nevermore

hung

 

Ναι μωρό μου, τα θυμάμαι τα λόγια των γενναίων παλιών. Να πολεμήσουμε την αρρώστια που μας αγκαλιάζει σαν γλίτσα, να την παλέψουμε σε χωράφια, σε λόφους, σε στενά δρομάκια, σε λεωφόρους, στις ακτές. Να πάμε ως το τέλος πριν προλάβει να έρθει το τέλος πρώτο σε μας. Ωραία λόγια.

Πάνω σε περίεργα χρόνια περπατάμε καλή μου. Μπορεί ποτέ να μην ήμασταν σε πρώτης διαλογής τελάρα αλλά δες την κατάντια μας. Μεταλλαχτήκαμε άσχημα, ύπουλα και επώδυνα. Ο γόρδιος δεσμός ήταν μια κλωστή, μια τόση δα τρίχα μπρος στο μέσα μας. Το Invasion φτυστό η Mary Poppins. O Poe θα προτιμούσε να κόψει με πριόνι τα χέρια του παρά να μας κάνει ποίημα, διήγημα, μια παράγραφό του έστω.

Χώνεψέ το, δεν είμαστε βρώσιμοι πια. Δεν έχουμε μυρωδιά. Μας αγγίζουν και η σάρκα μας υποχωρεί άτακτα. Ένα παράξενο σχαμερό πράμα γίναμε. Ξεχρωμιάσαμε απ’ έξω, μελανιάσαμε εντός. Κανείς δεν καταδέχεται να μας πιάσει -πόσο μάλλον να μας βάλει- στο στόμα του παρά μόνο για να μας ξαναφτύσει στο χώμα με αηδία.

Κάθε μέρα ξυπνάω και ψάχνω μια δόση ομορφιάς, για να αντέξω. Μια, μισή, παλεύω σαν τζάνκι, κάτι βρίσκω. Μα το μουσείο της Ντροπής μας δεν έχει τελειωμό μωρό μου. Ο ιός είναι πάντα εδώ, ανθεκτικότερος απ’ όσο φοβόμασταν.

….

the future now

stones-beach-summer-vintage-Favim.com-473306

Πριν λίγο καιρό ήταν πολύ μακρινό. Τώρα τους ακούς όλο και πιο συχνά, «έλα ρε, δυο ώρες με το αεροπλάνο, τίποτε», «ένα κατοστάρικο πηγαινέλα, έλα, μη χαλιέσαι, πιο φτηνά κι από ΚΤΕΛ», «δεν χανόμαστε, σκάιπ, μέιλ, θα κατεβαίνουμε, θα ανεβείτε κάποια στιγμή, μεγάλο σπίτι έχουμε», εντάξει λες (σε κοροϊδεύεις, μα το λες), δεν είναι και δράμα, εδώ ολόκληρος κόσμος μια σταλιά είναι, οι άνθρωποι ψάχνουν το καλό όπου το βρουν, δεν είναι γεννημένοι για να ζουν και να πεθαίνουν χωρίς να παλέψουν να βρουν λίγο καθαρό αέρα, τουλάχιστον οι δικοί μας θα πατήσουν χώμα, δεν θα τους ψάχνουμε μέσα σε θάλασσες, να σαπίζουν μέσα σε σφραγισμένα αμπάρια.Μόνο που και πάλι, ενώ βλέπεις την αληθινή κόλαση σφίγγεται η ψυχή σου (έτσι είναι οι ψυχές, αχάριστες, δεν έχει νόημα να τα βάζεις μαζί τους) όταν σκέφτεσαι ότι απ’ αυτή τη χώρα δεν θα απομείνουν πολλά περισσότερα από κατεβασμένα στόρια, κλειστά σπίτια, άδεια μαγαζιά, γεμάτα -βρώμικα- πεζοδρόμια. Και γέροντες. Και μια προσμονή για λίγες μέρες χλιαρό καλοκαίρι, που θα παλεύει, θα ματώνει προσπαθώντας να μπαλώσει ένα χιλιοτρυπημένο ρούχο, να μαντάρει όλα τα (θες να τα πεις ενοχικά, θες να τα πεις ηττοπαθή, πες τα όπως θες) “τι πήγε στραβά; τι κάναμε λάθος; τι κάνουμε τώρα;”.

