κάτι σαν skype

29784444

 

Γράφει «Σε λίγο καιρό θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη χώρα και σε λίγα χρόνια θα μάθω να κοιμάμαι με το μπαμπά σε άλλη ζωή».

Μισή αλήθεια, μπορεί και ακόμη πιο μισή.

Μάθανε να λένε οι μπαμπάδες τόσο πειστικά ψέμματα, να τα ντύνουν σαν όμορφες αλήθειες, ξεγελώντας και τρομάζοντας ακόμη κι αυτούς τους ίδιους.

Κάποια στιγμή θα φύγεις, θα κάνεις τη ζωή σου, τη ζωή μας κι εμείς, φοβίες και κτητικότητες δεν χωράνε, δεν μας ανήκετε, δικιά σας η ζωή, δικό σας θέμα να μάθετε να κοιμάστε μ’ όποιον διαλέξετε δέκα ή δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, δικό μας θέμα να το πάρουμε απόφαση -όσοι δυσκολευόμαστε-.

Λοιπόν, ούτε σε άλλη χώρα, ούτε σε άλλη ζωή θα πάνε οι μπαμπάδες. Όχι ολόκληροι, πάντως. Βρήκαν ένα μαγικό τρόπο -και σε κανένα δεν χαρίζουν το μυστικό- να αφήνουν πάντα ένα κομματάκι τους πίσω. Σε έναν καναπέ, σε ένα μπαλκόνι, στο κρεβάτι, μισοξύπνιοι, μισοκοιμισμένοι, περιμένοντας ένα τηλεφώνημα «καλά είμαι» , «μπορείς να ‘ρθεις να με πάρεις;» ή τον ήχο των κλειδιών στην πόρτα. Και μετά να κλείνουν μάτια ήσυχοι. Κι ας έχουν κλείσει για πάντα, από καιρό.

Οι μπαμπάδες είναι ελαττωματικοί. Όχι με τον τρόπο που τους βλέπουν τα παιδιά τους, μα αλλιώς. Μαθαίνουν να κοιμούνται με μισάνοιχτο το ένα μάτι ακόμη και για τριάντα, σαράντα και πενήντα -άμα δεν χάσουν το μέτρημα- χρόνια. Μέχρι να πουν -κάθε βράδι – φωναχτά, ψιθυριστά ή από μέσα τους (για να μη τους περάσουν για τρελλούς) «καληνύχτα». Και να σβήσουν το πορτατίφ δίπλα.

η Κυρία Ούτε

28791449 (1).last

 

Καθόταν σε μια σακατεμένη καρέκλα, δυο βήματα απ΄ το παράθυρο (έμοιαζε μ’ αυτό που καθόταν ο Hammill στο Over αλλά δίχως λιβάδια έξω, έβλεπε σε μια τσιμεντένια αυλή με τρία παγκάκια μονάχα) και διάβαζε αυτά που της είχε χαρίσει πριν πολλά πολλά -και βάλε- χρόνια.

Δεν αναγνώριζε τίποτε. Ούτε μια γωνιά, ούτε μυρωδιά, ούτε μούζικα, ούτε γέλιο, ούτε άλγος, ούτε ρούχο, ούτε γεύση, ούτε τσιγάρο, τίποτε. Μια στρατιά από ούτε. Δοκίμασε και με τα ακροδάχτυλα. Νέκρα. Μια ισιάδα, ούτε ένα τόσο δα «αχ», τίποτε. Mήτε ψηλαφώντας κατόρθωσε να πέσει πάνω σε κάτι ζωντανό.

Την ρώταγαν οι νοσηλεύτριες κάθε μέρα -βλέποντάς την χωμένη μια και δυο ώρες σε κάθε σελίδα- «δεν θυμάσαι τίποτε; ούτε μια γραμμή; σε καμιά ιστορία; oύτε μια λέξη, έστω;».

Όσο περνούσαν οι μήνες, η ερώτηση αδυνάτιζε. Έγινε τυπική, βαριεστημένη, χλιαρή. Λείψανο νοιαξίματος. Ρετάλια περιέργειας.

«Τίποτε; Ούτε μια;»

Στην αρχή απαντούσε «ούτε». Μετά, είτε γιατί την κούρασε η επιμονή τους να της απευθύνονται στον ενικό ή γιατί το ΄βρισκε πια ανώφελο να μιλά, έγνεφε όχι με το κεφάλι. Στο τέλος μόνο με τα μάτια.

Κάποια μέρα, Κυριακή ήταν, κανείς δεν την ρώτησε. Κι από τότε μείναν και τα βλέφαρα αγύμναστα.

η παύλα

28588165

 

Κάθε φορά (όχι συχνά) που πηγαίνω στα νεκροταφεία -υποκινούμενος, πάντα, από ιδιοτελείς σκέψεις- διαλέγω να κόβω δρόμο για να φτάσω στον τάφο των προγόνων. Αποφεύγω τις μικρές λεωφόρους που φιλοξενούν την τάχα μου κατανυκτική περιφορά του επιτάφιου πασχαλιάτικα, την τόσο ξεδιάντροπα ειρωνική ανάμεσα σε αμέτρητους ανίκανους κι ανήμπορους ν’ αναστηθούν. Δεν προτιμώ κι εκείνες που οδηγούν στην νέα πτέρυγα, την ολωσδιόλου γυμνή από οτιδήποτε έχει φύλλο πάνω του. Μου μοιάζει η διαδρομή σαν αυτήν στο φινάλε του Τρίτου Άνθρωπου, χωρίς -όμως- ίχνος ζωής στο βάθος του ορίζοντα, χωρίς καμιά σκιά δέντρου, δίχως εκείνο το γενναίο χορταστικό ασπρόμαυρο. Ένα μαυρογκρί ατέλειωτο μόνο, σε μπλούζες, σε φούστες, σε παντελόνια, σε παπούτσια, μαλλιά, λουλούδια. Ακόμη κι αυτά ξεχρωμιάζουν γρήγορα πλάι στους σταυρούς, μέσα σε ταλαιπωρημένα απ’ τον καιρό και τη μοναξιά βάζα.

 

Τέσσερις τάφους μετά την δεύτερη βρύση στρίβω δεξιά, συνεχίζω ευθεία για δώδεκα τάφους, στρίβω αριστερά μόλις αντικρίσω την τρίτη -την καινούργια- βρύση, πρώτα λεκιασμένα μάρμαρα, δεύτερα δεξιά, τέλος.

