ρόγχος *

26916203

Είναι τυράννια ο τρόπος που ξεψυχάει ο Ιούλιος, εδώ και χρόνια. Σαν χτες, καλή ώρα, που έδειχνε 31. Στο ρολόι. Ημερολόγιο δεν ζει στο σπίτι.

Με τριαντατέσσερις βαθμούς έξω, όπου κι αν έσταζε ο ιδρώτας μου τον άκουγα να εξατμίζεται σε δευτερόλεπτα, τον άκουγα καθαρά. Σαν ρόγχο. Όχι τελευταίο όμως, γιατί δεν τελειώνει εύκολα ο ιδρώτας. Ούτε κι ο Ιούλιος. Ώσπου να βγει η ψυχή του, φαγώνεται να πάρει και τη δική μας μαζί. Το σώμα του Μάνου δεν του ‘φτασε.

Παλιά θυμάμαι ήταν ωραίος -με τον τρόπο του- αυτός ο μήνας. Παλιομοδίτης, κύριος, σένιος, ένα Citroen SM με δερμάτινα καθίσματα, παιδί της βόλτας. Τώρα όλο βιάζεται, σαν ρολερκόστερ είναι. Ανεβαίνεις, ανεβαίνεις κι όλο ανεβαίνεις, κρατώντας σφιχτά το χέρι του γιατί ξέρεις πως όταν το στομάχι σου ανέβει στον οισοφάγο και το πάρεις αγκαλιά για να το παρηγορήσεις και να του ψιθυρίσεις «μη φοβάσαι, μη λιγοψυχήσεις, μη χυθείς έξω τώρα», θα βουτάς με φόρα προς τον Αύγουστο. Όπισθεν δεν έχει. Ούτε φρένο, πας κατευθείαν δεκαπενταύγουστο και τέλος.

Περάσαμε απ’ τη Θεσσαλονίκη, πήραμε τη Μαρία. Την ειδοποίησε η δικιά μου, είπε «σε μια ώρα είμαι έτοιμη». Με τη Λένα βλεπόταν δυο-τρεις φορές το χρόνο, ξέχασα από πότε είχα να τη δω, καιρό πολύ πάντως. Ήταν ακόμη όμορφη, της πήγαιναν τα μαύρα. Της το είπα, «μη το πεις αυτό του αλλουνού και φρικάρει» γέλασε. Έριχνα κλεφτά ματιές πίσω, μέσα απ’ τον καθρέφτη. Μετά ξεθάρρεψα και γύριζα το κεφάλι, όσο μπορούσα πιο -τάχα μου- αδιάφορα. Τα πόδια της -ωραία, γεμάτα, αληθινά μπούτια- γυάλιζαν. Το ίδιο και τα μάτια μου, μα είχα προνοήσει να τα κρύψω καλά. Μια δυο φορές με συνέλαβα στη διαδρομή να σκαρώνω (από μέσα μου) σαχλά στιχάκια με ζ-άρα, μαξμ-άρα και τα σχετικά ομοιοκατάληκτα αλλά μετάνιωσα αμέσως, «σε κηδεία πας τομάρι» μου το ξέκοψα.

Από την ώρα που παρκάραμε απέναντι απ’ το σπίτι με το αόρατο κηδειόχαρτο -γύρισα από την άλλη πλευρά να μη δω το όνομα, θαρρείς και θα ξόρκιζα αυτό που με περίμενε πάνω- περασμένες δέκα τη νύχτα, κάπνισα ατέλειωτα τσιγάρα στο μπαλκόνι μα στιγμή δεν αποχωρίστηκα τα μαύρα μου γυαλιά. Όπως τότε, στον πλάτανο, εικοσιτόσα χρόνια πριν. Σπουδαία ανθρώπινη ανακάλυψη, σε κάνει αόρατο. Δεν μ’ ένοιαξε πόσο αστείος φαινόμουνα, δεν έβλεπα κανέναν και δεν με έβλεπε κανείς, άλλωστε. Όταν δεν σε κοιτάνε μέσα στα μάτια και δεν κοιτάς μέσα σε μάτια, δεν υπάρχεις. Η ευγένεια, διάβασα κάπου, απαιτεί να κοιτάς κάποιον κατάματα στην πρώτη σας συνάντηση. Για την τελευταία δεν θυμάμαι να πήρε κάτι το μάτι μου. Ευτυχώς δεν διαβάζω πολύ.

Ντρέπομαι αλλά στιγμή δεν βούρκωσα για το Μάνο. Για κείνη που δεν της ταίριαζε ο ρόλος της χήρας ναι, παρά λίγο. Για τα πεθαμένα μας καλοκαίρια μάλλον. Για τα τρία κορίτσια με τα μικρά μαύρα μαγιώ και τα χείλια τους που μύριζαν κάμελ λάιτς, λιπγκλος cherry και πράσινη ελιά μέσα στο διπλό μαρτίνι. Για το δέρμα τους που όταν το ξαλμύριζαν το ντύναν με Charlie και Ysatis, για να μας καταπιεί μετά ζωντανούς πάνω σε σεντόνια νοικιασμένων δωμάτιων. Τώρα η μυρωδιά ήταν αγνώριστη. Ζέστη ανάκατη με θυμίαμα, λιβάνια, κεριά, φτηνά λουλούδια τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο και ιδρωτίλα που ξεχείλιζε από μαύρες συνθετικές μπλούζες και άσχημα πουκάμισα, χυμένα έξω από παντελόνια που πρόλαβαν να γίνουν γουμίδια.

Ξημέρωσε. Μισή ντουζίνα βεντάλιες των δυο ευρώ απ’ τα κινέζικα κάναν ασταμάτητα αέρα. Ήταν τόσο πηχτός που τον κόβαν σε μικρά μικρά κομμάτια. Ελπίζω να βρισκόταν κάποιος να τα μαζέψει από το πάτωμα όταν θα φεύγαμε για την εκκλησία, θα ΄ταν ντροπή ν’ αφήσουμε τόση ακαταστασία ξοπίσω. Στις εντεκάμιση ήρθε ο παπάς. Περασμένες μιάμιση έπεσε η πρώτη σταγόνα κρασί πάνω στο σάβανο. Τέλος.

