losing my religion

Λύσσαξες με τις ζέστες του Σεπτέμβρη. Φαγώθηκες με τον καθαρό ουρανό. Απόρησες που το καλοκαίρι ξεχείλωσε. Γκρίνιαξες που δεν μπορείς να διακρίνεις πια τις εποχές.

Και τώρα τι κατάλαβες;

Οι απρόσμενες ζέστες, ο γαλάζιος ουρανός, η άδεια παραλία που μάταια σε περιμένει αλλά ξέρεις πως είναι εκεί, οι νύχτες με ανοιχτή μπαλκονόπορτα, ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια σου, μια μπίρα στο μπαλκόνι χαζεύοντας το φως απ’ την τηλεόραση των απέναντι, λίγο νερό στις γλάστρες, τα κινητά που ακούγονται να χτυπάνε από πάνω, από κάτω, από δίπλα, ο ηλίθιος Ρωμαίος που είναι παρκαρισμένος στη γωνία με ανοιχτά παράθυρα και Βέρτη στα κόκκινα- ούτε τις Ιουλιέττες τις φτιάχνουν όπως παλιά-, το κρύο νερό στο ψυγείο, δυο ρεσώ που φωτίζουν τη χαραμάδα ανάμεσα στα πόδια της, τα δάχτυλά σου που μυρίζουν βασιλικό και σκόρδο, μια βόλτα με τις σαγιονάρες στο γαλατάδικο για τσιγάρα, τα δυο, τρία τι-σερτ που επιμένεις μουλαρίσια -και καλά κάνεις- να μένουν κρεμασμένα κι ετοιμοφόρετα, να βγαίνεις απ’ το μπάνιο ακούγοντας το δέρμα σου να λέει «ευχαριστώ» αντί «σκέπασέ με γρήγορα», ν’ ανοίγεις την πόρτα του ασανσέρ και να μην αντικρίζεις το χαρτί με τα κοινόχρηστα, να μπαίνεις μέσα της και να μην είσαι σίγουρος αν η ανατριχίλα είναι από την κουρτίνα που μόλις κουνήθηκε λιγάκι, όλα αυτά -όταν αρχίζει να νυχτώνει απ τις εφτάμιση, απ’ τις εφτά- είναι η μεθαδόνη μας, το δεκανίκι για να αντέξουμε όσο μπορούμε, παριστάνοντας τους καθαρούς, πριν ξαναπέσουμε στα σκληρά του Οκτώβρη. Φέτος, έτσι έφτασε στ’ αυτιά μου, η διαδρομή ως τον Μάη του χρόνου δεν θα είναι μόνο πανάκριβη, θα ‘ναι και νοθευμένη. Όσοι αντέξουν. Αλήθεια σου είπαν ότι δεν θα σε κυνηγήσουν για τη χρήση, θα σε κυνηγήσουν όμως αλύπητα επειδή ζεις.

Χτες, με τον αέρα, τη βροχή, τον μαβί ουρανό και την τηλεόραση ανοιχτή με το πένθιμο και χυδαίο εμβατήριο του σκληρού, άδικου μα και εθνικά απαραίτητου, κατάλαβα πως ο Σεπτέμβρης δεν είναι παρά η πλάτη μιας ωραίας γυναίκας λίγο πριν ή αμέσως μετά το «αντίο». Την ώρα που αρχίζει να βρέχει. Με τη μυρωδιά της κολλημένη σε κάθε γωνιά σου. Και κάτι σαν φίδι να κόβει βόλτες στο στομάχι σου. Μείον το φίδι, ούτε ο Τρυφώ θα μπορούσε να το φιλμάρει καλύτερα αυτό το αντίο. Που -από μια στιγμή και μετά- ούτε «τα λέμε» είναι, ούτε «στο επανιδείν». Αντίο σκέτο είναι.

Θα μου πεις τίποτε δεν κρατάει για πάντα. Αν σ’ ανακουφίζουν οι αλήθειες πες το. Εγώ την πίστη μου στις αλήθειες την έχασα. Ειδικά των άλλων. Ίσως φτιάξω μερικές δικές μου αλήθειες ή μια ολοδικιά μου πίστη, τώρα που τέλειωσε η μεθαδόνη του Σεπτέμβρη, να ‘χω να πορεύομαι.

Thanks Michael..