 

Να πω οτι είναι το κερί ή το καντήλι που θέλω ν’ ανάψω αυτό που με τραβάει ως εκεί, μια φορά στους τρεις, τέσσερις μήνες, ψίχουλο αλήθειας θα ‘ναι. Τόσο δα ψίχουλο. Ξέρω ότι οι γέροντες με συγχώρεσαν που τους επισκέφτομαι τόσο αραιά, δεν είμαι σίγουρος πως εκεί που είναι -δεν το ξεκαθάρισα ακόμη αυτό το «εκεί»- τους νοιάζει κιόλας. Καθείς με τις παρέες του, σκέφτομαι. Περισσότεροι είναι αυτοί, μετρημένοι εμείς. Ακόμη και με τον διπλανό τάφο να πιάσουν κουβέντα, για πότε περνάνε τα χρόνια χωρίς να με δουν να ψάχνω καρβουνάκια και φυτίλι ούτε που θα το καταλάβουν.

Δεν πάω γι αυτό. Μη με ρωτάς αν ντρέπομαι, μάλλον όχι. Αλλά να, πολλές φορές που λιγοψυχώ, που βολοδέρνω, που μαυρίζω, που σκέφτομαι με στομάχι πατσαβούρα το αύριο, το μέσα μου παλεύει να με φέρει στον ίσιο δρόμο, με βάζει στο αυτοκίνητο και με κατεβάζει εκεί έξω. Και με στέλνει να περπατήσω ανάμεσα σε ατέλειωτους αριθμούς με μια παύλα στη μέση. Για να θυμηθώ, να χωνέψω ακόμη μια φορά ότι αυτή η παύλα χρειάζεται να σε νιώθει να την χαϊδεύεις, να την τρέφεις, να την κανακεύεις κι όχι να την αφήνεις νηστικιά. Γιατί το πότε θα σε παρατήσει και θα τρέξει να στριμωχτεί ανάμεσα σε δυο αριθμούς για να κολλήσει για πάντα μαζί τους πάνω σ’ ένα φτηνομάρμαρο, ούτε που θα το καταλάβεις. Ούτε που θα το καταλάβεις…

περιμένοντας τον Τζάρμους

28530886 (1)

§

Πράξη Πρώτη

Το βράδι της Παρασκευής είναι αδικημένο. Λιγότερο, σίγουρα, από μια νύχτα της Τρίτης (ή, ακόμη χειρότερο, της άχρωμης, άοσμης, ανέραστης Τετάρτης) αλλά σε σχέση με ένα Σάββατο είναι αποπαίδι.

Καθόμαστε σε μια γωνιά, καλά κρυμμένοι μέσα σε άσπρα και κόκκινα δερμάτινα φρούρια πλάι στα τζάμια κι απολαμβάνουμε γουλιά γουλιά, ρουφηξιά ρουφηξιά, τις σιωπές μας. Που και που μόνο μας διακόπτουν κάποια -έτσι νομίζουμε- βλέματα συμπόνιας, οίκτου και απόγνωσης των τριγύρω. Ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς ζήτημα να ‘χει δει τον ορίζοντα των δεύτερων -άντα. Να έχει αντικρύσει τα φωτάκια, από μακριά. Όχι να αγκυροβόλησε κιόλας. Για τέτοιας ράτσας ναυτοσύνη μιλάμε. Ακόμη μούτσοι.

Ίσως απορούν με την ησυχία που επικρατεί σ’ αυτό το τραπέζι. Με την ηρεμία και τη γαλήνη που ξεχειλίζει από κάθε μας πόρο, από κάθε τρίχα, από κάθε φωτιά που γεννάει ο αναπτήρας, από κάθε γουλιά που εγκαταλείπει το ποτήρι. Κάποιοι μπορεί και να φοβούνται, βλέποντας αυτό που τους περιμένει σαν ανεβάσουν άγκυρα και βάλουν ρότα για τα αχαρτογράφητα νησιά των -ήντα. Στα μάτια μιας μικρούλας με κόκκινο μαλί σαν της Νίνα Χάγκεν, που πίνει λευκό κρασί στη μπάρα και χαιδεύεται με το smartphone της, διαβάζω «θα προτιμούσα να πεθάνω πριν καταντήσω σαν και σας». Μικρή ανόητη. Αυτή η «κατάντια» είναι κατάκτηση, χρειάστηκε χρόνια και χρόνια προπόνησης στις μικρές παύσεις, στις μακρόσυρτες σιωπές, στην επιλεκτική κώφωση, στον εκούσιο ακρωτηριασμό της γλώσσας, στον εξοστρακισμό του αβίαστου γέλιου, στο ανέβασμα-κατέβασμα του διακόπτη μέσα σου πιο γρήγορα κι απ’ το πιο γρήγορο ανοιγοκλείσιμο ματιών που έχει μπει ποτέ σε βιβλίο Γκίνες. Δεν φτιάχτηκε από τη μια νύχτα στην άλλη αυτό το κουκούλι. Χρειάζονται ατέλειωτα χρόνια πεζοπορίας ανάμεσα σε πυρκαγιές, σε θεριά, σε λέξεις που σκίζουν στα δυο πριν προφτάσεις να πεις «μα», σε παγόβουνα, σε στενά που ποτέ δεν αξιώθηκαν να δουν το φως της μέρας, για να φτάσει κανείς ως εδώ. Δεν είναι άλλο-ένα-application αυτό το mute, μικρή ανόητη. Oυλή και παράσημο μαζί είναι. Σπάνιο και πανάκριβο. Θέλει κότσια να βγάζεις βόλτα τα σημάδια σου βράδι Παρασκευής, ανάμεσα σε άμαχους αθώους.

§

Πράξη Δεύτερη

-Θα πιούμε άλλο;

-Nαι. Δεν φεύγω από δω.

§

Πράξη Τρίτη

Είναι κάποιες φορές που η ευγλωττία σου τρομάζει. Ακόμη και σένα.

§

Γκραν Φινάλε

Χρωστάμε πολλά στον Τζάρμους. Πολλά. Μα ανάμεσα σε καφέδες, τσιγάρα, πεθαμένα λουλούδια και μυστήρια τρένα, θαρρώ πως κάτι χρωστάει κι αυτός σε τόσους Nobody -σαν και μας- που γεμίζουν τους δρόμους και τα ποτήρια τους (με ωραία ξινόμαυρα και νεγκόσκες, πλάι σε φίλους) τα βράδια της Παρασκευής, με την εκκλησία βρεμμένη και φωτισμένη απέναντι.

οι αρένες με τις λέξεις

28438826

Το ΄χω σκεφτεί πολλές φορές. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τρώει τον καθέναν και τον στέλνει να γράφει. Ή να νομίζει ότι γράφει. Ή στ΄αλήθεια να γράφει σπουδαία. Κάτι. Ο,τι. Όπου.

