Βραδιές Ποίησης

dressed7big

 

 

Αυτός θα ήταν ο επίλογος ενός έπους εκατονεξήντα σελίδων με διαπραχθείσες και παραλίγο συνουσίες, αν δεν είχε μεσολαβήσει εκδοτικά αυτό το προφτοκούραδο ο E.L.James. Καθυστέρησα συνεπαρμένος από την πλοκή, αφοσιωμένος στην πληκτρολόγηση. Συμπάσχοντας με τον ήρωά μου πλενόμουν εμμονικά και με λύσσα πριν και μετά από κάθε ιστορία, μετά άρχισα να πλένομαι πριν και μετά από κάθε κεφάλαιο και στο τέλος πριν και μετά από κάθε παράγραφο, σε τέτοιο βαθμό που η δερματολόγος μου με προειδοποίησε πως αν συνεχίσω με αυτό το ρυθμό (ασφαλώς και δεν της εκμυστηρεύθηκα ποτέ τον σκοτεινό λόγο που με έστελνε είκοσι και τριάντα φορές κάτω απ΄ το ντους καθημερινά) το δέρμα μου θα με εγκαταλείψει και το όσχεο ίσως να διαρραγεί επώδυνα, υπόκωφα και ανεπανόρθωτα. Μούδιασα, το ομολογώ, μα το καθήκον ήταν υπεράνω απωλειών. Τη μέρα που τέλειωσα το τριακοστό σωληνάριο μπεπανθέν, το δεύτερο βάζο με σπαθόλαδο, το έκτο κουτί ταλκ και το εικοστό ένατο κεφάλαιο (στο οποίο έμεινε ανολοκλήρωτη η συνουσία υπ’ αριθμόν εβδομηντατρία γιατί ως και τα δάχτυλά μου είχαν ματώσει από την απολύμανση), έμαθα πως έφτασα δεύτερος. Με συντριβή έστειλα τις προηγούμενες εκατονπενηνταοκτώ σελίδες στον αγύριστο, χωρίς να κρατήσω καν μια στάλα σπέρμα στον σκληρό δίσκο. Δεν υπάρχει χώρος για περισσότερους από έναν τυπωμένους δονητές σήμερα και σαν ebook θα στερούσε από τον αναγνώστη τη χαρά της τρισδιάστατης καύλας.

Δύσκολοι καιροί για ξαναμμένους συγγραφείς.

 

——–

Κεφάλαιο 29

Οι κάβλες (των άλλων)

 

Προθυμοποιήθηκε να την πάει ως το σπίτι. Ο άντρας της έλειπε σε κάποιο από τα Εμιράτα και μετά από ενάμιση μήνα δεν θυμόταν σε ποιο από τα εφτά ακριβώς. Έβρεχε, έκανε κρύο, δεν αφήνεις γυναίκα μόνη να βγαίνει στο δρόμο με τέτοιο καιρό. Κανονικά δεν την αφήνεις ακόμη κι αν χαίρει η φύση όλη αλλά ας όψεται η κρίση που δεν καταλαβαίνει από καιρούς και εποχές και official συζυγικές υποχρεώσεις. Oι unofficial είναι παντός καιρού. Το συνταγογραφεί και η Οσία Chinawoman, twice a year, it seems reasonable”, μερικές γιατρέσσες είναι γκαραντί όταν σου δίνουν αγωγή, πιστήμονες για φίλημα.

Φιλήθηκαν σαν σε airball οι δυο γυναίκες, “τα λέμε μεθαύριο”, η αναπνοή τους μύριζε τζιν-μαρτίνι, είχαν πιεί από δυο μπερεκετλίδικα (στο σπίτι τους δεν κάναν τσιφουτιές στις μερίδες) χωρίς συνοδευτικά γιατί τα καινούργια τα μαγιώ τα περυσινά ήδη τις ’κόβαν’ στα πλαϊνά, όσο εκείνος ήταν σε άλλο δωμάτιο απασχολημένος να σκοτώνει μεταλλαγμένους και νεκροζώντανα στο Left 4 Dead και δεν άκουσε τι συζητούσαν κοντά δυο ώρες, όταν βγήκε τον ρώτησαν «καλά, δέκα λεπτά δεν βρήκες να πούμε μια κουβέντα και οι τρεις μας;», απάντησε πως η δουλειά δεν τελειώνει στο γραφείο, μέιλ, σκάιπ, προσφορές, πληρωμές, δεν καταλαβαίνουν οι πελάτες και οι προμηθευτές από απογεύματα και προσωπική ζωή και βράδια, έδειχνε τόσο πιεσμένος και πειστικός που αυτές τον θαύμασαν κι εκείνος τρόμαξε.

Στη διαδρομή ενδιαφέρθηκε να μάθει για τα παιδιά, αν και ήξερε, για να σιγουρευτεί. Ο μεγάλος στην Αθήνα, στη σχολή, τσεκ, ο μικρός στη Λόνδρα, τσεκ, θα κατέβαινε για τα Χριστούγεννα αλλά μπορεί και όχι, «ρε συ το χει παραγαμήσει η Ράιαν, παλιά ερχόταν και ενδιάμεσα αν είχε κενά, τώρα δυο φορές το χρόνο και πολύ είναι». Χαμογέλασε από μέσα του, ξαναβεβαιώθηκε, άδειο το σπίτι, λείπει κι ο γάτος και τα γατάκια. Και φουρφούρισε το μέσα του έτσι ωραία που βγήκε από τα χείλια της αυτό το “παραγαμήσει” και αρωμάτισε τον χώρο ανάμεσά τους. Να το πάρει κατασκευαστής car perfume, να το συσκευάσει, να χεστεί στο τάλιρο.

Άλλαζε ταχύτητες και το χέρι του ήταν μια σπιθαμή μακριά από το γόνατό της. Για να μην υποκύψει στον πειρασμό, αποφάσισε να μην ξαναπιάσει το λεβιέ μέχρι να φτάσουν στο σπίτι. Ηλίθια επιλογή θολωμένου μυαλού σαν έχεις ήδη βάλει τρίτη και παραμονεύουν τέσσερα φανάρια ως τον τελικό προορισμό, αλλά έτσι είναι οι άντρες, σαψάλια, από τις τέσσερις χειρότερες δυνατές επιλογές καταλήγουν να παλεύουν με την εντελώς αδιανόητη πέμπτη. Παρά τη βροχή και την ψύχρα δεν φορούσε καλσόν, φαινόταν καθαρά το δέρμα της που βογκούσε φωναχτά. Λίγο πριν το πρώτο φανάρι έξυσε το γόνατό της από την έξω πλευρά, θες ο ήχος από τα νύχια πάνω στη σάρκα, θες το ύφασμα που ανέβηκε μια ιδέα, θες η μυρωδιά απ’ το τζιν-μαρτίνι, πέρασε με κόκκινο χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Ευτυχώς χωρίς δράματα.

Τα καλύτερα δράματα, άλλωστε, παίζονται indoors.

Το πήρε απόφαση ότι αν είναι να βγει μια ψυχή δεν είναι πρέπον να την ταλαιπωρείς με παραδοσιακούς τοκετούς και έβαλε μπρος την καισαρική. To δεξί χέρι έφυγε από το τιμόνι και πήγε στο χέρι της που έξυνε πάλι το γόνατο, το πήρε από κει, έβαλε το δικό του, «κόφτο, θα το ματώσεις».Έκαιγε. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου σκέφτηκε εντελώς πρωτότυπα “φαντάσου τι θα γίνεται παραπάνω”. Στο δεύτερο κλάσμα δευτερολέπτου το χέρι του κινήθηκε προς τα πάνω, παραμερίζοντας υφάσματα, δισταγμούς, δεύτερες σκέψεις, ηθικές και μπαρμπούτσαλα. Στο τρίτο κλάσμα δευτερολέπτου το χέρι της έβαλε φράχτη πιάνοντας το δικό του απ΄τον καρπό.

