πλέι μολέξεις

 

2014-07-12 13.27.09

 

 

Κοντά ενάμιση μήνα με παρακαλώ να γράψω τρεις γραμμές για το «πλέι μολέξεις». Όχι τις τρεις που έστειλα ιδιωτικώς στον συγγραφέα, μ’ αυτόν έχω κλείσει λογαριασμούς. Θα σου πω μετά γιατί. Τώρα έχω να ομολογήσω άλλα, σαν σέλφι. Για να καταλάβεις γιατί μου πήρε ενάμιση μήνα.

Διαβάζω. Έτσι υποθέτω. Όχι φανατικά, όχι συγκροτημένα, όχι αφοσιωμένα, όχι τακτικά, δεν κάνω τίποτε που μπορεί να με χαρακτηρίσει ορκισμένο βιβλιόφιλο. Τα αγαπάω τα βιβλία, το χαρτί, τη μυρωδιά τους, τον ήχο που κάνουν οι σελίδες όταν φεύγουν, τα ωραία εξώφυλλα, τις καθαρές γραμματοσειρές, φτάνω στα όρια του να ζωστώ την κορδέλα του φετιχιστή αλλά ως χλιαρός αυτοσυγκρατούμαι. Αν τύχει να βρω μέσα κάτι που θα με κάνει να ριγήσω έστω άπαξ (όχι από συγκίνηση ή κάποιου είδους αναπόληση που βγήκε στον αφρό αλλά από μια καθαρή, ειλικρινή, δημιουργική ζήλια επειδή δεν θα αξιωθώ ποτέ να γράψω έστω μια παράγραφο αντάξια αυτού του ρίγους), τότε μπορούμε και να συζήσουμε για λίγο καιρό δίπλα δίπλα, αλλιώς η βιβλιοθήκη, τα σκοτεινά της πίσω ράφια, περιμένει άλλο ένα -έτσι νομίζει- τρόπαιο. Τα αγαπάω με τον τρόπο μου τα βιβλία, δεν λιώνω για χατίρι τους, σπάνια τους δείχνω πόσο σημαντικά θα μπορούσαν να είναι -άλλα είναι, άλλα διόλου- για μένα.

Μερικές φορές θυμώνω, λίγο, με κάποιους που αραδιάζουν κατεβατά και λίστες για τα πέντε, δέκα, είκοσι «αγαπημένα» τους βιβλία. Μάλλον με μένα, παρά μ’ αυτούς. Ίσως γιατί είμαι εύπιστος και νιώθω ενοχές διαβάζοντας -ίσως, ίσως- καλοφτιαγμένα ψέματα, γιατί δεν αξιώθηκα να ‘χω διαβάσει έστω ένα, δυο, τρία απ’ αυτά τα είκοσι. Πέντε απ΄τα εκατό. Πενήντα στα χίλια. Κάποιο αξιοπρεπές ποσοστό, τέλος πάντων. Υποθέτω καλοπροαίρετα, όμως, ότι αυτοί τα ΄χουν διαβάσει όλα εκείνα για τα οποία μιλάνε με λατρεία και αυτομαστιγώνομαι ήπια, ενώ παράλληλα με τον πόνο, μου υπόσχομαι ότι θα γίνω -επιτέλους- ένας καθωσπρέπει αναγνώστης. Με τις σωστές (θα υπάρχουν, δεν μπορεί, κάπου θα είναι γραμμένες) προδιαγραφές.

Έχοντας διαβάσει αρκετά (για τα μέτρα μου, τις αντοχές, το χρόνο μου) μα όχι τόσο ώστε να μπορώ να σταθώ έστω στο πλάι κάποιου αξιοπρεπούς βήτα διαλογής βάθρου, την άποψή μου για τα βιβλία και τον συγγραφέα τους την κρατάω για μένα. Πού και που την εκφέρω δειλά, ιδιωτικά, χωρίς bold και  italic διατυπώσεις, δίχως στόμφο και υπερβολές, ενθουσιασμούς και επικίνδυνες υποκειμενικότητες (αλλά πώς αλλιώς; ). Αυτές οι πολύτιμες υποκειμενικότητες είναι που με κάνουν να σιωπώ ενώπιον πιο διαβασμένων -ή διαβαστερών- προτιμώντας να λαθρακούσω παρά να φανώ γυμνός, αφού αυτοί (θα) ξέρουν καλύτερα.