Ναι. Δεν μπαίνουν όλοι οι πνιγμοί στην ίδια ζυγαριά. Kαι τι μου το λες;

 

……

το απέραντο γαλάζιο

P3240786

 

Κάθε μα κάθε μέρα εκεί γύρω στις πεντέμιση, βγάζει το καλώδιο της κεραίας από τον αποκωδικοποιητή, το σκαρτ πίσω από την τηλεόραση και τον αποκωδικοποιητή, τον αποκωδικοποιητή από το πολύπριζο. Αφήνει ωραία διπλωμένο το καλώδιο του σκαρτ πάνω στο μπράτσο του καναπέ (σαν να ήταν σεμεδάκι, μετά από σιδέρωμα) δίπλα ακριβώς στην τηλεόραση, αφήνει και τα άλλα καλώδια πεταμένα καταγής, στο πάτωμα.

Κάθεται για λίγο χαζεύοντας τη γαλάζια οθόνη με κάποιους παράξενους αριθμούς και σύμβολα να κολυμπάνε μέσα της. Πιάνει το κοντρόλ της τηλεόρασης, το αφήνει, πιάνει το κοντρόλ του αποκωδικοποιητή, το αφήνει, μπερδεύεται, απορεί, απελπίζεται. Κάθε απόγευμα η ίδια ιστορία, η εικόνα εξαφανίζεται και δίνει τη θέση της σε ένα απέραντο γαλάζιο εικοσιενιά ιντσών.

Στις πεντέμισι χτυπάει σε μας. Ποτέ κουδούνι. Μόνο πόρτα.

«Η τηλεόραση..»

«Γιατί δεν χτυπάς το κουδούνι;»

«Κουδούνι είναι αυτό; διακόπτης για το φως δεν είναι;»

Σταματήσαμε να ρωτάμε. Με το μυαλό δεν τα βάζεις.

Πάμε στο σπίτι της, δίπλα. Τα καλώδια ρημαδιό. Ξανά.

«Γιατί έβγαλες τα καλώδια;»

«Δεν τα πείραξα εγώ τα καλώδια»

«Μόνα τους βγήκαν;»

«Δεν τα έβγαλα εγώ»

Tα ξαναβάζουμε στη θέση τους. Στην αρχή ξεκινήσαμε με νουθεσίες και υπομονή. «Μη τα ξαναβγάλεις και μη μπερδεύεις τα κοντρόλ, μ΄αυτό μόνο την τηλεόραση ανοίγεις, κανάλια αλλάζεις με το άλλο, τέλος»

Έρχεται κοντά να δει, «α, εντάξει». Κατάλαβε. Με λάμψη στο βλέμμα, ένα τσαφ σπίρτου κάτω από ήλιο καταμεσήμερο καλοκαιριού δηλαδή, τέτοια θαμπή λάμψη.

Το επόμενο απόγευμα τα ίδια, ξανά. Οι νουθεσίες και η υπομονή κουράστηκαν, μας εγκατέλειψαν. Μια, δυο, τρεις, είκοσι, τριάντα, εκατό, βαρεθήκαμε, μπουχτίσαμε, θυμώσαμε. Άδικο, θα πεις. Ναι, για όλους.

«Την επόμενη φορά που θα βγάλεις τα καλώδια, δεν θα δεις τηλεόραση ξανά», ήρθε κάποια στιγμή η ώρα της απειλής. Που μας πόνεσε αλλά ξεμύτισε ακάλεστη, ξεμύτισε όμως.

«Και μήπως τώρα βλέπω; ένα κανάλι μόνο έχει, όλο γαλάζια δείχνει»

Σταματήσαμε να απαντάμε, σταματήσαμε να δείχνουμε, με το μυαλό δεν τα βάζεις. Ξαναβάζουμε μόνο σιωπηλοί καλώδια και σκαρτ στη θέση τους, κάθε απόγευμα. Και δεν απαντάμε ποτέ στο «τι είχε τελικά; τώρα γιατί παίζει;». Μουγκοί μπαίνουμε σπίτι της, μουγκοί βγαίνουμε.

