the year of the rat

Εικόνα 630

 

Σάββατο απόγευμα, σε ένα φοιτητόσπιτο που βλέπει Μπιζανίου. Eπι μισόν αιώνα, την ΄χουν αυτή την κακιά συνήθεια τα σπίτια, να μην αλλάζουν θέα. Στενά μπαλκόνια που κοιτάνε «πίσω αλλά φωτεινά», μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, μια υποψία από ένα ρεφρέν Τερζή που πεθαίνει στα μισά της διαδρομής ως τα αυτιά μου, μυρωδιές από κρεμμύδια που τσιγαρίζονται, κλασσική Θεσσαλονίκη, πιο πολύ κι από τα κουλούρια, τον πατσά και τη μπουγάτσα της. Διαμέρισμα που γεννήθηκε αρχές του εξήντα, πενηντάρισε για τα καλά κι αυτό. Ότι κι αν του κάναμε, όσο κι αν το μερεμετίσαμε, με όσα καινούρια και να το ντύσαμε, τα χρονάκια του φαίνονται. Αλλά το λες καλοστεκούμενο,  «τηρουμένων αναλογιών».

Ξαπλώνω στον καναπέ-κρεβάτι. «Όχι στο κρεβάτι του παιδιού, δεν ξαναλλάζω σεντόνια, να ‘ρθει να το βρει καθαρό». Η τρελή από πάνω πλένει τα μπαλκόνια, ακούω το νερό να χτυπάει με φόρα στην απλωμένη -επί τούτου- τέντα του ισόγειου. Κάποτε (έτσι μου είπαν οι παλιοί) ξέσπαγαν εμφύλιοι ισογιτών με τους πανωροφίτες, πάντα για το νερό. Τώρα είδαν κι απόειδαν όλοι, μπούχτισαν, αφήσαν τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους ροή. Φυσική ροή. Αυτό.

Η μέρα ήταν κουραστική, εξαντλητική. Λυγίζουν τις πλάτες οι αριθμοί, κι αυτοί της ταυτότητας, κι αυτοί του πορτοφολιού. Ένα γρήγορο μπάνιο και μετά -με προσοχή μη ξανακάνω πατημασιές στο σενιαρισμένο φοιτητόσπιτο- ξεκούραση. Φυσάει ωραία έξω, κάτι μου θυμίζει αλλά δεν μπορώ  να συγκεντρωθώ, ούτε να ταιριάξω το παζλ, άμα έχει κουράγιο και υπομονή ας φτιαχτεί μονάχο του.

Αποχαυνώνομαι. Δεν βρίσκω κακό σ΄αυτή τη λέξη, όταν νιώθω κουρασμένος την αφήνω να με κυριεύει άνευ ενοχών. Υπερπλήρεις είμαι απ’ αυτές, ας στριμωχθεί στρωματσάδα μέσα μου άλλη μια. Νυστάζω αλλά ο ύπνος δεν μου κάνει τη χάρη. Δεν ξέρω νιρβάνα τι θα πει -πρακτικά, στην θεωρία αριστεύω- μα κάπου εκεί βρίσκομαι. Όλα τα άλλα, όσα βαραίνουν, μένουν για λίγο πίσω.

Ο ήλιος φεύγει σιγά σιγά. Φως δεν καταφέρνει πια να βρει δρόμο μέσα από τις χαραμάδες στο στόρι. Το ραδιόφωνο, χωμένο στην οθόνη της τηλεόρασης, συνεχίζει τον χαβά του. Ωραίος, απρόσμενα ψυχοτονωτικός, χαβάς. Τρία κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται, μα είμαι αδύναμος να σκαλίσω και για άλλα. Το στομάχι μου με ευγνωμονεί για το φουρφούρισμα, παρότι άδειο. Γιατί με ευγνωμονεί; Γιατί πεταρίζει; Από πότε αυτονομήθηκαν τα σπλάχνα μας;

Σκοτείνιασε. Κάποιος απ΄τον τέταρτο μιλάει με μια του δεύτερου, απέναντι. Τα τσιμέντα και τα μπετά καταγράφουν με το νι και με το σίγμα τα τι, τα πως, τα αλλά και τα γιατί τους. Ακούω τα πάντα καθαρά, άλλα δυο κομμάτια έρχονται να κάνουν πιο καθαρή την εικόνα. Όχι αρκετά ευδιάκριτη, όμως. Tο μυαλό παραιτήθηκε, οι μύες μου είναι ακίνητοι σαν του Γκιούλιβερ -ένα εκατομμύριο liliputians με κρατούν καθηλωμένο πάνω στα μοσχοβολιστά σεντόνια- αλλά το στομάχι μου μεταφράζει αγόγγυστα σήματα που μοιάζουν, μα τελικά δεν είναι, ακατάληπτα.

Δεν ήξερα τι ώρα είναι. Δεν μ’ ένοιαζε. Ξάφνου είμαι είκοσι, σε ένα φοιτητόσπιτο στην Τσόχα, κοιτάζω ξαπλωμένος ένα μπαλκόνι που βλέπει άλλα πίσω μπαλκόνια, μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, είκοσι κιλά ελαφρύτερος, με πολλά μαλλιά πλουσιότερος, με άδειο μυαλό και μισοάδεια τσέπη, κενή τη λίστα με τις έγνοιες και τις υποχρεώσεις (αν και μόλις λίγες μέρες πριν την εξεταστική), σχεδόν ευλογημένος που συμπλήρωσα -επιτέλους- το παζλ. Την ώρα που μόλις και μετά βίας άκουγα -είχα χαμηλωμένη την ένταση, για να μην την ξυπνήσω- On a morning from a Bogart movie, In a country where they turn back time.

Άσε με, ήθελα να της πω, άσε με μισή ωρίτσα ακόμη να ξεμπερδέψω με τις παλιές μου κλωστές και ξεκινάμε μετά για Laputa.

Δεν της είπα αλλά με άκουσε. Κι εκείνη εξαντλημένη ήταν, ποιος να ‘ξερε πόσα χρόνια πίσω έκοβε βόλτες το μυαλό της. Ανόητα μυαλά, πιστεύουν ακόμη πως έχουν τις αντοχές που είχαν κάποτε.

Στο υπόγειο έχει τρωκτικά, διάβασα την ανακοίνωση βγαίνοντας, μην πειράζετε τις παγίδες. Παντού έχει τρωκτικά, ήθελα να γράψω με στυλό από κάτω, σιγά το νέο.

Την ώρα -περασμένες δέκα- που ήμασταν ήδη στο δρόμο για τη θάλασσα, μια κατηφοριά δρόμος, (κι από κει στα ναυαρίνα, στις διαγώνιες, στους παλαιωνπατρωνγερμανούς και τους παυλομελάδες), την είδα στη μέση του δρόμου να ψάχνει θήραμα.

 

…..

στον καταψύκτη της Mary και του Merrin

 

34638046

 

Μεγάλη πόρτα θα διαβείς, Σεπτέμβρη θα συναντήσεις. Στο κρεβάτι, ντυμένον καλοκαιρινά, να παριστάνει κάτι που δεν είναι. Έφαγε το θέρος  -αυτό που άργησες να πας να βρεις- και πάει να σε ξεγελάσει, με χαμόγελο που κάνει τις νύχτες να ανατριχιάζουν.

Γιατί Ιούλιε δεν έχεις πια τόσο μεγάλες μέρες;

 

….

2015 A.D.

img_34051

 

Κάποιο απόγευμα οι έντρομοι περαστικοί διαβάσαν στον τοίχο δίπλα στα σφαγεία «σεις που καμώνεστε ότι βάζετε πέντε σκέψεις στη σειρά, γράφτε κάτι πολύχρωμο μπας και ξεχαστούμε μια στάλα». Κάθε λέξη και με διαφορετικό χρώμα, τόσο χρώμα που πόνεσαν τα μάτια όσων διασταυρώθηκαν μαζί του, συνηθισμένοι -βλέπεις- εδώ και χρόνια στα ξεθωριασμένα.

Πόσην ώρα έκανε να το γράψει όλο αυτό, ο παράτολμος εμπνευστής του; Πολλή. Εκτεθειμένος ανάμεσα σε μάτια αδιάφορα, εχθρικά, έτοιμα να τον καταδώσουν -δίχως την παραμικρή τύψη μα και δίχως αντάλλαγμα, τι παράξενο- στους Άχρωμους που ήταν πια πλειοψηφία, οι νέοι άρχοντες σ’ αυτό τον τόπο.

