λόγια του άμβωνα

worn-natural-sheer-work-tights

 

 

 

Οι γυναίκες που κατηφορίζουν για τις δουλειές τους το πρωί δεν έχουν πια γυμνούς ώμους, ούτε γυμνά πόδια. Το δέρμα τους ανατριχιάζει για λάθος λόγους. Βγαίνουν από το μπάνιο χωρίς να ’χουν αφήσει ούτε μια σταγόνα νερό ζωντανή επάνω τους. Kρύβουν τα γόνατά τους από τα μάτια μας, θαρρείς και είμαστε ληστές. Δεν μπορούμε πια να αγγίξουμε τυχαία τα μπράτσα τους. Το πριν λίγες μέρες καθαρά χαραγμένο μονοπάτι ανάμεσα στα στήθη τους χρειάζεται, πλέον, ιχνηλάτη. Το σημάδι απ’ το μαγιώ δεν τις απασχολεί, ούτε τις τρώει το άγχος για τις δυο τρίχες που ξεφύτρωσαν στα σύνορα. Σε λίγες βδομάδες τα χείλια τους θα υποταχθούν στα λιποζάν. Η κρέμα που απλώνεται στο σώμα τους πασχίζει, αλλά η ντουλάπα με τα χειμωνιάτικα είχε καλύτερο Γκρενουίγ και η μυρωδιά της φοριέται κατάσαρκα, ως το μεδούλι.

 

Κάθε Οκτώβριο οι άντρες χάνουμε το φως μας, μα ξέρουμε τον δρόμο.

 

Εἴη τὸ ὄνομα Αυτών εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Τοῦ σαρκίου δεηθῶμεν.

 

Advertisements

I wanna be..

Εκείνη νόμιζε ότι θα τον κράταγε κοντά της για να περνάνε μέσα σε μια ζωή-κάδρο χρωματιστές μέρες και νύχτες σαν τη ζωγραφιά του Gustave Courbet. Της γυμνής γυναίκας που σκύβει να φιλήσει ένα σκυλί-φλοκάτη την ώρα που αυτό ακουμπάει στο αριστερό της γόνατο. Για να μπορεί να τον απωθεί -τρυφερά, δεν ήταν δα καμιά άκαρδη- με την πατούσα της κάθε φορά που θα την έπνιγε το σκυλίσιο βλέμμα του ή θα έβρισκε άσχημη τη γεύση απ’ τη γλώσσα του. Γιατί οι γλώσσες και η υγρασία τους, από μια μέρα και μετά δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους.

Εκείνος, πάλι, δέχτηκε να βάλει λουρί γιατί μια μέρα (νύχτα ήταν μάλλον) είδε στον ύπνο του πως ήταν ο Danny της (δεν είχε ποτέ ακούσει για τον Lux Interior, δυστυχώς) και πίστεψε πως θα ζούσε για πάντα εκεί, πλάι της ή ανάμεσα στα πόδια της (κυρίως ανάμεσα στα πόδια της), περιμένοντας ένα ψίχουλο, για να την προστατεύει από τα άλλα αγριόσκυλα. Με αντάλλαγμα αυτό το ψίχουλο, όποτε αποφάσιζε να του το δώσει. Ας ήταν κι ένα καρβέλι ολόκληρο, δεν έχει πια καμιά σημασία, η ιστορία παλιά είναι, πανάρχαια. Πιο παλιά κι απ’ τον πλανήτη.

Ετούτες οι αρρωστημένες διηγήσεις, που μόνο στη φαντασία των σεναριογράφων υπάρχουν, πάντα τελειώνουν άδοξα. Όταν εκείνη θα του πει :

If you can’t do what I’ve trained you to do, what fucking use are you? No fucking use is the answer. No fucking use at all.