Σήμερα ξαναχτύπησε την πόρτα, στις πεντέμισι. Μόλις είχαμε γυρίσει απ΄τις δουλειές, ζήτημα να μας ένιωσε δέκα λεπτά το στρώμα.

«Δεν ανοίγω» είπε η κόρη της, «τα νεύρα μου γιναν κρόσια, σερπαντίνες, αν θες πήγαινε βάλε τα καλώδια εσύ, μην πεις τίποτε, πήγαινε, βάλτα, έλα, δεν αντέχω άλλο, θα βάλω τις φωνές και θα γίνω  ρεζίλι σ’ όλη την οικοδομή»

Δεν αντέχω άλλο. Και μόλις αρχίσαμε, φαντάσου, ήθελα να της πω. Αλλά δεν ήθελα να της δώσω χαριστική βολή, το ξέρει, την δίνει και μόνη της.

Δεν πήγα. Κανείς μας δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.  Μη ρωτάς γιατί, απάντηση λογική δεν έχω. Είναι σα να συνερίζεσαι μωρό, ένα νήπιο. Ντρέπεσαι αλλά η κούραση, αυτή η μέρα της μαρμότας σε τρώει ύπουλα. Κι εκείνη, φαντάζομαι. Μόνο που δεν το καταλαβαίνει, έτσι συνεπαρμένη που είναι ξηλώνοντας καλώδια και ψάχνοντας κουμπιά στα κοντρόλ.

Στις εξήμιση πήγε η κόρη της. Σε πέντε λεπτά ξαναγύρισε.  Δεν ρώτησα τι και πως, δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Λεφτά δεν μας περισσεύουν αλλά της είπα μήπως θα ΄ταν -εδώ που φτάσαμε- καλή ιδέα να της πάρουμε μια καινούρια τηλεόραση, να μη παλεύει με δαίμονες που μεταμορφώθηκαν σε σκαρτ και καλώδια κεραίας.

«Τρελός είσαι. Να ανακαλύψει ότι δεν υπάρχουν καλώδια να βγάζει και μετά να τρέμω στη σκέψη του τι θα αρχίσει να ξηλώνει»

 

Ναι, την είχα δει την ταινιούλα με τον μπαμπά και το σπουργίτι και τον γιο στο παγκάκι. Ναι, ξέρω τι θα πει υπομονή, και τύψεις ξέρω τι είναι, ναι, το ξέρω πως με μυαλό που αποσυντίθεται δεν τα βάζεις. Ούτε όμως και με το απέραντο γαλάζιο μέσα στις εικοσιεννιά ίντσες, κάθε απόγευμα, λίγο πριν τις έξη.

 

—-

το κοριτσάκι με τα iΣπίρτα

29314079

 

Δεκέμβρης, κρύο, χιόνι. Πολύ. Ψόφος.

Μπροστά από το Louis Vuitton της Μόσχας ένα εξεπίτηδες φτωχοντυμένο 14χρονο (αλλά με εξωφρενικά ακριβά Agent Provocateur κατάσαρκα) κρατάει στο δεξί της χέρι κουτί με σπίρτα. Στο αριστερό σφιχτά ένα iPhone5, περιμένοντας το επόμενο ραντεβού με εκείνο το παραγινωμένο αρσενικό που ‘χει τρυφερή ψυχή -ευσυγκίνητη με τις πικρές παλιοκαιρίσιες ιστορίες- και δυνατό πορτοφόλι για να πληρώσει στον νταβατζή της τα χίλια ευρώ (για κανένα 14χρονο δεν υπάρχει η κατάλληλη ισοτιμία σε ρούβλια) που συμφωνήσαν. Όσα χρειάζονται για να την ανεβάσει σε μια royal σουίτα του Baltschug με θέα το Κρεμλίνο, ζητώντας της να ανάβει ένα ένα τα σπίρτα μέσα στις θεοσκότεινες γωνιές της, όσο εκείνος χαπακωμένος, ξαναμμένος και γυμνός θα τρέχει ξοπίσω από τις μικρές παιχνιδιάρες φλόγες μέχρι να σβήσει και η τελευταία και να ανάψει για τα καλά η δική του, την ώρα που θ’ ακούγεται ως έξω στο διάδρομο ένα βραχνό, πεινασμένο και αγριεμένο μαζί  pokazhi pizdu detka!