Ούτε ξέρω, ούτε με νοιάζει. Καθένας έχει δικαίωμα και υποχρέωση ιερή να παλεύει με τα δικά του διαόλια. Ή να παίζει μαζί τους. Απ’ αυτή την αρένα ή τον παιχνιδότοπο, κάτι θα βγει. Σε κάποια μορφή, ας είναι βιβλίο, ας είναι ποστ, ας είναι μια σελίδα κάπου, ας είναι βαμμένο και σε τοίχο. Ποιοί απ’ έξω μπορεί να νοιάζονται, πάλι δεν το ξέρω. Αν έστω και μια στιγμή με βρω να τρώω τη σκόνη των άλλων μέσα στην αρένα (και να νιώθω το χώμα στο στόμα μου, το χώμα τους στο δικό μου στόμα), με αφορά. Αν κάθομαι στην κερκίδα αδιάφορος, νυσταγμένος και βαριεστημένος περιμένοντας να βγουν τα επόμενα θηρία, το βλέμμα μου ποτέ δεν θα καταφέρει να διασταυρωθεί με τις λέξεις κάποιων. Μπορεί να μη φταίνε οι λέξεις, θα μου πεις. Ούτε οι κάποιοι.

Οι βαριά αρματωμένοι μέσα στα πριβέ τους κολοσσαία ανέκαθεν με απωθούσαν. Mε φόβιζαν, μάλλον, οι αστραφτερές τους λέξεις. Οι κοφτερές παραβολές. Τα αιχμηρά τους νοήματα. Τα πλουμιστά μυαλά κάτω απ΄τις σπουδαίες περικεφαλαίες τους. Πίστευα κι ακόμη πιστεύω, ο αφελής, ότι το θεριό το αντιμετωπίζεις γυμνός. Με μια λεπίδα μόνο. Με δέκα, είκοσι αφτιασίδωτες λέξεις. Γιατί νικητής δεν θα βγεις, όπως και να ‘χει. Μετά το ένα θα σε περιμένει κι άλλο. Κι άλλο. Κι ακόμη ένα. Κι αν -που δεν- γλιτώσεις απ’ αυτά, σε περιμένει η κερκίδα. Γιατί παραδέξου το : όσο και να το αποδιώχνεις απ’ την πιο αραχνιασμένη γωνιά του μυαλού σου, δεν είσαι μέσα στην αρένα για να παλέψεις μόνος. Είσαι και για να δείξεις στους απ’ έξω ότι μπορείς. Κακό δεν είναι. Μα αν καταλήξεις να ματώνεις μόνο για την κερκίδα, για να αναφωνεί εκείνη τα «αχ», τα «πω πω», τα «ωχ», τα «ααα», όσην ώρα ετοιμάζει τον αντίχειρα για κάτω ή πάνω κι εσύ έχεις μυαλό -ρίχνοντας λοξές ματιές- μόνο για το δάχτυλο, τότε τα θηρία θα ‘χουν πεθάνει μέσα σου πριν καν πατήσουν χώμα. Αν δεν βρεθείς έστω και μια φορά χαμένος, φοβισμένος, απελπισμένος, αποφασισμένος στη wild side μαζί τους, δεν θα καταδεχτούν να βγουν για να σε κοιτάξουν στα μάτια. Και χωρίς θηρία κολοσσαίο δεν υπάρχει. Στο τέλος ούτε καν θεατές..

υ.γ. άσχετο, σχετικό, μα χρεωστούμενο :  Φειδιππίδου 29, τριανταπέντε χρόνια πριν, στο πικ-απ το Transformer, πρώτοι μήνες στη μεγάλη πόλη, το χωριατάκι ανοίγει διάπλατα αυτιά και ψυχή στα πρωτάκουστα, ευχαριστώ Γιάννη, ευχαριστώ Lou

with a little help from my friends

DSC04886

Πήγα και γύρισα -πεντακόσια, και παραπάνω, χιλιόμετρα στους δρόμους- χωρίς να ακουστεί ένα ρεφρενάκι, ένα τόσο δα σόλο απ΄τα ηχεία. Ούτε ραδιόφωνο άνοιξε. Ατέλειωτη, πηχτή σιωπή. Στο πήγαινε, μετά από μια ώρα μου είπαν «γιατί δεν μιλάς;» και κούνησα τους ώμους αντί απάντησης. Στο έμπα της πόλης με ξαναρώτησαν «από πού θα πάμε;» και ανέλαβε πάλι ο δεξιός ώμος -με μια μικρή βοήθεια απ΄το κεφάλι- να αποκριθούν «δεν ξέρω, απ’ όπου να ΄ναι».

Μπήκαμε στο κλειστό σπίτι. Εκεί ζήτημα να είπα πενήντα λέξεις, αν τις έβαζες τη μια πάνω στην άλλη ίσα που έβλεπες την αράχνη στη γωνιά της κουζίνας. Το μόνο ζωντανό κει μέσα. Όταν την σκότωσα με δάγκωσαν οι τύψεις, αυτή σίγουρα θα ‘λεγε -αν της μίλαγες- κάτι περισσότερο απ΄όσα κατόρθωσα να βγάλω απ’ το στόμα μου εγώ επί δυο μέρες.

Τα ίδια στην επιστροφή. Όταν χτύπαγε το κινητό, ξεμπέρδευα με ένα «δεν μπορώ τώρα, θα καλέσω όταν τελειώσω» και οι συνεπιβάτες σταυροκοπιόντουσαν για την ακατάσχετη φλυαρία μου. Εφτά λέξεις. Το πλαφόν μισής μέρας, μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα. Για να μη φοβηθούν με την τόση μου πολυλογία, σε μισή ώρα το έκλεισα. Το ραδιόφωνο πάλι μουγκό. Τα σιντί στη θήκη τους, παραπονεμένα, μα μ’ έμαθαν. Ξέρουν ότι οι παλιοί έρωτες έχουν άσχημο τέλος. Ξέρουν τι τομάρι είμαι σαν νιώσω ότι εγώ κι αυτά δεν έχουμε πια πολλά να πούμε όταν οι μέρες των οργασμών τελειώσουν.

Την ώρα που πάρκαρα και ξεφόρτωνα, με ρώτησαν αν θέλω βοήθεια για να τα πάρουμε όλα χωρίς να ξανακατεβαίνω δεύτερη φορά. Το κεφάλι μου τους είπε να φύγουν πάνω. Μερικές φορές είμαι πολύ περήφανος για την ευγλωττία του αυχένα μου. Για τη μουγκαμάρα μέσα μου, που θέριεψε χωρίς να το πάρω χαμπάρι, δεν ξέρω..

Nostromo days

6-inside-nostromo-star-ship

 

 

Σκοτεινιάζει νωρίς. Ο καφές έγινε πια ζεστός. Οι σαγιονάρες ψάχνουν μια σκοτεινή γωνιά για να ξεκουραστούν. Είναι νωρίς για πάπλωμα αλλά οι κουβέρτες, οι λινές και οι άλλες, ξύπνησαν στο πατάρι και ετοιμάζονται να πιάσουν δουλειά, όπως το πλήρωμα του Nostromo. Να μας πάνε με ασφάλεια -ανάμέσα απ’ τα σκοτάδια τριγύρω- ως το τέλος του χειμώνα.