Ένα ρίγος και μετά μια καθόλου τσιγκούνικη δόση κρύου ιδρώτα διαπερνούσε όσους το αντίκριζαν, κατεβάζοντας αμέσως μετά τα κεφάλια προς το χώμα, τα τσιμέντα, τα βρωμόνερα. Τέτοια αποκοτιά, τέτοια λωλαμάρα, τόση λαχτάρα, τόσο ρίσκο για ένα τίποτε;

Κανείς δεν βρέθηκε -ο φόβος, ο φόβος- να απαντήσει, έστω με μια χρωματιστή γραμμή από κάτω. Ούτε μισό λεπτό θα του ‘παιρνε να την τραβήξει. Κι όμως, κανείς. Το επόμενο πρωί ο τοίχος ήταν πάλι βρωμερός μα καθαρός από λέξεις. Είχε επιληφθεί η νυχτερινή βάρδια της υπηρεσίας καθαρότητας σκέψεων, που δεν άφηνε τίποτε να μαγαρίσει το λερί τοπίο.

Την ώρα που σβηνόταν και η τελευταία γραμμή από το «στάλα»,  κάποιος άλλος άφηνε -σαν σκιά, σχεδόν-  ένα γράμμα στην εξώπορτα της αγαπημένης του. Οι άνθρωποι, πέρα απ’ όσα πίστευε ο έξω κόσμος γι αυτούς, δεν σταμάτησαν να προσπαθούν να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ποθούν, πιο χλιαρά, λιγότερο μεγαλόφωνα ίσως, με ξεθυμασμένα χρώματα, πιο -αλοίμονο- ενοχικά, μα δεν σταμάτησαν. Το γράμμα είχε μέσα δέκα -όμορφα σχεδιασμένες- λέξεις, όλες κι όλες: «και σαν τι να διηγηθείς πια; η ομορφιά είναι επικηρυγμένη».

Δεν πήρε απάντηση. Ποιος ανοίγει πόρτα; Ποιος περιμένει γράμματα σήμερα; Ποιος γράφει γράμματα και ιστορίες στις μέρες μας;

Παράξενες μέρες, σε παράξενη χώρα. Θλιβεροί σταυροφόροι, βαριεστημένοι προσηλυτιστές βγάζουν λόγους τριγύρω, πετάνε καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια στους περαστικούς, πουλάνε μεταχειρισμένα φύκια σε ψωνισμένες κορδελιάστρες, μαζεύουν ανθρώπους για προμήθειες. Σημαίες λευκές, λάβαρα δίχως χρώματα και ψευτοπαθιασμένα -αν δεν ήταν τόσο μπαγιάτικα- λόγια, διαβασμένα μέσα από μισοσκισμένα σημειωματάρια. Τους έχω ξαναδεί αυτούς, περάσαν και παλιά από τα μέρη μας. Σήμερα με το σταυρό, αύριο με τον Αλαντίν, χτες με τον διάολο, αρκεί να πατήσουν μέσα σ’ αυτό που νομίζουν Ιερουσαλήμ.

…..

τα στόρια (εννιά πολύ μικρές ιστορίες χωρίς τέλος)

34599648

 

στο καράβι

Φωτογραφίζω γλάρους. Με λιγότερο ενθουσιασμό απ’ ότι δέκα χρόνια πριν, ένας γλάρος δεν είναι παρά ένας γλάρος απ’ όποιαν οπτική γωνία και να τον δεις. Μετράω δέκα αυτοκίνητα με εγχώριες πινακίδες, ογδόντα -συν τρία λεωφορεία- με γειτονικές, μετά χάνω το λογαριασμό. Χαρές και γέλια σε κυριλλικά, σε τούρκικα, σε ινδοευρωπαϊκά. Την καταλαβαίνω την ωραία λαχτάρα της προσμονής σ΄ όποια γλώσσα και να εκφέρεται. Νεαρά ζευγάρια, ζευγάρια με παιδιά, ζευγάρια με πεθερικά, ζευγάρια ήδη ξαναμμένα, το έβλεπες στα μάτια τους, στο σώμα τους, στο στόμα τους. Κι ανάμεσά τους εμείς. Στο καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα, τρία τσιγάρα δρόμος απ’ το σπίτι ως την ώρα που πέφτει ο καταπέλτης, έτσι δεν τον λένε;

στο νησί

Δεν αλλάξαν πολλά από πέρυσι, τουλάχιστον η αγένεια των ντόπιων παραμένει σημείο αναφοράς, μπούσουλας για να μη μπερδευτούμε πως αποβιβαστήκαμε αλλού. Συνηθίσαμε πια, δεν δίνουμε σημασία. Ακούμε ότι σε ένα λατομείο που κατεβαίνει ως τη θάλασσα (πήγαμε εκεί κάμποσες φορές, η ησυχία σε τρόμαζε μα ήταν βάλσαμο) άνοιξε νέο μπιτς μπαρ και μειδιώντας, υποχθόνια, σκέφτομαι την διαχρονική αξία των φουρνέλων. Έχει πέντε μποφόρ, μπορεί και έξη. Δεν κατηφορίζουμε νοτιοδυτικά, εκεί που τα νερά είναι λιγότερο αφρισμένα, μια βουτιά ήρθαμε να κάνουμε, να φάμε και να φύγουμε. Όχι να γράφουμε χιλιόμετρα ή ιστορίες. Κολυμπάμε ανάμεσα σε δεκάδες ατρόμητα παιδάκια που πετάνε νερό και χρωματιστές μπάλες το ένα στο άλλο. Κάτι σαν την κολυμπήθρα του Ηρώδη. Μου γνέφει «πάμε να φύγουμε», κάνω πως δεν την βλέπω, δεν έχω κουράγιο να ξαναψάχνω πλάτωμα για να παρκάρω ανάμεσα σε πινακίδες με TR, SRB, RO, BG και MK.

στην ταβέρνα

Ίδια κι απαράλλαχτη όπως όταν πρωτογνωριστήκαμε μαζί της, τριανταπέντε χρόνια πριν. H ίδια πλαστική ασχήμια, η ίδια ομορφιά σαν έβλεπες τον ορίζοντα. Και οι τιμές, παγωμένες κι αυτές. Τρώμε ψάρια, σπιτίσια ταραμοσαλάτα, ντομάτα απ’ τον κήπο δίπλα, πίνουμε μαύρες μπίρες κι ας φωνάζαν τα πιάτα ότι θέλαν να ζευγαρώσουν με ούζο. Έρχεται το «παιδί» με το λογαριασμό στο χέρι, «ούτε δέκα χιλιάρικα» της λέω, «κόψε τα λαφαζάνικα» αντιγυρίζει. Το πάνω χείλος της έχει ιδρώσει, ο αέρας κόπασε. Την ώρα που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο παίρνει το χέρι μου και το βάζει κάτω απ΄το στήθος της. Μουσκίδι. Ο ιδρώτας βρήκε καλή κρυψώνα, καλύτερα από μένα τα κατάφερε ο μπαγάσας.

στη χώρα

Δωμάτιο ούτε για δείγμα, επί μια βδομάδα χορτάσαμε να εισπράττουμε «δεν». Λίγο πριν ξαναμπούμε στο καράβι πέφτουμε πάνω σε πινακίδα, «δωμάτια ελεύθερα», λέει -χωρίς να μιλήσει, χωρίς να με κοιτάξει- «μένουμε σήμερα», «σε τρία λεπτά είμαι εκεί» μου απαντά μια αγχωμένη φωνή στο τηλέφωνο. Ήρθε σε δυο. Πήρε σαρανταπέντε ευρώ για ένα δωμάτιο –μεγάλο, δεν αντιλέγω- στον δεύτερο, με θέα λιμάνι και τα άσχημα μαγιώ των διπλανών. Μερικά δωμάτια είναι ίδια κι απαράλλαχτα όπως εκείνα που βρίσκαμε τριανταπέντε χρόνια πριν. Μόνο τηλεόραση προστέθηκε. Και πλακάκια προσφοράς πράκτικερ αντί μωσαϊκού. Όπως και τότε δεν υπάρχει αφρόλουτρο ή σαμπουάν, ούτε ως δείγμα. Αυτά έχει ο Αύγουστος σε τούτον τον τόπο, ίδιος κι απαράλλαχτος. Είναι κάποιου είδους αποτελεσματικό ηρεμιστικό κι αυτό, μια σταθερά ακλόνητη, μια πυξίδα που δείχνει πάντα το σωστό κενό.