 

Δεκέμβρης, κρύο, χιόνι. Πολύ. Ψόφος. Εντεκάμιση το βράδυ, παραμονή πρωτοχρονιάς.

Й

(από τις “Εικοσιτρείς σακατεμένες ιστορίες για ενήλικες”)

three imaginary boys*

Τρία αγόρια.

Καθένα τράβηξε μια γραμμή. Πολύ κόκκινη. Πάρα πολύ κόκκινη. Σαν τη μπέρτα της Κοκκινοσκουφίτσας. Ή την ψυχή του Στάλιν. Μπορεί και σαν τη γλώσσα ενός χαμαιλέοντα, την ώρα που στέκεται απέναντι απ’ το πανί ενός ματαντόρ και δεν ξέρει τι γυρεύει και πώς βρέθηκε μέσα στην αρένα.

Τα χέρια τους ήταν σταθερά κρατώντας το κόκκινο μολύβι. Ήξεραν πια πως κανείς δεν θα τους ζητούσε το λόγο αν η γραμμή δεν ήταν ίσια. Αν ήταν διακεκομμένη. Αν ήταν μισή. Αν ήταν ξεθωριασμένη. Ή αν δεν υπήρχε καν γραμμή.

Οι τρεις γραμμές -έστω και λίγο άτεχνα- ενώθηκαν, γίναν μια φαρδιά κόκκινη, μπορούσες να κάνεις ως και πιρουέτες πάνω της, μπορούσες να διασχίσεις και τρεις ωκεανούς χωρίς να πάρεις ανάσα.

Έγνεψε το ένα στο άλλο, «εσύ πρώτο».

Με τη σειρά, αφού μούτρωσαν λίγο γιατί εγώ πρώτος κι όχι εσύ, πέρασαν απέναντι. Το τελευταίο πήρε μια σβήστρα κι εξαφάνισε τη γραμμή.

Εντάξει, γύρισε και είπε στα άλλα δυο το τρίτο το μεγαλύτερο, που ήταν και το πιο ψυχοπονιάρικο. Πάμε τώρα να τραβήξουμε κι άλλη μια να φτάνει κάτω, στο γκρεμό. Υπάρχουν άνθρωποι σακατεμένοι εκεί πέρα. Aς τους δείξουμε ότι κάποιος επιτέλους νοιάζεται και τραβάει ωραίες καθαρές κόκκινες γραμμές για λογαριασμό τους.

Τα άλλα δυο αγόρια κούνησαν το κεφάλι συμφωνώντας. Πιάσαν το κόκκινο μολύβι και φτιάξαν μια γραμμή που σταμάταγε χαμηλά, κάτω, εκεί που ήδη μύριζε πολύ άσχημα. Για σιγουριά όμως σβήσαν τη γραμμή στη μέση.

——————-

*thanks Robert

 

 

μαλάκες

Χήρα, ετών ογδόντα εφτά. Ολογράφως. Φύρα για το κράτος. Ντρέπεται, γιατί ξεπέρασε το προσδόκιμο. Και είναι βάρος, για όλους. Λέει.

Σύνταξη 894 ευρώ. Οκτακόσια ενενήντα τέσσερα. Ολογράφως κι αυτό. Άλλοι -λέει- δεν παίρνουν ούτε τετρακόσια. Μερικοί ούτε καν σύνταξη. Μερικοί δεν έχουν καν δουλειά. Κάποιες μέρες ούτε γάλα για το παιδί παίρνουν. Την κάναν να ντρέπεται και γι αυτό. «Επειδή το βάλατε γινάτι να ζείτε εσείς και να ζείτε με οκτακόσια ευρώ, εσείς που ανάγκες δεν έχετε, δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους, ένα βαρίδιο είστε».