Kάθε τέτοια εποχή, εδώ και κάμποσα χρόνια, σκέφτομαι ότι γυρίζω σπίτι και το κλειδί δεν ταιριάζει στην πόρτα. Ψάχνω όνομα στο κουδούνι, κενό. Χτυπάω, κανείς.

Θα μπορούσε να ‘ναι και χειρότερα όμως. Να μου ανοίξω εγώ ο ίδιος και να με ρωτήσω «τι θέλετε;». Kαι να μη βρω το κουράγιο να με ρωτήσω τι κάνω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Τα κάναν και στο Twilight Zone αυτά. Aλλά εκείνα τα ασπρόμαυρα μοιάζουν τεχνικολόρ μπρος στα δικά μας σήμερα.

 

Ελπίζω οι κουβέρτες στο πατάρι να μη θέλουν να βρουν έτοιμο και καφέ όταν ξυπνήσουν…

να, εδώ !

27795863

 

Χιλιοειπωμένη, χιλιογραμμένη, κουραστική ιστορία, κάθε χρόνο από Σεπτέμβρη τα ίδια. Αντίδοτο, αντιοφικός ορός γι αυτό που σε δαγκώνει και σε μασουλάει από μέσα. Με το που οι μπαλκονόπορτες σχεδόν σφραγίζουν και οι κουρτίνες σταματούν να πηγαινοέρχονται, κάθεσαι πλάι της και της δείχνεις -ή σου δείχνει- ωραίες λαχταριστές εικόνες, μπαίνεις και ζουμάρεις στο google map, τριγυρίζετε στο booking.com, της λες -ή σου λέει- «δεν πειράζει, πάει πέρασε και φέτος, μη μοιρολογούμε πάνω απ΄το κουφάρι. Του χρόνου θα βάλουμε λίγα στην άκρη -για όσο φτάσουν- και θα αποφασίσουμε από νωρίς, απ’ τον Απρίλη. Να, εδώ!».

Και δείχνεις με το δάχτυλο θριαμβευτής,  σα να ανακάλυψες την τρύπα που είναι καταχωνιασμένο το Άγιο Δισκοπότηρο. Μόνος εσύ, ο Λάνσελοτ του καναπέ, πριν απ΄ όλους τους άλλους.

Και κάποια μέρα, μετά από μια στρατιά αποκαμωμένων «δεν πειράζει», ανακαλύπτεις ότι δεν ήταν οι άλλοι αυτοί που παράβγαινες, εσύ ήσουνα το βαρίδι. Οι άλλοι μάθαν, βρήκαν τον τρόπο να κοινωνούν λίγο «σήμερα» και μέσα από τη χούφτα τους, χωρίς να περιμένουν δισκοπότηρα. Το χωνέψαν καλά, πολύ πριν από σένα, ότι το επόμενο «Να, εδώ!» μπορεί να μην ειπωθεί ποτέ.

 

 

(ο άλλος, ο σοφός, έγραψε “carpe diem” και καθάρισε)

δευτεριάτικο ξύπνημα

polaroid

Του ‘στειλε sms λίγο μετά τις εφτά το πρωί, «δεν έχω αυτοκίνητο σήμερα, θα ΄ρθεις;». Λατρεμένο αυτοκίνητο, τρεις μέρες περπατούσε, δυο έμενε ακίνητο λόγω γήρατος. Λεφτά για συνεργεία δεν της περίσσευαν, με δυσκολία φτάναν για ασφάλειες, δεκάρικα βενζίνης και τέλη. Άλλωστε μόνο για την πόλη το είχε, άντε και για καμιά κοντινή θάλασσα το καλοκαίρι, όπου πάντα βρίσκεται κάποιος φιλεύσπλαχνος να σε γυρίσει πίσω, ειδικά όταν κοντεύεις στα σύνορα των πρώτων -ήντα μόνη και με τέτοιο σώμα για διαβατήριο. Στις οκτώ παρά είκοσι την περίμενε κάτω από το σπίτι της κοιτάζοντας -με βλέμμα αδειανό- ψηλά προς τον δεύτερο, μακαρίζοντας τον άγνωστο τυχερό που θα έμπλεκε τα πόδια του με τα δικά της και το στόμα του με το λαιμό της. Αυτές οι σκέψεις κρατάνε συνήθως λίγα δευτερόλεπτα, τις σκοτώνεις πριν αρχίσεις να σκέφτεσαι ψηλότερα από τα γόνατα και τελειωμό δεν έχουν μετά τα μπλεξίματα. Στις οκτώ παρά τέταρτο την είδε να περπατάει προς το μέρος του φορώντας ένα τζιν και μια λεπτή ζακέτα με κουμπιά, κρύωνε, φαινόταν καθαρά πάνω στο ύφασμα. Οι πρωινές ψύχρες είχαν ήδη αρχίσει μετά τα εννιάμερα της Παναγίας και σκότωσαν μέσα σε μια νύχτα τα γυμνά γόνατα. Γι αυτή τη σφαγή, γι αυτή την άγρια νύχτα δεν έγραψε ποτέ κανείς, καμιά Ιστορία δεν ασχολήθηκε, καμμιά ημερομηνία δεν κατοχυρώθηκε.

Κάθησε δίπλα του και καλημερίστηκαν μάλλον τυπικά, εκείνη κατέβασε το καθρεφτάκι και κοίταξε αν το κραγιόν της ήταν αρκετά υπάκουο. Κι εκείνος κοίταξε λοξά, διακριτικά, όσο μπορούσε. Ωραία χείλια, γεμάτα, κρεατένια, χείλια-παγίδα, αν έπεφτες μέσα τους δύσκολα ξανάβγαινες μα δεν είχες και λόγο να βγεις, σκέφτηκε ανακουφισμένος με μια τόσο θετική σκέψη. Ξαναμακάρισε τον τυχερό που τα εξερευνούσε. Λέξη δεν της έπαιρνες, μα αποκλείεται το σπίτι να έμενε άδειο κάθε βράδυ. Όταν εκείνη είπε «χάλια είναι τα χείλια μου, μάλλον φταίει ο καιρός που άλλαξε» δεν απάντησε, αφηρημένος, χαμένος και βαθιά χωμένος μέσα τους. Ούτε όταν τον ρώτησε «τι έκανες τελικά με τα συντάξιμα; το ξανάψαξες;» την άκουσε, απάντησε όμως στην ερώτηση -δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει πως ερώτηση ήταν- με ένα «όχι» και σταμάτησε στο τρίτο -ήδη- κόκκινο φανάρι της Δευτέρας, μέσα σε λιγότερο από μισό χιλιόμετρο. Στις ζέστες, τότε που τα παντελόνια μένουν μουτρωμένα από την εγκατάλειψη στις κρεμάστρες τους, το κόκκινο ήταν ο σύμμαχός του. Ο καλύτερος φίλος του. Συνωμοτούσε, θαρρείς, με τα μάτια του για να τα χορτάσει με ωραίο δέρμα και γυαλιστερά πόδια -που αν ο παράδεισος έβγαινε σε κρέμα σώματος, έτσι και καλυτερα θα μύριζαν – πρωινιάτικα. Τώρα τίποτε περισσότερο από μια παραπανίσια καθυστέρηση, αχρείαστη, ανώφελη, εκνευριστική.

