δεν

27732424 (2)

Δεν μπορώ να προσποιούμαι, μου ‘πε.

Δεν μπορώ να γράψω. Εμένα οι ιστορίες μου είναι μικρές, τελειώνουν πριν καν αρχίσουν γιατί κουράστηκα, βαρέθηκα να βάζω τις σκέψεις μου σε μια σειρά ολημερίς και το άλλο πρωί να λείπουν οι μισές -αφού πήγαν να πηδηχτούν με κάποιον πιο καπάτσο- και οι άλλες μισές να κάνουν ότι πρώτη φορά με βλέπουν.

Δεν μου πάει εμένα το μεγάλο. Τέλος.

 

 

Λύσσαγα να του πω οτι ακριβώς το ίδιο λέγαν κι οι σκέψεις του γι αυτόν αλλά σιώπησα. Άλλωστε δεν είχαμε τίποτε πια να πούμε.

Advertisements

42.005 μέτρα

25386606

 

8yr old killed in #BostonMarathon was there with his mom & sis. They were both hurt. All there to watch dad run and hug him after he crossed finish line

 

Time is the enemy δε λένε; Όχι time is on my side. Όχι. Time is the enemy.

 

Να ‘σαι ο «dad» και να σε σκοτώνει μια ζωή το «κι αν τερμάτιζα δυο λεπτά νωρίτερα; ένα, έστω»

….

«την αγαπημένη μας»

23668166

Αυτή είναι μια φωτογραφία της πόλης μου, σκεπασμένης απ’ τη μια γωνιά ως την άλλη -δεν απέχουν δα και πολύ, ένα άφιλτρο τσιγάρο δρόμος είναι οι γωνιές της- με ένα λερωμένο σύννεφο. Κάπνα απ’ τις σόμπες και τα τζάκια. Τρυπώνει παντού. Δεν τολμάς ν’ απλώσεις ρούχο έξω, τσάμπα τα μαλακτικά και τα αρώματα και τα χρωματιστά μανταλάκια. Βγαίνεις στο μπαλκόνι για ένα λεπτό, να φέρεις τρεις πατάτες κι ένα κρεμμύδι μέσα και κουβαλάς πάνω σου τη μυρωδιά από στάχτη και αποκαḯδια.

Σ’ αυτή την πόλη, κάποιος γράφει -πριν ένα μήνα- μιαν ιστορία-παραγγελιά για τον ένοικο μιας πολυκατοικίας, συνηθισμένης, χωμένης -όπως όλες οι άλλες- κάτω απ’ το κακοπλυμένο σύννεφο. Γράφει μια ιστορία που δεν έγινε ποτέ, μέσα -όμως- σε ντουβάρια και διαδρόμους που υπάρχουν, ανάμεσα σε ανθρώπους που υπάρχουν και δίπλα σε αληθινά σκαλιά που κατεβαίνουν στο λεβητοστάσιο, στα σπλάχνα μιας πυλωτής -φωτισμένης τα βράδια- όπως όλες οι άλλες.

Στην ίδια πόλη κάποιος γράφει, πριν μπει ο Δεκέμβρης, για τη μικρή ιστορία ενός δέντρου. Ενός δέντρου στην ίδια πολυκατοικία, δέκα βήματα μακριά, απ’ την ιστορία με τα σκαλιά που κατεβαίναν στο λεβητοστάσιο, ένα πλατάνι στον ακάλυπτο, δέκα βήματα -κι αν- μακριά από έναν δρόμο φωτισμένο, με αυτοκίνητα να περνάνε συνέχεια, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, πρωί, ασταμάτητα.

Τώρα πιά, κάθε φορά που αυτός ο κάποιος που έγραφε ιστοριούλες θα μπαίνει να παρκάρει, εκεί ανάμεσα στα σκαλιά που κατεβαίνουν στο λεβητοστάσιο και το πλατάνι, θα βλέπει την Ζωή, με το πρόσωπο ένα με το χώμα. Όσα χρόνια και να περάσουν. Και ποτέ δεν θα μπορέσει να πάει κοντά να της ψιθυρίσει έστω μια λέξη. Μια συγγνώμη γιατί εκείνη την ώρα δεν ήταν κανείς μας εκεί. Μια λέξη. Κάτι. Οτιδήποτε. Αυτός ο βολικός με τις λέξεις, δεν έχει ούτε μια τώρα. Ούτε μια. Έχουν όμως όλοι οι άλλοι.

Ακόμη κι όταν σβήσουν τα τζάκια και οι ξυλόσομπες, ακόμη κι όταν καθαρίσει ο ουρανός κι αρχίζει να μυρίζει ο ήλιος, αυτό το λερωμένο σύννεφο ήρθε για να μείνει από πάνω μας. Μπορεί να φύγει απ΄την πόλη αλλά όχι απ’ το σπίτι μας. Αυτή η μυρωδιά, σ’ αυτό τον ακάλυπτο, πότισε την ψυχή μας απ’ τη μια γωνιά της ως την άλλη. Που ανάθεμά με κι αν ξέρω πόσο απέχουν.

—-

 

 

1955-2011

Όσο κι αν αγαπάς αυτό που κάνεις, το «δουλεύω για να ζω, δεν ζω για να δουλεύω» είναι το ελάχιστο χρέος απέναντι στον εαυτό σου και σε κείνους που σε αγαπούν. Ακόμη -πολύ περισσότερο μάλιστα- κι αν σε λένε Steve Jobs. Στην άλλη – ποια ; –  ζωή δεν θα έχεις μαζί το iPhone για να τηλεφωνήσεις, να στείλεις μήνυμα ή mail λέγοντάς τους «σ’ αγαπώ, μακάρι να είχα περισσότερο χρόνο».

 

Αν δεν το δαγκώσεις το μήλο, αν δεν το πας ως το τέλος, αν δεν τρέξουν τα ζουμιά πάνω σου, είναι άχρηστο. Αυτό μου έμαθε, άθελά του, ο Steve Jobs. Και αυτό -που δεν χρειάζεται να το πληρώσεις για να το αποκτήσεις- του το χρωστάω.