τα σεντόνια

Βγαίνω να βρω κάτι για να πλυθούμε. Μέσα στο μίνι μάρκετ ακούω κυριλλικά, τούρκικα, ινδοευρωπαϊκά. Και φτηνά δίλιτρα κρασιά με ακόμη πιο φτηνά ονόματα που με ικετεύουν «μη μας πιεις». Το δωμάτιο είναι δροσερό πλέον, έχουν προσθέσει κλιματισμό, ας μην τους αδικώ. «Μπαίνω πρώτη» λέει χωρίς να μιλήσει και ακούω το νερό πάνω στο δέρμα της. Τα σεντόνια προσπαθούν μάταια να ξυπνήσουν μνήμες, αυτά είναι φιλότιμα, εγώ είμαι το πρόβλημα. Κι εκείνη, όταν βγαίνει από το μπάνιο, τριανταπέντε χρόνια νεότερη. Βρίσκω καλύτερη κρυψώνα απ΄ τον ιδρώτα της και τρυπώνω. Μετά ξανά κάτω απ΄ το νερό, μετά μισοστεγνοί πάνω στα σεντόνια που σίγουρα είχαν δει και λευκότερες μέρες. Μυρίζουν λεβάντα, όμως. Κλείνουμε τα μάτια, ακούω Δεύτερο, απ την τηλεόραση ψηλά στον τοίχο. Τυχερό αστέρι, πειραγμένη Μελίνα, στο ‘καμαρούλα μια σταλιά’  το κλείνω, τριάντα τετραγωνικά δωμάτιο και κόντεψε να με πλακώσει.

το βράδυ

Κι όμως! Υπάρχει ακόμη μέρος σ΄ αυτόν τον πλανήτη όπου σερβίρουν βερμούτ σε παλιομοδίτικα σωστά ποτήρια, με παγάκια.

η επόμενη μέρα

Μόνοι μας στην μικρή παραλία, εννιά το πρωί. Εμείς και ένας καλός άνθρωπος που άπλωνε ξαπλώστρες και χτένιζε με την τσουγκράνα κάθε τι περιττό. Ήλιος δεν εμφανίστηκε μέχρι που φύγαμε δυο ώρες μετά, την ώρα που η άμμος γέμισε με κυριλλικές, τούρκικες, ινδοευρωπαϊκές πατημασιές. Η θάλασσα ήταν κρύα, φύσαγε πάλι, και πεντακάθαρη. ‘Ωρες ώρες και το μυαλό μας το ίδιο, έτσι νομίζω. Αφήσαμε τα αλάτια στο δωμάτιο, μαζί και το κλειδί πάνω στην πόρτα. Στο καράβι μπήκαμε καθαροί, μοσχοβολούσαμε. Φωτογράφισα άλλους δυο γλάρους, έτσι για το καλό, για το γούρι, για να επιστρέψουμε· αν και δεν είμαι σίγουρος ότι έστω κι ένας απ’ τους δυο μας το επιθυμεί στ’ αλήθεια. Μα πάντα επιστρέφουμε, άγνωστο γιατί.

στο σπίτι

Έκλεισε η μπουκαπόρτα πίσω μας -έτσι δεν τη λένε; – , σε μια ώρα και κάτι ήμασταν πάλι στην αφετηρία. Ανέβασα τα στόρια. Δεν έπρεπε, δεν ήμουν ακόμη έτοιμος γι αυτό που αντίκρισα κι ας είχα κάνει τόσες πρόβες ψυχραιμίας, μήνες τώρα. Αυτή όμως είναι η ζωή, ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι που βιώνουν εν ζωή αποχωρισμούς είμαστε, έχουν δει αλλωνών κι αλλωνών τα μάτια, άλλοι αποχαιρετάνε παιδιά, αδέρφια, έχουν τα άδεια μπαλκόνια, τα άδεια δωμάτια μέσα στο σπίτι τους, μιλάω κι εγώ ο άκαπνος. Με κατέστρεψε αυτός ο Χάμιλ.

αργά το απόγευμα

Για ένα τόσο δα ψήγμα στιγμής, νόμισα πως άκουσα από απέναντι ήχο ποτηριών που τσουγκρίζουν. Σαν καλωσόρισμα, σαν κατευόδιο, σαν ένα καλοκαίρι που ήρθε κι έφυγε πολύ γρήγορα παίρνοντας μαζί του κάτι ακριβό και πολύτιμο. Είδα το ρολόι, αυτή την ώρα θα είχαν ήδη περάσει τα σύνορα προς μια καινούρια ζωή. Δεν ήταν ποτήρια τελικά. Στους αποχαιρετισμούς δεν κάνεις θόρυβο. Αφήνεις τα άδεια μπαλκόνια να μιλήσουν. Και τις σκούπες, που ερήμην των αφεντικών τους μαζέψαν όλες τις πεσμένες χάμω λέξεις μας.

Στις εφτά το στόρι του σαλονιού ανέβηκε, ένα -ωραίο- μελαχρινό κορίτσι βγήκε και επιθεώρησε προσεκτικά το μπαλκόνι. Αυθόρμητα της έγνεψα με το χέρι. Ανταπόδωσε -λίγο αμήχανα, λίγο αντανακλαστικά- τον χαιρετισμό μου, που δεν ήταν χαιρετισμός. Ένα «πρόσεχε πού πατάς» ήταν, «εκεί αφήσαμε παρέα μ’ αυτούς που φύγαν κάτι χρόνια, εκεί ζουν γέλια και ουφ, τραγούδια, βιβλία, κάποιες στάχτες, κάποια νεκρά σχέδια, αν  τελικά μείνεις και τα βρεις, κοίτα να τους φερθείς καλά».

 

 —–

τα φουρφουράκια

34531630.flat jarret

 

Μια πάσχουσα σαμπρέλα τον Αύγουστο. Ανίκανη -πλέον- να σηκώσει το φορτίο ενός λάστιχου κι ενός εντεκάχρονου που έβγαλε το φουρφουράκι του (προσεκτικά στερεωμένο με σύρμα και ξύλινο μανταλάκι) ανάμεσα από τις ακτίνες και ξεκίνησε να εξερευνήσει τα όρια του κόσμου, πέντε γειτονιές τριγύρω. Τότε δρόμος και γειτονιά, απλή αριθμητική, ακόμη πιο απλή ανθρωπογεωγραφία, τι να μας πει και η γκουγκλ στριτ βιού..

Αλλά στην πρώτη γωνία, εκεί, ανυπομονησίας και λαχτάρας, τον βρήκε το φουίτ. Και βάλθηκε ο πιτσιρικάς να ψάχνει ποδηλατά (όλοι τριγύρω απ’ την πλατεία, στην άλλη άκρη της πόλης, τριάντα δρόμους μακρύτερα) για να αναστήσει ένα ημιθανές ποδήλατο, μπλε με άσπρες και μαύρες ρόδες. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, μόνο με ένα «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Τα καλά των μικρών πόλεων. Πάντα ήσουν «κάποιου», η ερώτηση «τίνος είσαι συ;» είχε αντίκρισμα και απάντηση εξαργυρώσιμη.

Πολλές φορές οι πίκρες ερχόντουσαν μαζεμένες. Σπάνια ήσουν τόσο τυχερός ώστε να εισπράξεις ένα «περίμενε ένα τέταρτο και θα στο ‘χω έτοιμο». Η πιο συνηθισμένη απάντηση στο «σε πόση ώρα θα το πάρω;» ήταν «το απόγευμα» ή «αύριο πρωί». Και ο κόσμος; Ο κόσμος κύριε; Μπορούσε να περιμένει ο κόσμος εμένα να πάω να τον ανακαλύψω δίτροχος; Ή θα με προλάβαινε κάποιος άλλος;

«Δεν μπορείτε τώρα κύριε; να, θα πάω ως το μαγαζί του παππού μου και θα ξανάρθω σε μισή ώρα, να μη μπλέκομαι στα πόδια σας».

«Πολύ βιαστικός είσαι μικρέ. Οι δουλειές θέλουν το χρόνο τους, έχω άλλα πέντε στη σειρά και πρέπει να τα έχω έτοιμα μέχρι το μεσημέρι, έλα μετά τις έξη το απόγευμα και βλέπουμε»

Άλλα πέντε. Κι ένα το δικό μου έξι.

Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

Κάποιος εκεί έξω είχε βαλθεί να ξεπαστρέψει τα μεγάλα μου σχέδια. Θα έπρεπε να κατακτήσω τον κόσμο περπατώντας. Και να μην αξιωθώ ούτε μισό βλέμμα από κορίτσια καθισμένα στις σκάλες και στα πεζοδρόμια. Κάπως έτσι αρχίζουν να ξετυλίγονται οι μικρές τραγωδίες που δεν βρίσκουν δρόμο για βιβλία, για κερκίδες και για θεατές μα δεν παύουν να είναι τραγωδίες. Αφού σήμερα, της είχα υποσχεθεί, θα περνούσα με το ποδήλατο από τη γειτονιά της και είπε «θα το πω και στις φίλες μου, να σε δουν, γυρίσαν απ’ την κατασκήνωση». Και να με εγκρίνουν, μάλλον.

«Αλλά να βγάλεις το φουρφουράκι, δεν μ΄αρέσουν αυτοί που βάζουν φουρφουράκια στις ρόδες τους»

Φυσικά δεν πήγα. Άλλο να περιμένεις τον πρίγκιπα πάνω στο άσπρο άλογο (μπλε, έστω), άλλο να εμφανίζεται μπροστά σου ο ιπποκόμος του με ένα φουρφουράκι στην τσέπη και βλέμμα ηττημένο, «συγγνώμη, κάτι του ‘τυχε, φουίτ μάλλον». Γυναίκες, τι τα ψάχνεις…

Δεν αλλάξαν και πολλά, άμα το καλοσκεφτείς. Άδειες σαμπρέλες, με μια τρύπα σε μια κρυφή γωνιά τους απ’ όπου ξεγλιστράει ο αέρας, σιγά σιγά, ύπουλα, αθόρυβα. Δεν ξέρω τι λένε τα εγχειρίδια, οι γιατροί και τα «δέκα σημάδια που πρέπει να προσέξεις», ξέρω ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό ξεφούσκωσα. Όπως εκείνη η σαμπρέλα μου.

Ή μάλλον αλλάξαν, κάμποσα. Δεν έχει πια σαμπρέλες. Δεν έχει πια «θα περάσει μετά ο μπαμπάς μου». Πάνε αυτά, τελειώσαν. Εσύ είσαι πλέον αυτός, ο κανονικός ο,τι ήταν να πληρώσει το πλήρωσε, με το παραπάνω. Νέα διανομή, πήρες το ρόλο. Σειρά σου να βρεις αέρα μονάχος σου, να πας λίγο παραπέρα και μετά ξανά. Διαπιστωμένο, όσο γερά και να τα φτιάχνουν τα λάστιχα πάντα θα έχει τριβόλια στη διαδρομή και τα τριβόλια γεννήθηκαν για να τρέφονται με τον αέρα των άλλων και κόφτο εδώ γιατί μόνο ο Κοέλιο έγραφε χασμουρητικές κοινοτυπίες και χρυσώθηκε απ’ αυτές .

Τότε μπαλώματα και κόλλα. Σήμερα, κάποιες φορές, αρκεί να αφήσεις τον Τζάρετ να βάλει το χεράκι του για να πας λίγο μακρύτερα. Κι όποτε τον ξαναχρειαστείς εκεί είναι, μέρα, νύχτα, αργίες, Κυριακές, ξημερώματα, μεσάνυχτα, δεν έχει «έλα το απόγευμα, έλα αύριο, έχω δουλειά». Εκεί να δεις φουρφούρισμα το μέσα μου. Τέτοιον ποδηλατά, φιλάω σταυρό, δεν θυμάμαι. Beat that Paulo.

…..

 

 

Is this the blues I’m singing?

2015-04-18 19.18.23

 

Νομίζω το ΄χω ξαναγράψει, τι πειράζει μια φορά -και δυο και τρεις- ακόμη; Χωρίς επαναλήψεις και ψευτομερεμέτια δεν συντηρούνται τα μπλογκς, πέφτουν και σε πλακώνουν.

Eπιστροφή από διακοπές στο Χορευτό με τσίμα τσίμα λεφτά για ρεφενέ βενζίνες, διόδια, ένα σάντουιτς και ναύλα για το λεωφορείο μετά. Bλέπω -την ώρα της αναχώρησης και του ανεφοδιασμού σε τυρόπιτες- το Crocodiles στη βιτρίνα κάποιου βολιώτικου δισκάδικου χωμένου ανάμεσα σε άσχημα μπετόν και ακόμη πιο άσχημη ζέστη. Όλα είναι άσχημα όταν επιστρέφεις. Tότε, σήμερα άλλαξαν οι επιστροφές, η όψη τους μαλάκωσε μια στάλα, πιάσαν τόπο τα μπότοξ. Χωρίς να πολυσκεφτώ, κάνω ένα γρήγορο υπολογισμό του περιεχόμενου της τσέπης. Δεν βγαίνει ο λογαριασμός, αν οι άλλοι θελήσουν ένα στοπ για τσιμπολόγημα στη διαδρομή. Ή αν σου πει να μείνετε μια νύχτα στη Θεσσαλονίκη -πριν ξαναπάει ο καθένας σπίτι του- και παίρνετε μετά το πρωινό ΚΤΕΛ. Μα ο σατανάς έχει μπει μέσα μου,  μπαίνω κι εγώ βγαίνοντας με το λάφυρο και τσέπη αφυδατωμένη κατά 300 -μπας και ήταν 400; – δραχμές. Οι άλλοι τρεις -ειδικά τα υπέροχα μαυρισμένα, υγρά (πού διάολο χάθηκαν αυτά τα λιπγκλος τους) κορίτσια- με κοιτάζουν με απελπισία, απορία, μπορεί και θυμό. Αυτό που ήθελα το έκανα, δεν θα με πτοούσαν οι απαξιωτικές ματιές τους. Ούτε το ότι θα έπρεπε να την παρακαλέσω να μου δανείσει για το εισιτήριο της επιστροφής ή να με αφήσει να φάω ένα μικρό, μια μπουκίτσα πράμα, κομμάτι από το τοστ της, να πιω μια γουλιά από τη μπίρα της, να ικετεύσω -εν τέλει- για συγχώρεση. Όλα τα άντεχα αφού αυτό που ήθελα το πήρα. Ικέτης; Ικέτης, γονατιστός, δεν ήταν άσχημη η θέα από κει χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.

Στο εξώφυλλο ήταν όλοι χοντρά ντυμένοι μέσα σ’ ένα χρωματιστό δάσος. Εμείς στην άσφαλτο, με τα ελάχιστα απαραίτητα (τι ωραίοι, τραγανιστοί ώμοι φιλοξενούσαν τα τιραντάκια τους), έβραζε ο τόπος κι ας ήταν δέκα το πρωί. Κλιματισμοί και ανάλογα πολυτελή κομφόρ δεν υπήρχαν στα Φιατάκια τότε. Πολλές φορές μου πέρασε απ΄το μυαλό η σκέψη πως μέχρι να φτάσω σπίτι ούτε ο Ian, ούτε ο Will, ούτε το βινύλιο θα τα καταφέρουν. Θα λιώσουν σαν τα κεράκια στην εθνική οδό, ανάμεσα Τέμπη-Μάλγαρα και Έσο Πάπας. Βάλε και το ΚΤΕΛ την άλλη μέρα το πρωί, αρμαγεδώνας.

Τελικά έλιωσα εγώ. Κι όταν ξαναστερεοποιήθηκα -χρόνια μετά- τίποτε δεν ήταν ίδιο. Κωλοκαρκίνοι, τι τα θες, παρορμητικοί μα κι ανασφαλείς, επίμονοι αλλά ανυπόμονοι, ευαίσθητοι και κυκλοθυμικοί. Σκάρτο πράμα αγοράζεις αν μας σπιτώσεις.

Το δισκάκι, κωλοκαρκινάκι κι αυτό, ζει ακόμη μαζί μου. Χιλιοταλαιπωρημένο στο εξώφυλλο, πονάει η ψυχή σου σαν το βλέπεις, δεν του φέρθηκα  πάντα καλά, συμβαίνουν αυτά με όσους αγαπάς, δυστυχώς. Αλλά ατσαλάκωτο μέσα. Ούτε χρατς, ούτε χριτς. We lost some time after things that never matter, τραγουδάει. Some, του λέω με νόημα, some. Κάτι ρέστα έχουμε ακόμη Ian, κοίτα να τα ξοδέψουμε όπως τους αρμόζουν.

….

μπλε

 

34479024 (1)

 

Ήταν η πρώτη φορά -μετά από πάρα πολλά χρόνια- που ξανοίχτηκα στα σκούρα βαθιά. Mόνο δυο σημαδούρες και μια βάρκα, δέκα μέτρα παραπέρα, ανάμεσα σε μένα και τα βράχια.

