μήτε ιερό, μηδέ όσιο

28735499

Την έβλεπε όρθια απέναντι, στο διπλανό μεγάλο τραπέζι. Με τα χέρια της απλωμένα, ν’ακουμπάνε την πλάτη απ΄ τις καρέκλες δεξιά κι αριστερά. Μαλλιά φρέσκα, κομμωτηρίου, που πηγαίναν πέρα-δώθε όσο μίλαγε και γελούσε. Μπράτσα γυμνά, φαινόταν -ακόμη κι από τρία μέτρα μακριά- πως ώρες ώρες ανατρίχιαζαν και στέλναν κατευθείαν πάνω του το άρωμά της. Τα πόδια σταυρωμένα, το ένα πίσω από το άλλο, ένα ζευγάρι γάμπες που αγγίζαν η μια την άλλη ξεδιάντροπα. Ερήμην του. Μαύρο φόρεμα που έπεφτε ως το γόνατο, μετά πόδια συσκευασμένα μέσα σε μαύρο καλσόν, στο τέλος του δρόμου μαύρες γόβες. Η Στολή. Μερικές φορές είναι πολύ υγρά τα στερεότυπα. Και ζεματάνε.

Αφού πρώτα έσκυψε λίγο (εκείνο το λίγο, το πολύ λίγο που θολώνει πρώτα τα μάτια και μετά το μυαλό) για να της γεμίσουν το ποτήρι που κρατούσε, πήγε και κάθισε. Ακριβώς απέναντί του. Τίποτε δεν χώριζε το βλέμμα του από το περίγραμμά της. Θα σκότωνε για να είναι το μαξιλάρι της καρέκλας της. Να ένιωθε τη σάρκα της πάνω του μέχρι να φάει το σαράκι ακόμη και το τελευταίο ροκανίδι της καρέκλας. Δεν άντεξε πολύ, σε τριάντα δευτερόλεπτα την έγδυσε μπροστά σε εξήντα -μπορεί και παραπάνω- ζευγάρια μάτια. Αφού πρώτα της έστειλε μια προκήρυξη, αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Που τέλειωνε : «Σε αντίποινα για το φερμουάρ που ποτέ δεν κατέβασα. Σαν τιμωρία για το καλσόν που δεν μύρισα ποτέ».

٭

Advertisements

Ο Δημήτρης, ο Θωμάς και η Δέσποινα

27002603

Ο Δημήτρης, 54  εργαζόταν από το 1998 σαν αποθηκάριος σε μια εταιρεία διανομών έξω απ΄το Κιλκίς. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειώθηκε 42% την τελευταία τριετία. Ο μισθός του Δημήτρη 32%. Τον Μάιο του κοινοποιήθηκε η απόλυσή του, 100%.

Ο Θωμάς, 31 απόφοιτος Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου. Τα τελευταία πέντε καλοκαίρια ειδικεύτηκε σε κόψιμο φρούτων -και ετοιμασία καφέ για τους μη μόνιμους πελάτες, την ώρα που ο barista επισκεπτόταν το WC- σε επώνυμα μυκονιάτικα beach bars. Τους χειμώνες έκανε εναλλάξ ντελίβερυ pizza και πιτόγυρα. Πέρυσι τον Οκτώβριο έπεσε και έσπασε σε τρία σημεία το χέρι του. Έμπλεξε με ΕΣΥ, λάμες, βίδες και ορθοπεδικούς, ούτε σε μηχανάκι μπόρεσε να ανέβει όλο το χειμώνα, ούτε μαχαίρι να κρατήσει για τα πεπόνια και τα καρπούζια φέτος.

Η Δέσποινα, 44 εργάζεται από το 1995 σε μεγάλο σουπερμάρκετ στο Περιστέρι. Από τον Μάρτιο του 2012 δουλεύει τετράωρα, στο ίδιο σουπερμάρκετ. Ζει με την -συνταξιούχο του ΟΓΑ μητέρα της- στην Παλλήνη. Ψάχνει δεύτερη δουλειά αλλά η ελαστικότητα του ωραρίου της (και τα τετράωρα που πάντα ξεχειλώνουν) δεν της επιτρέπουν κανέναν προγραμματισμό. Στον ελεύθερο χρόνο της γράφει ποιήματα, με το ψευδώνυμο Νίτσα Μαρούδα.