Στην επιστροφή, μετά που αφήσαμε τη Μαρία στο σπίτι της, ανταλλάξαμε πέντε κουβέντες όλες κι όλες.

 

«Μήπως έπρεπε να μείνω απόψε; να ‘ρχόμουν με το ΚΤΕΛ αύριο» 

 

«Ξέρω γω…μάλλον»

 

«Το παιδί  σκέφτομαι. Εκείνη θ’ αντέξει»

 

«Μαζί θ’ αντέξουν»

 

Το «crazy for you» έπαιξε πάνω από δέκα φορές. Αντίδοτο. Crazy for loving you. Γινάτι, ανακατεμένο με φόβο. Εγώ θα μείνω ζωντανός ρε πούστη χάρε, δεν θα τους αφήσω μόνους. Εγώ και ο Neil Halstead.

Κοντά μεσάνυχτα μπήκαμε σ΄ένα σπίτι που έβραζε. Άδειο. Τα δικά μας παιδιά ήταν έξω, η ζωή γι αυτά συνεχιζόταν χωρίς αναταράξεις και «τον αγαπημένο μας, ετών 52». Πέταξα πουκάμισο και παντελόνι πάνω σε μια καρέκλα,  στην κουζίνα. Έπλυνα -έτσι λένε να κάνεις σαν γυρνάς στο σπίτι από κηδεία- χέρια, πρόσωπο, δεν είχα κουράγιο να μπω και για μπάνιο. Κοιτάχθηκα στον καθρέφτη, τρόμαξα μ’ αυτό που είδα. Ήταν λάθος μεγάλο να βγάλω τα γυαλιά.

Άνοιξα το ψυγείο για να βρω μια μπίρα, έπεσα πάνω στο τάπερ με τα προχτεσινά γεμιστά. Έχασε η μπίρα. Πήρα ένα στο χέρι, γέμισα ρύζια το πάτωμα, ήθελα να τα γλείψω μα αντιστάθηκα. Έβαλα το on some faraway beach  να παίζει, χαμηλά..

Given the chance…

Εκείνη τη νύχτα πολλά ξεκαθάρισαν μέσα μου. Ακόμη κι αν είχε σκοπό να με γαμήσει ωραία ο Αύγουστος, θα του ‘λεγα την αλήθεια. «Εγώ ψυχή παράδωσα στον προηγούμενο, για σένα μόνο λίγα ψιλά περίσσεψαν. Άμα θες βολέψου μ΄ αυτά, άμα  θες φύγε».

Αποκοτιά. Βλακεία μου. Ελπίζω να μην είναι Σάϋλωκ και να μείνει.

Για λίγο, έστω.

γραμμένο για το Μπαχάρ 5  , χαρισμένο με  την αγάπη μου στον Σπύρο και στον Xρήστο

Advertisements

Ανάσταση (προσεχώς)

Μου έχει σφηνωθεί η ιδέα πως ο,τι κι αν αντιπροσωπεύει για τον καθένα η Ανάσταση, εδώ και χρόνια είναι ημιτελής. Φέτος ακόμη πιο πολύ.

Σαν να ξαναζεί μόνον ο μισός -κι αυτό από υποχρέωση-  κι ο άλλος μισός μένει πίσω στα σκοτεινά γιατί κουράστηκε πια με τα πηγαινέλα, τις μεγάλες Δευτέρες, τις μεγάλες Πέμπτες, το ανέβα-κατέβα στο σταυρό.

Κι εγώ δεν ξέρω με ποιόν από τους δυο μισούς να πάω..

Ευχές σε όλους. Ολόκληρες.

χωρίς διαθήκη

Αυτή δεν είναι μια εαρινή κάτι-σαν- ιστορία αλλά πρέπει να την διηγηθώ όσο είναι ακόμη νωρίς, πριν η μνήμη μου δηλώσει πως αρνείται κάθε συνεργασία μαζί μου γιατί δεν της έδωσα ποτέ την πρέπουσα σημασία, αναζητώντας για λογαριασμό της επίμονα και με συνέπεια τα σκηνικά και τους πρωταγωνιστές του πόθου της. Όχι «μου». Δικά της ήταν. Αν δεν ήταν αυτή να με χτυπάει κάθε τρεις και λίγο συνωμοτικά στον ώμο λέγοντάς μου «ρε συ, πώς λεγόταν εκείνο το café μέσα στον St Lazare;» ή «θυμάσαι πώς σου μιλούσε το δέρμα της σαν της έβαζες αντηλιακό;», εγώ θα συνέχιζα το δρόμο μου έχοντας στην τσέπη σαν κέρματα τις καθημερινές μου σκέψεις και δεν θα γύρναγα να ρίχνω -τάχα μου αδιάφορες- ματιές πίσω όπως η γυναίκα του Λωτ. Μέχρι σήμερα γλίτωσα, ξινός έγινα, αλμυρός όχι, για πόσο όμως;

Είναι επικίνδυνο να γράφεις για ιστορίες παλιές. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Το πιο πιθανό ούτε κι εσένα. Ακόμη πιο πιθανό να μη τις έζησες ποτέ ακριβώς έτσι αλλά κι αυτό μικρή σημασία έχει, τις ιστορίες τις φτιάχνεις για να μπεις μέσα τους, γι αυτό και τις ράβεις στο νούμερό σου. Αυτό το «ράβεις» είναι το πρόβλημα, όσο περνάνε τα χρόνια ανακαλύπτεις -άτιμες μπίρες, μαλακισμένα σαββατιάτικα τσίπουρα, γαμημένα μιλφέιγ- πως δεν χωράς πια μέσα τους και τις αφήνεις να μπουν αυτές μέσα σε σένα. Τραγικό. Ακόμη κι ο Νώε πιο άπλα είχε μέσα στην Κιβωτό.

