσουμε τα διόδια, το αντίτιμο αυτού που τα μάτια μας εισπράξαν στην είσοδο.

 

Αυτά συμβαίνουν τα Σάββατα στους διπλούς δρόμους. Νομίζω ότι εν μέσω του ζόφου που τελειωμό δεν έχει εδώ και πέντε χρόνια και ο,τι και να σκεφτείς, πεις, γράψεις γι αυτόν δεν ξορκίζεται ούτε αμβλύνεται, αυτά τα Σάββατα, αυτές οι δυο αράχνες, αυτός ο δρόμος, τα ψίχουλα στον πάγκο, οι στάχτες στο πεζοδρόμιο, είναι ένας έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στην πτώχευση και την σωτηρία της ψυχής. Που, έχει δίκιο ο ποιητής, είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

 

……………….