Η Δέσποινα, ο Θωμάς και ο Δημήτρης δεν απελπίστηκαν. Ούτε κάθησαν στο φέισμπουκ να κλαίνε τη μοίρα τους και να καταριούνται 24/7/365 τον Σόιμπλε. Αντίθετα βρέθηκαν μέσα από τη σελίδα «Κάνε την κρίση Ευκαιρία», ανταλλάξαν τις εμπειρίες τους και με τις οικονομίες που είχαν (γιατί λίπος υπάρχει ακόμη, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα) φτιάξαν μιαν εταιρεία -δεν μας αποκαλύψαν το αντικείμενό της, ώστε να μην αντιγραφεί η ιδέα από τους ανταγωνιστές- η οποία μόλις σε τέσσερις μήνες κατόρθωσε να εξάγει στην Γερμανία, στην Αυστρία, στο Λιχτενστάιν, το Σαν Μαρίνο και το γαλλόφωνο Βέλγιο. Σκέφτονται να δημιουργήσουν υποκατάστημα στο Ανατολικό Πεκίνο μόλις τελειώσουν με κάποια, ήσσονος σημασίας, γραφειοκρατικά και χρηματοοικονομικά προβλήματα με τις εδώ υπηρεσίες & υπουργεία. Επόμενος στόχος τους η εξαγορά του 51% όποιου φρι-πρες βρουν διαθέσιμο, για να περιγράψουν -και ενδεχομένως να εκδώσουν- το success story τους.

£¥$

fade to grey

Τριανταπέντε, τριανταεφτά, εκεί γύρω. Αν την είχε δει νωρίτερα ο σχαμερός ο Τίντο Μπρας, ίσως και να έφτιαχνε μια ταινία μόνο για αυτήν. Τη χρονιά του SalonKitty όμως δεν είχε καν γεννηθεί. Και στο  La Chiave θα ήταν ιεροσυλία να παίξει. Θηλυκό ναι, μα αν έπαιζε, μια τρίχα της Στεφανίας θα ήταν.

Ναι, μη με ρωτάς. Τρίχα από εκεί εννοώ.

Κάθεται τώρα πίσω απ’ τον πάγκο και βάφει τα νύχια της. Κάθε λίγο ορθώνει τα δάχτυλα και κοιτάζει το χρώμα. Νομίζω πως με κοιτάζει ανάμεσα από τα δάχτυλα. Εγώ κάνω ότι ψάχνω τα καρπούζια μπροστά της. Νιώθω σαν τον μικρό Αντουάν κι ας μην είμαι σε κομμωτήριο. Ελπίζω κάποια μέρα που θα μπω, και θα ‘μαστε μόνοι, να βάφει των ποδιών.

Δεν έχεις μικρότερα;

Σηκώνει το βλέμμα. Έρχεται ένα βήμα κοντύτερα, τώρα μας χωρίζουν μόνο μια σειρά καρπούζια και λίγα πεπόνια εβρίτικα, αυτά μπορώ να τα ξεχωρίζω δίχως βοήθεια. Μυρίζει ωραία, λίγο όζα, λίγο ιδρώτα, λίγο ροδακινίλα. Πότισε το δέρμα της εδώ μέσα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Πάντα νύχτα ήταν όταν κλείδωνε. Άλλες πληρώνουν περιουσίες για κρέμες σώματος, αυτή αλλάζει κάθε μέρα. Χτες μύριζε σύκα. Μαύρα, αυγουστιάτικα. Ήθελα να την ανοίξω στα δυο, να τη γλείψω μέχρι να μη μείνει παρά μόνο λίγο δέρμα πάνω της, να κολλήσει ολόκληρη πάνω στο πρόσωπό μου αλλά είχε κι άλλους τρεις πελάτες εκείνη την ώρα. Δεν τόλμησα.

Τα μικρά δεν είναι καλά. Σπάνια να σας βγει καλό, ένα στα δέκα κι αν….

Της μιλάω στον ενικό, μου μιλάει στον πληθυντικό. Ονειρεύομαι πως είναι η Κίτυ Κέλερμαν κι εγώ ο Χέλμουτ Βάλενμπεργκ. Οι δυο μας ανάμεσα σε ένα σμάρι χρώματα, πράσινα, κόκκινα, μαβί, κίτρινα, καφέ, πορτοκαλί, ροζ, πιο κόκκινα, πιο μαβί, σαν παλιωμένο αίμα. Έγραφε ο άλλος ο δύσμοιρος για πενήντα γκρίζα όταν εδώ μέσα βρίσκεις τα άπαντα της Pantone. Συν τα χείλια της. Δεν ξέρω τι χρώμα ήταν αυτά, ποτέ δεν τα πέτυχα άβαφα. Μια φορά ήθελα να πω «θα κόψεις ένα κομματάκι τους να δοκιμάσω;» αλλά μας διέκοψε μια γριά που ήρθε να πάρει πιπέρια για γέμισμα.