Στα νοίκια, επί αιώνες. Όλα πέφτουν, τα νοίκια είναι σκληρά καρύδια, αντέχουν ακόμη. Έφυγε, μετά απο εικοσιπέντε χρόνια, από το προηγούμενο σπίτι γιατί ούτε ένα εικοσάρικο σκόντο δέχτηκαν να της κάνουν, να πληρώνει τουλάχιστον τη συμμετοχή της για τα χάπια της πίεσης. Μετακόμιση στα 86. Νέα ζωή αρχίζει ξανά. Για δυο μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο κουτί. Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν, ήθελε το βράδι να πάει στο μπάνιο και πήγαινε στην ντουλάπα. Ήθελε να πατήσει το διακόπτη και έπιανε πόμολο. Πήγαινε να ανοίξει τη βρύση στην κουζίνα και άνοιγε το ψυγείο. Τρεις φορές λάθεψε και στο κρεβάτι, ευτυχώς είχε τοίχο δίπλα και την κράτησε όρθια. Το 2011 πλήρωσε τρεισήμισι χιλιάρικα σε νοίκια. Μπορούσε -βέβαια- να πάει να ζήσει σε τριάντα τετραγωνικά στον πρώτο ή σε κανένα δώμα αντί να ζητάει Βερσαλλίες στον τρίτο με εξηνταπέντε τετραγωνικά. Και σε γηροκομείο μπορούσε, βασίλισσα θα ήταν, αν δεν ντρεπόμασταν εμείς. Το σύνδρομο της Βίκης τις στοίχειωσε όλες όμως, νέες και γριές. Στα λούσα και στη χλίδα. Και γι αυτό ντρέπεται.

Πληρώνει ρεύμα, νερά, τηλέφωνο. Και κοινόχρηστα. Επιμένει να έχει ηλεκτρικό, τρεχούμενο νερό και να μιλάει μια στις τόσες με τις κόρες της και την αδερφή της. Να μιλάει, για να νιώθει ότι δεν είναι φάντασμα.

Δεν θα το πιστέψεις αλλά τρώει κιόλας. Έχει δοσοληψίες με τον χασάπη. Τον φούρναρη. Και με το μανάβη. Μια μέρα είδα να της κάνει ντελίβερι και ο μπακάλης της γειτονιάς. Τυρί, γάλα, ρύζι, αλεύρι, έναν πελτέ ντομάτας, μακαρόνια νούμερο 10, πιπέρι, ζάχαρη, δυο κουτάκια μπίρες. «Για τα εγγόνια» που θα ‘ρχόταν να τη δουν. Εκείνη πίνει ελληνικό, μέτριο. Αν ξεχάσει να πει στο μπακαλόπαιδο να φέρει καφέ, πίνει νερό σκέτο. Από τη βρύση και το ψυγείο, μισό μισό. Έχει και ψυγείο. Ένα Κελβινέιτορ σαράντα χρόνων, δεν το αλλάζει. Κανείς δεν της είπε ότι εδώ δεν είναι αρχαία Αίγυπτος, να θάβουν τους ανθρώπους με τα ηλεκτρικά τους μαζί. «Αφού δουλεύει παιδάκι μου, τι με πειράζει η απόψυξη;»

Τα πόδια τσακισμένα, η μέση τσακισμένη, δεν βγαίνει πια έξω, μόνο στο μπαλκόνι για να ρίξει λίγο νερό στις πέντε γλάστρες. Στις μεγάλες ζέστες πλένει και το μπαλκόνι, ξυπόλητη. Τότε μόνο τη βλέπω να ανατριχιάζει από ευχαρίστηση. Τότε που θυμάται τις παλιές μέρες, που έπλενε τη σκάλα στη μονοκατοικία όταν ο ήλιος έκαιγε και μετά έστρωνε τις κουρελούδες για να καθήσει με τις φίλες της, καρπούζι γλυκό, κρύο νερό, γέλια. Της είπα χίλιες φορές «απαγορεύεται να θυμάσαι, δεν σου κάνει καλό». Το είπα και στην κόρη της, «μίλα της, εσένα σ’ ακούει». Δεν μ’ ακούει καμιά τους. Επιμένει να μη ξεχνάει. Αδιόρθωτη. Δεν ντρέπεται να θυμάται, λέει.