(παίζεται και με αλλαγμένο φύλο, το σκυλί είναι μπαλαντέρ)

————–

εξ’αιτίας του Sraosha

χειμώνας (expansion pack)

Να φύγω θέλω. Ένα κωλόσπιτο στο βουνό κι ας το βαφτίσαν ξενώνα, χωμένο μέσα σε δέντρα ψηλά και σκοτεινά. Τα σύννεφα θ’ ακουμπάνε στη σκεπή σαν να ισορροπούν πάνω της, μια τραμπάλα δίχως κομπάρσους, ένα μονοπάτι παραδίπλα, να χωθώ να περπατήσω σε βρεμένα φύλλα, καπνοί κι ομίχλες για παρέα στη διαδρομή, τίποτε άλλο. Παγωμένα χέρια μέσα στα γάντια. Παγωμένα αυτιά. Παγωμένη μύτη. Μόνο το μέσα μου ζεστό γιατί προνόησα να το αλείψω με πισσόχαρτο. Θέλω. Δεν έχουν πλαφόν αυτά, ούτε και χρέωση. Θα βρω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να κολυμπήσω μέσα του κι αν έχω ανοιχτές πληγές στο δέρμα να τις κάψω μ΄αυτό, εντός μου δεν έχω έλκη, το πισσόχαρτο κάνει καλή δουλειά. Θα καίει ο οισοφάγος μου όσο θα με καίει πατόκορφα μια ξυλόσομπα, τα τζάκια είναι για τους φλώρους. Όσο θολώνει η ματιά μου τόσο πιο καθαρά θα βλέπω το υπόλοιπο της μέρας, μη σου πω και της ζωής ολόκληρης. Ένα λουκάνικο βγαλμένο απ’ την καρβουνιά, λίγο λάχανο πνιγμένο μέσα στην σαλαμούρα, μια φέτα ψωμί που γεννήθηκε πριν δυο ώρες για να πεθάνει νέα. Το δεξί μου μάγουλο, το πλευρό, το μπούτι, καίνε, σε λίγο θα πάω απ’ την άλλη πλευρά της σόμπας να ψηθώ ομοιόμορφα. Έξω απ’ το παράθυρο, πολύ μακριά από δω, η ζωή συνεχίζεται, εκεί θα ξαναμπώ σε λίγο. Τώρα όμως πάτησα save game. Και χαμογελάω στο πουθενά, στον κανέναν, στο τίποτε, μοιράζοντας αναίτια χαμόγελα στα ντουβάρια που μυρίζουν τσιγαρίλα, καπνό, αλκοόλ, χειμώνες, χνώτα, φευγιό, γνέφοντας «γεια σου και σένα» σε άγνωστους που μπαινοβγαίνουν στο παιχνίδι μου. Αδιαφορώντας για το αν εγώ μπήκα απρόσκλητος στο δικό τους.

Αν ήμουν ανίατα έντεχνος θα άνοιγα την πόρτα, θα έκοβα ένα κομμάτι απ’ τα σύννεφα -ένα άπλωμα χεριού ψηλά- και θα το έτρωγα, να περάσει το κάψιμο απ΄ το οινόπνευμα. Τέτοιες μαλακίες όμως δεν κάνω. Κι απ’ την καρέκλα κώλο δεν σηκώνω τώρα που γλάρωσα όμορφα. Οι παλιοί gamers είχαν δίκιο. Το πόσο γρήγορα πας απ’ το save game στο game over, ούτε που μπορεί να το χωνέψει το πάμφτωχό σου το μυαλό.

being Norman Bates

Τρεις μήνες μετά, ξέχασε τη γεύση απ’ το σάλιο της. Σε έξη μήνες στέγνωσε στη μνήμη του ο ιδρώτας της. Οκτώ μήνες πέρασαν και δεν θυμόταν πώς δάγκωνε τα χείλια της λίγο πριν τελειώσει. Εννιά μήνες αργότερα χάθηκε και η αλμύρα από τα δάκρυά της. Kύλησαν δέκα μήνες και το στήθος της εξαϋλώθηκε. Όταν έκλεισε χρόνος είχε κιόλας ξεχάσει τη γεύση ανάμεσα στα πόδια της. Στους δεκατέσσερις μήνες σβήστηκε το χαμόγελό της. Στους δεκάξι ούτε που θυμόταν πως ακουγόταν το γέλιο της. Στους δεκαεφτά σίγησε η τελευταία ηχώ απ’ τα τακούνια της. Στους είκοσι πήρε δρόμο η εικόνα της γυμνής πλάτης της. Στους εικοσιδυο έφυγε και το τελευταίο βογγητό. Στους εικοσιτρείς ξεθύμανε η κολώνια γύρω απ’ τον αφαλό της. Στον δεύτερο χρόνο πάνω την κήδεψε.

(έτσι κι αλλιώς όλοι θα πτωχεύσουμε)