Δεν ξέρω τι έπαθα με τη Βίβλο σήμερα…

Λοιπόν, αυτή για την οποία ξεκίνησα να μιλάω ήταν μια πλάτη που πάνω της ποτέ δεν κατόρθωσα να ακουμπήσω τα χέρια μου. Εννοώ να τη βρω γυμνή, δέρμα με δέρμα, γιατί πάνω από υφάσματα συμπλήρωσα ήδη τα συντάξιμα μαζί της. Να την αγγίξω ψηλά, στους ώμους αλλά και πιο χαμηλά, λίγο πάνω από τη μέση, στο ύψος του στήθους μα και ακόμη χαμηλότερα, εκεί που τα δυο λακκάκια μαζεύουν μέσα τους τον ιδρώτα που μπορεί να είναι από ζέστη, μπορεί από κάτι άλλο. Προτιμώ το «κάτι άλλο», είναι πιο ωραία η γεύση του ιδρώτα όταν αποφασίσεις να ξεδιψάσεις από δυο μικρές λίμνες που βρίσκονται στη μέση του πουθενά, η μάλλον στη μέση της διαδρομής για εκεί που θέλεις -μη πεις πως έχασες το δρόμο, ψέμα θα ‘ναι- να πας. Ερήμην της, ίσως. Μα αν φτάσεις ως εκεί διψασμένος, κουρασμένος, εξαντλημένος, αποφασισμένος,  λίγο σε νοιάζει το «ναι» της. Εσύ θα πιεις κι ας μην ακουμπήσει ποτέ το στόμα σου εκεί. Θα πιεις τόσο όσο ούτε οι τριακόσιες στάμνες του Γεδεών είχαν μέσα τους και πάλι διψασμένος θα μείνεις, εκλιπαρώντας «δώσε μου κι άλλο».

Ούτε στα πόδια της πήγε το χέρι μου ποτέ. Στο γόνατο ναι, ίσως και λίγο παραπάνω. Ντυμένα πόδια όμως δεν μετράνε, ούτε σου δικαιολογούν διπλά συντάξιμα. Εννοώ γυμνά, δέρμα με δέρμα, στα δάχτυλα, στη γάμπα, στο γόνατο αλλά και πιο ψηλά, εκεί που πάντα το χέρι σου καίγεται, μπορεί από τη ζέστη, μπορεί από κάτι άλλο. Προτιμώ το «κάτι άλλο» αλλά αν έρθει η ώρα εκείνη, καλύτερα μ΄αυτά τα πόδια να κάψεις τα πλευρά σου παρά το χέρι σου. Αν είναι να καείς, καν’ το όπως η βάτος, όχι σαν σπίρτο.

Ανάμεσα πλάτη και πόδια είναι ο τόπος, ο προορισμός, το ξέρουμε όλοι αυτό. Καλή είναι η διαδρομή μα απ’ το να γράφεις αληθινές ή φανταστικές ταξιδιωτικές ιστορίες για τόπους μακρινούς, μαγικούς, ιδανικούς και τέλειους, προτιμότερο να βγάλεις εισιτήριο για τις όμορφες ατέλειες. Που μπορεί και να είναι τριάντα βήματα κοντά, ως τη διπλανή πόρτα. Ή μια ματιά δρόμος, ως την καρέκλα απέναντι.

κάτι σαν έαρ, κάτι σαν ντέμπι

 