Σημαδούρες, βάρκα, βράχια, μπλε. Καρτ ποστάλ χιλιοειδωμένη, πάντα βάλσαμο.

Γαλήνη. Με όποιο τρόπο και να τη γράψεις, όποια λέξη και να εφεύρεις.

Έκανα μιαν απελπισμένη απόπειρα να βουτήξω, προσπαθώντας να φτάσω στο βυθό. Δεν είχα το κουράγιο, μπορεί και να φοβήθηκα πως δεν θα τα καταφέρω, στα μισά παραιτήθηκα. Θα ‘ταν τέσσερα, τεσσεράμισι μέτρα, μια διαδρομή βατή κάποτε, τώρα βουνό. Στη θάλασσα.

Το νερό διαυγές, γυαλί, πιο καθαρό κι απ΄την ψυχή ενός νεογέννητου. Αυτά με τα προπατορικά που σέρνουμε στην πλάτη μας από την πρώτη μέρα δεν τα πιστεύω, έχω πολλούς άλλους λόγους, ρεπερτόριο ολόκληρο, για να τρομάζω.

Ο ήλιος ευλογία, καύσιμο για την ψυχή. Δεν έμεινε γωνιά της αφώτιστη. Οι μαύρες σκέψεις -αυτά τα βαμπίρ που την βασανίζουν κάθε μέρα- λούφαξαν στην αρχή, μετά τρόμαξαν, στο τέλος την άφησαν επιτέλους μόνη.

Ξάπλωσα στο νερό σαν τον άνθρωπο του Βιτρούβιου, με πόδια και χέρια ανοιχτά όσο άντεχαν τα κουρασμένα, σκουριασμένα άκρα μου.

Αλάφρυνα. Θα ‘μουν δεν θα ΄μουν δυο, τρία κιλά. Έδωσα ρεπό στη σάρκα να φύγει, να απαλλαχτώ από την παρουσία της, να ηρεμήσει κι αυτή απ’ τις προσταγές του μυαλού τύραννου.

Άδειασα από κάθε Κακό.

Γλάροι πέρναγαν μισό μέτρο, ούτε καν μισό,  πάνω απ΄ το κεφάλι μου. Πρώτη φορά, κι αυτό.

Χαμογελούσα τρισδιάστατα (αυτό εγγράφεται στο βιβλίο των ευτυχισμένων στιγμών, στις μπροστά μπροστά σελίδες) με κλειστά μάτια όταν τους άκουγα να ξαναπερνάνε, όσο ένιωθα τον αέρα από τα φτερά τους πάνω μου. Βρήκαν παιχνίδι; Bρήκα κάθαρση.

Χρόνος δεν υφίσταται εκεί μέσα, δεν έχω ιδέα πόσο έμεινα. Μισόν αιώνα, ίσως.

Το τσιγάρο που άναψα μετά, εγώ ο άκαπνος, είχε γεύση που όμοιά της δεν θυμάμαι εδώ και πολύ καιρό. Πόσο πολύ; Άλλον μισό αιώνα, ίσως.

Ουδείς γνωρίζει το αύριο, ούτε καν το πέντε λεπτά μετά. Μα εκεί νιώθεις απέθαντος. Μπορεί και να ΄ναι η πηγή της ζωής που ψάχναν, μάταια, οι κονκισταδόρες.

 

 

…..

Depeche Moon

34472042

Άλλοι γράφουν για τις περιπλανήσεις τους σε στενά, σε παγκάκια και πλατείες από μέρη άγνωστα και πρωτοειδωμένα, άλλοι βολοδέρνουν σε μπαλκόνια που το μόνο τους συναρπαστικό είναι οι γωνίες όπου τραγουδάει τις νύχτες ένα τριζόνι. Κάθε βράδι αλλάζει στέκι. Ακόμη κι αυτό βαριέται να βγαίνει στην ίδια σκηνή, για το ίδιο canzone, με τους ίδιους ακροατές.

Όταν βγαίνουν από το μπάνιο μερικές γυναίκες είναι σαν μια μπάλα παγωτό (καθένας έχει την αγαπημένη του γεύση αλλά όλα τα αγόρια λατρεύουν τα παγωτά) στην κορφή από ένα χωνάκι. Αν αργήσεις χάνεις το καλύτερο. Στην αρχή μπορείς να δαγκώσεις και να νιώσεις το τρίξιμο στα δόντια, μετά -ειδικά τον Αύγουστο- πασχίζεις να μη σου μείνει όλη στα χέρια. Φαντάζομαι θα φτιάχνουν ανάλογες ιστορίες και για μας, εκείνες, όταν δεν βαριούνται. Συνήθως βαριούνται.

Προχτές το φεγγάρι ήταν κόκκινο. Αντιπροχτές μπλε. Χτες pale. Τα πάντα κάνει, τα πάντα, για να τραβήξει την προσοχή μας. Μου διηγήθηκαν, κάποτε, την ιστορία ενός ανθρώπου που έκανε πέντε ολόκληρους μήνες πριν καταφέρει να του ρίξει έστω μισή ματιά. Δεν είχε παράθυρο στον θάλαμό του. Πόσο άθλιοι, πόσο σκληροί είναι οι χτίστες που  δεν αντιστέκονται στα άκαρδα σχέδια και στις αυστηρές οδηγίες των μηχανικών τους. Vows are spoken to be broken, ανόητοι.

Πριν λίγες ώρες. Πίσω μας στις ξαπλώστρες μαμά, μπαμπάς, τρία παιδιά, το μεγαλύτερο ίσα που τέλειωνε το δημοτικό. Παραδόξως -για ελληνική ράτσα- σιωπηλοί, και οι πέντε. Πιο ομιλητικές ήταν οι δυο σακούλες απ΄τα τζάμπο που φιλοξενούσαν όλη την κυριακάτικη πραμάτεια τους. Μπροστά μας, στην ξαπλώστρα πρώτης θέσης ένα αγόρι κι ένα κορίτσι -ωραία παιδιά- που θα ‘ταν δεν θα ‘ταν τριάντα. Δεν θα ΄ταν. Σιωπηλοί κι αυτοί, μιλιά δεν βγάλαν αλλά το χέρι του πάνω στην κοιλιά της φλυαρούσε. Από μια στιγμή και μετά σταμάτησα να τους ακούω, ναι, το ομολογώ ότι ζήλευα τα όσα έλεγε το χέρι αυτό γιατί τα δικά μας χάσαν από καιρό το χάρισμα της ομιλίας. Κι εμείς στη μέση όλου του κόσμου. Με πατημένο το κουμπί στο mute. Μου ανάβει τσιγάρο, της δίνω αντηλιακό, μου δίνει το νερό, της δίνω το -χλιαρό πλέον- τσάι, τέτοιον συντονισμό θα τον ζήλευαν και οι καλύτεροι τσιρκολάνοι, που κρέμονται απ΄τα σκοινιά έξη μέτρα πάνω απ΄τη γη. Τόσα χρόνια, κανείς μας δεν τσακίστηκε όμως. Μερικές φορές αρπαχτήκαμε στο τσαφ απ’ το μετέωρο χέρι, αλλά πιαστήκαμε. Ακόμη και την ώρα της αναχώρησης τα στόματά μας μένουν σφραγισμένα, κάποιος σηκώνεται πρώτος, μαζεύει την πετσέτα του, ακολουθεί ο άλλος. Words are very unnecessary, enjoy the silence.

Αργά το βράδυ διηγούμαι -σάματις συνεπαρμένος- την ιστορία με τις τρεις μουγκές ξαπλώστρες, θαρρείς και ήταν ο διάπλους της Ανταρκτικής. Έκαστος με τη ρότα του, τους χάρτες του, τους εξάντες του.

Όλοι μας τα ίδια, μη θαρρείς, λέει. Κι άλλη ατρόμητη θαλασσοπόρος μπαλκονιών. Έχει κολλήσει ένα κομματάκι από μέντα στο δόντι της, δεν το ‘χει πάρει μυρωδιά. Οι γνήσιοι θαλασσοδαρμένοι πίναν ρούμια, εμείς καταγινόμαστε να ανακατεύουμε με χρωματιστά καλαμάκια πρασινάδες που πλέουν σαν φύκια σε μια ζώνη άπνοιας καταμεσής μιας διαδρομής που κάπου πάει αλλά πήγαν κι άλλοι εκεί πρώτοι και ξέρουμε τον αστρολάβο, τις ξέρες, τις στάσεις, μόνο τον καιρό δεν ξέρουμε. Από μια μεριά ευτυχώς.