Πριν κάμποσα χρόνια -το βιβλίο λέει 1998 αλλά ίσως να ήταν λίγο αργότερα- ο Βασίλης μου ‘κανε δώρο ένα βιβλίο. Με σαρανταέξη μικρές ιστορίες. Εκατόν είκοσι σελίδες. Με λόγια έγχρωμα και ασπρόμαυρα. Και ωραίο σκληρό εξώφυλλο. Το άνοιξα, μπήκα μέσα και ξαναμπήκα και δεν σταμάτησα να μπαινοβγαίνω έκτοτε. Το βιβλίο ζει πλάι μου, στη δική μου γωνιά του κρεβατιού, εκεί που ζουν μόνο ξυπνητήρια, που και που κάποιο κινητό, ένα ραδιοφωνάκι, ένα κοντρόλ τηλεόρασης, ένα πορτατίφ. Βιβλία άλλα ζήσαν, κατά καιρούς, μα πήγαν μετά να εγκατασταθούν μόνιμα στο ξύλινο μεγάλο ψηλό (πάνω από δυόμισι μέτρα) σπίτι τους. Μερικές φορές βγαίναν βόλτα, σε άλλα σπίτια αλλά πάντοτε επέστρεφαν (κάτι που έμαθα πως δεν είναι διόλου αυτονόητο). Λοιπόν, όταν θέλω να γίνω Αλίκη στη θέση της Αλίκης, χώνομαι σ΄ αυτές τις εκατόν είκοσι σελίδες. Εκεί ήθελα να καταλήξω. Σ’αυτή τη λαγότρυπα, τριάντα πόντους δίπλα μου.

Το βιβλίο του ΟldBoy εδώ και ενάμιση μήνα έχει εγκατασταθεί πλάι μου, στη δικιά μου γωνιά του κρεβατιού. Kολλητά, πλάτη με πλάτη, με το άλλο. Υπογράφει Κώστας Κωστάκος αλλά (συγχωρέστε με, κι ο συγγραφέας το ίδιο, μα δεν είναι πάντα σωστός δρόμος αυτός της αντικειμενικότητας) μέσα, σε κάθε ιστορία, θα μπορούσε να λέει η υπογραφή Per Olov Enquist. Ή Michel Tournier. Ή Paul Wühr. Ή Javier Tomeo. Ή Antonio Tabucchi. Και Μilan Kundera, αμέ. Μπορεί να μην έχει ζωγραφιές του Κβιντ Μπούχολτς το βιβλιαράκι του (μια παλάμη πράμα, λεπτό σαν το μικρό μου δάχτυλο, μα τόσο μεγάλο όσο δεν μπορείς να το πιστέψεις αντικρίζοντάς το) αλλά αν ήμουν Μπούχολτς και διάβαζα τον «άνθρωπο με τις ερωτήσεις» θα του ‘στελνα την ίδια μέρα κιόλας μια ζωγραφιά μου, εξώφυλλο για το επόμενο δημιούργημά του. Αυτά τα δυο λόγια σχετικά με τον κορεάτη ήθελα να πω. Μαζί με ένα ευχαριστώ, γιατί -εν αγνοία του- μεγάλωσε κι άλλο την λαγότρυπα πλάι στο κρεβάτι, για να πηγαινοέρχομαι ευκολότερα εκεί που εν γνώσει του με, μας, στέλνει.

 

Advertisements

Thanksgiving Day

30858847

 

 

 Για τους παρόντες αλλά και τους απόντες  της χτεσινής βραδιάς

 

#

 

Το να είσαι αμήχανος απέναντι σε βλέμματα ανθρώπων που ήρθαν να συναντήσουν εσένα και τις λέξεις σου-ή το αντίστροφο- έχει μια λογική. Μα το να είσαι το ίδιο (ή και περισσότερο) αμήχανος σαν απών, την ξεπερνάει. Για να γραφτούν -λοιπόν- λίγες γραμμές που ως είθισται διαβάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις, χρειάστηκαν πάρα πολλές ώρες. Και μόλις ένα λεπτό για να σβηστούν όλες και να ξαναγραφτούν απ’ την αρχή δέκα αράδες, που νομίζω ότι φτάνουν και περισσεύουν.