Άναψε το πράσινο. Τον ρώτησε αν πήρε την Παρασκευή τις αιματολογικές του, «τις πήρα» είπε, «και; με το τσιγκέλι θα στα βγάζω;», «τα γνωστά, λίγο πάνω, λίγο κάτω, μεγαλώσαμε και δεν βγαίνουν πάντα ακέραιες οι πράξεις». Tα γαμημένα τα μαθηματικά των γκρι και αποψιλωμένων κρανίων. Πουθενά δεν τα διδάσκουν αυτά, μόνο ολοκληρώματα, συναρτήσεις, αξιώματα, θεωρήματα πληρότητας και πραγματικά κλειστά πεδία. Παιδεία σου λέει μετά. Τυφλά τα στέλνουν τα άμοιρα αγόρια στους λαβύρινθους όπου δεν τα περιμένει μόνο ένας Μινώταυρος. Και η μυθολογία για τα μπάζα.

Περνώντας το τελευταίο φανάρι ενδιαφέρθηκε -πολύ χλιαρά, είναι αλήθεια- να μάθει αν ξεμπέρδεψε με τα χαρτιά του ΙΚΑ, του είπε «μέσα στη βδομάδα μάλλον, μου λείπει ένα». «Μακάρι να κάνεις χρόνια να το βρεις» σκέφτηκε από μέσα του αλλά η γλώσσα του βιάστηκε να δείξει ποιος είναι το αφεντικό στο σπίτι, «εντάξει, πες ότι τέλειωσες κιόλας». Εδώ και χρόνια μυαλό και γλώσσα ήταν μαλωμένα, όσες προσπάθειες κι αν έκανε να τα μονιάσει στάθηκαν μάταιες. Ο πιο αποτυχημένος διαπραγματευτής όλων των εποχών. Αν μοιράζαν βραβεία γι αυτό, δικά του όλα, πρώτα, δεύτερα, τρίτα, τιμητικά, όλα.

Στη μεγάλη ευθεία με τα πλατάνια, βουνό τα φύλλα δεξιά κι αριστερά και παντού, σα να είχε η άσφαλτος ηπατίτιδα και ιλαρά μαζί. Ακούμπησε το κεφάλι της στο τζάμι αλλά δεν την άκουσε να λέει «όμορφα είναι εδώ» γιατί εκείνος είχε ήδη βάλει όπισθεν -χωρίς την παραμικρή τύψη- προς τον Ιούλιο και  τους καθαρούς από φύλλα δρόμους, τα γυμνά γόνατα, τα αφηρημένα κουμπιά στα πουκάμισα, μακριά από ΑΜΚΑ, κοινόχρηστα, πρωτογενή πλεονάσματα, ένσημα, ουρίες και τριγλυκερίδια.

ο συλλέκτης

667220_film_canister

Σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, πίσω πίσω για να μη δίνουν στόχο, είχε αραδιάσει ένα μικρό βουνό από πλαστικές θήκες φιλμ. Εκείνες τις μαύρες, με το μαύρο ή γκρι καπάκι, που κρύβαν κάποτε μέσα τους παράξενα ονόματα και αριθμούς όπως KODAK, AGFA, FUJI, DIN, ASA, 100, 200, 400, 12, 24, 36, τέτοιας συνομοταξίας όντα (ναι, κρύβαν ζωή ή μάλλον ζωές μέσα τους).

Πάνω σε κάθε μια είχε γραμμένο με μπλε στυλό σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί -κολλημένο με σελοτέιπ πάνω στη θήκη- έναν τετραψήφιο αριθμό. Όπως οι φυλακισμένοι, στα παλιά Μίκυ.

Κάποιον Σεπτέμβρη, τότε που ο αέρας έξω άρχισε να μυρίζει καλοξυμένα μολύβια, πλαστικά πενηντάφυλλα τετράδια και σβήστρες, αποφάσισε να ξαναβάλει σε μια τάξη τη συλλογή του.

Ίδρωσε σαν αντίκρισε τέσσερις θήκες χωρίς αριθμό πάνω τους. Θα’ πρεπε να το ‘χει προβλέψει όμως, πόσο ανθεκτικό μπορεί να είναι ένα κομμάτι σελοτέιπ μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν; Κιτρίνισε, ξεράθηκε, ξεκόλλησε, έπεσε. Ακόμη και στα ράφια έχει φθινόπωρο, τι νόμιζες;

Aπό τότε βάλθηκε να ανοίγει μια μια τις τέσσερις θήκες, να απλώνει την άμμο και τα πετραδάκια πάνω σε ένα κομμάτι καθαρό, λευκό, ύφασμα και να περνάει ώρες ατέλειωτες προσπαθώντας να συνταιριάξει αυτό που έβλεπε, άγγιζε και μύριζε, με τους αριθμούς που αποχωρίστηκαν τα συσκευασμένα καλοκαίρια τους.

1986

1989

1993

1998

Ούτε η μύτη, ούτε τα δάχτυλα, ούτε τα μάτια του στάθηκαν στο ύψος τους, κάποια στιγμή βαρυγκόμησαν, λιγοψύχησαν, παραδόθηκαν.

Έστησε αυτί, μήπως και ακούσει κάποια φωνή γνώριμη, ένα γέλιο, ένα βογγητό, ένα τραγουδάκι, που κάτι θα του θύμιζαν, για να βγάλει άκρη με το παζλ. Βουβαμάρα.

Στο τέλος άρχισε να τρώει έναν έναν τους κόκκους (για αρχή) και μετά προχώρησε στα πετραδάκια. Χωρίς νερό, για να μην αλλοιωθεί η μνήμη του.

Τη μέρα που πήγε με άσχημους πόνους στο γιατρό κι εκείνος του είπε «θυμήσου τι έφαγες την τελευταία βδομάδα», είχε μια παρόρμηση να του πει «πρώτα το 1998, μετά το 1989, ύστερα το 1986 και για επιδόρπιο το 1993» αλλά σιώπησε. Με τους γιατρούς δεν κάνεις αστεία. Αλλά ούτε και με τα παλιά καλοκαίρια. Τρόπο να σ’ εκδικηθούν, αν μπερδέψεις το ένα με άλλο, πάντα βρίσκουν.

