στον καταψύκτη της Mary και του Merrin

 

34638046

 

Μεγάλη πόρτα θα διαβείς, Σεπτέμβρη θα συναντήσεις. Στο κρεβάτι, ντυμένον καλοκαιρινά, να παριστάνει κάτι που δεν είναι. Έφαγε το θέρος  -αυτό που άργησες να πας να βρεις- και πάει να σε ξεγελάσει, με χαμόγελο που κάνει τις νύχτες να ανατριχιάζουν.

Γιατί Ιούλιε δεν έχεις πια τόσο μεγάλες μέρες;

 

….

τα άγνωστα x (sniffin’ Christmas)

29233149

Ανάμεσα σε κουραμπιέδες και μελομακάρονα, πασχίζεις να αποσώσεις λίγη αγορασμένη γλύκα γιατί η άλλη, η δωρεάν, παράγινε ακριβή κι απρόσιτη εκεί έξω. Δεν θα ‘πρεπε, μα έτσι κατάντησε. Κατάντια είναι να μη χαίρεσαι που είσαι όρθιος και περπατάς και κρύος αέρας τσιτώνει τις ρυτίδες σου και το όλο και πιο ερημωμένο σου κρανίο και έχεις ατρύπητα χέρια και δεν κρέμονται σωληνάκια πάνω απ’ το κεφάλι σου και δεν περιμένεις -μετρώντας τα ντουπ ντουπ- να διαβάσεις πορίσματα και εξετάσεις. Κατάντια, όμως, είναι και να βαδίζεις στο μονόδρομο του «τη δουλίτσα μας να ‘χουμε κι όλα παλεύονται» γιατί το ξέρεις, σε τρώει άσχημα από μέσα, πως δεν παλεύονται όλα. Όταν η δουλειά αποκτάει υποκοριστικό, είναι γιατί την κανακεύεις μη τυχόν και σου φύγει. Είναι άπιστη η πουτάνα, μπορεί να σου γυρίσει την πλάτη μέσα σε μια νύχτα και να μη ξαναϊδωθείτε ποτέ. Κι ας της κάνεις χατίρια και τεμενάδες και θελήματα και υπερωρίες αφοσίωσης και όλα τα wanna be your dog του σύμπαντος. Όταν πάψεις να γαβγίζεις όπως θέλει -ή κάποιος άλλος κουνήσει την ουρά καλύτερα- , τέλος.

Κάποιες ώρες ολισθαίνω προς το ζειν επικινδύνως, προσπαθώ να με, να μας σκεφτώ λίγα χρόνια μετά. Ένα, δυο, έστω. Μάταια. Εξίσωση που έχει μόνο άγνωστα x δεν λύνεται. Στο τέλος βολεύομαι με τα ρετάλια του 1+1 = 2 , τα carpe diem, τα «γεροί να ‘μαστε αύριο και βλέπουμε». Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο ακριβά τα βλέπω αυτά τα κουρελάκια. Πανάκριβα, ειδικά την ώρα που περνάνε από μπρος μου -μια σπιθαμή μακριά- φορεία με τρίχρονα κορμάκια πάνω τους, βουτηγμένα στο betadin και με λιλιπούτεια βραχιολάκια στο χέρι κι εκείνος γυρίζει και μου λέει «μη κοιτάς, μη» αποστρέφοντας το βλέμμα κι ας έχουν δει τα μάτια του ανείπωτες εικόνες, όσο στα δικά μου απροπόνητα μάτια συνωστίζονται στρατιές ολόκληρες από «μα γιατί;» και απαντήσεις δεν έχω γιατί εξισώσεις με μόνο άγνωστα x δεν λύνονται.

Κι έτσι περνάει ο καιρός, μέρα με τη μέρα στενεύω κι άλλο, λίγο περισσότερο, το ρούχο που φοράω για να μη φανώ αρτιμελής ανάμεσα σε διαμελισμένους. Με ανακουφίζει προσωρινά αυτό. Αλλά δεν απαλύνει τον πόνο των σακατεμένων.

Είναι μερικά βράδια, την ώρα που το σπίτι αρχίζει και παγώνει, που πίνω με αόρατες παρέες δίπλα. Οινοπνεύματα ακριβά, φτηνά, μπουκάλια με περίεργες ετικέτες, ποτήρια χαμηλά, ψηλά, καμιά σημασία δεν έχει. Μερικές φορές μιλάμε, άλλες όχι. Συνήθως κοιταζόμαστε βουβοί κι ας είμαστε ώρες ατέλειωτες, διόδια, αεροδρόμια ή θάλασσες μακριά. Ξέρει, όμως, ο καθένας τι σκέφτεται ο άλλος (κι ας ζούνε τόσο διαφορετικές ζωές) : πως εξισώσεις μόνο με άγνωστα x δεν λύνονται, άρα θα ψάξεις να βρεις τον τρόπο να δώσεις σε κάποια x σάρκα και οστά. Κι ο,τι αποτέλεσμα βγάλει. Αρκεί να λιγοστέψουν τα x και να περισσέψουν οι άνθρωποι.

Ανάμεσα σε κουραμπιέδες και μελομακάρονα και μια σειρά αρχαία λαμπιόνια που ξεψυχάνε ένα ένα, χρόνο με το χρόνο, σκέφτεσαι -μου λέω- κάτι ασυνάρτητα πράματα ώρες ώρες…..