Δεν έχω χώρο στο ψυγείο και το μισό θα πεταχτεί έτσι κι αλλιώς, μόνος είμαι αυτές τις μέρες.

Σε περίπτωση που δεν κατάλαβες. Αυτές τις μέρες.

Βγαίνει, έρχεται απ’ την μεριά μου. Χτυπάει ένα, με το χέρι που έμεινε άβαφο. Χτυπάει δεύτερο. Για να χτυπήσει τρίτο σχεδόν κολλάει επάνω μου. Σχεδόν. Για να μην κολλήσει πρέπει να κάνω ένα βήμα πλάγια, προς τα ροδάκινα, εκείνα τα αλμπίνικα, που μοιάζουν σαν τον Τζόνι Γουίντερ. Δεν πάω πουθενά, δεν μ΄αρέσει ο Τζόνι άλλωστε. Σταματάει στο τρίτο. Γυρίζει και με κοιτάζει στα μάτια. Τα πάντα επάνω της μυρίζουν βανίλιες. Με λίγη ώριμη ντομάτα στο τελείωμα.

Αυτό να πάρετε. Ακούγεται καλό.

Θέλω να την πετάξω πάνω στα καφάσια με τα νεκταρίνια. Τη μισή. Η άλλη μισή θα είναι πάνω στα ροδάκινα, τα καλά, εκείνα που όταν τα ξεφλουδίσεις θες να γλείφεις και το μαχαίρι, όπως το ‘κανε ο Γκάρι Όλντμαν με το ξυράφι. Όποια δίψα προλάβει να σβήσει κανείς. Θέλω να γεμίσει ζουμιά, να τρέχουν πάνω της, στις ρώγες, στην κοιλιά, στον αφαλό, στα μπούτια της, ως το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. Να στάζει. Να ακούγονται τα αχλάδια που λιώνουν απ’ το βάρος της, τα καρπούζια να κάνουν κρακ, ν’ ανοίγουν στα δυο για να βγουν τα κουκούτσια και να τρέξουν να κολλήσουν στα λακκάκια στη μέση της, ψυχή έχουν κι αυτά. Να πάρω ένα σταφύλι και να το βάλω στο ένα της ρουθούνι, μετά άλλο ένα,  στο διπλανό. Κι όταν ανοίξει το στόμα της για να πάρει ανάσα, να της πω με λύσσα «τα καλύτερα ροδάκινα ποτέ δεν μου τα έδωσες, πάντα δυο τελευταία μένουν κάθε μέρα, τα παίρνεις μαζί σου και φεύγεις».

Καλό, άσχημο, αυτό θα πάρω.

Νομίζω πως τα λεμόνια και τα lime με αγριοκοίταξαν που πήγα να τους φάω τη δουλειά. Ούτε που τα ‘δωσα σημασία.

Την ώρα που πλήρωνα, είδα ένα ανοιγμένο βιβλίο πλάι στην όζα της.

Τι διαβάζεις;

Χαζό είναι, είπε λίγο αμήχανα. Δέκα, έντεκα ώρες όμως χωμένη εδώ μέσα διαβάζεις ο,τι σου δώσουν. Να, αυτό. 

Έπρεπε να το φανταστώ. Κοίταξα αφηρημένος προς εκεί που συνήθως υπήρχαν κολοκυθάκια. Και θυμήθηκα ότι ήταν τα πρώτα που τελείωναν, νωρίς νωρίς. Όλη η γειτονιά έλεγε πως η μυρωδιά και η γεύση τους δεν είχαν ταίρι σ’ ολόκληρη την πόλη..