“Ως εκεί, έχω περίοδο”.

Γαμώ την βιολογική σας πολυπλοκότητα, άφρισε από μέσα του. Γαμώ τα πολυσέλιδα manual σας και τις ελαττωματικές εγγυήσεις σας. Γαμώ το kalt/heiss σας. Γαμώ τα κόκκινα φανάρια που σε κάνουν να σταματάς, γαμώ την πρώτη ταχύτητα, γαμώ τα τριάμισι χιλιάρικα που τσιγκουνεύτηκα και δεν πήρα αυτόματο.

Μισή καισαρική. Μισές δουλειές. Μισάδια όλα. Ήθελε να αρπάξει το χέρι της και να το βάλει στο παντελόνι του, εκεί που ήδη άρχισε να βουρλίζεται και να φουσκώνει ο εγκλωβισμένος, λέγοντάς της «εδώ, εγώ δεν έχω». Αλλά δεν είπε τίποτε, πέρασε άλλο μισό φανάρι στη ζούλα (μισό γιατί δεν θυμόταν αν ήταν κόκκινο σαν τα αναψοκοκκινισμένα μούτρα του ή πορτοκαλί), ξανάβαλε το χέρι του στο γόνατό της, έβαλε κι αυτή το δικό της από πάνω μη τυχόν και αυτονομηθεί το χέρι απ’ το μυαλό και αρχίσει τις περιοδείες στα κατεχόμενα, το γόνατο έκαιγε, αυτός έκαιγε, αυτή είπε «μη ξεχαστείς, από δω στρίβεις», γαμώ τις γυναίκες navigator, σε πενήντα μέτρα φρέναρε, πάρκαρε, «θα σε πάω ως το ασανσέρ», «δεν χρειάζεται, μωρό δεν είμαι», «μωρό δεν είσαι αλλά έχει πολλούς παλαβούς που παραμονεύουν σε σκοτεινές πυλωτές και εισόδους πολυκατοικιών», συμφώνησε δια της σιωπής και έβγαλε τα κλειδιά, άνοιξε την είσοδο, «σ’ ευχαριστώ πολύ», «με ευχαριστείς όταν μπεις στο σπίτι, θα σε ανεβάσω ως επάνω, έχει πολλούς ψυχάκηδες που κυκλοφορούν αδέσποτοι στους ορόφους», ήθελε να πει ‘και με ξυράφια’ αλλά ευτυχώς συγκρατήθηκε,  αυτοθαυμάστηκε για τους τραγικούς αυτοσχεδιασμούς του προκειμένου να μπει μαζί της στο ασανσέρ, εκείνη συμφώνησε δια της σιωπής, μπήκαν.

Στα ασανσέρ, που είναι γνωστά εργαλεία του Σατανά, συμβαίνουν κι ακούγονται πολλά και διάφορα, τα πιο ωραία τα έδειξε ο Ντε Πάλμα χρωματιστά και ο Λουί Μαλ ασπρόμαυρα, για να ξέρουμε και τι λέμε. Εδώ το μόνο φλουταρισμένo (αντάξιο θλιβερής στιγμής Dogme95) που συνέβη όσο ανέβαιναν είναι ένα χέρι που γλίστρησε κάτω από τη μπλούζα προς το στήθος της (το δεξί, αφού από κείνη τη γωνία βόλευε η χωροταξία τους μέσα στο θάλαμο) και ένα άλλο χέρι που έπιασε τον εισβολέα από τον καρπό την ώρα που έφτανε μιαν ανάσα από το τρόπαιο. Αλλά νήμα, εκείνο το ωραίο, το φλύαρο όταν αναστατώνεται, δεν πρόλαβε να κόψει.

“Ως εκεί, μου τρύπησαν μια κύστη χτες για να την ψάξουν και έχω γάζα, μη”

Γαμώ την ανατομία σας γαμώ. Γαμώ τις κύστεις σας και τα φριχτά μυστικά τους. Γαμώ τα χέρια μας που όλο αποδράσεις σκέφτονται. Γαμώ τα χέρια σας που ως και το τείχος του Βερολίνου θα τα ζήλευε. Γαμώ τα “ως εκεί» σας. Γαμώ τα ασανσέρ σας που στόμα έχετε και μιλιά δεν έχετε και δεν λέτε «παίξε κι εσύ σ’ ένα κλισέ καλή μου, δεν θα κόψετε δα και κανένα εισιτήριο, μια πριβέ προβολή είναι».

Μόνο αφού την άκουσε να κλειδώνει την πόρτα από το διαμέρισμα και αφού πρώτα του είπε χαμογελαστά «κοίτα μη φτιάξεις τώρα με το μυαλό σου καμιά ιστορία και έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα μ’ όσους την διαβάσουν» πάτησε το κουμπί για το ισόγειο. Κατεβαίνοντας πρόλαβε να στείλει sms στον φίλο του το γιατρό ρωτώντας «ρε μαλάκα όταν τρυπάτε κύστεις στα βυζιά γιατί αφήνετε δυο μέρες τις γάζες πάνω και μας γαμάτε την ψυχή;», πρόλαβε και να θυμηθεί ότι το καλοκαίρι την άκουγε να λέει στη διπλανή της “το καλό με την εμμηνόπαυση είναι ότι ούτε μπάνιο χάνω, ούτε μετράω μέρες με πανικό όταν χύνει ο βλάκας μέσα, κάτι είναι κι αυτό τουλάχιστον”, λοιπόν αυτά πρόλαβε και δεν ήταν και λίγα, σε ασανσέρ οικοδομής μπήκε, όχι στου Emirates Tower, για να μπορέσει να σκεφτεί πόσο βλακαμάδες είμαστε οι άντρες που απ’ όλες τις πρόθυμες του κόσμου (που λέμε αναμεταξύ μας ότι είναι εκατομμύρια εκεί έξω, ειδικά αν έχουμε πιεί πέντε βίσκια και βρωμάμε σαν βαρέλια αποστακτήριου του Vat69) πάμε και τρακάρουμε μετωπικά με τα «ως εκεί» και ούτε μπεταντίν έχουμε μετά, ούτε ένα χανζαπλάστ, ούτε ένα ντεπόν, ούτε μισό υπογλώσσιο.Και εν τέλει γαμώ το συγγραφικό μας προσανατολισμό, σκέφτηκε με φθόνο και οργή, που δεν αξιωθήκαμε να γίνουμε ποιητές να γράψουμε ένα

 

Στα ματωμένα φανάρια

των εχέμυθων ανελκυστήρων

εκκολαπτόμενοι οργασμοί

ανήμποροι να σπάσουν το τσόφλι

της ’ως εκεί’ γάζας τους.

 

και να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τις ανομολόγητες κι αδέσποτες κάβλες. Των άλλων.

 

Τέλος

nothing in the dark

outerspace1

 

 

 

Πριν δέκα μέρες χτύπησε την πόρτα στο διαμέρισμα της διπλανής. Φοβισμένη. “Λείπει η πράσινη ρόμπα από την κρεμάστρα, κάποιος μπήκε στο σπίτι και μου την πήρε’’. Η γειτόνισσα προθυμοποιήθηκε να πάνε μαζί, να κοιτάξουν, χάρηκε, “ναι, να πάμε αλλά θα καθίσεις μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι’’. Πήγε, κάθισε πάνω από μισή ώρα, ‘‘πρέπει να γυρίσω σπίτι τώρα” είπε η γειτόνισσα, ‘‘άφησα τα εγγόνια μόνα τους, να ετοιμάσω κάτι να φάνε”. Την άφησε να φύγει με χίλια ζόρια, κι ας ήταν εκεί η πράσινη ρόμπα κι ας μάλλιασε το στόμα της να λέει ότι κανείς δεν μπήκε στο σπίτι για να την πάρει, ‘‘μα τι να την κάνει μια ρόμπα;”, ‘‘ξέρει αυτός”.