νερό

27378759

 

 

Τα καλοκαίρια μου ως παιδί (τις βδομάδες δηλαδή πριν και μετά τις δέκα μέρες που με πήγαιναν στη θάλασσα και με τάιζαν ωραία ψάρια και ακόμη ωραιότερα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τα έζησα σε πόλη. Μικρή, μα δεν έχει σημασία. Είχε -ακόμη από παλιά- περισσότερα τσιμέντα από δέντρα και αλάνες, μα γωνιές για να κρυφτείς σε σκιά υπήρχαν. Και τώρα κάτι ψευτοβρίσκεις μα δεν σε κρύβουν. Ούτε οι γωνιές, ούτε οι σκιές είναι αυτές που ήταν. Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν αληθινές σκιές δηλαδή έτσι στριμωγμένες που είναι ανάμεσά μας. Τότε έλιωνα σόλες πάνω στους πλακόστρωτους δρόμους, ένα καλοκαίρι ξήλωσαν μια μια όλες τις πέτρες (λένε ότι τις πήγαν στην παλιά πόλη, να αντικαταστήσουν κάποιες πολύ γέρικες που ξεψυχούσαν) και ρίξαν άσφαλτο ως και κάτω απ’ το σπίτι μου και πιο ψηλά ακόμη. Ανοχύρωτη πόλη, παραδόθηκε αμαχητί. Από τότε δε μου βγάζεις απ΄το μυαλό πως θάψαν το καλοκαίρι κάτω από τόνους πίσσας κι αυτό μας εκδικείται, που δεν το υπερασπιστήκαμε, μικραίνοντας κάθε χρόνο και περισσότερο. Δεν τολμώ να πω «μέχρι να χαθεί για τα καλά μια μέρα», οι κακές σκέψεις πάντα βρίσκουν τρόπο να πιάσουν τζακποτ, με τις καλές ούτε τα λεφτά σου παίρνεις πίσω.

Μου αρέσει να διαβάζω ωραίες ιστορίες για καλοκαίρια και διακοπές στο χωριό, όλα αυτά που δεν έζησα δηλαδή. Για νερά, πλατάνια, ρυάκια, κατσίκια στους δρόμους -και γελάδια, ενδεχομένως-, παππούδες καρτ ποστάλ, μπακάλικα με δέκα πράματα στα ράφια αλλά τα Χάροντς μια δεν πιάνουν μπροστά τους, στο υπογράφω. Διαβάζω και οι άκρες των χειλιών μου ανηφορίζουν μια στάλα -εντάξει, θυμάμαι ότι αυτό ανέκαθεν το λέγαμε χαμόγελο, αλλά κάποτε ήταν λιγότερο τσιγγούνικη αυτή η ανηφόρα, κόντευε να φτάσει στ’ αυτιά σου-. Γι αυτό κάνω βόλτες μέσα στις ιστορίες ανθρώπων που ζήσαν εκεί που εγώ δεν πήγα ποτέ. Μπας και κάποια στιγμή διασταυρωθούν οι δρόμοι μας και συναντηθούμε σε μιαν αναπάντεχη γειτονιά, ας είναι και με την πιο απλή γραμματοσειρά του κόσμου, με φακούς ή με καρπούζια φαναράκια. Με χιλιογδαρμένα γόνατα ή πάνω σε ποδήλατα με φουρφουράκια. Για να πάμε να πιούμε παρέα νερό, με κολλημένο το στόμα μας στη βρύση μέχρι να μπλαβιάσουμε. Χωρίς ανάσα. Να δεις μετά πόσο γαλαντόμα κι ατέλειωτη θα γίνει εκείνη η ανηφόρα.

(αυτό διάβαζα)

σε είδα

Σε είδα

να κοιμάσαι τον πιο άβολο ύπνο του κόσμου: με το κεφάλι σου γεμάτο αίματα κατακαλόκαιρο στο πεζοδρόμιο περιμένοντας το σιδερένιο μαγικό χαλί που θα σε ταξιδέψει σε ένα νεκροτομείο.

Καλά ταξίδια και καλό Δεκαπενταύγουστο σε όλους μας!

Τάκης μπλουζ

Ο παππούς μου -ο συνονόματος– ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος, έφυγε όμως χωρίς να αφήσει λογαριασμούς πίσω του. Μέχρι το τέλος της ζωής του, με τρία πράγματα προσπάθησε να συμφιλιωθεί : με τα όπλα, τα κυνηγόσκυλα και με μένα. Με τα χούγια μου, μάλλον. Με τα δυο πρώτα τα κατάφερε, συναντήθηκαν στο πάθος του, κυνηγούσε πενήντα χρόνια, ως την τελευταία στιγμή. Δυο μήνες πριν μας εγκαταλείψει, η παρέα του (όλοι είκοσι και τριάντα χρόνια νεότεροι) τον πήραν για μια τελευταία βόλτα με το δίκαννο στον ώμο -ακόμη κι αν δεν είχε δύναμη να πατήσει τη σκανδάλη- , απ τα χαράματα ως την ώρα που χανόταν ο ήλιος. Γύρισε ευτυχισμένος με μάτια που γυάλιζαν. Ποτέ δεν τον είχα δει ως τότε να δακρύζει, ούτε μια φορά. Ήξερε ότι ήταν η τελευταία του έξοδος. Καθάρισε το όπλο, άπλωσε τα πόδια στη γυναίκα του για να του βγάλει τις μπότες, έγειρε στο κρεβάτι δίπλα στη σόμπα και ποιος ξέρει τι όνειρα είδε μετά.

Όχι εμένα πάντως, εγώ ήμουν στριμωγμένος απ’ τις άλλες δυο αγάπες του στο πίσω κάθισμα, ο παρίας της υπόθεσης, το μαύρο πρόβατο . Ένας τρίτος που δεν χωρούσε -από δικό μου γινάτι και μόνο- στους δύο. Την ώρα που του ήρθε το φύλλο πορείας για τους μεγάλους κυνηγότοπους, πρόλαβε μέσα στο άγχος της ετοιμασίας να μου αφήσει την ευχή του, ένα μονόκαννο St Etienne (που δεν το κράτησα ποτέ) και το μεγάλο του παράπονο: «γιατί βρε αγόρι  μου δεν τον αγάπησες τον Τάκη; ».

Ο Τάκης ήταν το trademark της αυλής. Το 10 το καλό της ομάδας. Μόλις έβγαινε από τα αποδυτήρια μεταμορφωνόταν σε παιχταρά που κυνηγούσε υπομονετικά κάθε χαμένη φάση και μπαλιά  ακολουθώντας σαν πιστό σκυλί τις οδηγίες του προπονητή του. Μόνο  το «σαν» είναι πλεονασμός . Το «πιστό σκυλί» όχι.  Αυτό το σέτερ ήταν το άλλο μισό του παππού μου για δέκα συναπτά χρόνια, ακόμη και σε ηλικία που άλλοι φορ απόφευγαν να πλησιάσουν την αντίπαλη περιοχή και πλατσουρίζαν στα ρηχά, ο Τάκης όργωνε λαγκάδια, ραχούλες και βαλτότοπους. Σκόραρε κι έτρωγε βουνά με το κουτάλι την ώρα που εγώ έτρωγα σόλες στη γειτονιά γαμπρίζοντας –θέμα και θέαμα που δεν θα μπορούσε να απασχολήσει κανέναν ιστορικό του μέλλοντος-.