…μου άρεσε μια ντέμπι χάρι κάποτε, παλιά, τότε που βοσκούσαν ακόμη μαμούθ στον πλανήτη, έναν Απρίλη χόρευα μαζί της έχοντας πιεί ενάμιση ρόσο αντίκο και δυο μαρτίνι, την ωρα που ακουγόταν το Heart of Glass της είπα στο αυτί (εξ ανάγκης, τα ηχεία -Bose 901 νομίζω ήταν- έκαναν πολύ φασαρία) «μοιάζεις με την Ντέμπι Χάρι» και εκείνη χαμογέλασε από την κορφή ως τα νύχια, αυτό που της ψιθύρισα ήταν μισή αλήθεια γιατί η Ντέμπι είχε ωραιότερο διάσημο κώλο αλλά η δικιά μου (so called) απείρως καλύτερο άσημο στήθος με το οποίο ήμουν βαριά ερωτευμένος, plus the fact οτι ήταν πολύ νεότερη της Ντέμπιδος και ήταν -ελέω μαρτίνι κι αυτή, έτσι νόμιζα- κολλημένη σαν στρείδι επάνω μου αλλά ήταν -γαμώτο- αλλουνού, κι εγώ αλληνής ήμουν βέβαια αλλά έτσι ήταν η άνοιξη παλιά, ολωνών, με τεράστιο φως, ξανθιά, όχι με ανταύγειες, ούτε με ξεβαμμένη ρίζα…..το δέρμα πίσω από το αυτί της δεν θυμάμαι τι μύριζε αλλά ή Charlie θα ήταν ή White Linen, ότι κι αν ήταν με ζάλισε και ήθελα να πω και μερικά άλλα έξυπνα μα το μόνο που μου ήρθε στη γλώσσα (ένας αιώνας δρόμος απ’ το μυαλό) ήταν ένα fat free «αλλά αυτή δεν χαμογελάει όπως εσύ», πάλι καλά δηλαδή, θα μπορούσα να έχω πει κάτι σαν «μα αυτή φοράει ακόμη εφηβικό σουτιέν» και να ευχηθώ να σβήσουν ακόμη και τα άστρα εκείνη την ώρα για να μη δει το μάτι μου να γυαλίζει, μετά ακούστηκε το Sailing και τη ρώτησα -ο άθλιος ζαμπούνης- αν κουράστηκε και είπε «είναι ερώτηση τώρα αυτή;», δεν κουράστηκε, το στήθος της ακούμπησε ανάγλυφο, τρισδιάστατο και σε πλήρη ανάπτυξη πάνω μου με εκείνο τον τρόπο που έχω ξεχάσει από καιρό, το ίδιο κι εκείνη φαντάζομαι μετά από τρεις γέννες και καμιά εικοσαριά δίαιτες που είναι αμείλικτες στους ιστούς και τους αδένες, πολλά χρόνια μετά έψαχνα να βρω πάνω μου εγκαύματα από εκείνο το άγγιγμα αλλά μάταια, στο τέλος βαρέθηκα κι εγώ και τα εγκαύματα και σταματήσαμε να ψαχνόμαστε, τα θυμήθηκα αυτά σήμερα που είδα τη φωτογραφία της Ντέμπιδος στου φίλου μου και ασυναίσθητα έφερα τα δάχτυλά μου στη μύτη για να θυμηθώ αν ήταν Charlie ή White Linen, δεν μύρισα τίποτε, μετά θυμήθηκα πως την άνοιξη μόνο οι αλλεργίες και μερικά παραπανίσια κιλά μου κάνουν παρέα, αναρωτήθηκα τι να κάνει τώρα, αυτή τη στιγμή, και για πόσο ηλίθιο θα με περνούσε αν της τηλεφωνούσα μεσημεριάτικα για να της πω «πάω στοίχημα πως είσαι πιο ωραία από τη Ντέμπι Χάρι σήμερα» και μόλις την ακούσω να γελάει να τη ρωτήσω κάτι που με τρώει από τότε «τελικά το στήθος σου σκλήρυνε εκείνο το βράδι και κόντεψε να με τρυπήσει ή ιδέα μου ήταν;», χωρίς να νοιάζομαι πλέον για το αν θα σβήσουν ή όχι τα άστρα γιατί το μάτι μου έχασε απο καιρό το λούστρο του και η άνοιξη έπαψε από καιρό να είναι ξανθιά, άσπρισε κι αυτή μα παραμένει μια ξεπεσμένη γηραιά ντίβα, αν δεν βρει πρώτα τη σωστή χρωμοβαφή ο χειμώνας θα περιμένει με τις βδομάδες για αλλαγή βάρδιας, τελικά δεν τηλεφώνησα γιατί δεν είχα καμιά διάθεση να πιάσω κουβέντα με τον άντρα της για τη γκόλντμαν ζακς, τα σπρέντς  και τη χαμένη τιμή του δώρου του πάσχα, τέλειωσα τις δουλειές μου και πέρασα για μια -τάχα μου τυχαία- βόλτα απ’ τα  Hondos, ρώτησα αν βγαίνει η Charlie σήμερα και εισέπραξα ένα βλέμμα που αν η απορία μέσα του ήταν σπαθί θα με είχε κόψει σε δεκατέσσερα τεύχη πριν προλάβω να ζητήσω γονυπετής χάρη, τη White Linen δεν χρειάστηκε να τη μυρίσω, ζω μαζί της πάρα πολλά χρόνια και γνωριζόμαστε καλά πια, αν αυτό το ποστ το έγραφε ο Ζαν Μπατίστ Γκρενουίγ θα έλεγε «ματαιοπονείς, μπορεί το όνομα, το μπουκάλι και τα συστατικά να είναι τα ίδια μα δεν τις κάνουν πια όπως παλιά». Πήρα μια φτηνή κρέμα για τις ρυτίδες στα μάτια (τόσα αντικρύζουν αγόγγυστα και σιωπηλά, κάπως πρέπει λοιπόν να τα ανταμείψω) και έφυγα.

Το πιστεύεις ή όχι, με το που μπήκα στο αυτοκίνητο δεν έπαιζε το Heart of Glass. Αυτά γίνονται μόνο στο χόλυγουντ. Μια βλακεία της Gaga έπαιζε. Το έκλεισα και άρχισα να τραγουδάω μόνος μου, με κλειστά παράθυρα ασφαλώς….what I find is pleasing and I’m feeling fine, love is so confusing there’s no peace of mind…

Δεν πήρα τηλέφωνο. Δεν ήταν οι κουβέντες για τα spreads και τις υποβαθμίσεις το πρόβλημα, το άλλοθι για να μη σχηματίσω τον αριθμό της ήταν. Αν μου έλεγε «ναι, δεν ήταν ιδέα σου, ήθελα να σε τρυπήσει» θα έπρεπε κάτι να απαντήσω αναδρομικά και την άνοιξη οι απαντήσεις -και οι αλλεργίες- είναι περίπλοκες.

Η Λίστα του Κακλού

Για καλό ή για κακό, όλες κάναν κάτι στο στομάχι μου (το κέντρο της ψυχικής μου ισορροπίας). Το έσφιξαν κόμπο, το έλυσαν, με έστειλαν στο ψυγείο, με στείλαν για κατούρημα, με κράτησαν με κλειστό στόμα ένα 48ωρο.

Γιατί καμμιά δεν μιλάει στη μητρική μου γλώσσα ;

Ίσως φταίνε οι εμμονές τους, ίσως οι δικές μου που τις βγάζω τώρα για παρέλαση.

Σημαιοφόρος :

Funny Games-Mikael Haneke (όχι η αμερικάνικη εκδοχή, δεν υπάρχει Απόλυτος Τρόμος αν δεν ακούσεις τη μητρική γλώσσα του Γκαίτε) – Βία. Με προδιαγραφές. Χωρίς αιτία. Γιατί έτσι.

Ατάκτως παρελαύνοντα ακολουθούν :

Βug-Phil Hay/Matt Manfredi – Αν το δεις και πεις «μα τι βρήκε σε ένα υποτονικό ταινιάκι της σειράς;», θα σου απαντήσω πως κι εγώ ένας άνθρωπος της σειράς είμαι, ίσως και εκτός σειράς.

Οldboy-Chan-wook Park – Aισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης (και μια τζούρα Φρύνιχος) μεταφρασμένοι στα 한국어

Μanhattan-Woody Allen- Είμαι τρελλός για ασπρόμαυρο, για jazz, για Γούντι, για Νταιαν Κήτον στα -ας πούμε- νιάτα της. Τέσσερα σε ένα, διάνα !

La stanza del figlio-Nanni Moretti- Θα το πω κι ας μην είναι πολιτικά ορθό (χέστηκα κιόλας) : αν έχεις παιδί, αυτή η ταινία θα σε γαμήσει. Θα χτίσει αυθαίρετα στο πίσω μέρος του μυαλού σου και θα μείνει εκεί για πάντα. Stuck by this river.