 

 

 

σφαίρες απ’ την ιβοζίμα

 

 

Χρειάστηκαν εφτά ανέβα-κατέβα με το ασανσέρ για να μην αφήσει τίποτε πίσω. Μετά από μισή ώρα όλα είχαν τακτοποιηθεί στο αυτοκίνητο. Δυο καρεκλάκια για τη θάλασσα, μια ομπρέλα δώρο από βενζινάδικο, μια ψάθα αληθινή και όχι απ’ τις πλαστικούρες των κινέζων, ένα χαμηλό τραπεζάκι για να αφήνει τον καφέ, ψυγείο γεμάτο με τις παγοκύστες του, τις μόνες κύστες -μαζί με την ουροδόχο- που πάντα είναι χρηστικές, βατραχοπέδιλα, μάσκα, αναπνευστήρας, ένα σακίδιο ώμου με τα μαγιώ, τις πετσέτες, μέσα έβαλε μια μικρή θήκη με τα αντηλιακά και την αμμωνία για τις τσούχτρες, τους αχινούς και τις ανθρωποφάγες σφήκες, ένας σάκος λίγο μεγαλύτερος με τα ρούχα του, καναδυό βερμούδες και παντελόνια δηλαδή, μερικά χρωματιστά μπλουζάκια, δυο πουκάμισα γουμίδια αλλά καθαρά, έξη αλλαξιές εσώρουχα, παπούτσια, κάτι πέδιλα αγορασμένα τέσσερα ευρώ στο παζάρι και σαγιονάρες τα ‘κλεισε σε μια σακούλα του μαρινόπουλου και τα στρίμωξε όπως-όπως στην πλαϊνή θήκη του σάκου, εκεί έβαλε κι άλλες δυο άδειες σακκούλες -του βερόπουλου νομίζω αλλά δεν έχει και καμιά σημασία- για τα βρώμικα βρακιά, ας βρίσκονται, τελευταία στιγμή θυμήθηκε το θερμός οπότε οι διαδρομές προς το σπίτι έγιναν οκτώ, φορτιστή πήρε, κασέτες πήρε, τον παναμά τον πήρε, τα γυαλιά για τον ήλιο τα φορούσε, της μυωπίας τα είχε στην τσέπη, ξυριστικά δεν πήρε γιατί ως και ο τομ χανκς χρειάστηκε μια ώρα στο μοντάζ για να γίνει σαν μητροπολίτης κι αυτός δεν σκόπευε να ναυαγήσει μέσα στο καλοκαίρι, τον ζίπο δώρο της σχωρεμένης της αδερφής του τον είχε πάντα κατάκαρδα, έτσι είχε δει σε μια ταινία για την ιβοζίμα, ως και σφαίρα σταμάτησε εκείνος, να φανταστείς έκανε αγώνα ολόκληρο να βρίσκει πού πουλάνε τι-σερτ και πόλο με τσεπάκι στη θέση της καρδιάς, όχι ότι εκείνος κινδύνευε από καμιά αδέσποτη γιαπωνέζικη σφαίρα δηλαδή αλλά καλό είναι την καρδιά σου να μη την αφήνεις εντελώς απροστάτευτη όταν επί τριανταέξη χρόνια κάνεις ακριβώς το ίδιο ανέβα-κατέβα γεμίζοντας τα σωθικά ενός ξεθωριασμένου πράσινου -κάποτε- ford taunus και ξεκινάς μετά για το πολύ μακρύ ταξίδι  μέσα σε έναν Αύγουστο που τα ‘χει όλα εκτός από γεμάτο καρεκλάκι δίπλα και δεύτερο ποτήρι με καφέ στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά…

η Απίστευτη Ιστορία του Ληγμένου Βαγγέλη Βενιζέλου

Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που με τρώει εδώ και καιρό. Είτε προφορικά, είτε γραπτά, είτε ψιθυριστά, είτε φωναχτά. Κανείς και τίποτε. Ευτυχώς. Αυτό δα έλειπε να βρεθεί ένας άγνωστος, γνωστός, ένας τυχαίος, πρόεδρος, αντιπρόεδρος, α’, β’, δεν έχει σημασία, και να με μεταφράσει λέγοντας “σε καταλαβαίνω, σε νιώθω”.  Αμετάφραστος θέλω να μείνω, να σκέφτομαι σε μια γλώσσα ακατάληπτη, πρωτόγονη, άγνωστη, κάθε στιγμή καινούρια, στριφνή, ανάποδη. Δικιά μου, σπάνια, άρα ακριβή, έτσι μ’ αρέσει να κοροϊδεύομαι. Να βρίσκω το ακριβό εκεί που δεν υπάρχει. Πριν μήνες τραγούδαγα κάθε πρωί -από μέσα μου, δεν είμαι δα τόσο Ροβεσπιέρος- «burn motherfuckers, burn!», τώρα ακόμη κι αυτό μου φαίνεται στρουμφοτράγουδο. Φτηνό. Εγώ σκέφτομαι ακριβά. Όχι σα λιμπερτίνος. Σαν ιακωβίνος.