Καλές Γιορτές, everyone

μια φέτα κέικ

2013-11-30 13.07.52

Τα πρωινά -λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, όταν είμαι ήδη ξύπνιος- τραβάω το πάπλωμα για να καλύψω ακόμη και την τελευταία γωνιά από το σώμα μου. Κρυώνω, παλιά άντεχα. Τώρα μόνο κεφάλι έξω, αναγκαστικά. Ασφυκτιώ ακόμη και στη σκέψη ότι δεν θα αντικρίζω το ταβάνι, τις κουρτίνες ή τις βαλίτσες πάνω απ΄τη ντουλάπα. Παπλωματοφοβία. Οι εποχές που παίζαμε, ως παιδιά ή ημιενήλικες, κάτω απ’ τα παπλώματα παρήλθαν. Η τύχη τους αγνοείται. Κανείς μας δεν νοιάστηκε να μάθει αν ζουν ή αν σαπίζουν μόνες και ξεχασμένες σε κάποια γωνιά του μυαλού, μυαλό είναι, όχι ριζόρτ.

Κλείνω το ξυπνητήρι χωρίς να περιμένω να ακουστεί το μπιπ. Από καθαρή, ανόθευτη κακία. Για να του δείξω ποιος είναι το αφεντικό από κείνη την πλευρά του κρεβατιού. Μερικές φορές νομίζω πως με κοιτάζει με λύσσα. Μπορεί και να ονειρεύεται εκείνο το πρωινό που θα πάρει εκδίκηση. Δεν είμαι, όμως, σίγουρος οτι ονειρεύονται τα ξυπνητήρια. Για το ότι είναι σκατόψυχα είμαι σίγουρος.

Τα πόδια μου αναζητούν τις παντόφλες. Ακόμη και αρκουδοτόμαρο να είχε στρωμένο κάτω, χωρίς αυτές δεν κατεβαίνω απ΄το κρεβάτι. Αντανακλαστική κίνηση, όπως τότε που είδα το Jaws καθισμένος σαν τον Γκάντι, σαν το Βούδα, κάτι τέτοιο xanax δηλαδή, πάνω στην καρέκλα, δεκάξι χρονών μαντράχαλος. Άμα νιώσω χνουδίλα στις πατούσες ή στα ακροδάχτυλα ανακουφίζομαι κι ανοίγω μάτια. Χώνομαι μέσα τους -κι ας είναι ενάμιση νούμερο μικρότερες- και τις αφήνω να με οδηγήσουν στο μπάνιο. Τυφλά. Όπως κάνουν οι αόμματοι με τα σκυλιά τους. Οι μουλάδες με τον Αλλάχ.

Απέναντι απ’ τον καθρέφτη. Σταμάτησα από καιρό να μετράω. Τις άσπρες τρίχες. Τις ρυτίδες. Τα σημάδια στο δέρμα. Τα ξέφωτα στο κρανίο. Τους πόρους στη μύτη. Τις ζάρες στο λαιμό. Είναι από τα μαθηματικά που δεν διδάχθηκα ποτέ, από κανέναν δάσκαλο, καθηγητή ή μεγαλοπροφέσορα. Δυο μείον δεν κάνουν ούτε μισό συν. Βάλε δέκα μείον και βρες βιβλίο που να το γράφει σωστά. Δεν θα βρεις.

Νερό στο πρόσωπο. Οδοντόκρεμα. Νερό στο στόμα. Κι άλλο νερό στο πρόσωπο. Κάνει ψύχρα. Χτες βράδυ μπήκα κάτω απ’ το νερό ολόκληρος, δεν αντέχω να αναμετρηθώ με τη μπανιέρα ξανά. Ας βγω βρώμικος στη ζωή σήμερα. Μπορεί να μην έρθει πολύ κοντά μου, να μη με πάρει χαμπάρι.

Έχω δει σε ταινίες ότι μετά οι άνθρωποι ντύνονται και βρίσκονται γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι στην κουζίνα, γεμάτο με γάλατα, αβγόφετες, κορνφλέικς, χυμούς πορτοκάλι, σπιτίσια κέικ, χαμόγελα και «θα πας τα παιδιά εσύ ή εγώ;» και «θα αργήσω να γυρίσω, το μεσημέρι φάτε μόνοι σας» και «μη ξεχάσεις να πληρώσεις τις ασφάλειες σήμερα» και «μπαμπά είναι λίγο στραβή η γραβάτα» και «μας καλέσαν οι απέναντι για αύριο βράδυ, πάρε ένα κρασί όταν θα ΄ρχεσαι» και τέτοια ωραία stepford wives. Μπορεί να βλέπω και λάθος ταινίες ξέρω γω..

Κάθε πρωί ο δρόμος με φέρνει πάντα μπρος απ΄το νοσοκομείο. Μπορώ να αλλάξω διαδρομή, μα δεν το κάνω επίτηδες. Ποτέ δεν λοξοδρομώ. Γιατί κάθε μέρα μου λέω, εκεί ακριβώς απ’ έξω «Μαλακίες σκέφτεσαι. Μαλακίες γράφεις. Είτε καθαρός, είτε βρώμικος, θα έρθει κοντά σου. Κάθε πρωί. Κοίτα να της χαμογελάσεις και να της πεις πόσο όμορφη είναι και πόσο ωραία μυρίζει. Αλλιώς γυναίκα είναι, θα σε ξεσκίσει και θα σου γεμίσει με ορούς τα χέρια. Ή -ακόμη χειρότερα-  χέρια λατρεμένων σου. Κι άντε να σε δω πώς και τι θα γράφεις μετά».