Τα νέα κυκλοφόρησαν την επόμενη μέρα το πρωί. Οικοδομή επαρχίας, χειρότερα κι από μικρό χωριό, όλα μαθαίνονται.

Την περασμένη βδομάδα έλειπε το καλό της το παλτό απ’ τη ντουλάπα. ‘Κάποιος μπήκε και το πήρε’. Δεν βρήκε τη γειτόνισσα, αυτή τη φορά ήταν η σειρά μου να πάω ως το σπίτι της και να ψάξω -με τις ευλογίες της- τα πράγματά της και ν’ ακούσω ‘‘να καθίσεις και λίγο μαζί μου γιατί σκοτείνιασε και φοβάμαι”. ‘‘Εδώ είναι το μαύρο το παλτό, εκτός κι αν έχετε κι άλλο”. Έδειξε έκπληκτη. “Μπα! Θα το ξανάφερε πίσω φαίνεται”, ‘‘ναι, όπως και την ρόμπα”  απάντησα, ο εξυπνάκιας.

“Πού το ξέρεις για τη ρόμπα; Δεν είπα σε σένα για τη ρόμπα”  άστραψαν τρομαγμένα τα μάτια της.

Της είπα πως το ’μαθα από την διπλανή μας, “πότε είπα εγώ σε κείνην ότι μου λείπει η ρόμπα; έχω να την δω μήνες, σάμπως βγαίνω από το σπίτι;’’.  Άσχημο μπλέξιμο.

“Να δεις που εκείνη θα πήρε τη ρόμπα και την ξανάβαλε στη θέση της όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι’’, πήγα να βάλω κι εγώ τα πράγματα στη θέση τους με τη λογική, είπα, είπα, είπα, στο τέλος απόειδα και αγανάκτησα «μα και να ’μπαινε σπίτι σας, που δεν μπήκε, γιατί να μην πάρει κάτι άλλο αξίας; γιατί να μην πάρει λεφτά ξερωγω; τι να την κάνει τη ρόμπα;» για να πάρω απάντηση χαμηλόφωνη (μη τυχόν και μας ακούσει η διπλανή μέσα από πέντε τοίχους που μεσολαβούσαν ως την πόρτα της) «ξέρει αυτή». Κατάφερα να φύγω μετά από ένα τέταρτο, αφού έκανα πως δεν άκουσα εκείνο το “και η μαύρη η ζακέτα μου λείπει, τώρα το θυμήθηκα, περίμενε να ψάξουμε”.

Tην μεθεπόμενη μέρα έμαθα πως εκμυστηρεύθηκε στην παραδιπλανή μας (της χτύπησε κι εκεινής την πόρτα για να της πει ότι κάποιος πήρε όλες τις κάλτσες της από το συρτάρι και να πάνε να ψάξουν μαζί αλλά να καθίσει και λίγο παρέα της γιατί σκοτείνιασε και φοβάται) ότι ήταν σίγουρη πως εγώ είχα πάρει το το καλό της το παλτό και βρήκα τρόπο να το ξαναβάλω στη θέση του όταν πήγαμε μαζί στο σπίτι να το γυρέψουμε.

Ένα ρούχο της εξαφανίζεται κάθε δυο μέρες, πλέον. Κάθε μια. Χτυπάει τα κουδούνια στον όροφο με τη σειρά, κι όποιος ανοίξει. Σκοτεινιάζει ακόμη κι όταν έχει έναν λαμπερό ήλιο έξω. Και φοβάται. Γιατί ξέρει ότι τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είναι ήδη μέσα.

___

given the chance (we’ll die like a baby)

1

 

 

 

Ανάμεσα σ’ άλλες αρχαίες, βρήκα και μια φωτογραφία μας Μάιο μήνα, σε μια παραλία του Πόρου που δεν θυμάμαι -πια- το όνομά της.

Είμαστε τρεις. Δεκαεννιά χρονών. Ξαπλωμένοι πάνω σε βρεμένα βότσαλα, πίσω μας αδίπλωτοι και μουσκίδι οι υπνόσακοι, φοράμε μπουφάν και πουλόβερ πάνω από τα μπλουζάκια μας γιατί η πρωινή υγρασία πλάι στο κύμα τρυπάει, μη δίνοντας δεκάρα για το αν είσαι δεκαεννιά ή πενηνταεννιά.

Ζακέτα να πάρεις. Από τότε χαραγμένο στο DNA μας.

Ποιος μας φωτογράφησε; Να ήταν άραγε και κάποιος τέταρτος παρέα μας; ’Η ζητήσαμε από κάποιον άγνωστο -ακόμη πιο άγνωστο το πώς βρέθηκε εκεί παραδίπλα μας, τόσο νωρίς το πρωί- να πατήσει το κλικ; Θα ’πρεπε, ίσως, να είχα ήδη ρωτήσει τους άλλους δυο. Μα δεν θέλω να τους δείξω σήμερα τη μνήμη μου γυμνή κι ανυπεράσπιστη.

Κορίτσια δεν είχαμε μαζί μας. Κρίμα. Είναι ωραία τα κορίτσια όταν δεν μπορούν να ανοίξουν τα μάτια τους το πρωί και τα μαλλιά τους είναι κολλημένα στα χείλια τους. Και γίνονται ακόμη πιο όμορφα όταν σε καίνε τα νυσταγμένα πόδια τους εκεί ψηλά που συναντιώνται, όση ψύχρα κι αν κάνει τριγύρω. Εκείνο το ξημέρωμα καθόμασταν μόνοι, παλεύοντας να ζεστάνουμε τα χέρια μας μέσα στις τσέπες. Κρίμα κι άδικο.

Λίγο πριν ξεκινήσει η εξεταστική τον Ιούνιο πρέπει να ήταν. Ξεκινήσαμε άλλος από Ζωγράφου, άλλος από Κυψέλη, άλλος απ΄ τα στενά γύρω απ΄ την πλατεία του Αγίου Θωμά και συναντηθήκαμε στο τέρμα του τρένου στον Πειραιά,  για να μπούμε παρέα στο καραβάκι. Μετά δεν θυμάμαι πολλά από το ταξίδι, το ίδιο κι από το νησί. Φτάσαμε και βουτήξαμε κατευθείαν με τα Speedo και τα Arena μας, χωράγαμε και σε μικρά νούμερα τότε. Μετά στεγνώσαμε και ξέχασα τι κάναμε, αλλά δεν πειράζει.Untitled.png

Έχει χαράξει, πετάμε πέτρες στο νερό, αγουροξυπνημένοι. Πίσω το δάσος, μπροστά μας η θάλασσα. Δεκαεννιά χρονών. Αήττητοι, αθάνατοι για μια νύχτα. Με τσιγάρα (ΚΕΝΤ ο ένας, κάτι σε Καρέλια ο άλλος) και δυο, τρία κατοστάρικα στην τσέπη, για τις μπίρες, τους καφέδες, ένα ταπεινό τσιμπολόγημα και τα πηγαινέλα. Δε θες και περισσότερα στα δεκαεννιά.

Εκτός από τα πόδια τους που καίνε.

Τους άλλους δυο στη φωτογραφία τους πάντρεψα, χρόνια μετά. Μπορεί να τη θυμούνται εκείνη την παραλία, μπορεί να έχουν κι αυτοί την ίδια φωτογραφία, μπορεί και όχι. Αλλά δεν ήμασταν πλασμένοι για ήρωες του Αlex Garland. Αυτό το θυμάμαι σίγουρα.

 

το 14 θα σφυρίξει τρεις φορές

cruyff-14

 

 

Aπό σήμερα αποχαιρετάμε μαζί του και τις εποχές που απλώναμε προσεκτικά τα τετράγωνα φελιζόλ πάνω στα τσιμέντα. Τα ίδια φελιζόλ που πετούσαμε στον αέρα την ώρα που ακουγόταν το τελευταίο σφύριγμα.

Για πολλούς σαν και μένα, αυτό το σφύριγμα, το μακρόσυρτο και κοφτό ταυτόχρονα, τρις, ήρθε σήμερα. Χάσαμε αλλά νικήσαμε. Χορτάσαν τα μάτια και η ψυχή μας.