Αλλιώς σκέφτομαι το πρωί την ώρα που πέφτει το ακριβό νερό πάνω μου, αλλιώς στο δρόμο για τη δουλειά καίγοντας ακριβή αμόλυβδη, αλλιώς στο γραφείο τσαλακώνοντας ακριβές ώρες, αλλιώς αργά το μεσημέρι απαντώντας στα τηλέφωνα με ακριβή κούραση, αλλιώς επιστρέφοντας στο σπίτι ρίχνοντας ακριβές ματιές στην άσφαλτο που τσιτσιρίζει, αλλιώς ανοίγοντας την πόρτα χωρίς να με υποδέχεται ούτε ένα ακριβό «θα φας;», αλλιώς ξαναρίχνοντας κι άλλο ακριβό νερό πάνω μου, αλλιώς απλώνοντας το ακριβά ιδρωμένο  πουκάμισο για να στεγνώσει, αλλιώς τσιμπολογώντας άκεφα λίγο ακριβό ρύζι, αλλιώς ανακαλύπτοντας ότι δεν υπάρχει ούτε μια ακριβή κρύα μπίρα, αλλιώς όταν απαντώ «τα ίδια» στην ακριβή ερώτηση «τι έγινε σήμερα;», αλλιώς όταν ξαναμετράω τα λεφτά που δεν υπάρχουν για τις πανάκριβες υποχρεώσεις της επόμενης μέρας. Κάθε στιγμή και άλλη γλώσσα. Άλλος κλείνω το ξυπνητήρι το πρωί και άλλος το ξαναρυθμίζω το ίδιο βράδι. Αυτό που γίνεται ενδιάμεσα, αυτά που σκέφτομαι ενδιάμεσα, ούτε ο Τζέκιλ, ούτε ο Χάιντ, ούτε ο Οβίδιος , ούτε καν ο Μπέντζαμιν Μπάτον θα τολμούσαν ποτέ να τα ονειρευτούν. Φτηνοί ερασιτέχνες.

Τώρα θέλω να ξεκινήσω για το φαρμακείο, τρεις γωνιές παρακάτω. Να πάω κοντά σ’ αυτόν με τα άσπρα, να σκύψω πάνω απ’ τον ώμο του συνωμοτικά -για να μη μας ακούει η μπαϊλντισμένη γριά που της μετράνε την πίεση στην καρέκλα παραδίπλα- και να του πω «κύριε Γρηγόρη, τελείωσε το φάρμακο, δώστε ένα, δυο, τρία.. φτηνά, ακριβά, καινούρια, ληγμένα, με συνταγογράφηση, δίχως, δε με νοιάζει, φάρμακα να ΄ναι κι ο,τι να ΄ναι». Χωρίς φάρμακα όχι στους τελικούς, αλλά ούτε ως το επόμενο πρωί φτάνουμε μ’ αυτούς τους φτηνούς που μπλέξαμε. Κατάλαβες αγορίνα μου;

το τρένο της ληγμένης βαφής

Όταν παίρνω διπλή δόση xozal αυτά παθαίνω, βλέπω Ιστορίες εκεί που δεν υπάρχουν, γράφω για χτένες ενώ ο κόσμος καίγεται. Ο αλλεργιολόγος μου το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε, ορθά κοφτά : «με το που ξεκινάς να τα παίρνεις κομμένο το αλκοόλ, η οδήγηση, το σεξ  και το βλόγιν».

Δεν ξέρουν απ’ αυτά οι γιατροί, όλα κόβονται, το σεξ όχι.

Έβλεπα τις προάλλες την αφίσα από τη συναυλία των ντιπέρπλ με τον Βασίλη. Λάθος έκανα. Με το κατάλληλο αντιαφροδισιακό και το σεξ κόβεται. To λέγαν και οι Virgin Prunes σαν ήμουν νέος, If I die, I die. Oύτε μετά θάνατον ζωή, ούτε δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, ούτε forever young, οι Dorian Gray πέθαναν μαζί  με τον Όσκαρ και την πρώτη εξέταση για PSA, όσα μαύρα τι-σερτ κι αν φορέσουν, όσο σφιχτοφρύδικα κι αν κοιτάξουν το άπειρο ή το φακό την ώρα που ο Basil Hallward τους κάνει το πορτρέτο.