Μερικές φορές -σ’ αυτό ακριβώς το σημείο της ταινίας- πατάω το 18 στο cd. Από γινάτι. Χέσε τα μαθηματικά, λέω. Ξέχνα τις άσπρες τρίχες, τις ρυτίδες φαράγγια, τα ξέφωτα στο κεφάλι, το δέρμα που καταρρέει, το στραγγισμένο πορτοφόλι. Ξέχνα τα κι ας μη σε ξεχνάνε αυτά. Πάτα το 18. Μυρίζεις ωραία. Κι αυτή το ίδιο.

 ♫

Ο Δημήτρης, ο Θωμάς και η Δέσποινα

27002603

Ο Δημήτρης, 54  εργαζόταν από το 1998 σαν αποθηκάριος σε μια εταιρεία διανομών έξω απ΄το Κιλκίς. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειώθηκε 42% την τελευταία τριετία. Ο μισθός του Δημήτρη 32%. Τον Μάιο του κοινοποιήθηκε η απόλυσή του, 100%.

Ο Θωμάς, 31 απόφοιτος Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου. Τα τελευταία πέντε καλοκαίρια ειδικεύτηκε σε κόψιμο φρούτων -και ετοιμασία καφέ για τους μη μόνιμους πελάτες, την ώρα που ο barista επισκεπτόταν το WC- σε επώνυμα μυκονιάτικα beach bars. Τους χειμώνες έκανε εναλλάξ ντελίβερυ pizza και πιτόγυρα. Πέρυσι τον Οκτώβριο έπεσε και έσπασε σε τρία σημεία το χέρι του. Έμπλεξε με ΕΣΥ, λάμες, βίδες και ορθοπεδικούς, ούτε σε μηχανάκι μπόρεσε να ανέβει όλο το χειμώνα, ούτε μαχαίρι να κρατήσει για τα πεπόνια και τα καρπούζια φέτος.

Η Δέσποινα, 44 εργάζεται από το 1995 σε μεγάλο σουπερμάρκετ στο Περιστέρι. Από τον Μάρτιο του 2012 δουλεύει τετράωρα, στο ίδιο σουπερμάρκετ. Ζει με την -συνταξιούχο του ΟΓΑ μητέρα της- στην Παλλήνη. Ψάχνει δεύτερη δουλειά αλλά η ελαστικότητα του ωραρίου της (και τα τετράωρα που πάντα ξεχειλώνουν) δεν της επιτρέπουν κανέναν προγραμματισμό. Στον ελεύθερο χρόνο της γράφει ποιήματα, με το ψευδώνυμο Νίτσα Μαρούδα.

Η Δέσποινα, ο Θωμάς και ο Δημήτρης δεν απελπίστηκαν. Ούτε κάθησαν στο φέισμπουκ να κλαίνε τη μοίρα τους και να καταριούνται 24/7/365 τον Σόιμπλε. Αντίθετα βρέθηκαν μέσα από τη σελίδα «Κάνε την κρίση Ευκαιρία», ανταλλάξαν τις εμπειρίες τους και με τις οικονομίες που είχαν (γιατί λίπος υπάρχει ακόμη, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα) φτιάξαν μιαν εταιρεία -δεν μας αποκαλύψαν το αντικείμενό της, ώστε να μην αντιγραφεί η ιδέα από τους ανταγωνιστές- η οποία μόλις σε τέσσερις μήνες κατόρθωσε να εξάγει στην Γερμανία, στην Αυστρία, στο Λιχτενστάιν, το Σαν Μαρίνο και το γαλλόφωνο Βέλγιο. Σκέφτονται να δημιουργήσουν υποκατάστημα στο Ανατολικό Πεκίνο μόλις τελειώσουν με κάποια, ήσσονος σημασίας, γραφειοκρατικά και χρηματοοικονομικά προβλήματα με τις εδώ υπηρεσίες & υπουργεία. Επόμενος στόχος τους η εξαγορά του 51% όποιου φρι-πρες βρουν διαθέσιμο, για να περιγράψουν -και ενδεχομένως να εκδώσουν- το success story τους.

£¥$

a diverted post

25875370

Ο πίνακας με τις αναγγελίες αφίξεων ήταν πέντε μέτρα μακριά του μα χρειάστηκε να βάλει γυαλιά για να διαπιστώσει πως τα delayed και diverted κατατρόπωναν κατά κράτος τα landed και expected. Για να ξεγελάσει το φόβο του γύρισε από την άλλη, μήπως και οι αναχωρήσεις έβγαζαν καλύτερο συντελεστή. Μάταια. Τόσα cancelled και new time δεν είχε ματαδεί κι ας τριγυρνούσε σε αεροδρόμια απ’ την εποχή που ο Γουίλμπουρ Ράιτ δεν είχε ακόμη τρίχες στις μασχάλες του. Εντάξει, υπερβολή. Από την εποχή που η British Airways ήταν ακόμη BOAC.

Η βροχή, ο αέρας και τα αστραπόβροντα έξω δεν έλεγαν να σταματήσουν εδώ και πέντε ώρες. Μάταια προσπαθούσε να βρει ένα μικρό άνοιγμα στον θεοσκότεινο ουρανό -κι ας ήταν ακόμη τέσσερις το μεσημέρι- για να περάσει, σαν από κουμπότρυπα, μια θετική σκέψη. Οτι θα μπορούσε, δηλαδή, ο πιλότος να βγάλει από κει μέσα το αεροπλάνο σε ένα κομμάτι, να βγει πάνω απ’ τα σύννεφα και να φτάσει -πάλι σε ένα κομμάτι- στον προορισμό του. Χαζή σκέψη. Ούτε άνοιγμα υπήρχε στο απέραντο μαυρογκρί, ούτε αεροπλάνο στο τέρμα της φυσούνας. Μόνο βροχή, ασταμάτητη βροχή, νερό σαν να αναποδογύρισες έναν ωκεανό ολόκληρο. Και χιλιάδες αστραπές, θαρρείς κι ερχόταν από κει πάνω κανείς πολύ διάσημος και τα φλας πήραν φωτιά μπας και χάσουν το κελεπούρι.