Rear Window-Alfred Hitchcock- Τι να μας πει κι ο Φον Τρίερ και οι λοιποί δογματικοί που ανακαλύψαν το μονοκάμερο και νομίσαν πως έπιασαν τους αδερφούς Νταρντέν απ’ τα testacles

Mon oncle-Jacques Tati- Θα έβαζα τις Διακοπές του κυρίου Hulot αλλά αυτό μ΄αρέσει λίγο περισσότερο γιατί δεν επαψα να ασφυκτιώ μέσα σε πράγματα που ξεπερνούν κι εμένα και την εποχή μου μαζί (όταν εγώ κι αυτή τυχαίνει να ταυτιζόμαστε).

συν εφτά μπρατσωμένα μπαλαντέρ για επιδόρπιο :

Ascenseur pour l’échafaud-Louis Malle – Miles, Παρίσι, ασπρόμαυρα φίφτις, Μωρίς Ρονέ αλλά κυρίως καμπαρντινάτη Ζαν Μορώ, πόσο ανικανοποίητα σκατόψυχος πρέπει να είσαι για να πεις «gimme more» ;

High Fidelity-Stephen Frears- Αν δεν μεγάλωσες με ροκ, βινύλια, αληθινά δισκάδικα-ενορίες (όχι Μητροπόλεις) και Maxell 60ρες, ξέχνα το.

Sweet sixteen-Ken Loach- Από τα Άπαντα του Λόουτς διαλέγω αυτό στην τύχη. Εντελώς τυχαία όταν το είδα (καθυστερημένα) ο μεγάλος μου έκλεινε τα δεκάξη.

La femme d’à côté– François Truffaut – Γιατί μου αρέσει ο Τρυφώ, η Φανί και οι γυναίκες. Των άλλων. Ντροπής πράματα.

Taxi driver-Martin Scorsese

-πολύ προβλέψιμος ρε ΚΚΜοίρη

-You talkin’ to me? You talkin’ to me? Who the fuck do you think you’re talking to?

Assault on Precinct 13– John Carpenter- O Kάρπεντερ έβγαλε κι άλλα καλά, προτιμώ όμως αυτό που δεν είχε τέρατα. Ο άνθρωπος είναι το Τέρας το καλό.

Nueve Reinas-Fabian Bielinsky – Λαμπρό στυλ, απίστευτη μούρη ο Darin, ευφάνταστο σενάριο, έλλειψη στόμφου και δηθενιάς, ακριβώς αυτό που με κάνει να σκέφτομαι πάντα πόσο μα πόσο κομπλεξαρισμένοι είναι οι 9 στους 10 δικοί μας σκηνοθέτες (ο δέκατος δεν γεννήθηκε ακόμη).

μαζί με ένα τζόκερ :

Αmerican History X – Tony Kaye – Και για τον Νόρτον και για το θέμα και για το διδακτικό της ύφος που αντί να με χαλάσει-όπως το unhappy end- με έφτιαξε.

με πολύ ιδρώτα :

Lola rennt Tom Tykwer – Υποδειγματικό βιντεοκλίπ. Με αρχή-μέση-τέλος. Με όποια σειρά θες εσύ. Aλλά σε fast forward.

σε μεγάλη ανηφόρα :

Les triplettes de Belleville – Sylvain Chomet- Kάθε μα κάθε φορά που το βλέπω βγαίνω στο μπαλκόνι και παίρνω το ποδήλατο για μια μεγάλη βόλτα, γι αυτό φροντίζω να μη το βλέπω χειμώνα και με καύσωνες. Καλύτερα ζωντανός παρά εστέτ σινεφίλ.

με το πιο μη χαμόγελο :

The Cameraman– Edward M. Sedgwick – Μπάστερ Κήτον και ξερό ψωμί. Tι άλλο πια να κάνουμε για να σας εντυπωσιάσουμε άκαρδες;

κι ένα παράπονο γιατί δεν τις φτιάχνουν πιά έτσι :

The Return of the Pink PantherBlake Edwards- Το προ-κύκνειο άσμα Σέλερς ως Κλουζώ. Με τα κύκνεια δεν τα πάω καλά, οπότε μένουμε σ’ αυτό. Και στο swimming pewl.

Στον καταψύκτη κρύβω κι άλλα πενήντα.

Όπως η Πανδώρα.

Λέω να μην τον ανοίξω…μπούχτισα από σινεμά, να γράψουμε και για τίποτ΄ άλλο

( ολ μούβιζ αρ κλίκαμπλ )

10 Scary Movies

Έχει πέσει μια ίωση στο web και όλοι γράφουν για τις αγαπημένες τους ταινίες.  Πήγα κοντά και κόλλησα, σιγά μη δεν έχω εγώ ότι έχουν κι αυτοί…

Τις καθωσπρέπει θα τις βάλω άλλη φορά, με τόση συννεφιά σήμερα η συνταγή ήθελε γκριζίλα.

 

1.The Shining (1980)

Λογική κι αναμενόμενη η πρωτιά , όλοι κρύβουμε έναν Jack Torrance μέσα μας και έρχονται στιγμές που το σπίτι μας είναι φτυστό το «Overlook Hotel» κι ας μην είναι χωμένο στα βουνά του Colorado αλλά στα στενά της Κυψέλης ή της Άνω Πόλης.

Από τις λίγες φορές που σενάριο του Steven King δεν δεινοπάθησε στα χέρια σκηνοθέτη αλλά ο Kubrick δεν ήταν όποιος κι όποιος. Μακράν τρομακτικότερη σκηνή της ταινίας το ζουμ της κάμερας πάνω στον πάκο με τα δακτυλογραφημένα «all work and no play makes Jack a dull boy» , συγκινητική και προφητική ταυτόχρονα αναφορά στους bloggers.

Υποδειγματικά τρυφερό το «Wendy, I’m home» ,  ειδικά όταν κρατάς ένα τσεκούρι αγκαλιά. Nα τα βλέπουν αυτά οι κυρίες της παρέας και να δοξάζουν το Θεό που γυρνάμε σπίτι κρατώντας στα χέρια μόνο λογαριασμούς της ΔΕΗ , του OTE και κανένα διαφημιστικό από delivery.