Κάθε φορά που ο Τάκης πετούσε από πάνω του τα δεσμά -τριπλοπλεγμένο δερμάτινο λουρί περασμένο με επίχρυσο χαλκά στη λαιμαριά, δώρο του αφεντικού του για τα έκτα του γενέθλια- και ορμούσε προς την σιδερένια εξώπορτα για να πάρει ανάσες στην άδεια από τετράτροχα γειτονιά (τρία είχε όλα κι όλα σε ακτίνα ενός χιλιόμετρου),  την έκλεινα επιδεικτικά με θόρυβο και -το ομολογώ- κακία.  Δεν θα βγεις τώρα , θα βγεις όταν θελήσω εγώ . Ώσπου να φτάσει το αφεντικό του κοντά και να με κοιτάξει με ύφος που θα τρόμαζε ακόμη και τυραννόσαυρο, το μαρτύριο του Τάκη ήταν η δική μου λύτρωση: πηδούσε πάνω στην πόρτα, έξυνε με τα νύχια του το σίδερο, λαχάνιαζε με στόμα ορθάνοιχτο, με εκλιπαρούσε με βλέμμα που θα λύγιζε ακόμη και Βίκινγκ σε παράκρουση. Γρύλιζε παρακλητικά, άσε με να βγω στη γειτονιά, πόνεσε η ψυχή μου στο σπιτάκι, μη μου το κάνεις αυτό. Τίποτε εγώ. Πέντε λεπτά λιγότερης ελευθερίας του  μου ήταν αρκετά για να κοιμηθώ το βράδυ σαν πουλάκι -από αυτά που αποτέλειωνε με το στόμα του, ο δολοφόνος-. Τον παππού μου που κρατούσε το όπλο τον είχα οριστικά και αμετάκλητα απαλλάξει. Έφταιγε ο νεκροθάφτης, όχι ο πιστολέρο.

Για την ιστορία : o Tάκης έφυγε εννιά μήνες πριν το αφεντικό του. Μόλις έφυγε κι εκείνος, η αυλή θυσιάστηκε στην αντιπαροχή. Εκείνο το καλοκαίρι, το θυμάμαι καλά, πέθαναν ταυτόχρονα εφτά αυλές στη γειτονιά. Άσχημος καρκίνος η αντιπαροχή.

Τριάντα καλοκαίρια αργότερα, πέρυσι ήταν, ένα γρύλισμα χαμηλά, από κάτω στο δρόμο, με ξύπναγε στις τέσσερις το πρωί. Κάθε βράδι. Μέχρι σήμερα.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, άλλαζα πλευρό, σε δέκα λεπτά κοιμόμουν. Απ’ τα μέσα του καλοκαιριού και μετά όμως, μάτι δεν έκλεινα μέχρι να πάει τέσσερις και να τ’ ακούσω.

Πάντα στην ώρα του.

Ποτέ δεν μπόρεσα να δω από πού ερχόταν, για να πω την αλήθεια σκιάχτηκα να κατέβω κάτω για να διαπιστώσω το που και τι και ποιο. Πήγαινα στην άκρη του μπαλκονιού και έριχνα ο,τι έβρισκα πρόχειρο προς τα κει που -υπέθετα ότι- ζούσε το γρύλισμα. Ο δρόμος, το πεζοδρόμιο, γέμιζαν με ροδάκινα, ακτινίδια, πατάτες, κρεμμύδια. Μια φορά –αποκαμωμένος πια, μετά από είκοσι ξενύχτια- πέταξα και μισό πεπόνι. Η άσφαλτος γινόταν μια άσχημη παλέτα, Τζάκσον Πόλοκ φάε τους γιαρμάδες μου, έλεγα. Δεν είχε νόημα να πεις eat my dust με τόσο τσιμέντο ολόγυρα.

Μετά το γρύλισμα σταμάταγε κι άκουγα κάτι σαν ξύσιμο, νύχια πάνω σε πέτρα, σε σίδερο, στο τέλος ένα γρρρ στον ορίζοντα, ηχώ που ξεψυχούσε. Πώς να κοιμηθείς μετά…

Ένα ξημέρωμα λίγο έλειψε να ΄χουμε δράματα, όταν νόμισα πως ήρθε πάλι το σκυλί αλλά δεν ήταν παρά δυο ξεχασμένα φαντάρια που έπνιγαν  μέχρι αυτή την ώρα τον πόνο τους στις ρετσίνες και ανηφόριζαν για το στρατόπεδο με το τελετουργικό που η νύχτα επιβάλλει : φωνές, αλαλαγμοί, δέκα και σήμερα, ένα ρεφρέν Κιάμου, λίγη Θεοδωρίδου, πολύς σαματάς για τόση εφήμερη χαρά. Ευτυχώς συγκρατήθηκα.

Ποτέ κανείς απ΄τα τριγύρω μπαλκόνια δεν ενοχλήθηκε, ούτε φως άναψε, ούτε ένας βγήκε να δει από πού έρχεται αυτό το άσχημο, μονότονο, επίμονο , ενοχλητικό, το λες και παραπονεμένο, σαν ξεψυχισμένο σόλο ευνουχισμένου Kλάπτον γρύλισμα. Ποτέ κανείς.

Πριν είκοσι μέρες ξύπνησα στις τέσσερις, από μια γεμάτη κύστη. Βγήκα στο μπαλκόνι μετά και παραξενεύτηκα με την τόση ησυχία. Καιρός ήταν, είχα πολύ καιρό να κοιμηθώ σαν άνθρωπος, ένιωθα τις   αισθήσεις μου  να φεύγουν σιγά σιγά για διακοπές χωρίς εμένα.

Για μια στιγμή νόμισα πως άκουσα νύχια πάνω σε τσιμέντα και σε σίδερα, ξανά. Πέταξα μια πατάτα που βρήκα πρόχειρη πλάι στη γλάστρα με το δυόσμο. Το ξύσιμο σταμάτησε απότομα. Έστησα αυτί. Μόνο το μοτέρ της καρδιάς μου, ίσα που δήλωνε την ύπαρξή του στο ρελαντί. Περίεργη γαλήνη. Για μισό λεπτό, που μου φάνηκε χιλιετία. Και μετά μια σχεδόν ψιθυριστή αλλά πεντακάθαρη και γνώριμη φωνή έφτασε μέχρι τ’αυτιά μου : «ασ’ τον ρε Τάκη, παράτα τον, πάμε να φύγουμε από δω.  Δεν πρόκειται να μας ανοίξει. Ποτέ δε νοιάστηκε για μας, σιγά μη βάλει τώρα μυαλό…τζάμπα πήγε τ’ όνομα».