Προσπάθησε να πιει λίγο νερό απ΄το μπουκάλι, ο λαιμός του ήταν τόσο στεγνός που σχεδόν πόνεσε απ’ το μικρό ρυάκι που έτρεξε μέσα του. Θυμήθηκε τα λόγια του Bowles, ότι ο ουρανός είναι κάτι στέρεο, ένα ταβάνι που βρίσκεται κει πάνω για να μας προστατεύει απ’ αυτό που βρίσκεται από πίσω του. Τρόμαξε. Κι αν αυτό βρήκε τρόπο να τρυπήσει τον ουρανό και να κατέβει κάτω;  Ξανάπιε άλλη μια γουλιά νερό, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια. Ακόμη κι έτσι όμως, το φως απ’ τις αστραπές βρήκε τρόπο να τρυπώσει ως το μεδούλι του.

Τα delayed έπεφταν βροχή. Πιο πολλή απ’ την έξω. Από κοντά και τα cancelled. Τα φώτα στο διάδρομο με δυσκολία τα διέκρινες, αεροπλάνο δεν θα κατέβαινε έτσι κι αλλιώς, αν ερχόταν καράβι θα ήταν εύκολο να μανουβράρει και να δέσει οπουδήποτε. Gate 1 άδεια, 4 και 5 άδειες, 8 άδεια, 11 άδεια, απ΄την 14 ως την 17 άδειες κι αυτές. Όχι καράβι, στόλος ολόκληρος χώραγε.

Κοίταξε τριγύρω. Καθίσματα, πάγκοι, πατώματα, όλα γεμάτα με ανθρώπους, σακούλες, καρότσια και μπαγκάζια. Προσπάθησε να διακρίνει τι έκρυβε καθένας μέσα του. Με όσα μάτια διασταυρώθηκαν τα δικά του, έβαζε στοιχήματα, «φοβάσαι περισσότερο εσύ ή εγώ;». Tα περισσότερα τα κέρδισε, χαλαρά. Μόνο ένα ζευγάρι που κρυβόταν πίσω από φτηνιάρικα γυαλιά μυωπίας τον έκανε ν’ αναθαρρήσει. Υπήρχε εκεί μέσα κάποιος που φοβόταν το Gate Open και το Now Boarding περισσότερο απ’ αυτόν. Κάποιος με σφυγμούς τριψήφιους, ιδρωμένος, με στομάχι σμπαράλια, μελλοθάνατος. Ένιωσε μια τεράστια ανακούφιση, άδειασε το μπουκάλι, σκούπισε το στόμα του με την έξω μεριά της παλάμης του και ξεκίνησε για το πάρκινγκ.

Ο γιατρός του είχε πει να βρει έναν τρόπο να ξεπεράσει το φόβο του να πετάξει, «υπάρχουν πιο ειδικοί από μένα, ζήτα τη βοήθειά τους, δεν μπορείς να πεθαίνεις πενήντα φορές με τη σκέψη και μόνο ότι θ’ ανέβεις σε αεροπλάνο». Βρήκε. Όταν έβλεπε στο δελτίο καιρού να μιλάνε για ακραία καιρικά φαινόμενα, παρατούσε ο,τι άλλο έκανε και έτρεχε στο αεροδρόμιο. Εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Σε αεροπλάνο δεν ανέβηκε ποτέ. Έφευγε απ΄το αεροδρόμιο εξαντλημένος απ’ το άγχος, μα ευτυχισμένος που κατόρθωνε να επιστρέψει στο σπίτι ζωντανός. Αρτιμελής, ακέραιος, αναγνωρίσιμος. Χωρίς να χρειαστεί ποτέ η αναγγελία της άφιξης της πτήσης του, κείνο το ατέλειωτο delayed, να σβηστεί ξαφνικά και κρύα από τον πίνακα.

(αφιερωμένο στις ποιήτριες που δεν θα γίνουν -ευτυχώς-ποτέ Μέρι Πόπινς και θα περπατάνε χάμω, δίπλα μας, στους δρόμους, με κλειστές ομπρέλες, βρέξει-αστράψει)

κλεμμένο παραμύθι

25724945

 