 H αγαπημένη μου σκηνή όμως είναι η ώρα της λάμψης στο μάτι του Νίκολσον την ώρα που -ως άλλος Αγαμέμνονας σε αρχαία τραγωδία- βγάζει έξω τα σώψυχά του με το «Things could be better Lloyd, things could be a whole lot better». Σαν γενναίος Έλληνας την ώρα της  (ποιάς ; ) μισθοδοσίας.
 

2.Rosemary’s Baby (1968)

 Αυτό δεν ήταν ταινία , ήταν παγοθραυστικό αφού άνοιξε δρόμο για άλλες εκατό με ανάλογο θέμα στη συνέχεια. Βασισμένο στη νουβέλα του Ira Levin ταίριαξε κουτί με τα μυαλά του Polanski που  -άλλωστε- βγάζαν σπίθες όταν έπρεπε να φτιάξει ατμόσφαιρα σε κλειστούς χώρους, θυμήσου την «Αποστροφή» (Repulsion) και τον Ένοικο (The Tenant).

 Εξαιρετικός Κασσαβέτης , ακόμη πιο εξαιρετικές φάτσες σε δεύτερους ρόλους -ο Roman και η Μinnie- , η πρωτοεμφανιζόμενη Farrow κάνει στα 23 της signature ρόλο και απορώ με τέτοια κατάληξη ταινίας πώς τόλμησε και έκανε μετά 6 παιδιά με τον Andre Previn.’ Εχοντας δει την ταινία έξη φορές , εμείς δέκα φορές πήγαμε να δούμε το μωρό -το πρώτο, στο δεύτερο χαλαρώσαμε και πήγαμε οκτώ- σε εκατό πόζες στον υπέρηχο για να βεβαιωθούμε πως δεν είναι κόκκινο και δεν έχει κερατάκια. Αν και δεν είμαστε ακόμη σίγουροι πως μέσα τους ζει μόνο το Καλό αλλά αυτό είναι ένα άλλο δύσκολο θέμα που δεν άπτεται της Έβδομης Τέχνης.

 

3.The Wicker Man (1973)

 Πάρα πολύ με χαρο-ποιεί να γράφω για την ταινία αυτή που κρύβει μέσα της όλα τα καλά των σέβεντις : παγανιστές , φλάουερ-πάουερ , πρωτομαγιές που θα ζήλευε η Αλέκα Παπαρήγα , τον Κρίστοφερ Λη με σωστή οδοντοστοιχία και την Μπριτ Έκλαντ που -στο θεό που πιστεύετε δηλαδή- αρνήθηκε να βγάλει τον κώλο της on camera γιατί τον θεωρούσε μέτριο υποκριτικά. Η υποκρίτρια.

Πολύ καλή country style ατμόσφαιρα, σχεδόν κλειστοφοβική (κοινωνικά εννοώ) κι ας διαδραματίζεται στα χωράφια και στα κατσάβραχα ενός από τα νησιά της Σκωτίας που ναι μεν βγάζουν malt τεφαρίκια αλλά βγάζουν και κάτι μοβόρους ντόπιους που καθόλου δεν συμπαθούν τους περίεργους αστυνομικούς που αντί να καθίσουν στο σπίτι τους να βλέπουν την Σέλτικ  ή την Μάδεργουελ τρέχουν σε λόφους και σε αγροικίες ψάχνοντας ένα παιδί που όλοι οι άλλοι του λένε πως δεν υπήρξε ποτέ αλλά αυτός θέλει να το φάει το κεφάλι του. Στα κάρβουνα.

Να σου δώσω και δυο άχρηστες πληροφορίες (αυτή με τον κώλο της Έκλαντ ήταν χρήσιμη) :    ο Κρίστοφερ Λη δεν πήρε λίρα Σκωτίας για τον ρόλο καθώς έκρινε (δικαίως) πως χάρη του έκαναν που δεν του φόρεσαν ξανά μπέρτα και δεν του χτένισαν προς τα πίσω το μαλλί με μπριγιαντίνη μόλις μπήκε στο Studio και – πουλάω μούρη τώρα- συγγραφέας/σεναριογράφος είναι ο Antony Shaffer, ο ίδιος που έγραψε το τρισμέγιστο Sleuth.  Respect !

 Το remake με τον Νίκολας Κέιτζ αγνόησέ το. Ή μάλλον κάψε το ζωντανό καλύτερα.

4.Bride of Frankenstein (1935)

 Boy meets girl , when a man loves a woman  και τα σχετικά.

Άλλωστε τη μοναξιά δεν τη θέλει ούτε ο διάβολος ο ίδιος, πόσο μάλλον ο βαρόνος Ηenry von Frankenstein για το δημιούργημά του , τον Boris Karloff  που με τα πενιχρά μέσα και εφέ της εποχής τον έκαναν σαν τα μούτρα τους αλλά η ατμόσφαιρα είναι που μετράει κι από τέτοια να φαν και οι κότες της Mary Shelley που ένα βιβλίο έγραψε και το έκαναν τριακόσιες ταινίες λάστιχο.

Εδώ λοιπόν το Τέρας το τρώει η μοναξιά και θέλει έναν σύντροφο , κάποια στιγμή μιλάει σαν τον Ε.Τ. και  λέει «Ι want friend like me»  και επειδή οι χρονιές εκείνες  παραήταν risky για gay συνειρμούς , αντί για έναν κλώνο του ετοιμάζουν μια κλώνα που την υποδύεται η Elsa Lanchester , η οποία ήταν γεννημένη για μεγάλα αλλά αν γίνεσαι ηθοποιός παίζεις ότι σου δώσουν και λες και ευχαριστώ στον καλό τον άνθρωπο τον James Whale που εκτός από σκηνοθέτης ( και το Invisible Man δικό του ήταν ) υπήρξε  και μεγάλη ψυχή και χιουμορίστας και τολμηρός για τα ήθη και έθιμα της εποχής αφού μπούχτισε πια με τα τέρατα (ξέχασα να σας πω ότι και το Frankenstein του 1931 δικό του ήταν κι αυτό) και το έριξε σε pool parties  με αγόρια αλλά αυτά δεν τα κινηματογράφησε για να ‘χουμε θέμα συζήτησης σήμερα.