Το εορτολόγιο σήμερα δείχνει τη Μέρα των δικών μου Ευχαριστιών. Δεν έχει χώρο για άλλο τι.

Ευχαριστώ κάθε έναν ξεχωριστά που βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το χώρο, δίνοντας ένα κομμάτι του λιγοστού χρόνου του σε έναν άγνωστο, που για -επίσης- άγνωστους κι αδιευκρίνιστους λόγους έγραψε κάτι που κάποια στιγμή εξαργυρώθηκε απ’ αυτόν που το διάβασε σαν μη κάλπικο. Το ευχαριστώ γίνεται διπλό, ενωμένο μαζί με τη μεγάλη συγγνώμη μου που δεν κατάφερα να διακτινιστώ, έστω για δευτερόλεπτα.

Ευχαριστώ κάθε έναν ξεχωριστά από αυτούς που δίνοντας επίσης υστέρημα χρόνου, μου κάνουν την αληθινά μεγάλη τιμή να πουν δυο λόγια για έναν άγνωστό τους:  ευχαριστώ τον Χρήστο Νάτση, με τον οποίο μοιράζομαι κρυφά αμαρτωλές πολυτονικές σκέψεις με γενναιόδωρες καμπύλες, χωρίς τις οποίες η μονοτονική καθημερινότητά μας θα ήταν αφόρητα πληκτική. Ευχαριστώ τον Πάνο Θεοδωρίδη, με τον οποίο αντάμωσα την εποχή της «Δεξιάς ερωμένης» (κοντά δεκαπέντε χρόνια πριν) και έκτοτε προσπαθώ φιλότιμα -με αίμα, δάκρυα και ιδρώτα- να τον μεταφράσω, έργο πολλές φορές επίπονο αλλά και καθαρή, αμόλυντη πρόκληση για τα εγκεφαλικά μου κύτταρα.

Ευχαριστώ τον (ελέω μάχης εκλογών απόντα) Νίκο Ξυδάκη. Ερήμην του με στοίχειωσε με κείνο το «κουβαλώντας τη λύσσα της βουβής επαρχίας», που νόμιζα ότι το ‘γραψε μόνο για μένα και με έστειλε επί χρόνια να γράφω ψάχνοντας αντιλυσσικό, ίσως το βρήκα με τις σελίδες αυτές, ίσως όχι.

Τέλος πολυευχαριστώ τον αρχηγό της φυλής των ψυχικά χουβαρντάδικων ανθρώπων Βάσο Γεώργα, που θέλησε να περιμαζέψει ένα τσούρμο αδέσποτες ιστορίες προσφέροντάς τους ένα σπίτι κι ένα πιάτο φαγητό, ενώ αυτές επέμεναν πως γεννήθηκαν για να ζουν αδέσποτες. Ένας απ τους δυο μας θα ‘χει δίκιο, στο τέλος.

Το γιατί γράφουμε, ποιοί και πόσοι -στ΄ αλήθεια- είμαστε όταν σκαρώνουμε ιστορίες, τι επιδιώκουμε, από τι ξοπίσω τρέχουμε, τι μας κυνηγάει, τι μας τρώει τα σωθικά χειρότερα απ΄τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ, τι σημαίνει ο καλός λόγος των άλλων για τις λέξεις μας, τι είδωλο μας επιστρέφει ο καθρέφτης αυτών των λέξεων, τι μουσικές ή σιωπές μας περικυκλώνουν όσο παλεύουμε με τα πλήκτρα, αν είμαστε λεξοφετιχιστές ή απλά ψάχνουμε το επιούσιον χόλι γκράαλ (γιατί όσα και να βρούμε πάλι γνήσια θα είναι), όλα αυτά -κι άλλα τόσα- είναι ερωτήματα γεννημένα για να μείνουν εσαεί αναπάντητα. Αυτή η καλή αιώνια πείνα, αυτό το give me the words είναι που μας σώζει τελικά. Eίτε γράφουμε, είτε διαβάζουμε.

Σας ευχαριστώ πολύ, έναν προς έναν.

 

 

μούζικα

#