Ζω στη νεκρή ζώνη ανάμεσα στις δυο χώρες. Μαζί με άλλους πολλούς. Λιγοστέψαμε τον τελευταίο καιρό, μα είμαστε -λένε- ακόμη κάμποσοι. Περισσότεροι απ’ όσους μπορεί να θρέψει ο τόπος. Μέχρι σήμερα κουτσά στραβά τα βολεύω. Μπαίνει μέρα, βγαίνει μέρα, είμαι -ακόμη- εδώ. Ξυπνάω και δεν ξέρω αν πριν νυχτώσει θα μου πουν (δεν ξέρω ποιοί, εκείνοι μάλλον) «μάζεψε τα πράματά σου, με το που θα χαράξει ξεκινάς για απέναντι». Κοιμάμαι και παλεύω με αριθμούς. Πέντε ξαπλώνεις χάμω, δέκα ξεφυτρώνουν απ’ τη γωνιά, σαν τα δόντια του δράκοντα στο χωράφι. Αν δεν τα βγάλεις πέρα με τους αριθμούς, έρχονται να σε βρουν. Σκέφτομαι ν’ αρχίσω να κοιμάμαι λιγότερο για να μη με αιφνιδιάσουν, μα κουράζομαι εύκολα πια, τα βλέφαρα βαραίνουν χωρίς προειδοποίηση. Τις ώρες που δουλεύω δεν πολυφωνάζω μπας και με ξεχάσουν, μα τους σιωπηλούς τους βρίσκουν πιο εύκολα. Με την όσφρηση, είναι πολύ ξεκάθαρη η μυρωδιά του φόβου. Δεν τη μπερδεύεις με καμιάν άλλη.

Λένε ότι απέναντι, πίσω απ’ το δάσος, στους πέρα λόφους, υπάρχει κόσμος αμέτρητος που σκαλίζει το χώμα για να ‘βρει μια ρίζα, ένα σπόρι, ένα αδέσποτο ψίχουλο, ένα κάτι, για να βγάλει τη μέρα.  Άλλες φορές βρίσκει, τις πιο πολλές όχι. Έτσι λένε, δεν ξέρω. Ούτε με τι ακριβώς μοιάζουν ξέρω, τι γλώσσα μιλάνε και πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι που πλημμύρισαν κείνα τα μέρη. Η διαδρομή για απέναντι περνάει μιαν ανάσα απ’ τα σπίτια μας, μέσα απ’ τη νεκρή ζώνη. Κάποιους προλαβαίνω και τους διακρίνω (ένα σκυφτό περίγραμμα, αυτό μόνο) όταν τους μεταφέρουν πενήντα, εξήντα, εκατό μαζί μέσα σε μεγάλα φορτηγά. Είμαι σίγουρος ότι κοιτάζουν -με ένα βλέμμα που δεν ξέρω αν στάζει «γιατί εγώ;» ή «γιατί όχι εσύ;» ή «γιατί όχι και εσύ;» – τα παράθυρα, τα μπαλκόνια, τις γλάστρες μας, τα αυτοκίνητά μας, τη ζωή μας την ίδια. Που μάλλον κάτι τους θυμίζει. Ευτυχώς ο δρόμος είναι μακριά και οι ματιές μας δεν καταφέρνουν ν’ ανταμώσουν. Υποθέτω πως κι αυτοί εδώ τριγύρω θα ζούσαν, μέχρι τη μέρα που τους είπαν «ως εδώ ήταν, μαζεύτε τα». Δεν μ’ ανακουφίζει αυτή η σκέψη όμως, θα προτιμούσα να είχαν γεννηθεί απέναντι. Να μην είχαν ποτέ τριγυρίσει ανάμεσα στα πόδια μου. Ούτε να βρεθώ εγώ ένα πρωί να σκοντάφτω ανάμεσα στα δικά τους και δω πόσο μοιάζουμε. Με τέτοιες σκέψεις ο φόβος αναβλύζει από κάθε πόρο μου πιο πολύ κι από το πιο δυνατό μύρο.

Από την άλλη πλευρά, εκείνη που λένε ότι φτάνει ως τη θάλασσα, δεν έρχεται κανείς προς τα δω. Ποτέ. Ούτε κανείς από μας μπορεί να πάει προς τα κει. Μας δείχνουν κάθε μέρα εικόνες της όμως, γράφουν όμορφα λόγια γι αυτήν, διηγούνται ιστορίες για ανθρώπους προκομμένους και χαμογελαστούς που ζουν εκεί, για να βεβαιωθούμε πως υπάρχει. Μα έχω από καιρό βεβαιωθεί πως υπάρχει, αφού από κει βλέπω να ‘ρχονται τα φορτηγά που αδειάζουν σιγά σιγά, μέρα τη μέρα, μήνα προς μήνα, τη νεκρή ζώνη.

(για την Σ , για να μη φοβηθεί ποτέ, κι αν φοβηθεί να μη τους το δείξει, ποτέ )

days of future past

25557664

Σε λιγότερο από πέντε λεπτά θα δέναμε. Η πόρτα είχε ανοίξει, οι βιαστικοί βρισκόταν ήδη στο τελευταίο σκαλί, οι μισές εξατμίσεις είχαν πιάσει -κιόλας- δουλειά.

Η κόρνα του καραβιού ακούστηκε τρεις φορές . Διακόσιοι ανυπόμονοι κομπάρσοι – δεύτερης και τρίτης διαλογής- περιμέναμε τις οδηγίες του Zinneman, «ready, set, go» για να ξεχυθούμε, να αναμετρηθούμε με το καλοκαίρι.  Δυο, τρεις, πέντε, δέκα μέρες. Γι ακόμη μια φορά.

Όμως καμιά οδηγία δεν ακούστηκε απ΄τα μεγάφωνα. Στεκόμασταν εκεί, παγωμένοι, μουδιασμένοι κι ανήμποροι, να παρακολουθούμε τον σεναριογράφο ξαπλωμένο πάνω στην ιστορία του, την ώρα που περνούσε λίγα μέτρα μπρος απ’ την πλώρη μας. Σημασία δεν έδωσε στην κόρνα, στις φωνές, στα παρακαλητά μας, στιγμή δεν σήκωσε βλέφαρο, ούτε βλέμμα καταδέχτηκε να ρίξει προς στην πλευρά μας. Μετά από τρία λεπτά χάθηκε από τα μάτια μας.