 Σκηνή για κλάματα – ή για γέλια, όπως το δει κανείς- ο διάλογος του Δόκτορα Pretorius με το Τέρας :

 The Monster: You, make man… like me?

Dr. Pretorius: No. Woman… friend for you

The Monster: Woman… Friend… Wife… 

Κουκούτσι μυαλό αυτό το πράμα. Άκου «wife»….

 

5. Psycho (1960)

 Ένα έχω μόνο να πω και άλλο ουδέν : προτιμώ χίλιες φορές τα μούτρα της και τη μουρμούρα της όταν κάνω το μπάνιο σαν τα μούτρα μου κάθε που μπαίνω να γίνω ένας καθαρός άνθρωπος, παρά να κλείσω την κουρτίνα. Συγγνώμη γλυκιά μου αλλά το κουζινομάχαιρο του Norman Bates ακόμη πετσοκόβει χειρότερα από τη γλώσσα σου.
 

6. Alien (1979)

 Tι μου έμαθε αυτή η ταινία :

α) ποτέ να μην πέφτω για hypersleep, όσο ψόφιος κι αν είμαι. Όλα μα όλα τα στραβά γίνονται όσο κοιμάσαι.

β) ποτέ να μην πίνω καφέ με άδειο στομάχι. Για όλα τα σκατά που βγαίνουν από το στομάχι σου φταίει η καφεΐνη.

γ) όταν βλέπω πράσινες μύξες στο πάτωμα να μη τα βάζω μόνο με τα παιδιά. Παίζουν κι άλλες πιθανότητες.

δ) όταν περπατάω σε κλειστούς χώρους να μη κοιτάω το πάτωμα, κανείς δεν χάνει πια λεφτά σήμερα. Όλο το ζουμί στο ταβάνι είναι.

ε) αβγά που δεν έχουν σκληρό τσόφλι δεν τα πειράζουμε. Αποκλείεται να κρύβουν πουλάκι μέσα τους

στ) όταν έρθεις αντιμέτωπος με ένα μικρό τέρας, περίμενε να δεις και τη μαμά του. Κανένα τέρας δεν είναι ορφανό.

ζ) η Ζιγκούρνι Γουίβερ έχει πολύ μικρό και άνευ εξερευνητικού ενδιαφέροντος  στήθος. Η Charlize Theron θα είχε παίξει το ρόλο καλύτερα αλλά το 1979 ήταν μόλις τεσσάρων χρονών, οπότε ούτε το αβγό θα μπορούσε να παίξει.

 

7. Night of the Living Dead (1968)

 Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός, το δηλώνω εξ αρχής για να είμαστε αγαπημένοι. Ο George Romero είναι ο λατρεμένος μου σκηνοθέτης, ακόμη και Συνέδριο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α να φιλμάρει θα καθήσω να το δω αποσβολωμένος (έτσι κι αλλιώς).

 Ασπρόμαυρο αριστούργημα, μπάτζετ μικρότερο κι από αυτό της ΑΕΚ (δεν γίνεται πιο λίγο, μετά κάνεις μόνο τρέιλερ), σενάριο για σαράντα Καρλόφ (είναι το αντίστοιχο του Όσκαρ στα τρομαχτικά) που εξαντλείται – ως οφείλει- στις απολύτως βασικές λέξεις : lock , safe , shoot , head , hurt , Good Lord ! , Jesus !

 Την μεγαλύτερη ατάκα την έχει ο εκφωνητής του ραδιόφωνου που -φαντάζομαι- πληρώθηκε και τα λιγότερα μιας και δεν εμφανίζεται ποτέ , όχι ότι οι υπόλοιποι κάναν και περιουσία δηλαδή , ειδικά οι παραπληγικοί που υποδυόταν τα zombies.

 Το μόνο αδύναμο σημείο του κατά τα άλλα αληθοφανέστατου αυτού Έπους του George είναι η εξήγηση για το ξύπνημα των παραπληγικών, δεν μπορούμε όσο κι αν αγαπάμε Romero να καταπιούμε αμάσητο το ότι έφταιγε ένας δορυφόρος που επέστρεφε από την Αφροδίτη και έγινε ρετάλια πέφτοντας στη Γη, αν ήταν έτσι τότε στα νεκροταφεία θα ζούσαν μόνα τους τα μάρμαρα και τα καντήλια. Είπαμε όμως, ουδεμία αντικειμενικότης , γι αυτό και στην επόμενη ταινία του (το «Dawn of the Dead» , δέκα ολόκληρα χρόνια μετά) πήγαμε να προσκυνήσουμε εφτά μαντράχαλοι μαζί και αφού γελάσαμε με την ψυχή μας αποφασίσαμε πως τα σπίτια μας ήταν πολύ μακριά για να τρέχουμε νυχτιάτικα και κοιμηθήκαμε όλοι στρωματσάδα σε ένα. Με το φως αναμμένο. Γαμώ τα παληκάρια.

Κορυφαία μούρη της ταινιάρας ο κρεμανταλάς στο νεκροταφείο, αφού κάθε φορά που με φέρνει ο δρόμος μου να ανάψω ένα κερί σε τέτοιο happy place νομίζω πως θα μου χτυπήσει την πλάτη και θα μου ζητήσει ένα δάχτυλο, αν μου περισσεύει. Έχουν αλλάξει όμως οι εποχές, δεν βλέπεις πια να κυνηγιούνται άνθρωποι και zombies ανάμεσα σε τάφους, άσε που οι ρόλοι δεν είναι πια τόσο διακριτοί σήμερα.

 

8. The Texas Chain Saw Massacre (1974)

Αυτή η ταινία ήταν υπεύθυνη για χίλια δυο εκτρώματα που μας βασανίζουν ως σήμερα με κλισέ χειρότερα κι από την Ετήσια Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος : πέντε εικοσάχρονα σε αυτοκίνητο με προορισμό το εγκαταλειμμένο σπίτι του παππού σε μια ερημιά που θα ζήλευε κι η Ανταρκτική. Ή το πορτοφόλι μου.