 

….

 

η μικρή ιστορία ενός ανθρώπου

20882_1434884323474820_6221492328981233343_n

 

Ήταν, σε γενικές γραμμές, ένας ήσυχος άνθρωπος. Και χλιαρό θα τον έλεγες. Αν έβαζες στη ζυγαριά τα στραβά και τα καλά του, τα στραβά μάλλον θα μέναν με το παράπονο.

Τις φορές που ένιωθε πως οι τοίχοι και το ταβάνι λαχταρούσαν να συναντηθούν, το μόνο που έκανε τους σφυγμούς του να πέφτουν ήταν η σκέψη πως κάποτε θα βρισκόταν για λίγες μέρες σε έναν τόπο όχι πολύ μακρινό. Συχνά έγραφε γι αυτόν κι ας μην είχαν συναντηθεί ποτέ. Δέκα μέτρα από τη θάλασσα, μακριά απ’ τον πολύ κόσμο. Ένα χαμόσπιτο, μια κληματαριά, ένα τραπέζι με δυο καφέδες πάνω -οι μονάχοι καφέδες πάντα τον τρόμαζαν πιο πολύ κι από τα ερωτευμένα ντουβάρια- , γυμνά πόδια, τζιτζίκια το μεσημέρι, το κύμα τις νύχτες, ίσα να αδειάζει το μέσα του πριν ξαναγεμίσει με ομίχλες στα δωμάτια ακορντεόν που τον περίμεναν -με ακονισμένες γωνίες- να επιστρέψει.

Αυτά. Κι ένα τηλεφώνημα -που και που- από τα παιδιά του, «όλα καλά». Για να καθαρίζει ο ορίζοντας, η θάλασσα, ο ουρανός.

Δεν ζήταγε πολλά. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερε.

 

—-

the sheltering word

harvestgold

1

To πρωί της μέρας που έπεσε το πρώτο χιόνι της χρονιάς, άνοιξα μια σελίδα και έγραψα το πρώτο πράγμα που εκείνη την ώρα μου ‘ρθε, άγνωστο γιατί, στο μυαλό:

Πριν αλλάξει την πρώτη του πάνα ο Johnny Marr, ο Wilko Johnson άλλαζε προφυλακτικό.

Το βρήκα τόσο στέρεα δομημένο -και πρόστυχα υπoσχόμενο- ως πρόλογο, που αποφάσισα να χτισω επάνω του ένα μυθιστόρημα. Διήγημα, έστω. Ένα μήνα, τρεις μέρες και καμία λέξη μετά, ακόμη σκέφτομαι τι άραγε να κουβάλαγε πάνω στους εύθραυστους ώμους του εκείνο το χιόνι που έλιωσε λίγες ώρες αργότερα. Τις δεκατέσσερις λέξεις τις κρατάω ακόμη παγωμένες.

2

Το καλοκαίρι που ο Tiesto έπαιζε μπρος στο πιο ετερόκλητο κοινό της καριέρας του, πέρασα εικοσιεννιά νύχτες πάνω σε σεντόνια που μύριζαν betadin, οινόπνευμα και μεταχειρισμένο ιδρώτα. Δέκα φορές μου ορκίστηκα ότι αν βγω θα αλλάξω. Εικοσιεννιά φορές μου έδωσα υποσχέσεις ότι θα γίνω ένας άλλος. Έντεκα φορές έθαψα ζωντανούς τους όρκους, τριάντα φορές κατάπια ωμές τις υποσχέσεις. Πίστευα, ήλπιζα, ότι τα σωληνάκια στα χέρια θα με κάναν καλύτερο άνθρωπο. Από τότε έπαψα να πιστεύω ακόμη και στα σωληνάκια που καταλήγουν σε βελόνες. Σιγά σιγά, μια προς μια,  όλες οι σταθερές μου αποδημούν δίχως ν’ αφήσουν έστω ένα σημείωμα.

3

Τα απογεύματα, τώρα που μεγαλώσαν λίγο οι μέρες, συνηθίζω να κοιτάζω αφηρημένα προς το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας. Ο τοίχος της απέναντι οικοδομής είναι βαμμένος στο χρώμα της άμμου. Αυτής στην έρημο, όχι της θάλασσας. Στην ευθεία του βλέμματός μου δεν υπάρχει παράθυρο, μπαλκόνι, μπαλκονόπορτα, τίποτε που να μαγαρίζει την θαυμαστή αυτή μονοχρωμία. Λίγο μετά τις πεντέμισι μεταμορφώνομαι, κάποιες στιγμές, σε Port Moresby. Δεν πιστεύω ότι η Kit μπορεί να με δει πίσω από τον τοίχο.

4

Try harder,  she said. Hard is enough,  της είπε. Δεν θα ξοδεύουμε τα comperative και τα superlative για ένα γαμήσι χωρίς υποψία έστω και ελλιποβαρούς έρωτα.

 

 

fear loves this place *

 

35457612 (1)

 

Εύχομαι, τηλεφωνικά. Τα  κλασσικά (αλλά τίποτε εικονογραφημένο). Περνάμε γρήγορα στα τυπικά, πως περάσατε, που πήγατε, τι κάνουν τα παιδιά, οι γέροντες, τέτοια, στο λογαριασμό βγήκαν όλοι παρόντες, δεν το λες και λίγο. Ακουγόμαστε κουρασμένοι και οι δυο. Λίγες ώρες μακριά και κάναμε αμέτρητα χρόνια να βρεθούμε. Να ακόμη κάτι για το οποίο δεν μπορείς να ΄σαι περήφανος. Αυτή η λίστα των μικρών ντροπών, που όλο και ξεχειλώνει. Συνηθίζαμε να ρωτάμε, παλιά, για τα επόμενα προγράμματα, απόκριες, καθαροδευτέρες, Πάσχα, μερικές φορές ήταν τέτοια η αποκοτιά μας που φτάναμε να συζητάμε -μη σου πω και να σχεδιάζουμε- ως και για το θέρος. Τα σκέφτομαι και ανατριχιάζω. Τολμώ να το ξεστομίσω ξανά, όχι για να πάρω απάντηση αλλά για να εξασκήσουμε τον αυτοσαρκασμό μας απ’ τις δυο άκρες της γραμμής. Δεν υπάρχουν λεφτά για καινούριο μαγιώ ρε, τα παλιά δεν μπορούν να κρύψουν τίποτε πια. Γελάμε αντανακλαστικά. Ανακουφιζόμαστε ανάμεσα σε «γεροί να ‘μαστε, πάνω απ’ όλα», «και πάλι καλά να λέμε», «μην είμαστε κι αχάριστοι, δες τι γίνεται παραδίπλα μας» και την ίδια στιγμή σκεφτόμαστε -εκεί φοβάσαι, ναι- τι θα εξαργυρώσουν τα παιδιά μας απ’ όλα αυτά. Ακουγόμαστε κουρασμένοι και οι δυο. «Να μη χαθούμε», «όχι βέβαια». Λίγες ώρες μακριά, θα περάσουν άλλα τόσα χρόνια για να ξαναβρεθούμε.

Κοντεύει έντεκα. Τελειώνω με τα τηλέφωνα. Της λέω «θα βάλω ακουστικά για λίγο», σηκώνει τους ώμους αδιάφορα. Δυο καναπέδες μακριά, σα να περάσαν από πάνω μας εκατό χρόνια. Μην είμαστε κι αχάριστοι, γεμάτοι ακόμη με τα αφεντικά τους οι καναπέδες.

 

 

*St. Julian Cope

 

—-

an end has a start *

ds1-start-finish-line

 

 

Οι επιθυμίες μ’ έδωσαν τ’ ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτές δεν θάβγαινα στον δρόμο.

Κι αν πτωχικούς τους βρίσκω, οι «απολογισμοί» μου δεν με γέλασαν.