Χωρίς σκηνοθέτη, δίχως σενάριο, κάποιοι έπρεπε πια να βρούμε -επιτέλους- μόνοι μας τα λόγια, τον τόπο και τον χρόνο για να ζήσουμε ένα θέρος τόσο αλλιώτικο από κάθε προηγούμενο.

Σε λιγότερο από δυο λεπτά θα δέναμε. Πρώτη φορά η προβλήτα έμοιαζε να απομακρύνεται με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε…

η συνταγή

25179753

Αναζητώ τα βασικά του θέρους. Κάθε χρονιά η συνταγή γίνεται όλο και πιο απλή. Με τα ακριβότερα, τα σπανιότερα όσων θεωρούσα κάποτε -ο ανόητος- ευκολόβρετα υλικά.

Μια αυλή με βρεμένο τσιμέντο, ούτε ακριβά κεραμικά πλακάκια, ούτε τερακότες, ούτε φρεσκοκουρεμένο γκαζόν, μήτε χρωματιστά χαλίκια -άθλια ρέπλικα βότσαλων- που προσφέρονται σε σακιά, είκοσι κιλά ένα δεκάρικο. Τσιμέντο  παλιοκαιρίσιο, βελούδινο, που φιλοξενούσε κιλίμια και κουρελούδες και τα γυμνά μας πόδια πάνω του. Δεν ξέρω πώς το φτιάχναν, ξέρω ότι εκείνο ψάχνω και μαστόρια δεν βρίσκω.

Ένα τραπέζι μικρό, μεταλλικό, τα αρχαία βαμμένα και ξαναβαμμένα μπλε των καφενείων που χωράγαν πάνω τους τρεις καφέδες ελληνικούς -πες τους και τούρκικους, δεν χαλάμε καρδιές για έναν καφέ- και τρία ποτήρια νερό, εκείνα τα πλισέ που γράφαν Yula στον πάτο τους. Τα ίδια τραπέζια που όταν φεύγαν οι καφέδες χωρούσαν δυο μικρά πιάτα μ’ ελιές ξυδάτες, ντομάτες αληθινές με ρίγανη, λίγη φέτα, δυο μπαστουνάκια κασέρι, σπάνια δυο μπουκιές παστουρμά, ίσως ο,τι τουρσί βρισκόταν πρόχειρο, λίγες αντσούγιες ή μια φέτα παλαμίδα απ΄το μπακάλικο του Αδαμίδη. Ψωμί ψωμένιο, που όταν ξέμενε λίγες μέρες γινόταν παξιμάδι, όχι δειγματολόγιο μούχλας. Τρία, τέσσερα ποτήρια. Μπορεί και δυο. Και μισό μπουκάλι ούζο Τσότρα. Με παγωμένο νερό, κατευθείαν απ΄το παλιό Kelvinator.

Ψάθινες καρέκλες. Ξέρεις, από κείνες που το χέρι σου πήγαινε  από κάτω και άρχιζε να στρίβει και να στρίβει την ψάθα που περίσσευε μέχρι να κόψεις το κομμάτι, να το φέρεις στη μύτη σου κι αν ήσουν τολμηρός να το βάλεις και στο στόμα. Αθώες εποχές, αλλιώτικες. Τις στείλαν στον παράδεισο των καθισμάτων και των καλοκαιριών οι γαμημένες οι alibert.

Κληματαριά. Φορτωμένη, έτοιμη να με θάψει από κάτω της. Μέλισσες, σφήκες, σπούργιτες στα σωθικά της, ένα βουητό τρία μέτρα πάνω απ΄το κεφάλι μου. Πεσμένες ρώγες τριγύρω, φρέσκες, πατημένες, σταφιδιασμένες. Μυρμήγκια να παλεύουν για μια μπουκιά τους. Απ’ τα κανονικά μυρμήγκια που μπορούσες να τα κοιτάξεις στα μάτια, όχι τα σημερινά των μπαλκονιών που ούτε ψίχουλο από φτηνιάρικα καρβέλια μπορούν να τρομάξουν.

Ένα ραδιοφωνάκι. Για τα βράδια εκείνα που το ποτήρι πάνω στο τραπέζι δεν ζευγαρώνει ως το πρωί. Μια φωνή, γυναικεία, αντρική, δεν έχει σημασία, δεν ακούω τι λέει, παρέα θέλω όχι στιχάκια, όχι ρεφρέν, όχι νότες, παρέα. Για να μη μείνω μόνος με τη νύχτα και μου πιάσει την κουβέντα, τα τι και τα πως και τα αν και τα γιατί κι άκρη μαζί της δεν βγάζεις, είναι άσχημη γλωσσού η νύχτα.

Θάλασσα πέντε μέτρα μακριά. Ας είναι και δέκα, όχι παραπάνω. Μετά τα τσιμέντα να πατήσω κατευθείαν άμμο ή βότσαλο. Να μετρήσω δέκα βήματα και να βρω νερό. Μπω δεν μπω. Με ήλιο ή με φεγγάρι. Να ακούω το κύμα. Να μ’ ακούει κι αυτό, τι σόι γείτονες είμαστε αν δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον. Ανάμεσά μας τίποτε, δέκα ανεμπόδιστα βήματα μονάχα. Κάποια νύχτα μια φωτιά πενήντα, εξήντα μέτρα μακρύτερα, μια παρέα, ας μη παίζουν έντεχνα τουλάχιστον, ούτε το blowin’ in the wind, ούτε dust in the wind, μη, μη μιλάς άλλο γι αγάπη, μη λες τίποτε, βγάλε τον σκασμό, φίλα την μονάχα, χάιδεψε τα πόδια της, άπλωσε μια πετσέτα, μπες και τέλειωσε μέσα της, άσε τον Χάρη και τον Πάνο και τον Λαυρέντη σπίτια τους καλέ μου, να χαρείς τα νιάτα σου..