Με τέτοιες συνθήκες θα το φας το κεφάλι σου. Και το πόδι σου και το συκώτι σου και το πνευμόνι σου και τη σπλήνα σου και το μεδούλι σου , σε τελική ανάλυση.

Κι όμως, αυτός ήταν ωραίος , αγνός , ανόθευτος Τρόμος. Ίσως γιατί είμαστε ακόμη στο 1974 και ως τότε ο κόσμος σκοτωνόταν από κακούς κομμουνιστές στο Βιετνάμ και όχι σε αποθήκες αγροτόσπιτων και παλιά σφαγεία στο Τέξας από ένα τσούρμο κανίβαλων, οπότε πάπαλα η ασφάλεια του θανάτου που είναι μακριά από το σπίτι και  έχει πρόσωπο κι ας είναι κιτρινιάρικο. Εδώ δεν έχει. Έχει Leatherface. Και αλυσοπρίονο. Και καθαρά απλωμένα άσπρα σεντόνια που γίνονται ακόμη πιο ωραία πιτσιλωτά όταν το πριόνι βρίσκει κόκαλο.

Εντάξει, σταματάω εδώ. Στο κάτω κάτω της γραφής αυτά τα πράγματα συμβαίνουν μόνο στις ταινίες , όπως πολύ ανακουφιστικά διευκρινίζει -λίγο πριν την αναλάβει ο ομορφονιός- μια από τις ξανθούλες μακαρίτισσες “There are moments when we cannot believe that what is happening is really true. Pinch yourself and you may find out that it is.”

Το remake του 2003 δεν ήταν τρομαχτικό. Από τη στιγμή που ο Leatherface σκοτώνει για να ταΐσει την πάμφτωχη οικογένειά του (ούτε οι νεορεαλιστές, ούτε ο Ρομπέν των Δασών τα έκαναν αυτά) , το επίπεδο υποβιβάζεται  και ο τρόμος αμβλύνεται (για να μην πω  «παπαριάζει»). Αν χρειάζεσαι λόγο για να κάνεις κιμά τον άλλον, η ουσία ήδη έχει χαθεί.

 

9. Halloween (1978)

Μου αρέσει ο Μichael Myers. Όταν φοράει μάσκα. Και κρατάει κουζινομάχαιρο, από τα καλά, τα ανοξείδωτα. Αλλά κάθε Myers που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να πεθαίνει άπαξ κι όχι να σκοτώνει πιτσιρίκια και λιγότερο πιτσιρίκια επί 9 και πλέον sequels , σκοτώνοντας μαζί μ΄ αυτά και κάθε δικιά μας φαντασίωση.

Τι έχουμε εδώ ; έναν μεταμοντέρνο Norman Bates χωρίς το σύνδρομο της μαμάς , που πρόλαβαν και τον έκλεισαν σε Ίδρυμα ( δεν είναι πολιτικά ορθό να λες «τρελάδικο») γιατί έκοψε φετούλες όταν ήταν 6χρονο την 17χρονη αδερφούλα του αλλά τα Ιδρύματα δεν είναι δα και Αλκατράζ για να το σκέφτεσαι αν και πότε θα βγεις, ε βγαίνει λοιπόν μια μέρα και παίρνει σβάρνα όλες τις αδερφούλες που έχουν τις ορμόνες τους πάνω απ το κεφάλι τους γιατί ζηλεύει που το τσουτσούνι του ήταν μικρότερο από εκείνο το ξένο που αγαπούσε η δικιά του αδερφούλα , τέτοια πράγματα που μετά τα είδαμε και τα ξαναείδαμε αλλά ο Κάρπεντερ πρόλαβε και τα είπε σχεδόν πρώτος αν παραβλέψουμε το γεγονός πως ο Χίτσκοκ πρόλαβε και είπε τα πάντα νωρίτερα απ’ όλους.

Ανάσα.

Μετά το πρώτο δεν είδα κανένα άλλο διότι : 

α) η Jamie Lee Curtis αρνήθηκε να παίξει σε sequel βγάζοντας το σουτιέν της όπως έκανε στο «Πολυθρόνα για δυο» και άστραψε το σύμπαν , οπότε δεν είναι πρέπον για έναν σινεφίλ να επικεντρώνεται σε ανώνυμους μαστούς ( δεν είναι πολιτικά ορθόν να λες «βυζιά»)  και

β) άρχισα να εκνευρίζομαι με τις μάσκες και τις βαριές ανάσες πίσω από αυτές, χώρια που δεν έβρισκα μια στο νούμερό μου.

 

10. Jaws (1977)

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είχα τα πόδια μου πάνω στην πολυθρόνα. Και ο μαέστρος σκηνοθετούσε ψάρι, πού να αφορούσε η τρισμέγιστη αυτή ταινία φίδι, κροκόδειλο ή έστω ποντίκια. Θα είχα σκαρφαλώσει στο ταβάνι. Τα ζω ρε παιδί μου τα έργα, όχι ποπ κορν και αηδίες , αν πετάγεσαι κάθε τρεις και λίγο από την καρέκλα τι να μείνει μέσα στο σακουλάκι ;

Έκανα μπάνιο στη θάλασσα δυο καλοκαίρια μετά. Όσοι με ρώταγαν τους έλεγα πως είχα μια σπάνια αλλεργία στα νύχια γιατί στο δέρμα μου δεν φαινόταν τίποτε το παράξενο. Όταν μου πρότειναν να πάμε σε πισίνα είπα πως το χλώριο κάνει τα νύχια μου να μεγαλώνουν ανεξέλεγκτα και δεν μπορώ να τα κόβω κάθε μέρα. Αυτά δεν ήταν νύχια, ο Σωτήρας μου ήταν.

Στη μπανιέρα μπήκα αφού συμπληρώθηκε ένας μήνας. Χωρίς πολύ πολύ νερό και με κλειστή την τάπα. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να ξεπηδήσει από κει μέσα. Αν δεν έρθει πίσω από την κουρτίνα…..