Το φεγγάρι έχει ένα χρώμα άρρωστο. Σαν να μη το έχει δει ήλιος, σα να το ΄χαν πεταμένο σε μπουντρούμι για χρόνια ολόκληρα. Δεν γίνεται αυτό, όμως. Γίνεται;

Δεν μ’ αρέσει να χαζεύω γυμνά πόδια γυναικών που βρίσκονται τρεις σπιθαμές μακριά μου. Φλυαρούν. Και δεν είσαι πάντα σίγουρος ότι θες να ακούσεις όσα θέλει να διηγηθεί αυτή η μικρή απόσταση μέχρι εκεί που ξαναρχίζει το ύφασμα, λίγο πάνω απ’ το γόνατο. Words are meaningless.

Βιβλία είμαστε, λέει. Χιλιοδιαβασμένα. Όσες φορές κι αν μας γυρίσουν τα ίδια δάχτυλα, στις ίδιες σελίδες και στις ίδιες παραγράφους θα καταλήξουν, άντε να βρουν ένα ξεχασμένο σημείο στίξης, μια τελεία εκεί που δεν πρόσεξαν ότι υπήρχε αλλά δεν αλλάζει το νόημα, ήδη ξέρετε την αρχή, τη μέση και το τέλος μας, βγάζει τη μέντα, κρίμα, πάνω που έφτιαχνα μια ιστορία με σκορβούτο που της έτρωγε ένα ένα τα δόντια όσο δεν πιάναμε στεριά. Την ακούω αλλά δεν προσέχω. Την έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές αυτή την αληθινή αλλά βαρετή ιστορία με το βιβλίο που το τρώει το παράπονο ενώ εκεί έξω υπάρχουν πρόθυμοι αναγνώστες. Έστω για ξεφύλλισμα, έστω για δέκα, είκοσι σελίδες, δεν είμαστε δα και για Μεγάλες Βιβλιοθήκες μα τι κακό έχουν τα βίπερ και τα μπελ;

Πήγε έντεκα παρά, μιλάνε για κάποιον, μάλλον γνωστό μας, που ανακάλυψε κάτι Κακό μέσα στο κεφάλι του. Αυτές τις ιστορίες δεν τις αντέχω. Ξέρω καλά τι τέλος έχουν, στεριά δεν πιάνεις. Πηγαίνω στη γωνία να μην ακούω, να βρω το τριζόνι, άργησε σήμερα. Ή τραγουδάει αλλού. Μα γιατί; Δεν ήμασταν καλή παρέα, κάθε νύχτα;  Σάμπως θα του ζητήσουν να υπογράψει συμβόλαιο εκεί που θα πάει; Kι εγώ θα του ζήταγα. Αύριο, μεθαύριο, μα το θεό θα το ‘κανα..

Το φως απ’ το φεγγάρι πέφτει πάνω στο γυμνό δέρμα, σκοτώνει κάθε ατέλεια, κάθε σημάδι, κάθε απρόσκλητη φλέβα, το κάνει να μυρίζει σαν το ωραιότερο παγωτό του σύμπαντος, βρες μου ένα φώτοσοπ που μπορεί να το καταφέρει αυτό, σε προκαλώ, δεν θα βρεις. Ήδη στο τρίτο ποτήρι, έχω μια παρόρμηση να του πω εκεί μπροστά σε όλους τους άλλους «θέλω να σε διαβάσω» και δεν δίνω δεκάρα για την απάντηση που δεν θα πάρω σ’ αυτό που δεν λέω αλλά έχω ήδη έτοιμη την δικιά μου:  Words are trivial. Pleasures remain.

Εμείς, τα πρώην αγόρια, που μεγαλώσαμε με κλασσική παιδεία, έχουμε τις απαντήσεις για όλες σας τις σιωπές.

 

…………..

 

πλέον

34448099 (4).last

 

Eκεί, στο βάθος.

Μια ώρα πριν υπήρχαν φίλοι, εραστές, νταβατζήδες, γονείς, σκυλιά, πρεζόνια, παπάδες, πουτάνες, δασκάλοι, κρεβάτια, σκουπίδια, βρισίδια, θρανία, θάλαμοι, γέλια, περιστέρια, τραπέζια, σεντόνια, φαγιά, μπουκάλια, δικαστές, μαθητές, ταξί, σινεμάδες, δισκάκια, προδοσίες, θερμοκοιτίδες, φονικά, πλατείες, χαστούκια, αίματα, καφενεία, ιδρώτες, χύσια, δάκρυα, ξερατά, σειρήνες, παγκάκια, φέρετρα, πάρκα. Κι ένα ποτάμι, δίχως νερό.

Α! Και λέξεις! Ένα ολόκληρο βουνό από λέξεις.

Αυτά υπήρχαν εκεί. Μια ώρα πριν. Και όλοι κάναν σχέδια μαζί με τις λέξεις τους αλλά τους πρόλαβα και γράφω -εγώ, η ύαινα- γι αυτούς γιατί εκείνοι δεν μπορούν να πουν και να γράψουν τίποτε. Πλέον.

 

…..

38 special

vlcsnap-2013-11-02-21h25m14s81

 

Εξήμιση. Βράζει η πλάση, κοχλάζει. Με εμάς μέσα της, σιγά το ζουμί, oύτε μισό κονσομέ της προκοπής φτιάχνεις.

Ντους, ξανά. Για πέντε λεπτά ανακούφιση. Πέντε ευλογημένα λεπτά, μετά αφυδατώνεται και το μέσα σου εκτός απ΄το έξω. Δεν σκουπίζεσαι, μπας και παρατείνεις για λίγες στιγμές τη δροσιά. To τρίτο, μετά τις 12μιση το βράδυ και τις τέσσερις το πρωί. Tέτοιο grande πότισμα ούτε οι κήποι στις Βερσαλλίες αξιώθηκαν.

Τολμάω να ξαναπέσω στο κρεβάτι, είναι νωρίς ακόμη.

Αποκοτιά. Πέφτω πάνω στο ρεπερτόριο.

Γύρνα απ΄ την άλλη. Μη κολλάς και μη ξεφυσάς πάνω μου. Έκοψες και τον αέρα απ’ τη μπαλκονόπορτα, τοίχος ολόκληρος έγινες. Και στο ‘πα χίλιες φορές να σκουπίζεσαι καλά, χτες άλλαξα σεντόνια…

Κουβέντες που πριν τριάντα χρόνια, ακόμη και είκοσι, ήταν inconcessus. Πιο απαγορευμένες κι από το «love»  σε στιχάκια της Diamanda Galas. Δεν πληγώνομαι πλέον, έχεις δει τοίχο ευαίσθητο;

Ο ανεμιστήρας στο ταβάνι πολεμάει φιλότιμα, όλη τη νύχτα, ως τώρα. Το ‘χω δει αυτό το θέαμα σε πολλές ταινίες, φιλμαρισμένο από ζόρικες γωνίες, ένας ξαπλωμένος άντρας και οι φτερωτές από πάνω του, ιδρώτας, σκιές, τα σεντόνια γουμίδια. Κανείς δεν σηκωνόταν όμως μετά να πάει να πιάσει δουλειά, τέτοιο σενάριο δεν αξιώθηκα.

Εφτά. Τι φοράς σήμερα που θα χτυπήσει 38ρια; Τραγωδία να μην είσαι σε δουλειά που το dress code είναι βερμούδα-φανελάκι. Η στολή των συνταξιούχων. Με κάλτσα μπεζ και σκαρπίνι. Τέτοιο στυλ ούτε ο Γκωτιέ, ούτε τα δίδυμα Dean & Dan, ούτε καν ο Γκαλιάνο ονειρεύτηκαν. Στολή κλιματιστικό. Την φοράνε και κυκλοφορούν έξω ακόμη και με θερμοκρασίες που λυγίζουν γκαμήλα. Απορώ πώς δεν την πατένταραν ακόμη κάτι Daikin, Mιτσουμπίσι, Φουτζίτσου, τραγικό και άθλιο μάρκετινγκ έχουν εν τέλει.

Μπαίνω μέσα στις πρώτες ανοησίες που βρίσκω μπροστά μου, παντελόνι, πουκάμισο, ανοίγω την πόρτα, λέω φεύγω. Παλιά συνήθεια, από τότε που τα φεύγω έπαιρναν απάντηση. Και -ενίοτε- συνοδευόταν με χορταστικό πρωινό σεξ, διπλή μερίδα, ρε γαμώτο θ’ αργήσω, εγώ καθόλου. Ray Davies είσαι βασιλιάς αγόρι μου, άρχοντας, wont you tell me?