Στις είκοσι του μήνα της έχουν περισσέψει σαράντα, άντε πενήντα ευρώ μέχρι να ξαναπληρωθεί. Από τις είκοσι και μετά δεν χρειάζεται τίποτε από ψώνια, «όχι παιδάκι μου, απ’ όλα έχω». Γιατί ξέρει πως λεφτά δεν θα της πάρουμε για ένα ψωρορύζι, λίγα μακαρόνια, μισό κιλό κιμά και τρία φρούτα. Και ντρέπεται. Κι άμα της γεμίσουμε κρυφά -τώρα που μπορούμε κι εμείς- ντουλάπι ή ψυγείο κλαίει. Και κοιτάει στο πάτωμα, εμάς όχι. Ούτε το ταβάνι μπορεί να κοιτάξει, το γαμημένο το αυχενικό την γονατίζει κάθε δεύτερη μέρα. Δεν έχει πια κόκαλα, μια στήλη από άλατα είναι. Η γυναίκα του Λωτ θα έσκαγε απ’ τη ζήλια της.

Χτες της είπαμε ότι πρέπει να πληρώσει τετραψήφιο στην εφορία. Χίλια ευρώ και λίγα κέρματα. Πώς είναι όταν ο γιατρός σου λέει «δεν έχω καλά νέα», έτσι και τώρα. Πρώτα της είπαμε να καθήσει. Δεν κατάλαβε. «Γιατί;» ρώτησε, «δεν έχω ζάλη σήμερα, αφού έπλυνα και τα στόρια, καλά είμαι».

Τώρα θα ντραπεί για τα καλά. Αυτή. Που δεν χρώσταγε ποτέ ούτε ώρα σε άλλους, ούτε φλιτζάνι ζάχαρη, ούτε σπυρί από ρύζι, όχι λεφτά.

Θα ντραπεί, όσο και ο άλλος που ανατριχιάζει και μόνο στην ιδέα ότι θα ξεφτιλιστεί αν μετακινείται με τραμ, με ΚΤΕΛ και τρένα, μαζί με όσους παίρνουν τρακόσια, πεντακόσια, εφτακόσια ή εκατό ευρώ.

Γι αυτό φροντίζουν να ξεφτιλίσουν πρώτα όλους τους άλλους, έναν έναν, μέρα με τη μέρα. Nα τους βάλουν να τρώγονται μεταξύ τους, να ξεφτιλίζονται σαν τις πουτάνες που τρώγονται για τον πελάτη, θαρρείς και δεν ξέρουν πως είτε τον πάρουν είτε όχι πάλι πουτάνες θα είναι. Εννιακόσια ευρώ σύνταξη και ένα στόμα και μιλάς, εμείς που είμαστε δυο με πεντακόσια τι να πούμε δηλαδή; Γι αυτό μας ξεφτιλίζουν έναν έναν, όλους, μέχρι τον τελευταίο. Για να είναι η δική τους ξεφτίλα μικρότερη. Η πρώτη και μοναδική φορά που ζητάνε κάτι λιγότερο, κάτι μικρότερο, κάτι ευτελέστερο. «Ξεφτιλισμένοι ναι, αλλά εσείς περισσότερο. Είτε το θέλετε μαλάκες, είτε όχι,  εμείς πάντα θα είμαστε από πάνω. Πάντα. Επειδή εσείς μας βάλατε από πάνω. Ξεφτιλισμένοι μια εμείς, χίλιες εσείς. Μαλάκες, ε μαλάκες».