Έτσι σοφός που έγινα, με τόση πείρα, του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μου.

Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες δεν θα μπω.

Μα όταν κτίζουνε τα τείχη θα προσέχω. Δεν θα κλειστώ από τον κόσμον έξω.

Μέχρι μια Κυριακή, στις δέκα το πρωί ανάμεσα σε ωραία λουλούδια κι άσπρα να πω: “Εδώ ας σταθώ! ” . Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά τα «θέλω» μαζωμένα.

Μονάχα να προλάβω να ειπώ σ΄αυτούς που αγαπώ

– πριν μας αλλάξει ο χρόνος-

πως τις μέρες μου μαζί τους της απήλαυσα.

Kάποτε έγραφα «απολογισμούς» και «θέλω». Το ‘κανα πολλές φορές. Για τη χρονιά που ξεψυχούσε μα και για κείνη που πρόβαρε τα καλά της, για το πρώτο συναπάντημα. Ευτυχώς δεν τιμωρήθηκα – ούτε από τον ποιητή, μήτε από τον Tom Smith *  – για την τόση μου αυθάδεια.

όλος ο ΕΟΠΥΥ σε μια νύχτα

napoli_salami5.limghandler

 

 

«Κράτηση κάνατε;». «Δεν κάναμε». «Ελάτε μαζί μου». Πάμε μαζί της. Ήταν ένα και ογδόντα, λίγο φοβιστική, το βάψιμό της σαν-Τζάκσον Πόλλοκ, η φωνή της ήταν Τομ Γουέιτς (χωρίς σαν), τα μπράτσα της (αμάνικο φορούσε) σαν-αντρικά. Καλά ξεκινήσαμε, για “χωρίς κράτηση”.

Ζεστά ήταν, η μουσική ακουγόταν δυνατά και η ηχητική του χώρου ήταν άθλια, το τραπέζι ήταν σαν μεγάλο σκαμπώ αλλά αυτά έχουν τα all day bar café lounge κλπ, ο κόσμος τριγύρω πιο αδιάφορος και πιο φωνακλάς -εξ ανάγκης- κι από την μουσική, μια χαρά όλα. Να γυρνάς σπίτι μετά και να ψάχνεις απεγνωσμένος το κινητό του ωριλά σου.

Παραγγείλαμε στην φοβιστική ένα κρασί, δεν το είχαν. «Όλοι αυτό ζητούσαν σήμερα, κι εσείς το ίδιο τώρα, πριν δέκα λεπτά έδωσα το τελευταίο». Κανένα πρόβλημα καλή μου, χίλια συγγνώμη, ζητήσαμε άλλο ρωτώντας αν υπάρχει και δεύτερο μπουκάλι για το τσακίρ κέφι. Μόνο ένα είχε. «Νομίζω». Προστατευόμενο είδος, σαν την καρώ ζέβρα ξερωγώ. Είπαμε «εντάξει, φέρτε αυτό και πάμε για άλλο μετά». Είπε «να σιγουρευτώ πρώτα αν υπάρχει». Πήγε και ξανάρθε μετά από πέντε λεπτά, υπήρχε η καρώ ζέβρα. Μια.

Ζητήσαμε ένα «πιάτο αλλαντικών-τυριών» (το ξαναζήσαμε σε αμέτρητες θλιβερές παραλλαγές αυτό το πιάτο σοκ, ήμασταν προετοιμασμένοι για όλα) και ένα «ζεστών ορεκτικών». Τουτέστιν τέσσερα σπρινγκ ρολς λαχανικών και τέσσερα πουγκάκια με κοτόπουλο. So be it.

«Αυτά;» ρώτησε. «Ναι» είπαμε. «Κάποια σαλάτα, μήπως;». «Όχι» είπαμε.  Ήταν που ήταν είναι ευερέθιστο το έντερό μας, του ‘δωσες την χαριστική βολή εσύ, δεν το είπαμε όμως, μη φάμε καμιά μπούφλα πάνω που χαλαρώσαμε.

Επιστρέφει σε πέντε λεπτά. Ταρίφα τα πεντάλεπτα. «Δυστυχώς μας τελείωσαν τα ‘ζεστά ορεκτικά’, όλοι αυτά ζητούσαν σήμερα, πριν πέντε λεπτά δώσαμε το τελευταίο πιάτο». Κοιταζόμαστε οι τέσσερις, θέλουμε να γελάσουμε, θέλουμε να θυμώσουμε, θέλουμε να πούμε διάφορα, αλλά η αυτοσυγκράτησή μας είναι υπόδειγμα ακόμη και για υπέργηρο Σαολίν.

«Φέρτε μας πάλι τη λίστα με τα πιάτα να διαλέξουμε κάτι άλλο».

Δεν έχει τίποτε να διαλέξεις. Ούτε για pasta είμαστε, ούτε για πρασινάδες ραντισμένες με μπαλσάμικα, παπαρουνόσπορους και μέλια, στο «λουκουμάδες ψιλοκομμένου βοδινού γεμιστοί με λιαστή τομάτα και pesto μαϊντανού» γελάσαμε κρυφά γιατί κι εμείς με κεφτεδάκια μεγαλώσαμε, όταν φτάσαμε στο «καρπάτσιο σολωμού με κάπαρη Αιγαίου και ξύσμα λεμονιού» δεν άντεξε η μία, κάγχασε και  ετοιμάστηκε να επιτεθεί ρωτώντας «ποιός τον γράφει τον κατάλογο;» αλλά την συνεφέραμε γρήγορα γιατί ξέρουμε τι γίνεται κάθε Σάββατο βράδυ στα Επείγοντα.

«Βρήκατε κάτι;».

«Όχι, φέρτε ένα πιάτο αλλαντικών και ένα μόνο τυριών και είμαστε οκ».

«Το ριζότο σπέσιαλ δεν θα θέλατε να το δοκιμάσετε;».

«Δεν θα θέλαμε». Η μια σαολίν έσπασε και αντιμίλησε, χλωμιάσαμε οι άλλοι τρεις αλλά ευτυχώς δεν είχαμε χειρότερα.

«Εντάξει». Πήρε τις κάρτες, έφυγε. Ξεφυσήξαμε ανακουφισμένοι, ζούσαμε στα άκρα πλέον. Και τότε ήταν που παρατηρήσαμε ότι δεν υπήρχε τραπέζι που να μην έχει δυο και τρία πακέτα τσιγάρα πάνω του. Σε δυο είδα και πούρα. Να μείνεις τρεις ώρες δηλαδή εκεί μέσα και φεύγοντας να ψάχνεις να βρεις το κινητό του πνευμονολόγου σου.

Έπαιζε Σίμπλι Ρεντ. Δηλαδή αυτοί πως και δεν τέλειωσαν; Νταξ.

Πίνουμε νερό περιμένοντας. Αυτό δεν τους τέλειωσε. Αν και τους έχω ικανούς.

Έρχεται με το κρασί. Ανοιγμένο, ήδη. Πάει να βάλει στο ένα ποτήρι. Σπάει και ο άλλος σαολίν, τόση τόλμη ρε πούστη μου, κατατρόμαξα, βάζει το χέρι του πάνω στο στόμιο του ποτηριού. «Γιατί είναι ανοιγμένο;». «Τώρα το άνοιξα, πριν το φέρω στο τραπέζι». «Τα κρασιά ανοίγουν στο τραπέζι, όχι πριν το τραπέζι». Πάνε οι σαολίν, γίναμε νίντζα, γιακούζα, κάτι που δεν έχει καταπιεί μισό κιλό xanax τέλος πάντων. Μας κοιτάζει λίγο απορημένη, λίγο αμήχανη, λίγο ενοχλημένη, σε mode “με τι μαλάκες έμπλεξα’’ αλλά when the going gets tough και τα λοιπά, μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει ηρωικά αλλά και πάλι το ξανασκεφτόμαστε, έχεις δει Επείγοντα το σαββατόβραδο;

«Θέλετε να ανοίξω άλλο;», σκοτεινιασμένη.