 

Μια γάτα που πέρναγε τυχαία απ το δρόμο εκείνη την ώρα κόντεψε να πηδήξει στον πρώτο όροφο απ’την τρομάρα της. Ένα ελαφρύ αεράκι ενόχλησε ανεπαίσθητα τις σακούλες με τα σκουπίδια μέσα κι έξω απ τους κάδους.  Φως άναψε στον δεύτερο απέναντι. Ένα μωρό σπάραζε στο κλάμα.

Από κείνη τη νύχτα δεν ξανάκουσα  άλλο γρύλισμα. Ξυπνάω όμως στις τέσσερις και μετράω τικ τικ τικ στο ξυπνητήρι, μέχρι να χαράξει. Προσπαθώντας να θυμηθώ αν αλήθεια νοιάστηκα.

ήσυχες μέρες στη χώρα των κλισέ

25902384

 

Όταν βραδιάσει ανάβω τα ρεσώ, ανοίγω μια μπίρα και χαζεύω τους σκουπιδοντενεκέδες κάτω απ΄το μπαλκόνι μου. Δεν γνωρίζουν μέρες δόξας τελευταία. Πάω να χαρώ με τη σκέψη ότι κανείς δεν έχει ανάγκη να σκαλίσει πια για να βρει τα πεταμένα μας, ότι όλοι κουτσοβολεύονται με τα δικά τους απομεινάρια. Μετά σκέφτομαι ότι συνήθως είναι άδειοι. Κανείς δεν ψάχνει ανύπαρκτα σκουπίδια από χόμπι. Υποθέτω.

Την τηλεόραση την έκοψα, σχεδόν μαχαίρι. Πλαφόν μια ώρα την ημέρα. Μέσα σε είκοσι χρόνια έφτασα απ’ τις 27 στις 44 ίντσες για να κατορθώσω να δω καθαρά ότι δεν θέλω να βλέπω άλλο. Κοστίζει ακριβά η αναποφασιστικότητά μου αυτή. Κάπου 0,85 ίντσες το χρόνο και μια ατέλειωτη στρατιά λυσσασμένων TV preachers. Ένα μήνα πριν, υπνωτισμένος από την ποίηση των υγρών κρυστάλλων, έβαλα στο DVD ένα έπος της Jenna Jameson. Epic fail. Κατατρόμαξα, χλώμιασα, μου κόπηκε η ανάσα, ντράπηκα. Ούτε στο πρώτο Evil Dead τόσο. Επί δέκα μέρες έκανα μπάνιο κοιτάζοντας το ταβάνι, από απελπισία.

Προχτές άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας, μια, δυο, τρεις. Άνοιξα και δεν ήταν κανείς. Έκλεινα την πόρτα όταν άκουσα τη φωνή απ’ το πάτωμα, μισή καθισμένη στο πατάκι της εισόδου, μισή στα φρεσκοκαθαρισμένα μάρμαρα. Ακαθόριστη ηλικία, μωρό στην αγκαλιά. Της είπα να καθήσει στο πατάκι και να περιμένει. Ίσως ρίγησε από την αναπάντεχη καλοσύνη μου, που νοιάστηκα να μη κρυώσει. Δεν ήθελα όμως να λερωθούν τα μάρμαρα, το μωρό μασουλούσε ένα μπισκότο και σάλια με ψίχουλα τρέχαν απ’ το στόμα του. Της έδωσα λίγα κέρματα και ένα σαλάμι που έληγε σε δέκα μέρες, με ρώτησε αν έχω παπούτσια. «Τι νούμερο;» τη ρώτησα, «ο,τι να ‘ναι» απάντησε. Πήγα κι έφερα ένα ζευγάρι οκτάποντα της γυναίκας μου, με ντεμοντέ τακούνι. Είπε «αθλητικά δεν έχεις;». Ο κόσμος αποθρασύνεται, καμιά ευγνωμοσύνη για την καλοσύνη των άλλων. Αφού δεν θέλουμε να τους βλέπουμε ότι υπάρχουν εκεί έξω, αφού οι εικόνες τους είναι απαγορευμένες, ας βάλουμε ένα χεράκι στο styling μπας και περισώσουμε κάτι απ’ την δωρική ομορφιά αυτής της σακατεμένης χώρας.

Πρώτη φορά χτες ρώτησα την αρμένισσα γαλατού αν έχει φτηνές μπίρες. Όταν με ρώτησε, ίσως απορημένη, «πόσο φτηνές;», της είπα «πέντε στο ευρώ». Ήμουν από τους τελευταίους στη γειτονιά που δεν είχε δική του σελίδα στο τεφτέρι της. Σίγουρα θα σκέφτεται πως ίσως θα ‘πρεπε να ‘χει πάρει μεγαλύτερο. Το βλέπω, το βλέπεις, υπάρχει πρόβλημα στην επιχειρηματικότητα, καμιά πρόβλεψη για αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς, καμιά πρόνοια για επιμόρφωση στο crisis management. Μόνο γκρίνια, μιζέρια και αντίδραση. Πόσο κοστίζει ένα μεγαλύτερο τεφτέρι δηλαδή;

Ξεφύλλιζα τα λόγια της πλώρης μισοκοιμισμένος όταν ένιωσα να μου γλείφει την ψυχή κάτι γνώριμο από παλιά, κάτι που ξεφύτρωνε μέσα από την τηλεόραση, σαν στο Poltergeist. Έβαλα γυαλιά, είδα τη φάτσα του Clive Owen να με κοιτά αξύριστη, βρώμικη, κυνηγημένη. Πέταξα τον Καρκαβίτσα χάμω, μετά από μήνες πολλούς ξανασκάλισα σαν παλαβός τα βινύλια, ούτε σταυροφόρος που έψαχνε για το Χόλι Γκράαλ θα φερόταν τόσο αλλόκοτα. Σε τρία λεπτά το βρήκα. «Σε παρακαλώ, μη ρωτάς τίποτε αλλά βάλε την ταινία στο mute, για λίγο μόνο». Τα ξέρει τα χούγια μου, τις αδυναμίες μου, τις πληγές μου, με συμπονάει όταν νιώθει πως η στέρηση με βάζει κάτω και με χτυπάει στα μούτρα και στα σπλάχνα αλύπητα. Την έκλεισε.

Βρήκα το πανί, βρήκα το αντιστατικό, οδήγησα το βραχίονα στο στόχο, η Shure με τσίμπησε. Μπήκε μέσα μου, γλάρωσα, χαλάρωσα, τζάνκι, ναι. Όχι in the court. Ιn the heart. Straight into.

Άνοιξα κι άλλο τον ήχο.

Η γειτονιά θα με ευγνωμονεί μια μέρα για τα σάουντρακ που της χαρίζω απλόχερα λίγο πριν τα μεσάνυχτα..