Κι ένα βιβλίο, με μαλακό εξώφυλλο. Ταλαιπωρημένο. Με σελίδες λερωμένες από ανθρωπίλα, αντηλιακό και μπίρες. Δεν είναι το Ιερό Δισκοπότηρο για να το αγγίζω με δέος. Όχι με βαριές υπογραφές, ούτε με σκαλιστές λέξεις και νοήματα ρετιρέ. Ένα βιβλιαράκι με μικρές ιστορίες, της μιας, μιάμιση σελίδας. Μια ιστορία δυο γουλιές, τρεις με τον αφρό. Να την τελειώνω, να βγάζω τα πρεσβυωπικά και να χαζεύω το γαλάζιο απέναντι. Ή τα φώτα απ’ τα καΐκια μακριά. Να βάζω τις ιστορίες μέσα στο καλοκαίρι μου, όχι να στριμώχνω αυτό μέσα στις σελίδες. Όχι άλλα «ξέρω τι διάβασες πέρυσι το καλοκαίρι».

Μ’ αυτά νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω. Και με λιγότερα μπορώ αν έρθεις κι εσύ. Υπόσχομαι να μη ροχαλίζω πολύ τα βράδια. Κι αν θες στο υπογράφω κιόλας, κι αυτό και ότι θα σηκώνομαι εγώ κάθε νύχτα να μονομαχώ με τα κουνούπια. Κάθε βράδι θα ετοιμάζω εγώ το καρπούζι και το τυρί, κάθε πρωί θα σου λέω πόσο όμορφες είναι οι ευρυαγγείες σου την ώρα που θα μιλάω με την κυτταρίτιδα σου χαμηλόφωνα, για να μη σε ξυπνήσουμε, λίγο πριν πεταχτώ στον φούρνο για δυο κουλούρια και μια τυρόπιτα,  λίγο μετά που θα φτιάχνω τον καφέ, μέτριος διπλός εγώ, γλυκός φραπέ με γάλα (μια αηδία αλλά στο συγχωρώ) για σένα, λίγο πριν τα επόμενα καλοκαίρια, λίγο μετά τα προηγούμενα, όσα γινάτια και να κάνουν θα ‘ρθουν και -το καλό που μας θέλω- κοίτα να μας βρουν εδώ και να μας βρουν μαζί. Μόνο αυτό λέει η συνταγή…

—-

βατ εξήντα (τα εννιά χάρισμα)

light_in_the_darkness_by_benjamin75-d349bxq

Χτες το απόγευμα κάηκαν δυο λαμπτήρες στην πυλωτή. Για έναν ακατανόητο -ακόμη- λόγο, πεθαίνουν δυο δυο. Ακόμη κι αυτοί που έχουν μήνες ή και χρόνια διαφορά ηλικίας. Συμβουλή μου, να μην έχεις ποτέ τρεις λαμπτήρες να σου δείχνουν το δρόμο. Κανείς δεν ξέρει τι θα νιώθει το επόμενο πρωί ένας που αφέθηκε να παλέψει μόνος του εκεί έξω με μια ολόκληρη νύχτα.

Τα φώτα γερνάνε πιο γρήγορα απ’ τους ανθρώπους. Προλαβαίνουν να δουν πολλά όσο ζουν. Κι όμως δεν λένε κουβέντα σε κανέναν. Κάποιες φορές κοιταζόμαστε συνωμοτικά την ώρα που παρκάρω ή φεύγω -έχω μάθει απ’ έξω και ανακατωτά ότι αλλιώς σε κοιτάζει ένας Οsram κι αλλιώς ένας Philips-. Κι όσο κι αν βαυκαλίζομαι πως έχω μια ικανότητα στα λόγια, αν με ρωτήσει «τι χαζεύεις εκεί πάνω; αργήσαμε», είναι αδύνατον να βρω λέξεις να της εξηγήσω.

Led δεν θα βάλουμε ποτέ. Οι νύχτες πρέπει να φωτίζονται, με σκληρό φως, ανακριτικό, αντρίκιο. Όχι να κρύβουν τις ατέλειές τους και να φτιασιδώνονται αυτάρεσκα. Γιατί μετά νομίζουν ότι είναι καμπόσες και ψηλώνουν και ακκίζονται και αργούν να σου αδειάσουν τη γωνιά. Κι αν δεν μικρύνουν, αν δεν τους σπας με ένα “κλικ” τον τσαμπουκά για να δείξεις ποιός είναι το αφεντικό, άνοιξη δεν καταδέχεται να ‘ρθει.

—-

 

 

ριχάρδος ο λεμονόκαρδος

Ήταν φορές που μέσα σ΄ αυτή την αδιέξοδη σχέση ένιωθε σα στυμμένος. Σαστισμένος. Κι όλη η ξινίλα που απλόχερα σκορπούσε σε αθώους τόσο καιρό, αντί να τρυπώσει στα γκρίζα μάτια της μιας και μόνης αληθινής ένοχης για να τα εκδικηθεί με αφόρητο τσούξιμο, έψαχνε μια σουρωτή για να ξεσπάσει. Με μια κουταλιά ζάχαρη. Παγάκια σε σχήμα καρδιάς. Και καλό ανακάτεμα.