«Μα δεν έχετε δεύτερο», την καλμάρουμε.

«Να ξαναδώ, μήπως», μας δουλεύει.

Τι ευερέθιστο έντερο μου λες, κατευθείαν σε Crohn πήγαμε. Μέσα σε λιγότερη από μισή ώρα. Ιατρικά συγγράμματα και μαλακίες. Να βγαίνεις να χαρείς και να ψάχνεις το κινητό του γαστρεντερολόγου σου.

«Όχι, αφήστε το»

Το αφήνει.

«Να σας φέρω σαμπανιέρα».

Έπαιζε αυτά τα Τζένη Βάνου με μπλιμπλίκια. Ουφ.

Φέρνει. Και αφήνει τον κουβά με τα παγάκια πάνω στο κέντρο του τραπεζιού. Όπως σε Πάολα. Αλλά εκεί αφήναν το Τσόνι και το Τσίβας στο κέντρο, όχι έναν κουβά που χωράει νεογέννητο. Σαμπανιέρα κολυμπήθρα. Ο ένας πρώην σαολίν σκύβει και κοιτάζει μέσα, να σιγουρευτεί -λέει- ότι δεν ξέχασε κάτι ο παπάς. Κρατιέμαι να μην μου βγει το γέλιο απ’ τα ρουθούνια γιατί ξινό θα βγει.

«Συγγνώμη αλλά τα βοηθητικά τραπεζάκια μας τέλειωσαν, θα ψάξω να βρω ένα από κάπου που δεν το χρειάζονται και θα το φέρω».

Δεν είναι πρέπον να επιτίθεσαι στην εργαζόμενη τάξη, δικό της αίμα είμαστε κι εμείς, ρισκάρουμε και τη γνάθο μας μα πόσα sold out να αντέξεις;

«Ελπίζουμε αν φεύγοντας διαπιστώσουμε ότι τα ευρώ μας τελείωσαν, να έχετε την καλοσύνη να μας αφήσετε να φύγουμε και να βρούμε από κανένα ΑΤΜ που δεν τα χρειάζεται και να τα φέρουμε».

Τι είπες τώρα ρε, επιστήμονας άνθρωπος. Και πάρκαρα στου διαόλου τη μάνα, πώς κουβαλάς αναίσθητο άντρα ενενηνταπέντε κιλά ως εκεί;

Μας κοιτάζει ανέκφραστη. Σίγουρα έχει αλλάξει mode, πέρασε από το «με τι μαλάκες έμπλεξα» στο «πάτε στα σπίτια σας γαμώ το ξεσταύρι μου να κάνω ένα μεροκάματο χωρίς να φτύσω αίμα».

Της λέμε -για να την ηρεμήσουμε- εντάξει, δεν πειράζει, να μην ενοχλείται, αν βρει βοηθητικό τραπεζάκι ας μας το φέρει αν έχει την καλοσύνη αλλά μέχρι να βρεθεί αυτό το γαμημένο το τραπεζάκι (το γαμημένο δεν το είπαμε, έμεινε αλυσοδεμένο στο μυαλό μας) να μη μας φέρει κανένα πιάτο γιατί δεν υπάρχει χώρος ούτε για πηρούνι στο τραπέζι και πάει πολύς καιρός πια που τρώγαμε με τα πιάτα ακουμπισμένα στα πόδια μας και ξεσυνηθίσαμε.

Θα το τρώγαμε το κεφάλι μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην χτυπήσουμε κάρτα στα Επείγοντα.

Δεν εκτίμησε το χιούμορ μας. Τυφλός να ήσουν θα το καταλάβαινες. Το παραρισκάραμε κι εμείς όμως. Δηλαδή καλύτερα στο δρόμο για το Κ2 με χιονοθύελλα παρά τόση αποκοτιά.

Έπαιζε Στινγκ. Boring αλλά νταξ. Δεν πέθανε αυτός;

Σε δέκα λεπτά βρέθηκε βοηθητικό τραπεζάκι -λάφυρο από τραπέζι που άδειασε- και βάλαμε πάνω του την κολυμπήθρα κι έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Το κρασί είχε μείνει μισό. Η υπομονή μας άφαντη. Ευτυχώς την είδαμε να έρχεται με τα πιάτα.

Στο ένα είχε τέσσερις φέτες σαν-προσιούτο, τέσσερις μικρές ροδέλες τσορίθο, τέσσερα μικρά λουκανικάκια σαν-Φρανκφούρτης τρεις φέτες παστράμι και τρεις σαν-φέτες σαλάμι αέρος. Οι τέταρτες φέτες θα τους τέλειωσαν, πριν δέκα λεπτά. Στη μέση τρία ντοματίνια. Και τρία κριτσίνια. Μάλλον δεν θα τους τέλειωσαν αλλά μας έστελναν μηνύματα. «Φάτε τα τρία μας». ΟΚ.

Στο πιάτο τυριών είχε δυο ξερά σύκα στη μέση και έναν χουρμά. Σύνολο τρία. Πάνω τους είχαν τρίμματα από μπλε τυρί. Ευφάνταστο. Τριγύρω είχαν ακροβολιστεί λεπτές διάφανες φέτες γκούντα, ένταμ, έμενταλ, τα άπαντα των λιντλ δηλαδή. Είχε και δυο τρίγωνα σαν-μετσοβόνε και ένα κομμάτι (σαν- αντίδωρο) καμαμπέρ. Σύνολο τρία. Και τρία κριτσίνια. Εντάξει, το πιάσαμε το νόημα.

Την παρακαλέσαμε να φέρει λίγα κριτσίνια ακόμη και είπε με κάτι σαν-χαμόγελο «θα σας φέρω κάτι καλύτερο» και ομολογώ πως μιαν ανατριχίλα τη νιώσαμε όλοι που έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν άφησε στο τραπέζι ένα πιάτο με ψιλοκομμένες φέτες από μπαγκέτα ωρίμανσης πέντε ημερών λέγοντας «αυτά είναι τα χομ μέιντ μπέικ ρολς μας». Εντάξει, το πιάσαμε το νόημα. Να βγαίνεις να φχαριστηθείς και μετά να ψάχνεις το κινητό της οδοντιάτρου σου.

Το κρασί ξεψύχησε πριν καν ρίξουμε κλήρο για το ποιος δεν θα φάει παστράμι και μετσοβόνε. Ευτυχώς είμαστε αγαπημένα και πολιτισμένα ζευγάρια. Οι άντρες πάντα μεγαλόψυχοι και γενναιόδωροι υποχωρήσαμε, την ώρα που ακριβώς στο διπλανό τραπέζι κάθησαν δυο ωραιότατα ζευγάρια ασυνόδευτες γάμπες τυλιγμένες μέσα σε ωραιότατα μαύρα καλσόν που καταλήγαν σε ωραιότατες μαύρες γόβες και σε τελική ανάλυση το φιλοσοφήσαμε οι δυο άντρες σαολίν και είπαμε (από μέσα μας) δεν βγαίνεις για να φας γιατί φαγητό έχουμε και στο σπίτι και ωραιότατα κρασιά έχουμε στο σπίτι αλλά μερικές φορές το φαγητό έξω είναι καλύτερο.

Εκτός κι αν δεν έχουμε κάνει κράτηση, φτάσουμε καθυστερημένοι και ακούσουμε «δυστυχώς μας τελείωσε». Η ιστορία της ζωής μας, δηλαδή.

Την ώρα που πληρώναμε έπαιζε Τσετ Μπέικερ. Φιλάω σταυρό. Είπαμε οι άντρες στα μαυροντυμένα κορίτσια μας «κρίμα, στα καλύτερα φεύγουμε», μας άκουσε η φοβιστική και απάντησε χαμογελώντας πονηρά «πάντα έτσι δεν γίνεται;» και την ώρα που μας άνοιγε την πόρτα και κατεβαίναμε τα πρώτα απότομα σκαλιά είπε «σας περιμένουμε ξανά». Δεν νομίζουμε καλή μου, με τόσες συγκινήσεις απανωτές θα χρειαστούμε και καρδιολόγο.