Της το ΄χα πει κάποια στιγμή, με μια δόση παράπονου, παλιά, πολύ παλιά, στις μεγάλες ζέστες έμοιαζες της Κάθλιν Τέρνερ στο Body Heat. Και τώρα της μοιάζω, απάντησε, μη σου πω ότι είμαι απείρως καλύτερη. Ανέκαθεν είχε απαντήσεις Ray, ανέκαθεν, για όλα.

Πρώτη κίνηση κατεβάζω παράθυρα, δεύτερη κλιματισμός, τρίτη όπισθεν. Με κλειστά μάτια. Ούτε τα σκυλιά του Pavlov τόσο εκπαιδευμένα.

Καθ΄ οδόν διασταυρώνομαι με το αγαπημένο μου ATM. Εφτά και είκοσι, ήδη τρεις συνταξιούχοι -οι δυο με τη στολή κλιματιστικό, ο τρίτος με τζιν, ριγέ μπλε/κόκκινο/άσπρο πόλο, σακούλα φαρμακείου υπό μάλης- περιμένουν. Σα να μη τους έφτανε ο φόβος της αρρώστιας και του θανάτου, προστέθηκε και το άγχος του άδειου ΑΤΜ. Aυτά δεν είναι capital controls, ξεπάστρεμα είναι.

Ανοίγω ραδιόφωνο. «Πετάει το γάντι ο Τσίπρας». Όποιος θέλει ας το σηκώσει, με 31 βαθμούς -ήδη- ούτε ασχολούμαι, ας μείνει χάμω να πεθάνει ασήκωτο. Άμα θέλει το σηκώνει ο Νταβανέλος. Γάντια, καλοκαιριάτικα, με καύσωνα. Δεν παν καλά οι άνθρωποι.

Αλλάζω σταθμό. Θαλασσινός. Μετά Μάλαμας. Δεν φτάνει που είναι γαμημένα τα μεσημέρια μας με τους 38 και τους 39, μακελεύουν και τα πρωινά μας.

Τα καζάνια της Κόλασης. Με σάουντρακ τα μεταξωτά. Και τη φουφού του καστανά. Χωρίς να φυσάει. Ας μας λυπηθεί κάποιος. Ας είναι και ο διάολος αυτοπροσώπως, λιγότερο άσπλαχνος θα είναι απ’ αυτόν που διαλέγει κατατονίες, εφτάμιση το πρωί, μιας μέρας που ο Σάκης Αρναούτογλου είπε -φορώντας σακάκι- ότι θα καίγεται όλη η χώρα από άκρη σ’ άκρη.

 

(μούζικα ρε μπάσταρδοι, μούζικα)

….

 

οι αλχημιστές

34426377

Πρώτο σίξτις/σέβεντις μπάνιο χτες.

Δέκα, δεκαπέντε άνθρωποι, σε μια παραλία που φαινόταν τόσο ατέλειωτη όσο και η ζέστη. Η κάψα θόλωνε τις άκρες του κάδρου. Κάπου σταματούσαν όλα, ξηρά και νερό, μα δεν διέκρινες πού. Μερικές φορές αυτό είναι καλό, δεν είναι φρόνιμο να ξέρεις πάντα τις συντεταγμένες του τέλους.

Ομπρέλα ιδιωτική, δυο πετσέτες, κρύο νερό στο ισοθερμικό τσαντάκι. Και τέσσερα τσιγάρα, ένα πριν, τρία μετά. Μας έμεινε κουσούρι, το «μετά».

Ησυχία, επιτέλους. Μόνο κάποιες κουβέντες την ραγίζουν, που και που.

Πέντε γυναίκες -όλες στα σύνορα της εμμηνόπαυσης, άλλες περιμένοντας τη σφραγίδα στο διαβατήριο, άλλες έχοντας ήδη διαβεί με βαριά βήματα τη μπάρα- συζητούν μέσα στο νερό για συμβάντα αδιάφορα που συγκλονίζουν τις μέρες τους. Για βιβλία που δεν διάβασαν, για τα γεμιστά που άρπαξαν στο φούρνο χτες, για το μαλλί που θέλει κούρεμα, για την Βίκυ που χάνει την Ιατρική για μια χούφτα μόρια, για μόρια που δεν τις καταδέχονται πια, για μαγιώ νούμερο 16. Πέρυσι 14, φέτος προαγωγή. Bitter sixteen.

Τις ακούω, κάθε λέξη τους, σχεδόν κάθε ανάσα τους, μη σου πω και κάθε σκέψη τους. Οι άνθρωποι ξεχνούν πως ο,τι λες μέσα στη θάλασσα τρέχει και τρυπώνει στα αυτιά παρείσακτων. Είμαι ένας απ’ αυτούς. Ένας voyeur με σφαλιστά μάτια.

Μπαίνουμε; ρωτάει.

Βήμα πρώτο, πάνω απ’ τα γόνατα.

Βήμα δεύτερο, στον αφαλό.

Τρίτο βήμα δεν είχε. Κάθαρση μόνο, νερά γυαλί, τέσσερα μέτρα μακριά από την ομπρέλα, δυόμιση μέτρα βάθος. Σε οργιές θα ήταν πιο λόγιο αλλά δεν ξέρω να μετατρέπω.

Μιάμιση ώρα μέσα στο νερό. Σε ένα βιβλίο θα διάβαζες «γίναν θάλασσα μέσα στη θάλασσα κι αυτοί». Ανακουφίζομαι που δεν το έγραψα. Ευγνωμωνώ το σύμπαν μου που είναι τυφλό, κουφό, ανάπηρο και δεν έχει ιδέα τι θα πει συνωμοσία.

Οι πέντε γυναίκες γίναν τρεις, μετά δυο, μετά ένα κενό στον ορίζοντα, κενό με φως που ματώνει τα μάτια. Ο μόνος πόνος που κάθε συνάντηση μαζί του είναι ευλογία.

Βγαίνουμε και μετράμε πετραδάκια κολημμένα στα γυμνά μας πόδια, ανάμεσα στα δάχτυλα, στα μαλλιά. Τα δικά μας νταμάρια, τα δικά μας παράσημα. Καλή και η άμμος αλλά σ’ αφήνει δίχως γαλόνια.

Κανείς μας δεν σκουπίζεται, αφήνουμε το νερό να ξεψυχήσει ήρεμα πάνω μας. Τέτοιο τέλος όλοι το ονειρεύονται, λίγοι το αξιώνονται, της λέω. Δεν καταλαβαίνει για ποιο τέλος μιλάω, συνήθισε πια τις μετέωρες, περιπλανόμενες διαπιστώσεις μου, δεν δίνει σημασία.

Ησυχία. Επιτέλους ησυχία. Κανένα κάπιταλ κοντρόλ δεν σε ανακαλύπτει εδώ. Για μια, δυο, τρεις ώρες. Μόλις νιώθεις το κακό να ‘ρχεται, βουτάς και το πνίγεις. Το Κακό δεν ξέρει κολύμπι.

Μια γουλιά νερό. Και τσιγάρο, που μουσκεύει απ΄ τα βρεμένα δάχτυλα. Αλάτι, ιώδιο και καπνός. Η χημική ένωση που ανέκαθεν έφτιαχνε το θέρος. Κάποτε το μάθαμε, οι κατά φαντασίαν Σαντιάγκο.

Ωραία ημερολόγια, της λέω.

Να ζήσουμε να τα θυμόμαστε, απαντά, ανάβοντας το τέταρτο.

….

this is a love song

shutterstock_127396787-752x501

 

Πνιγόμαστε στα αβαθή.

Τσάμπα τόσοι αγώνες για να μάθουμε να επιπλέουμε στα αφρισμένα. Η κούραση, τα Κράκεν του μυαλού, οι αναπάντεχες απώλειες  μας λύγισαν.

Πνιγόμαστε στα αβαθή, άχνα δεν βγαίνει απ’ το στόμα μας. Δεν ήμασταν όλοι, τελικά, φτιαγμένοι για μεγάλους πλόες.

Που και που κάποιος καλός άνθρωπος εμφανίζεται. Μας πετάει λίγο νερό, ίσα για να συνεχίσουμε να ψευτοαναπνέουμε -έτσι θαρρεί, έτσι είδε, έτσι του είπαν- μέχρι να βρεθεί κάποιος άλλος καλός άνθρωπος να μας ξανατραβήξει πίσω, στα βαθιά.

Για να μας σώσει.

Ακόμη και οι καλοί άνθρωποι μπερδεύτηκαν.