Tέτοιες στριφνές και δύσκολες μέρες, strange days, sour times, όπως θέλεις βάφτισέ τες, όλα δικαιολογούνται όμως. Ακόμη και το να γράφεις εξυπνάδες για πεθαμένες ορμόνες. Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν  κάποιοι που βιώνουν εφηβικά ή προκλιμακτηριακά déjà vu με τα child in time και τους θερμαστές απ’ το τζιμπουτί, η γνώμη μου περισσεύει. Άλλωστε ο βασανισμένος και πνιγμένος έλληνας που ζητάει ένα σωσίβιο ρεφρέν αυτές τις σκληρές εποχές, ακόμη κι απ’ τα μαλλιά πιάνεται. Κι ας είναι αραιά, κι ας είναι ταλαιπωρημένα πιά κι αυτά απ’ την ανελέητη βαφή του χρόνου.

Τουλάχιστον, σκέφτομαι,  ο Ian συμβιβάστηκε με την ιδέα πως το τρένο πέρασε.  Στα εξηνταέξη σου υπάρχει ζωή -και χρώμα, έστω γκρι, έστω άσπρο-  κι έξω απ’ αυτό…

knifestyle

Στην αγορά του Clichy-sous-Bois ή σε μια λαική στην Αγία Ελεούσα, δεν έχει σημασία το πού, τρεις ακαθόριστης ηλικίας και εθνικότητας γυναίκες διεκδικούν σιωπηλά την ίδια σακούλα με πεντέξη πράσα που ήταν πεταμένα πίσω από τον πάγκο. Μια από τις τρεις θα είναι πιο τυχερή.

Γύρω τους, κοντά τους, πάνω από δέκα άτομα κάθε ηλικίας και φύλου, συγκεντρώνονται -θα έλεγα σαν τις ύαινες αλλά ντρέπομαι- για τον ίδιο σκοπό : να μαζέψουν ό,τι πεθαμένο μπορέσουν, πριν καταφθάσει το συνεργείο καθαρισμού.

Όμως οι λαϊκές αγορές δεν είναι πια το μοναδικό «εξ ουρανού μάνα» για τους συλλέκτες τροφίμων ©®. Κάθε απόγευμα, λίγο πριν το κλείσιμο, κόσμος μαζεύει φρούτα, αβγά, σαλάμια και γιαούρτια ληγμένα από τους κάδους που βρίσκονται πίσω από τα σούπερ μάρκετ.

Μια γυναίκα, βρίσκει ένα κουνουπίδι και μερικά μισοστιμμένα πορτοκάλια  έξω από ένα Monoprix, τα βάζει μέσα στην τσάντα της. «Αυτό θα είναι το δείπνο μου» λέει. Στα Κάτω Πετράλωνα, ένας ηλικιωμένος ανασύρει δύο μαυρισμένα μήλα από τον πάτο ενός χαρτοκιβώτιου, πίσω απ΄ τον Σκλαβενίτη. Τα μάτια του λάμπουν, ο,τι απομείνει μετά το καθάρισμα θα τρώγεται. Συνταξιούχος είναι, ένα σουγιαδάκι θα του βρίσκεται, χρόνο για καθάρισμα έχει.

Εικοσιπεντάρες ή τριαντάρηδες (ναι, από τους «κανονικούς», τους «καθαρούς», τους υπεράνω υποψίας, από αυτούς που θα κάνουν τα γόνατά σου να κοπούν αν τους δεις να περιφέρονται με σακκούλες στις λαικές μετά το κλείσιμο) δεν είδα ακόμη. Είμαι σίγουρος όμως πως δεν θ’ αργήσει κι αυτό. Θα μας καλέσει -άλλωστε- ο Ντάβλας στην πρεμιέρα τους πάνω απ’ τους σκουπιδοτενεκέδες.

Πριν κάμποσα χρόνια, η Μαντόνα έδωσε προφητικά -άθελά της- την αληθινή διάσταση της εποχής δηλώνοντας «μπορείς να καταλάβεις πόσο fun έχει μια πόλη από το αν έχει ”Nobu” ή όχι».

Το Παρίσι έχει Nobu. Και η Αθήνα έχει. Για fun ρωτήστε τους από πάνω.

(μπορείς να αντικαταστήσεις τη Μαντόνα, το Ντάβλα και το Nobu με ο,τι άλλο θέλεις, η αφορμή άλλωστε ήταν, όχι το αίτιο)