Αλλά δεν το είπαμε. Άντε να βρεις τον ορθοπεδικό σου τέτοια ώρα…

 

….

the word is a ghetto

Delicatessen 1

 

Zητάω από τον χασάπη μου οssobuco. Κατ΄εντολήν.  Γελάει. Για πολλοστή φορά συνειδητοποιώ -όσο βλέπω το χασαπόπουλο να πριονίζει το κόκκαλο- πως είναι λιγότερο πολύπλοκο από το όνομά του, αν το πεις όμως «ποντίκι» χάνεται η μισή και παραπάνω μαγεία μιας παραγγελίας σε ένα κρεοπωλείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης και όχι κοντά στην Piazza Borromeo ή στα στενά του Ναβίλι. Βλακείες σκέφτεσαι αν δεν πρόλαβες να πιείς καφέ.

Τρία κομμάτια φτάνουν;

Και περισσεύουν. Άλλωστε μεγάλες γαρίδες στα κάρβουνα ήθελα να φάω αύριο, μα μου είπε ότι είναι βαριά αντικοινωνικότητα να τρως γαρίδες στα κάρβουνα κυριακάτικα, τέτοιες εποχές. Σκέτα κάρβουνα;  ήθελα να τη ρωτήσω, μα μετάνιωσα. Πρόλαβε εκείνη να μου πει «το τραπέζι της Κυριακής θέλει κατσαρόλα, χύτρα, ταψί, γάστρα» αλλά μόνο τα μισά άκουσα, ήμουν ήδη στο δρόμο για το ασανσέρ για να τελειώσω με τα σαββατιάτικα ψώνια μιαν ώρα αρχύτερα.

Δεν είναι συναρπαστικά τα χασάπικα, πλέον. Από την ώρα δηλαδή που είδα το Delicatessen όλα μου φαίνονται βαρετά, μουντά, χλιαρά, μια κοψιά. Ακόμη και κάτι χάι-τεκ που είδα στην τηλεόραση, με χασάπηδες νέους, ωραίους και αξύριστους (που σίγουρα περάσαν casting γωνιών προσώπου και κοιλιακών) και κρέατα  βαλμένα τόσο ευλαβικά στα ψυγεία όπως αραδιάζει ο Cartier τα διαμάντια και τα χρυσά του πάνω στα βελούδα της βιτρίνας. Άμα είχαν χιούμορ θα παίζαν και «Meat is murder» στα ηχεία στο σάρκινο μουσείο τους αλλά έχουν γένια (και χτένια, μέσα στα ψυγεία, μα είναι  ακόμη πιο φτηνό χιούμορ αυτό), δεν είναι απαραίτητος κι ο σαρκασμός όταν φιλετάρεις μπούτια κοτόπουλων. Morrissey σε χασάπικο, έλεος μακελάρη μου.

Το «δικό μου» χασάπικο είναι ντεμοντέ. Δεν έχει όρθια ψυγεία βιτρίνες, τα χασαπόπουλα είναι δεν είναι ένα κι εξηνταπέντε στο μπόι, η κυρία χασάπη έχει συμπαθητικό πρόσωπο μα θα έκανε λαμπρή θητεία ως σφάγιο, ο χασάπης μου είναι καλό, χρυσό παιδί, νέο και πάντα χαμογελαστό, καμιά σχέση με τον Κλαπέ, αλλά με κοροϊδεύει όταν του ζητάω –κατ’ εντολήν– νουά και με πληγώνει. Ούτε μουσική έχει, ίσως κάποια στιγμή πιάνει το αυτί σου φευγαλέα κανέναν Παντελίδη, κανέναν Κότσιρα στο μικρό ραδιόφωνο που κρέμεται από ένα καθαρό τσιγκέλι που ολοκλήρωσε τη θητεία του ως κρεμάστρα σάρκας. Μια φορά, την ώρα που μου συσκεύαζε κοπανάκια, άκουσα και Δεληβοριά. Έντεχνο σε χασάπικο ρε πούστη μου, κανένας σεβασμός.

Πολλές φορές δίνω τη σειρά μου σε γηραιές σκεβρωμένες κυρίες. Όχι τόσο από ευγένεια, όσο από περιέργεια. Για να δω τι μπορεί, ακόμη, να αγοράσει μια πετσοκομμένη σύνταξη. Που μαζεύει, έστω μια Κυριακή το μήνα, παιδιά και εγγόνια για να τα φιλέψει, να κάνει ο,τι μπορεί για να αλαφρύνει μια στάλα τα βάρη των παιδιών. Ωραία λέξη το «φιλεύω». Και το «σύνταξη». Τέτοιος είμαι, βλέπω τις λέξεις να πνίγονται μπρος στα μάτια μου τραβώντας μαζί τους κι ανθρώπους στον πάτο και δίνω τη σειρά μου, «δεν πειράζει, τελειώστε εσείς, έχω κι άλλα να πάρω εγώ». Συνήθως παίρνουν χοιρινό, αυτό φτουράει για τις Κυριακές που μαζεύονται όλοι στα παπουδόσπιτα (αν ζει ο παππούς, εννιά φορές στις δέκα μόνο γιαγιάδες συναντώ στον χασάπη). Βάζεις στη σακκούλα δυο κιλά πανσέτες, βάζεις και δυο μπριζόλες, παίρνεις ρέστα από το εικοσάρικο, μετά έχει σειρά το μανάβικο κι ο μπακάλης, μπίρες απ΄τις φτηνές κι ένα πιο φτηνό ημίγλυκο, πνιγόμαστε που πνιγόμαστε ας μην είναι ξηρό το τέλος μας. Όταν βλέπω αυτά τα μικρά πορτοφολάκια να ανοίγουν και τα ζαρωμένα, σχεδόν διάφανα χέρια να μετράνε -τρομαγμένα, έτσι νομίζω-  ένα χαρτονόμισμα και λίγα κέρματα, φοβάμαι πως σαν ξανακλείσουν θα μείνω κι εγώ μέσα δίχως αέρα. Πείθω το βλέμμα μου να στραφεί αλλού. Στο συκώτι που ζυγίζεται τώρα. Ξαναπνίγομαι.

Το χασάπικο της γειτονιάς μου, νομίζω το ‘χω ξαναπεί, έχει και μια σειρά από κάρτες απλωμένες πάνω στο ψυγείο με τα σφαγμένα και τα αίματα. Τρομακτικές κάρτες με ονόματα, ιδιότητες, τίτλους και τηλέφωνα. Αγγλική φιλολογία, Φιλολογία ΑΠΘ, Οικονομολόγος, Παιδαγωγικό ΔΠΘ, κάποτε δεν έβλεπα «Δικηγόρος» αλλά πάνε πια οι ντροπές, όλοι αραδιασμένοι εκεί, νέα  -και όχι τόσο νέα- παιδιά απλωμένα κι αυτά στα τσιγκέλια. Μια ώρα μάθημα, μισό κιλό κρέας.

Δεν μπορείς να φανταστείς, μου λέει ο χασάπης μου. Πονάει το μέσα μου, δυο τρία έρχονται κάθε βδομάδα, «να αφήσω λίγες κάρτες;», σε λίγο πιο πολλές κάρτες από κρέατα θα έχω στο μαγαζί.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα πρέπει να κόψω αυτή τη συνήθεια. Καλύτερα να τηλεφωνώ να μου τα φέρνουν στο σπίτι. Γιατί όπως πάνε τα πράγματα δεν θ΄αργήσει η μέρα που το γκαπ του μπαλτά θα ακουστεί μέσα στο μυαλό μου, σ’ ο,τι απέμεινε απ’ αυτό,  διαλύοντάς το σε ένα εκατομμύριο κομμάτια και ποτέ δεν θα μπορέσω -είμαι και σιχασιάρης- να ξύνω ντουβάρια, πατώματα και ταβάνια για να ξαναφτιάξω το παζλ.