Όταν αρχίζω να γράφω σαν τη Λένα Μαντά, είναι σίγουρο πως το μέλλον θα φανεί πάρα πολύ σκληρό μαζί μου. Δεν αποκλείεται να πέσει και να με πλακώσει. Σε σαράντα χιλιάδες αντίτυπα.

 

 

Ένα ποτήρι τσίπουρο. Χωρίς παγάκια, με κρύο νερό. Όπως στα ακριβά malt, δεν κατούρησαν στο πηγάδι τα δικά μας τα καζάνια. Τρεις ξυδάτες χοντροελιές, δυό κομματάκια γραβιέρα Νάξου, ένα σκεβρωμένο πιπεράκι τουρσί, μισός χτεσινός κεφτές. Κρύος. Τρία, δυο, ένα, μισό. Drowning by numbers. Είναι απόλαυση, τεράστια ηδονή να μπορείς να ξεφτιλίζεις τον Greenaway πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα την ώρα που τραβάς, κόβεις τα ξέφτια από κάτω της και μυρίζεις μετά τα χέρια σου. Τα ίδια έκανα και στα οκτώ μου, μείον τα τσίπουρα. Σε δέκα, δεκαπέντε χρόνια θα ωριμάσω. Αged in oak families.

 

 

Πάνω από το κεμπαπάδικο, το δεύτερο πιο διάσημο της πόλης, υπήρχε μια εκκλησία παλιά, στον πρώτο όροφο. Πολύ παλιά, είκοσι και βάλε χρόνια πριν. Ανέβαινες είκοσι ξύλινα στενά σκαλιά, έκανες το σταυρό σου να υπάρχει έστω και μισή γωνιά ελεύθερη για να μπεις να παρακολουθήσεις τη λειτουργία κι έμπαινες. Για τέμπλο είχε μια μπάρα με διακόσια μπουκάλια θεία κοινωνία από πίσω της, από το ταβάνι κρεμόταν ένας πολυέλαιος απ’ τους φτηνούς που άναψε πέντε φορές και μετά έσβησε για πάντα γιατί -σε στιγμές ύψιστης θρησκευτικής έξαρσης- κάποιοι προσπάθησαν να παραστήσουν τα λαμπιόνια πάνω του, αντί για εικονίσματα δεξιά κι αριστερά είχε πιστούς, καρφωμένους με την πλάτη, με τον ώμο, με το μέτωπο, στον τοίχο, μετά το τρίτο, τέταρτο τζακ ντάνιελς ήθελες μεγάλη πίστη για να ισορροπήσεις χωρίς ντουβάρι. Για τους ψαλτάδες μη ρωτάς. Ο θεός της νύχτας μας έκοβε χρόνια και τους έδινε ώρες, ως το ξημέρωμα. Αυτό το λάθος πληρώνουμε σήμερα, πάνε τα χρόνια, πάνε οι νύχτες, πάνε οι ψαλτάδες, πάει και η Loris. Πριν λίγες μέρες ρώτησα έναν από τους ψήστες που μου φάνηκε σαν αφεντικό (γιατί ήταν λιγότερο λιγδωμένος απ’ τους άλλους) αν μπορεί να μου ανοίξει -την αποθήκη τους πλέον, για τέτοια βεβήλωση μιλάμε-για να ανέβω επάνω. Όσο με κοιτούσε σαν να είχε απέναντί του τον Τζακ Τόρανς, του εξήγησα ότι ήθελα να κάνω το σταυρό μου εκεί που βαφτίστηκα, παντρεύτηκα, βάφτισα παιδιά. Η ψυχή του μαλάκωσε, δεν ξέρω τι σκέφτηκε και δε με νοιάζει κιόλας, ξεκλείδωσε την πόρτα, είπε ανεβείτε προσεκτικά. Ανέβηκα. Σε ένα λεπτό ήμουν πάλι κάτω, σωστός Αντρέι Ρουμπλιόφ, με σφιγμένο στομάχι. Οι Ταλιμπάν πιο τρυφερά φέρθηκαν στις μοιχαλίδες απ’ ότι ο χρόνος στον ναό μας. Πώς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος μεγαλώνοντας όταν σου κλέψαν το στασίδι σου; πού να προσευχηθείς; πού να κοινωνήσεις; πού να πας τα παιδιά σου -τώρα που μεγάλωσαν- να κοινωνήσετε μαζί; πού να ψάλλεις I love you baby and if its quite alright, I need you, baby to warm a lonely night, I love you, baby, trust in me when I say….κι αμέσως μετά να πέσεις στα γόνατα τον επινίκιον άδοντας, war, children, its just a shot away, love, sister, its just a kiss away.

 

 

Δεν σκέφτομαι τα πίσω με νοσταλγία. Όχι. Τα μπροστά σκέφτομαι με περιέργεια και -δε ντρέπομαι να το πω- με μια λαχτάρα. A shot away, a kiss away, ο,τι να ‘ναι εκτός από fade away.  M’ αυτό το away -το σκέτο- να κατορθώσουμε να βρεθούμε μια μέρα. Με τα ψαλτήρια, τα στασίδια, τα κεραμίδια και τα shelters θα δούμε πώς θα τη βολέψουμε…ένα τρόπο θα βρούμε να τη γλυκάνουμε την ξινίλα…