Θα μας πνίξουν από αγάπη και νοιάξιμο. Τι ειρωνεία..

Εμείς να βγούμε θέλαμε.

Να βγούμε, μόνο.

 

….

(σαν να το έγραψε αυτή)

this is not a love song

34386591 (1)

Προσπάθησα, για πολλοστή φορά, να διαβάσω έστω και τρεις σελίδες από το τελευταίο βιβλίο που ξεκίνησα, χωρίς να έχω καν φτάσει στην δέκατη σελίδα από τα τέσσερα προηγούμενα που έπιασα στα χέρια μου και είχαν την ίδια κακή τύχη.

Ματαιοπονώ και το ξέρω μα επιμένω γιατί υποψιάζομαι πως κάτι ανεπανόρθωτο μου συνέβη. Οι λέξεις εξαφανίζονται πριν καν μπουν στο κεφάλι μου, μάτια και εγκέφαλος τα ‘χουν κάνει σκατά, μουτρώθηκαν χωρίς να ξέρουν το λόγο και καμιά προσπάθεια δεν κάνουν να τα ξαναβρούν. Δεν καταλαβαίνω τι διαβάζω, ξέχασα το νόημα κάθε λέξης, στη μέση κάθε παραγράφου χάνομαι και πρέπει να ξαναγυρίσω πίσω να βρω την άκρη από ένα νήμα που δεν υπάρχει.

Χτες βράδυ τα μαύρα σημάδια (που υποδύονταν τόσο άγαρμπα τις τυπωμένες λέξεις) άρχισαν να γλιστράνε προς την κάτω πλευρά της σελίδας, προσπαθώντας να πιαστούν το ένα απ’ το άλλο, σχηματίζοντας μια αλυσίδα από τέρατα που φωνάζαν κάτι σαν «βοήθεια» ακατάληπτα, σχεδόν απόκοσμα κι αποκρουστικά. Στο τέλος γκρεμοτσακίστηκαν όλα μαζί -αφού δεν έκανα καμιά προσπάθεια να κλείσω το βιβλίο ώστε να μείνουν μέσα, έστω σαν μπουλούκι, σαν ρεμπέτ ασκέρι μα ασφαλή- και άφησαν τη σελίδα να χάσκει κενή. Την στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο τρόμο γεννάει μια άδεια σελίδα που δευτερόλεπτα πριν σου διηγούνταν μια ιστορία, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, τίποτε δεν ξαναείναι ποτέ ίδιο. Άφησα το βιβλίο στο πάτωμα, πάλεψα να κοιμηθώ, δεν κατάφερα πολλά. Ήταν και η ζέστη βάσανο. Ο ανεμιστήρας πάσχιζε αλλά τι να κάνουν έξη φτερωτές, ακόμη κι ένας έλικας από σπιτφάιρ πάνω απ’ το κεφάλι μου θα δυσκολευόταν να κόψει τον πηχτό αέρα για να ανοίξει μια δίοδο προς τα πνευμόνια, να στείλει μισή ανάσα τεχνητής -ας είναι- φρεσκαδούρας, να διώξει τη θολούρα και την υγρασία απ’ το μυαλό.

Εδώ και καιρό, κάθε πρωί ξυπνάω και τινάζω λέξεις απ’ το ιδρωμένο σεντόνι. Ο δρόμος από κάτω έχει γεμίσει σακατεμένα γράμματα, σημεία στίξης και ακρωτηριασμένες λέξεις. Ούτε πουλί, ούτε γάτα, ούτε ποντίκι (ο γείτονας μου είπε πως έχει δει πολλά τέτοια τις τελευταίες βδομάδες) καταδέχεται να ασχοληθεί μαζί τους. Οι ελάχιστες λέξεις που καταφέραν να φτάσουν στην άσφαλτο σε ένα κομμάτι, θα γίνουν λιώμα κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού, ενός δίτροχου, ακόμη κι ένα καροτσάκι που το σπρώχνει μια φρέσκια -ακόμη πληγωμένη απ΄τα παραπανίσια κιλά- μάνα είναι ικανό να τις διαμελίσει τόσο που κανένα λεξοτομείο δεν θα μπορέσει να τις συναρμολογήσει για την αναγνώριση.

Νομίζω, φοβάμαι, ότι το μέλλον επιφυλάσσει την ίδια μοίρα και για το φετινό καλοκαίρι, κάποιων, πολλών. Όσο και να το ράψουν, όσα κομμάτια του και να κολλήσουν, όσο και να μπογιατίσουν τις μελανιές, όσο λίγο και να τραβήξουν το σεντόνι που θα το σκεπάζει -τον Σεπτέμβριο, που θα μας φωνάξουν να μας ρωτήσουν σε ένα κρύο δωμάτιο με άσπρο παγωμένο φως αν είναι όντως αυτό, το δικό μας καλοκαίρι- δύσκολα θα καταφέρουμε να μη σπάσει η φωνή μας την ώρα που θα λέμε «ναι, αυτό ήταν». Αγνώριστο θα ‘ναι. Ναι. Αλλά η κλωστή, η επαγγελματικά δεμένη στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, θα είναι εκεί, να μας θυμίζει πού ήταν η άλλη άκρη του νήματος που έπρεπε να φτάσουμε για κείνες τις ανάσες που είχαμε ανάγκη και δεν καταφέραμε, μη με ρωτάς γιατί, να συναντήσουμε.

Aλλά όλα καλά. Όλα καλά. Σκέψου να ζητούσαν από εκείνο, από το “αδιανόητο ελληνικό καλοκαίρι” (όπως λέει και ο δικός μου ποιητής) να αναγνωρίσει εμάς, κάτω από ιδρωμένα, τσαλακωμένα, παραιτημένα σεντόνια. Εκείνο το «όχι, δεν είναι αυτός» θα μας αποτέλειωνε οριστικά.

 

……

into my arms

interstellar

 

Tίποτε δεν ελέγχουμε, τίποτε δεν ασφαλίζουμε, τα «ίσως» για το αύριο μας εξουσιάζουν. Έρμαια της στιγμής είμαστε, όχι ρυθμιστές του χρόνου. Είμαστε η σκιά του ήλιου, όχι ο ήλιος ο ίδιος.

Τα εμπέδωσα αυτά από καιρό αλλά σας το ‘χω πει εκατό φορές μπαγασάκια πως δυο πράγματα ζητάω μόνο. Χωρίς και με αφορμές. Σήμερα μου ΄ρθε άλλη μια, κατακέφαλα.

Θα φύγουμε πρώτοι εμείς. Πάντα εμείς πρέπει να φεύγουμε πρώτοι.

Τα δυο σας να μη χαθείτε, ποτέ. Να βρίσκεστε. Όσο μακριά το ένα απ’ το άλλο και να ΄στε.

Αν το ξεχνάτε, που και που θα ερχόμαστε να σας παίρνουμε για μια βόλτα. Όπου και να ζείτε. Μ’ όποιους και να μοιράζεστε τη ζωή σας. Θα ερχόμαστε, θα κορνάρουμε βουβά για να κατεβείτε. Θα βάζετε τις ζώνες σας στο πίσω κάθισμα και θα δίνετε παραγγελιά, θα ξεκινάμε για όπου πείτε σεις.

Θα ακούμε -όσο δυνατά θέλετε- τα τραγούδια που εσείς θα διαλέγετε, θα σας αφήνουμε να βγάζετε τα κεφάλια και τα χέρια σας έξω απ’ τα παράθυρα, θα σας αφήνουμε να βρίζετε, να λέτε «μαλακιζμένο», να πετάτε τυρογαριδάκια, να μπουγελώνεστε και να μαλώνετε για χαζές αφορμές μπροστά μας. Δεν θα θυμώνουμε, θα χαμογελάμε μόνο. Κρυφά, να μη πολυπαίρνετε θάρρος.

Μετά, πριν έρθει για τα καλά η νύχτα, θα σας αφήνουμε στα σπίτια σας, στους αγαπημένους σας, θα βλέπουμε να μπαίνετε μέσα, να κλείνει η πόρτα πίσω σας και τότε μόνο θα ξαναφεύγουμε.

Αφού πρώτα αφεθούμε για λίγο σε μια λυτρωτική αγκαλιά, της καληνύχτας, του «να ΄στε καλά μωρά μας».

Γιατί εσείς θα είστε ακόμη δεκαπέντε και δώδεκα. Πάντα.

Κι εγώ, κι εκείνη, θα είμαστε εκεί, μαζί. Αόρατοι αλλά μαζί, χωρίς εισαγωγικά. Για πάντα.

 

—-