Τρία είπες; Ένα τετρακόσια είναι.

Δυο, φτάνουν. Ένα κιλό βγαίνουν; Κατ΄εντολήν.

Χαμογέλασε ο χασάπης μου, χαμογέλασα από ευγένεια κι εγώ, πήρα το δρόμο για  το μανάβη μετά. Εκεί που στα χωρισμένα τελάρα, τα «πλαϊνά», τα «κρυφά», τα «δεύτερα», γίνεται πάντα συνωστισμός τα Σάββατα. Ως και στα τελάρα γκέτο.

….

αέρας

WORD NON ARRIVALS

 

 

Tόσες ματαιωμένες απόπειρες, τόσα cancelled μπρος στη λευκή σελίδα, τέτοια αναμονή (ακόμη και ξημερώματα) χωρίς να με πλησιάσει ούτε σημείο στίξης (κι ας κρατούσα πάντα μια πινακίδα στα χέρια, μη τυχόν και με μπερδέψουν για άλλον), τόσον έρημο πίνακα αφίξεων,  χρόνια είχα να ξαναζήσω.

 

…..

Κυριακές σκέτες

1

 

Φτηνά κόκκινα και άσπρα χύμα κρασιά στα μνημόσυνα. Σπαρμένα ανάμεσα σε σκούρα ρούχα, αποψιλωμένα κρανία, μαλλιά φωλιές με δέκα στρέμματα λακ πάνω τους, πιάτα με ταραμοσαλάτες, χοντροτριμμένο λάχανο-καρότο, χλωμές ντομάτες εκτός εποχής, κουλουράκια, σοκολατένιες ελίτσες και μικρά μπουκάλια με «κονιάκ» τοπικής οινοποιίας (αν δεις σφραγισμένα τριάστερα Metaxa είσαι σε άλλο λέβελ) που -συνήθως- μένουν ανέγγιχτα, εκτός κι αν το κρύο έξω δαγκώνει. Υπάρχουν όμως πάντα και οι μερακλήδες των τεσσάρων εποχών που το πάνε γουλιά γουλιά εναλλάξ με τον καφέ. «Έχω μέτριους, ποιος θέλει μέτριους;». Μέτριοι και σκέτοι ανάρπαστοι. Η ζάχαρη δεν πολυέχει πέραση, πήρες τη δόση απ΄το κόλλυβο νωρίτερα, έρχονται και οι πατάτες οι γιαχνί μετά, έρχονται τα ρύζια με αρακά, πόση συμπαράσταση περιμένεις να βρεις από ένα Solosa;

Αυτές τις Κυριακές δεν προλαβαίνεις τραπέζι ελεύθερο για να μαζευτείτε σ’ αυτό μαζί, παρέα, οι πέντε, έξη, εφτά νεολαίοι των περασμένων πρώτων -ήντα. Οι θείοι και οι θείες είναι ήδη στρωμένοι εκεί, πριν τα τραπεζομάντηλα. Δεν μαγειρέψαν σήμερα, αφού «θα φάμε στου Σάββα την Κυριακή». Οι μελαγχολικές και ταυτόχρονα ιλαρές μέρες όπου ο αποδημήσας γίνεται τοπωνύμιο οικογενειακής ταβέρνας. Ας είναι, φίλοι και γνωστοί της οικογένειας όλοι αυτοί στα τραπέζια, τα κρατάμε -ακόμη, αλλά για πόσο; – αυτά στις μικρές ελληνικές επαρχίες, αυτά τα τραπεζώματα για το συχώριο. Χωρίς κρέας στην κηδεία, με απ’ όλα στα σαράντα. Εκτός κι αν ξεκίνησε κάποια νηστεία, «καλαμαράκια φέρε μου αν είναι να αργήσει ο μπακαλιάρος, μη βάλεις όμως όλο πλοκάμια, δεν τα τρώω τα πλοκάμια, σκληρά είναι, άντε μπράβο αγόρι μου».

Το πλήρης ημερών (έστω στο περίπου, λίγο πάνω απ’ τον πήχυ του «προσδόκιμου») είναι το κλειδί για το σκηνικό τριγύρω. Όταν ο απών είναι (“είναι”; “ήταν”; επίπονη η διαχείριση των χρόνων) νέος, το σφίξιμο και η μουγκαμάρα δεν καταλαγιάζουν εύκολα. Όσο κι αν θες να το ξορκίσεις, όσο κι αν προσπαθείς να αποστηθίσεις αυτό το «η ζωή συνεχίζεται» ή το άλλο, το «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς», δεν είναι όλα όπως στο σινεμά, ούτε χωράμε όλοι στο κοστουμάκι του Big Chill. Aν το κοντέρ έγραψε πάνω από ογδόντα, τα στόματα, οι γλώσσες και οι εκφράσεις χαλαρώνουν κι ας καταλαβαίνουν οι συνομήλικοι (το βλέπεις στα μάτια τους ακόμη κι όταν αυτά είναι προσηλωμένα στο νουά με άσπρη σάλτσα μπροστά τους) πως παρακολουθούν ακόμη μια πρόβα τζενεράλε απ’ το δικό τους φινάλε. Δυο ποτηράκια κρασί μαλακώνουν τον φόβο τους, ας πάει και στα κομμάτια η πίεση, διπλή δόση Pressuril μετά, ίσως κι ένα Norvasc.

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο η επάρκειά μας στις -κάποτε- ξένες γλώσσες είναι άξια θαυμασμού. Ή λύπησης, όπως το δεις.

Μα είμαστε ακόμη εκεί. Μεταμφιεσμένοι, μεταλλαγμένοι, σχεδόν αγνώριστοι, κάθε φορά και πιο πολύ αλλά είμαστε εκεί. Αποχαιρετώντας γνωστούς και αγαπημένους, καπνίζοντας, πίνοντας και ψευτοτρώγοντας ανάμεσα σε ώριμα -πλέον- κορίτσια που φορέσαν τα ωραία τους μαύρα ή σκούρα ρούχα για να είναι ασορτί με τη μέρα. Ρούχα που άλλες τις στενεύουν, άλλες τις δείχνουν αναπάντεχα ερωτεύσιμες (ας είμαστε ειλικρινείς όμως, κανείς μας δεν αναζητεί πια έρωτες, λίγη αλλότρια σάρκα μόνο) κι άλλες -που δεν καταφέραν σήμερα να κλείσουν το φερμουάρ στο παντελόνι και αγκομαχούσαν μέχρι να πείσουν το οπάκ να ανέβει ως τον αφαλό- τις κάνει να ψάχνουν την άκρη απ’ το τραπεζομάντηλο για να σκεπάσουν τρεις σπιθαμές γύμνιας πάνω από το γόνατό τους. Θαρρείς και δεν ξέρουν (όλες το ξέρουν) πως ακόμη και πίσω από τοίχο να κρύψουν αυτό που θέλουμε να δούμε πάνω τους, εμείς θα βρεθούμε δέκα σπιθαμές πάνω από το γόνατο. Κι ακόμη ψηλότερα. Είτε στα σαράντα του μακαρίτη είμαστε, είτε στο χρόνο της μακαρίτισσας.

“Έχω δυο χοιρινές και ένα μπιφτέκι, ποιός παρήγγειλε χοιρινή;”.

Είναι κάποια πρωινά Κυριακής, ανάμεσα σε κιμάδες, σχάρες και καλαμαράκια τηγανητά, που η ζωή μυρίζει όμορφα. Και έχει τη γεύση του ακριβότερου Grand Cru, την ώρα που πίνεις άλλη μια γουλιά από το φτηνό χύμα.

….

28 λέξεις μετά

35153548

 

 

Ενός λεπτού σιγή για τις γυναίκες εκείνες που συνεχίζουν να υποδέχονται σπέρμα ερήμην τους. Και άλλο ένα για τους άντρες που το χαρίζουν απλόχερα εν τη απουσία αυτής.